Τρίτη, 08 Δεκεμβρίου 2009

Να πάμε στο Δεκέμβρη με ΜΑΖΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΚΙΝΗΜΑ

Καθημερινά αναπαράγεται πιο οξύ, πιο άγριο, το σχήμα των εκβιασμών και των απειλών που σφίγγει σαν θηλιά τη χώρα, τους εργαζόμενους και τη νεολαία. Η αφετηρία τους βρίσκεται στα ίδια τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, που στις συνθήκες της κρίσης αντιμετωπίζουν τη χώρα όχι «απλώς» σαν πεδίο καταλήστευσης - όπως πάντα έκαναν. Αλλά ακόμα και σαν αναλώσιμο πιόνι σε έναν ανταγωνισμό που απαιτεί εκκαθαρίσεις και συσσωρεύσεις κλίμακας για να ξεπεραστεί η κρίση, δηλαδή το μπλοκάρισμα της κερδοφορίας του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου και ταυτόχρονα για να στηθεί το νέο «σχήμα» του ιμπεριαλιστικού-κεφαλαιοκρατικού κόσμου, πιο άγριο και «αυθεντικό» μετά τις ανατροπές και τις «νοθεύσεις» που του επέβαλε το κομμουνιστικό κίνημα και η λαϊκή πάλη στον προηγούμενο αιώνα.

Εγχώρια βάση αναφοράς και στήριξης αυτής της θηλιάς είναι οι τραπεζίτες, το ντόπιο κεφάλαιο, η εργοδοσία, η αστική τάξη της χώρας. Αυτοί που τη γέννησή τους και την ύπαρξή τους τη στηρίζουν και την οφείλουν στους ιμπεριαλιστές πάτρωνές τους. Αυτοί που, ακόμα και όταν βλέπουν πως η παραγωγική αποσυγκρότηση της χώρας, η παραρτημοποίησή της φτάνει όπως τώρα στα ύψη, γίνονται ακόμα πιο παρασιτικοί, ακόμα πιο ληστρικοί και βάρβαροι. Γιατί δεν έχουν άλλο δρόμο, δεν έχουν άλλον τρόπο για την αναπαραγωγή τους από αυτόν της πλήρους συμμόρφωσης στους ιμπεριαλιστές αφέντες. Γιατί μόνον έτσι μπορούν να σώσουν τη δυνατότητά τους να θησαυρίζουν από τα «μεγάλα έργα», τις χρηματιστηριακές τράμπες, τα ευρωπαϊκά πακέτα, τις αρπαχτές στα Βαλκάνια, το ξεζούμισμα των εργαζομένων Ελλήνων και μεταναστών στη χώρα.

Αυτοί είναι που με όλο το τεράστιο δίκτυο των σφουγγοκωλάριών τους παπαγαλίζουν καθημερινά και σε όλους τους τόνους τους ιμπεριαλιστικούς εκβιασμούς, τις απειλές της πτώχευσης, της κατάρρευσης της οικονομίας, των ασφαλιστικών ταμείων, της έκρηξης των ελλειμμάτων και του χρέους. Την ίδια στιγμή γνωρίζουν βέβαια πολύ καλά πως ακριβώς ο δικός τους ρόλος, η δικιά τους σχέση με το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο, η δικιά τους παρασιτική και αεριτζίδικη σχέση με τον πλούτο της χώρας είναι η βασιλική οδός της χρεοκοπίας, είναι η εγγύηση για τη διάλυση όλων των όρων ύπαρξης της χώρας σαν αυτόνομου οικονομικοκοινωνικού σχηματισμού. Ο κυνισμός τους είναι τέτοιος και τόσος ώστε να ομολογούν δημόσια πως «…(η ευρωπαϊκή εποπτεία) θα παραπέμπει στην προ εκατονταετίας εποχή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου και του εντιμότατου Εδουάρδου Λω, ο οποίος επέβαλλε και εισέπραττε υπέρ των δανειστών μας τους φόρους του περιβόητου μονοπωλίου στον καπνό, στο οινόπνευμα, στο αλάτι και στα σπίρτα» (ΒΗΜΑ 29/11/09).

Αυτός ο κυνισμός είναι η δημόσια ομολογία της συνείδησης του πλιατσικολόγου και ταυτόχρονα είναι η πιο ξεδιάντροπη και προκλητική -αλλά ειλικρινής- διακήρυξη στοχεύσεων της αστικής τάξης: Θα ξεπουλήσουμε καθετί που απέμεινε στη χώρα. Θα πνίξουμε το λαό στην ανέχεια, την ανεργία. Θα υποθηκεύσουμε για άλλη μια εκατονταετία το μέλλον των εργαζομένων και της νεολαίας για να αντέχουμε την αύξηση του spread, για να εισπράττουμε το πλούσιο μπαξίσι της σύγχρονης ιμπεριαλιστικής Πύλης.

Βέβαια αυτή η ομολογία στην κυρίαρχη και καθημερινή φιλολογία δεν κατατίθεται σαν τέτοια. Εκεί έχουμε την πιο απόλυτη αναστροφή της πραγματικότητας, όπου ο υπεύθυνος των προβλημάτων και των κινδύνων είναι ο «κακομαθημένος λαός». Εκεί η λύσσα για πλιάτσικο ενδύεται την ιερή οργή ενάντια στους «αναχρονισμούς», στο δικαίωμα στη μόνιμη και σταθερή δουλειά, στην ασφάλιση, στη σύνταξη, στην υγεία, στη μόρφωση, στην ελευθερία… Ολα αυτά δηλαδή που δεν συνάδουν με την ιμπεριαλιστική επέλαση, όλα αυτά που υπονομεύουν το καθεστώς της νόμιμης, μαζικής, άγριας ληστείας του λαού που πρέπει να εγκατασταθεί για να μη διαταραχθεί η σχέση του πλιάτσικου. Φτάνοντας λοιπόν εκεί επιστρατεύονται τα πάντα. Από τις εμβριθείς αναλύσεις για την ανάγκη να υπερασπιστούμε το «σκληρό ευρώ, για να έχει η ΕΕ φτηνές πρώτες ύλες και ενέργεια» (!) μέχρι τα άλλα γνωστά ξεδιάντροπα για τα «ιερά και τα όσια του έθνους που είναι το ποσοστό αναπλήρωσης και τα όρια συνταξιοδότησης». Τόσο απελευθερωμένα καγχάζουν οι άρπαγες των δισεκατομμυρίων, οι μεγάλοι απατεώνες, για τη λαϊκή «καθυστέρηση» που επιμένει να αγωνιά για τη σύνταξή της…

Η πολιτική διάσταση του ζητήματος

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επιλέχτηκε και στηρίζεται από τα κέντρα του συστήματος για να προωθήσει ακριβώς όλα τα παραπάνω. Με απόσταση σχεδόν έξι χρόνων από την προηγούμενη εικοσαετή κυβερνητική θητεία της, με «νέο» πρόσωπο και ένα κάρο «επικοινωνιακά» κατασκευάσματα, είναι σήμερα η καλύτερη επιλογή για το σύστημα. Η Ν.Δ. εγκαταλείπει τη φιλολογία του «μεσαίου χώρου» και με πρόεδρο τον Α. Σαμαρά δηλώνει έτοιμη να στηρίξει από πιο δεξιές θέσεις και με ένα πιο σκληρό προφίλ την αντιδραστική επίθεση. Το ΛΑΟΣ οξύνει διαρκώς τα ακροδεξιά, αντιδραστικά χαρακτηριστικά του και καταθέτει τις πιο ακραίες προθυμίες του στην υπηρεσία του συστήματος. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες συνομιλούν με το… σύστημα και νουθετούν στην κατεύθυνση της φρόνιμης υποταγής τους εργαζόμενους. Ο ΣΥΝ αναζητά τρόπους εφαρμογής της «προγραμματικής αντιπολίτευσης» και το ΚΚΕ τρόπους διαφυγής από τους κινδύνους που ενέχει η εμπλοκή στην… ταξική πάλη.

Ποιο είναι λοιπόν –με έναν τέτοιο συσχετισμό- το πρόβλημα για το σύστημα και την πολιτική που θέλει να εφαρμόσει; Γιατί διαρρέει μια ανησυχία για την κυβερνητική αποφασιστικότητα; Τι αντανακλούν τα σενάρια περί μιας τριχοτομημένης κυβέρνησης μεταξύ «αποφασισμένων», «μεσαίων» και αυτών που αναζητούν «κεντροαριστερό πλαίσιο»; Γιατί αιφνιδίως η ΑΔΕΔΥ αποχωρεί από το «διάλογο» για το ασφαλιστικό; Σε σχέση με αυτά και αρκετά άλλα ανάλογα ερωτήματα, πολλά είναι αυτά που μπορούν να ειπωθούν. Οσο μας αφορά, δύο ζητήματα είναι που θέλουμε να ξεκαθαρίσουμε γύρω από όλη αυτή τη συζήτηση.

Το πρώτο είναι ότι δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία γι' αυτό που βρίσκεται μπροστά μας. Το τριετές «πρόγραμμα σταθερότητας» και όπως αλλιώς ονομαστεί το πλαίσιο της επίθεσης που θα ξετυλίξει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ενάντια στο λαό και στη νεολαία θα είναι πρωτόγνωρο –παρ' όλο που υπάρχει πλούσια «εμπειρία» του λαού όλα τα τελευταία χρόνια- και ως προς την έκταση των μετώπων της και ως προς την οξύτητά της. Εργασιακές σχέσεις, ασφαλιστικό, φορολογία, δημόσιος τομέας, ιδιωτικοποιήσεις, περίθαλψη, εκπαίδευση, ελευθερίες-τρομοκρατία είναι τα θέματα τα οποία ήδη έχει ανοίξει η κυβέρνηση και με τις πιο αντιδραστικές στοχεύσεις για καθένα από αυτά. Επίμονα και μεθοδικά με ένα σύνολο δηλώσεων, «στοιχείων» και «αναλύσεων», με μια καταιγίδα εκβιασμών και απειλών, ο πρέσβης των ΗΠΑ, οι αξιωματούχοι της ΕΕ, ο πρωθυπουργός και τα κυβερνητικά στελέχη μαζί με όλο το δημοσιογραφικό προσωπικό τους διαμορφώνουν κάθε μέρα το πολιτικό κλίμα του… αναπότρεπτου. Το κλίμα της «απόλυτης ανάγκης» να μας συμβούν όλα αυτά, το κλίμα που στοχεύει στην παράλυση ακόμα και των σκέψεων για αντίσταση. Αυτή η κατεύθυνση δεν βρίσκει όχι «αντίπαλο» αλλά ούτε καν ενστάσεις εντός του πλαισίου του συστήματος και βέβαια και εντός του κυβερνητικού επιτελείου.

Το δεύτερο είναι ότι υπάρχει, παρ' όλα αυτά, πρόβλημα για το σύστημα! Το πρόβλημα αυτό είναι ο λαός και η νεολαία! Γιατί βέβαια ο ιδιαίτερα δυσμενής πολιτικός συσχετισμός που υπάρχει και αναφέραμε προηγούμενα δεν καταργεί τις ταξικές αντιθέσεις και την οργή του λαού. Αντίθετα, όλη η επίθεση των τελευταίων χρόνων και τα οικονομικά-κοινωνικά αποτελέσματά της, η εντεινόμενη αίσθηση ασφυξίας στη νεολαία και τους εργαζόμενους έχει μεγαλώσει το ταξικό χάσμα, έχει επεκτείνει σε μεγάλα τμήματα των μαζών την πρωτόλεια έστω αίσθηση της ταξικής αντιπαλότητας με το σύστημα και τα κόμματά του.

Αυτή ακριβώς η κοινωνική πραγματικότητα εκφράστηκε με μεγάλους αγώνες τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα από τη νεολαία, που δείχνει να είναι η πρώτη -αλλά κρίσιμη- «απώλεια» του συστήματος, τουλάχιστον συγκριτικά με το βαθμό πολιτικού ελέγχου που υπήρχε επ' αυτής την προηγούμενη δεκαετία. Το σύστημα λοιπόν και φυσικά η κυβέρνηση γνωρίζουν πως στο σχέδιο προώθησης της επίθεσης που ήδη έχουν βάλει σε λειτουργία υπάρχει ένας «αστάθμητος παράγοντας» που δεν μπορεί να ελεγχθεί και που η εμφάνισή του θα προκαλέσει ιδιαίτερα σοβαρές περιπλοκές και εν δυνάμει βαθιές παρενέργειες στις βασικές ισορροπίες. Αυτός των νεολαιίστικων-εργατικών-λαϊκών εκρήξεων. Προληπτικά μέτρα ενάντια στον κίνδυνο αυτόν παίρνονται πολλά. Από τον ιδεολογικό βομβαρδισμό για την «οριστική» ήττα των λαών ως τη χρησιμοποίηση ή την αξιοποίηση «δυναμικών ενεργειών» που ολοένα και πληθαίνουν. Και από την έκφραση «κατανόησης» των λαϊκών αγωνιών ακόμα και από μερίδα του υπουργικού συμβουλίου ή από τον Α. Σαμαρά ως την διά τηλεοράσεως αναγγελία των νέων εξοπλισμών που απέκτησε η ΕΛΑΣ! Ωστόσο, τίποτε από όλα αυτά δεν μπορεί τελικά να σβήσει το ταξικό χάσμα, να αλλάξει τους υλικούς κοινωνικούς όρους που συγκροτούν το πρόβλημα. Το ζήτημα παραμένει. Και οξύνεται από την κλιμάκωση της επίθεσης.

Οι όροι και οι ανάγκες του (επόμενου) Δεκέμβρη

Η λαϊκή οργή, λοιπόν, και η νεολαιίστικη αμφισβήτηση κόντρα στο συσχετισμό όπως αυτός αποτυπώνεται στο πολιτικό και συνδικαλιστικό επίπεδο διαμορφώνει μαζικά, κινηματικά ακόμα και εξεγερτικά γεγονότα. Ετσι, λ.χ. προέκυψε η απεργία των δασκάλων το 2006 ή η μάχη ενάντια στο νόμο Πετραλιά, που σε διάρκεια και μαχητικότητα ξεπέρασαν κατά πολύ τα «προβλεπόμενα» των «υποκινητών» τους, που ήθελαν μια μικρή αντιπολιτευτική φασαρία. Ακόμη περισσότερο έτσι γεννήθηκε και τράβηξε ο νεολαιίστικος ξεσηκωμός του 2006-07. Υπήρξε παρά τη θέληση όλων των κυρίαρχων-επίσημων δυνάμεων, κόντρα στη ρεφορμιστική Αριστερά. Αλλά και τροποποίησε με τη δύναμή του στάσεις και επιλογές όλων αυτών.

Ετσι ήρθε και ο Δεκέμβρης. Ο Δεκέμβρης που δεν «φαινόταν» πουθενά, ούτε μια μέρα πριν ξεσπάσει. Είχε βέβαια ισχυρή «αφορμή», που ήταν μαζί και αιτία, τη δολοφονία του Αλέξη. Ομως πάνω από όλα ο Δεκέμβρης είναι γνήσιο γέννημα αυτής της βαθιάς αντίφασης που είναι κάθε στιγμή και πιο έντονη. Από τη μια η φτώχεια, η ανεργία, τα αδιέξοδα, η τρομοκρατία, η πολιτική που πάει τη νεολαία στο σύγχρονο μεσαίωνα. Από την άλλη ο καταθλιπτικός πολιτικός-συνδικαλιστικός συσχετισμός που όχι μόνο δεν θέλει όλα αυτά να τα εκφράσει με αγώνες, στόχους, πάλη, αλλά αντίθετα θέλει να καταπνίξει κάθε αντίσταση, κάθε διαμαρτυρία, θέλει να υπερασπιστεί το καθεστώς (του). Αυτή η αντίφαση γέννησε το Δεκέμβρη και τον σημάδεψε σε όλα του. Στις μεγάλες κραυγές του, στις πολιτικές αδυναμίες του, στη δύναμή του, που ήταν το δίκιο των αρνήσεών του, των εναντιώσεών του, ακόμα και όταν αυτές δεν μπορούσαν ρητά να διατυπωθούν. Η μεγάλη και πρωταρχική του αξία ήταν λοιπόν ότι έδειξε πως δεν είναι «αληθινή» η σημερινή κυριαρχία. Ή, πιο σωστά, πως τα πράγματα δεν θα μείνουν έτσι. Θα αλλάξουν. Ταυτόχρονα ο Δεκέμβρης ρωτούσε. Οι μαθητές, οι φοιτητές, οι νέοι άνεργοι, οι μετανάστες ρωτούσαν τον εαυτό τους. Τι στόχους να βάλουν. Ποιον έχουν απέναντι. Πώς να οργανωθούν. Ποια νίκη διεκδικούν. Τα ερωτήματα όμως ακούγονταν από όλους και ήταν και είναι ερωτήματα των εργατών, των εργαζομένων, του λαού. Είναι τα ερωτήματα μιας μεγάλης συζήτησης που έστω υπόγεια, ακόμα και σπασμωδικά, διεξάγεται εδώ και μερικά χρόνια όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε πολλά σημεία του πλανήτη. Γι' αυτό εξάλλου ο Δεκέμβρης μίλησε και έξω από τη χώρα, στη νεολαία και τους λαούς της Ευρώπης αλλά και άλλων ηπείρων.

Για όλους αυτούς τους λόγους εμείς το Δεκέμβρη δεν τον «αντιμετωπίσαμε» ως μια «αστοχία υλικού», σαν μια στρέβλωση της κοινωνικής ζωής και της ταξικής πάλης, που έπρεπε να κατασταλεί, να περιθωριοποιηθεί, να σβήσει για να μην ταράξει τις ισορροπίες του συστήματος ή να μη μολύνει και ταράξει την υποταγή της καθεστωτικής Αριστεράς. Τον βιώσαμε και αγωνιστήκαμε μέσα σε αυτόν σαν αυτό που ήταν: μια σπουδαία έκρηξη που μπορούσε να δώσει σήμερα η ταξική πάλη.

Για μας λοιπόν η συζήτηση αυτή, που πλουτίστηκε από το Δεκέμβρη, έχει ορίζοντα το επαναστατικό, κομμουνιστικό, εργατικό κίνημα. Αμεσο και πρωταρχικό πεδίο της τη μαζική πάλη, το κίνημα. Αναντικατάστατη «μέθοδο» ανάπτυξής της, τη λογική και την πρακτική της κοινής δράσης. Διαρκές ζητούμενο, την πολιτικοποίηση, τη συσσώρευση ιδεολογικών, πολιτικών, οργανωτικών όρων συγκρότησης της πάλης και σε κάθε επίπεδο.

Εχουμε τη γνώμη πως ο Δεκέμβρης περιστρεφόταν γύρω από όλα αυτά. Τα αναζητούσε. Αυτό δεν το λέμε βέβαια με τη λογική της «έτοιμης απάντησης», αλλά με τη λογική μιας κατεύθυνσης που δεν θέλει όχι μόνο να μη σβήσει ο Δεκέμβρης αλλά ούτε και να ανακυκλωθεί στους όρους της ήττας και της ενσωμάτωσης που διαρκώς παράγουν και αναπαράγουν οι αστικές και οι (νεο)ρεφορμιστικές απόψεις. Οχι λοιπόν. Ο Δεκέμβρης δεν σβήνει, πάει μακριά, γιατί ήταν μήνυμα από το μέλλον. Γι' αυτό μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Ναι, βέβαια, «δεν φαίνεται» ο επόμενος, όπως δεν φαινόταν και ο προηγούμενος. Ομως ετοιμάζεται. Μέσα στην εργατική οργή. Στα σπίτια της λαϊκής ανέχειας. Στους κάμπους που ξαναζούν εδώ και χρόνια «τα σταφύλια της οργής». Και στη νεολαία. Που δεν μπορούν να τη γυρίσουν πίσω, να την πείσουν με τα «οράματα» ενός γιάπικου μέλλοντος, όπως έκαναν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90.

Νέοι Δεκέμβρηδες λοιπόν έρχονται. Και όχι μόνο της νεολαίας. Για τους κοινωνικούς-υλικούς όρους που τους γεννούν «δουλεύει» το σύστημα. Η φύση του, τα χαρακτηριστικά του, τα μπλοκαρίσματά του. Το ζητούμενο για το λαό μπαίνει διαφορετικά, ουσιαστικά είναι το ανάποδο από το πρόβλημα του συστήματος. Για το λαό είναι «απαντημένο» αντικειμενικά ότι έχει δίκιο. Το πρόβλημα για το λαό είναι το πολιτικό ζήτημα σε όλες του τις διαστάσεις και σε όλες του τις εκφράσεις. Ξεκινώντας από σήμερα να κάνει το δίκιο του δύναμη πάλης. Να το μορφοποιεί και να το αναπτύσσει. Να συγκεντρώνει δυνάμεις στα μέτωπα πάλης. Να απομονώσει τους κινδύνους των αντιδραστικών «λύσεων» που του προσφέρονται. Να προσπεράσει τη σύγχυση και την προσαρμογή της καθεστωτικής Αριστεράς. Για να μπορεί να αναμετρηθεί με τον αντίπαλο, με το σύστημα και τα κόμματά του.

Αυτά χρειάζονται και γι' αυτά χρειάζεται αγώνας, πηγαίνοντας προς τον επόμενο Δεκέμβρη. Για να τον φέρουμε πιο «κοντά». Αλλά κυρίως για να είναι πιο ισχυρός πολιτικά. Να μπορεί δηλαδή να διατυπώσει ρητά και με συνείδηση αυτά που ισχυροποιούν το κίνημα σε αυτή τη φάση, αυτά που αναδεικνύουν και δείχνουν προς την «απεραντοσύνη των σκοπών μας».

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ «ΙΣΛΑΝΔΟΥΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ»

«Ισλανδία του Αιγαίου» χαρακτήρισαν οι «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» τη χώρα σε πρόσφατο προκλητικό άρθρο όπου προδικάζουν τη χρεοκοπία της. Οι αναλογίες βέβαια με την Ισλανδία κάθε άλλο παρά φανερές είναι, αφού μάλιστα οι ελληνικές τράπεζες χαρακτηρίζονται ως οι λιγότερο εκτεθειμένες στα τοξικά χρεόγραφα, αν και δεν είναι σαφές πόσο εκτεθειμένες είναι στο βαλκανικό κερδοσκοπικό ντόμινο που σήμερα πια παίρνει αρνητική φορά.

Παρ' όλο που ο δείκτης των ξένων προς τα ίδια κεφάλαια είναι λιγότερος από το μισό του αντίστοιχου δείκτη των βρετανικών τραπεζών, κάτι τέτοιο καθόλου δεν δείχνει να ενδιαφέρει τους διεθνείς «εκτιμητές» και «αξιολογητές» χωρών και οικονομιών. Ποιοι είναι όμως αυτοί που «κρίνουν», «αξιολογούν» και «εκτιμούν»;

Το alter ego των κερδοσκόπων

Στις αρχές της δεκαετίας του '70 ψηφίστηκε στο Αμερικάνικο Κογκρέσο ο λεγόμενος νόμος Μπράντεϊ από το όνομα του τότε υφυπουργού Οικονομικών της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Σύμφωνα με αυτό το νόμο, η κυβέρνηση αποποιούνταν τη διαπραγμάτευση και την… αναδιαπραγμάτευση του τρόπου πληρωμής των χρεωμένων στις ΗΠΑ χωρών την οποία αναλάμβαναν ιδιωτικές επενδυτικές εταιρείες.

Από τότε χαράχτηκε ένας διεθνής δρόμος για όλους τους διεθνείς κερδοσκόπους από τις «καθωσπρέπει» τράπεζες μέχρι τους προγόνους των σημερινών επιθετικών funds. Μεγάλοι οίκοι του εξωτερικού, όπως η Goldman Sachs, η Deutsche Bank, η Citi και άλλες, συμμετέχουν είτε για λογαριασμό πελατών τους, π.χ. hedge funds, είτε απευθείας, σύμφωνα με στελέχη τραπεζών σε σύνθετη διαδικασία όπου οι κερδοσκόποι «δανείζονται» και «ρευστοποιούν» στις διεθνές αγορές χρήματος τα ομόλογα των υπό… μάσηση χωρών. Και στο όνομα της χρηματοδότησής τους παίζουν με τις διαφορές επιτοκίων και πολλαπλασιάζουν τα κέρδη τους, χρεώνοντας το λογαριασμό στις οικονομίες των χωρών των οποίων το εξωτερικό χρέος (όπως και η εξάρτηση από τις αγορές) μεγαλώνει. Παίρνοντας τεράστιες προμήθειες στελέχη που διαπλέκονται πολλές φορές άμεσα ή έμμεσα με το κερδοσκοπικό παιχνίδι αξιολογούν αυτούς που πρόκειται να αρμέξουν!

Πρόκειται για τους ίδιους οίκους που αξιολογούσαν ως ανθηρή την αγορά των επισφαλών στεγαστικών δανείων και που έπεσαν τελείως έξω στις προβλέψεις τους με το ξέσπασμα της κρίσης τον Οκτώβρη του 2008. Είναι δε χαρακτηριστικό πως η Goldman Sachs, όπως πλέον γίνεται σήμερα γνωστό, ήταν ο οίκος που διαπραγματεύτηκε και εγγυήθηκε τη νομισματική προσαρμογή της δραχμής στο ευρώ το 2000. Συνεπώς, όλοι αυτοί γνώριζαν πολύ καλά τις όποιες αποκλίσεις των οικονομιών αλλά και τις διάφορες δημιουργικές λογιστικές (αλχημείες) με τις οποίες οι προηγούμενες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ δημιούργησαν την εικόνα της «ισχυρής οικονομίας».

Το στρίμωγμα ενός λαού

Θα ήταν ίσως λιγότερο οδυνηρά τα πράγματα για τη χώρα και το λαό αν η πίεση προς τη χώρα έμενε απλά στο κερδοσκοπικό παιχνίδι (διόλου αμελητέο) και αν η Ελλάδα δεν πρωταγωνιστούσε σε ένα παγκόσμιο αλλά και ενδοευρωπαϊκό πιο βρόμικο, «αιματηρό» θέατρο. Σε ένα θέατρο όπου οι φρέσκοι κυβερνητικοί κομπάρσοι, φιλώντας εκεί που έφτυναν πριν, παρουσίασαν ένα εξωτερικό έλλειμμα λίγο ψηλότερο από αυτό της Νέας Δημοκρατίας, προσφέροντας την οικονομία ως Ιφιγένεια στους κυρίαρχους των Βρυξελλών για να δικαιολογηθεί και νομιμοποιηθεί η άγρια αντιλαϊκή επίθεση που ετοίμαζαν μετά την άνετη νίκη στις εκλογές του Οκτώβρη.

Είναι πολύ πιθανό στην οίησή τους αυτή να δώσουν τα αντιλαϊκά διαπιστευτήρια να μη λογάριασαν ότι το μαλακό υπογάστριο της ΕΕ, η χώρα που ανέλαβαν να κυβερνήσουν δηλαδή, χρησιμοποιείται σήμερα παραδειγματικά προς διάφορες κατευθύνσεις. Οι Γερμανοί, που έχουν διακηρύξει τη σαφή γραμμή τής μη υποστήριξης των κλυδωνιζόμενων ζωνών της ΕΕ από πέρυσι ακόμη και αδυνατώντας να αντιταχτούν στο εθνικό πρόγραμμα της κυβέρνησης Σαρκοζί (60 δισ. ευρώ) για την ανόρθωση της γαλλικής οικονομίας, αφού παρόμοιο έχουν ήδη ξεκινήσει και οι ίδιοι για τη γερμανική οικονομία, ξεσπαθώνουν ενάντια στην ελληνική οικονομία και κουνούν το απειλητικό τους δάχτυλο προς την κατεύθυνση της επιτήρησης από το ΔΝΤ.

Με δυο λόγια η χώρα, συνεργία τής «εθνικά υπερήφανης» κυβέρνησής της, είναι το πρώτο φανερό θύμα της «επανεθνικοποίησης» (sic) της οικονομικής πολιτικής της ΕΕ, όπως ονομάζεται στη γνωστή ξύλινη γλώσσα των αναλυτών η ουσιαστική αποσυγκρότηση της ενιαίας –αν υπήρξε ποτέ ως τέτοια- οικονομικής πολιτικής της ευρωζώνης. Τι νόημα όμως έχει η ενότητα της ευρωζώνης όταν στο πλαίσιό της «πάλλονται» οικονομίες όπως αυτή της Ουγγαρίας, της Λετονίας, της Πολωνίας;

Το μήνυμα προς τις χώρες της διεύρυνσης αλλά και τις χώρες της ενδιάμεσης γραμμής (Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία) είναι σαφές, με τη διαφορά ότι η θέση αυτών των χωρών (και πριν γίνουν μέλη της ΕΕ) ήταν διαφορετική από αυτή της χώρας μας. Αυτή η οργή των ευρωπαίων (και ειδικά γερμανικής κατεύθυνσης) επιτρόπων είναι μήπως άσχετη με τις επαναξιολογήσεις της βαλκανικής (και όχι μόνον) οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ; Κυβέρνηση για την οποία στάζουν μέλι οι δεξιές και αμερικανόδουλες κυβερνήσεις της Πολωνίας, της Τσεχίας και της Βουλγαρίας; Το είδαμε και από τηλεοράσεως...

Ομως η Ελλάδα χρησιμοποιείται και στην αντιπαράθεση ΗΠΑ και ΕΕ. Και πέρυσι είχαν δημοσιευθεί πέραν του Ατλαντικού άρθρα για τα τρωτά σημεία της ευρωζώνης. Οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» έσταξαν και πάλι φαρμάκι για τη χώρα μας (μια χώρα που προκαλεί, λέει, ρωγμές στη συνοχή της ευρωζώνης) και συνέστησαν μέτρα τύπου Λετονίας (μείωση μισθών κατά 15%) και κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων.

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο αμερικάνος πρέσβης σε εκδήλωση του Ελληνοαμερικανικού Επιμηλετήριου σύστησε ανάλογου χαρακτήρα μέτρα όπως η κατάργηση της μονιμότητας της εργασίας «για χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα στο εξωτερικό τους χρέος», όπως εξάλλου κάνουν και στις ΗΠΑ! Αν ήταν σε κάτι να πιστέψουμε τους νέους κυβερνήτες, είναι ότι πραγματικά ίσως να μην περίμεναν ότι το ιμπεριαλιστικό χέρι θα ήταν τόσο… βαρύ και οι πιέσεις για επιτάχυνση της αντεργατικής λαίλαπας τόσο ανοιχτές. Αλλά έτσι συμβαίνει με τα βατράχια στους βάλτους όπου βόσκουν οι ταύροι.

Η εξάρτηση και το «χρέος»

Είναι φανερό ότι το σύνολο των κέντρων εξουσίας (εγχώριων και ξένων) που ελέγχουν αυτή τη χώρα, με όχημα τη «νωπή» κυβερνητική εντολή και χωρίς να πολυνοιάζονται αν κάτι τέτοιο «κάψει» το πολιτικό προσωπικό που σήμερα διαχειρίζεται την κατάσταση, «σπρώχνουν» τα πράγματα σε συνολικές ανατροπές όσων εργασιακών και κοινωνικών κατακτήσεων έχουν απομείνει. Φαίνεται ότι ενδιαφέρονται, από αυτή την άποψη, να μη μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα.

Το κάψιμο όμως των πολιτικών διαχειριστών λειτουργεί ταυτόχρονα και ως επιταχυντής εξελίξεων στους τρόπους, στις μορφές και στην εκπροσώπηση της πολιτικής διακυβέρνησης του τόπου. Δεν μπορεί να μην το αντιλαμβάνονται όλοι αυτοί οι υψηλοί «επιτετραμμένοι». Ισως μάλιστα και να επιδιώκουν μια συνολική αναμόρφωση του σκηνικού, στην οποία αναμόρφωση η αντιλαϊκή λαίλαπα θα βάλει τη σφραγίδα της και θα προσδιορίσει τα νέα (έτσι και αλλιώς πιο στενά από πριν) οικονομικά και πολιτικά περιθώρια.

Κάτι τέτοιο δεν εκδηλώνεται μόνο στα «της οικονομίας» αλλά και στα εθνικά θέματα, τις δεσμεύσεις της χώρας, το θέριεμα του κατασταλτικού κράτους (περισσότερο κράτος για τον πολίτη) και φυσικά προσδιορίζονται και από τον έντονο αμερικανοευρωπαϊκό (και ενδοευρωπαϊκό) ανταγωνισμό. Υπάρχει ένα διπλό μήνυμα: ένα, σαφές, προς το λαό και ένα πιο σύνθετο αλλά καθόλου πιο ραφιναρισμένο προς την «ηγεσία» (ο θεός της να την κάνει ηγεσία), την αστική τάξη της χώρας. Για ακόμα μεγαλύτερη συμμόρφωση.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε και το ζήτημα του «χρέους». Πρόκειται για το ισχυρό επιχείρημα των ισχυρών:

Εντάξει, και άλλες χώρες (μηδέ των ΗΠΑ εξαιρουμένων) εντός και εκτός της ΕΕ έχουν μεγάλο ή και διψήφιο έλλειμμα. Και σε άλλες χώρες (π.χ. Ιταλία, Βρετανία) το χρέος καταλαμβάνει ποσοστιαία ένα μικρό ή μεγάλο μέρος του εξωτερικού χρέους, όμως στην περίπτωση της χώρας «σας» το εξωτερικό χρέος ξεπερνά το ΑΕΠ και μάλιστα το 2010 υπολογίζεται να φτάσει το… εξωφρενικό ποσό του 120% του ΑΕΠ. Κατάσταση δηλαδή τριτοκοσμική.

Βέβαια το χρέος πρέπει να το δούμε ως μια χοάνη που έχει μια εξωτερική απόληξη και μια εσωτερική. Γιατί, αν το 120% αποτελεί την εξωτερική απόληξη της χοάνης, το ποσοστό των ακάλυπτων, απλήρωτων, μεταχρονολογούμενων κ.λπ. επιταγών και κάθε είδους εντολών πληρωμής που δεν εκτελούνται υπολογίζεται ότι καταλαμβάνει περίπου τρεις φορές το ΑΕΠ της χώρας (!) και αποτελεί το τεράστιο «εσωτερικό» χρέος της οικονομίας της.

Και πώς δημιουργήθηκε αυτή η διπλή χοάνη; Ανεξάρτητα το εσωτερικό από το εξωτερικό της μέρος; Δεν αλληλοτροφοδοτήθηκαν μέσα από μια χρόνια διαδικασία όπου βασικοί πυλώνες της εξαρτημένης (έτσι και αλλιώς) οικονομίας οδηγήθηκαν στο μαρασμό και τον αφανισμό; Γιατί αν η Ελλάδα ήταν, π.χ. ΗΠΑ, αυτή η «εσωτερική» χοάνη θα απορροφούνταν από το περιζήτητα κρατικά ομόλογα που θα αγόραζε η Κίνα, όπως εξάλλου χρηματοδοτήθηκε το μεγάλο σκάνδαλο μιας ακόμα πιο απίστευτης χοάνης, αυτής των επισφαλών στεγαστικών δανείων που έσκασε τον Οκτώβρη του 2008. Και αν και αυτό δεν έφτανε, θα καλυπτόταν το κενό με μια γενναία «χαλάρωση ποσόστωσης», με έκδοση νέου χρήματος στα απλοελληνικά, όπως επιχείρησαν δυο φορές (στα φανερά) μέχρι τώρα οι ομοσπονδιακές αρχές. Δεν θα γίνονταν τα ίδια τα ομόλογα και τα… spread βρόγχος αβάσταχτος. Ούτε θα έπρεπε να πάρει την άδεια των αρχών της ΕΕ όχι για έκδοση χαρτονομίσματος (αυτό το δικαίωμα ήδη έχει εκχωρηθεί), απλώς για το τι θα κάνει με τα επιτόκια. Ή, πάλι, αν ήταν Γαλλία, θα προχωρούσε χωρίς να δίνει λογαριασμό σε ένα τεράστιο πρόγραμμα ανασυγκρότησης της οικονομίας σε επτά επίπεδα, όπως αυτό που επιχειρεί ο Σαρκοζί.

Αποφασίζει η πάλη

Ομως η χώρα μας δεν είναι ούτε Αμερική ούτε Γαλλία, που σε τελική ανάλυση ακόμα και σε αυτές τις χώρες, όπου δεν υπήρχαν διαχειριστικά προβλήματα, «ορφανά» ταμεία και αντιοικονομίες κάθε είδους, ίδιας κατεύθυνσης αντεργατικά μέτρα λαμβάνονται και θα ληφθούν. Το τελευταίο απαντά και στα τεχνοκρατικά επιχειρήματα για την αναγκαιότητα των «μέτρων». Το πρόβλημα δεν είναι διαχειριστικό. Είναι πολιτικό, αφορά την επαναθεμελίωση της ταξικής κυριαρχίας του κεφαλαίου σε καταστάσεις και κλίμακες συσσώρευσης πρωταρχικού επιπέδου.

Αξιοποιούνται βέβαια τα διαχειριστικά ζητήματα που δημιουργεί η κρίση με τις επιπτώσεις της. Για χώρες σαν τη δική μας τα πράγματα είναι ακόμα πιο «ζόρικα» ακριβώς εξαιτίας της θέσης της σε αυτόν τον ορυμαγδό που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Ομως τα αδιέξοδα της αστικής τάξης και των εκπροσώπων της, παλιών, νέων και επόμενων, δεν είναι του λαού, της νεολαίας και των εργαζομένων. Για έναν και απλό λόγο. Οτι ο απλός εργαζόμενος ή νεολαίος θέλει να ζήσει. Δεν… έχει άλλη επιλογή. Κι αυτό τον κάνει να προσπερνά τις στατιστικές και τις διαχειριστικές αλχημείες των «ειδικών» και των «σοφών». Κι αυτό αναγκαστικά οδηγεί στο δρόμο της πάλης, όπως φάνηκε και με τον περυσινό Δεκέμβρη.

Ενα μεγάλο κομμάτι του μίσους των «επιτετραμμένων» προς τη χώρα πιθανόν να έχει να κάνει και με το επικίνδυνο παράδειγμα που έστειλε η νεολαία της μέσα και έξω από την ΕΕ. Μήπως τελικά και το χρέος είναι και αυτό ένα ζήτημα πάλης; Ομως εδώ έχουμε να κάνουμε με το τεράστιο «χρέος» της Αριστεράς…

ΥΓ. Και ξαφνικά εγένετο φως! Με σφραγίδα του Εκοφίν η Ελλάδα δεν …κινδυνεύει με χρεοκοπία.

Είχαν προηγηθεί αμερικάνικα και βρετανικά δημοσιεύματα για το Dubai World made in Greece που «εκνεύρισαν» τους ευρωπαίους διαχειριστές της ΕΕ. Διόλου τυχαία, παράλληλα εκφράστηκαν βρετανικές κριτικές για τον ρόλο του Τρισέ την ίδια περίοδο. Είπαμε να πιεστεί η Ελλάδα, να παιχτούν τα κερδοσκοπικά παιχνίδια, να διασταυρωθούν οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις όχι όμως στο βαθμό εκείνο που θα αποσταθεροποιούσε την Ευρωζώνη.

Μέσα στο ρευστό οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον, όπου ο ανταγωνισμός ευρωπαίων και αμερικάνων παίζει βασικό ρόλο, η ελληνική κυβέρνηση έδωσε τα διαπιστευτήρια της εξάρτησης από την ΕΕ με ό,τι αυτό σημαίνει για περισσότερα ανταλλάγματα.

Η επιλογή να «υποστηριχτεί» το μαλακό υπογάστριο της ευρωζώνης πραγματοποιείται, λοιπόν, με πολύ σκληρούς όρους.

Ενα βασικό αντάλλαγμα είναι σίγουρα η -επίσημη πια- δέσμευση της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ για νέα αντιλαϊκά (διαρθρωτικά) μέτρα ακόμα και αν χρειαστεί να καταρτίσει (το πιο πιθανό) νέο προϋπολογισμό το 2010.

Επίσης δεσμεύεται να καταρτίσει τριετές σταθεροποιητικό πρόγραμμα με το τέλος του χειμώνα. Ξεκινά βαθύς χειμώνας για όσα εργασιακά ή κοινωνικά δικαιώματα στέκονται ακόμη όρθια.

ΕΥΡΩΠΗ–ΒΟΡΕΙΑ ΑΜΕΡΙΚΗ Χιλιάδες φοιτητές στους δρόμους!

Εχουν περάσει τρία χρόνια από τον αγώνα των γάλλων φοιτητών ενάντα στο Σύμφωνο Πρώτης Πρόσληψης - γνωστό ως CPE. Η αναφορά μας στον συγκεκριμένο αγώνα γίνεται γιατί –με τη νικηφόρα του έκβαση- σηματοδότησε την απαρχή ενός νέου κύματος αγώνων – κυρίως στο πλαίσιο της σπουδάζουσας νεολαίας. Κύμα που όχι μόνο δεν λέει να κοπάσει, αλλά εντείνεται και εξαπλώνεται σε χώρες όπου οι φράσεις φοιτητικό κίνημα, αγώνες, κινητοποιήσεις υπήρχαν αμυδρά στις μνήμες των σημερινών πενηντάρηδων.

Στις ΗΠΑ, όπου το φοιτητικό κίνημα δεν είχε δώσει σημεία ζωής μετά τη δεκαετία του 1970, παλεύει ενάντια στις αυξήσεις των διδάκτρων, θέτοντας και ζήτημα πλήρους απόσυρσής των, δηλαδή πάλη για δωρεάν παιδεία. Το ίδιο και στην Αυστρία, που δεν φημίζεται για την κινηματική της παράδοση και όπου από τις 23 Οκτωβρίου οι φοιτητές έχουν καταλάβει τα πανεπιστήμια. Πόσω δε μάλλον η Ελβετία! Επίσης έχουμε τη συγκρότηση φοιτητικού κινήματος στις χώρες του πάλαι ποτέ “υπαρκτού”, όπως η Ουγγαρία και η Κροατία.

Οι γάλλοι φοιτητές και μαθητές –συνεπικουρούμενοι από μεγάλη μερίδα του διδακτικού προσωπικού- ξαναβγαίνουν στους δρόμους ενάντια στην Μπολόνια, τους τρεις κύκλους σπουδών (προπτυχιακό, μεταπτυχιακό, διδακτορικό) και τις πιστωτικές μονάδες, δηλώνοντας μάλιστα την αλληλεγγύη τους στους αγωνιζόμενους νεολαίους της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Ελβετίας, της Ιταλίας και της Ουγγαρίας.

Συνθήκη της Μπολόνια

Κοινή συνισταμένη όλων –εντός Ευρώπης– είναι η πάλη είτε για ανατροπή όπου ήδη εφαρμόζεται ή για να μην περάσει όπου ακόμη δεν έχει εφαρμοστεί η Μπολόνια -η οποία υπογράφηκε το 1999 και διά χειρός Γεράσιμου Αρσένη– από 29 υπουργούς Παιδείας τότε και με δέσμευση 46 χωρών σήμερα για εφαρμογή της. Αν και αναφερθήκαμε αρκετές φορές στο παρελθόν, ας δούμε εν τάχει τι προβλέπει:

i) Τρεις κύκλους σπουδών, προπτυχιακό-μεταπτυχιακό-διδακτορικό ή αγγλιστί bachelor-master-doctorate, κατάτμηση των πτυχίων εν ολίγοις και των δικαιωμάτων που αυτά εμπεριέχουν σήμερα.

ii) Αξιολόγηση. Αποτελεί το δούρειο ίππο της εκάστοτε κυβέρνησης για να περάσει όλη η αντιφοιτητική πολιτική, κάμπτοντας τις αντιστάσεις. Η αξιολόγηση είναι συνδεδεμένη με τη χρηματοδότηση του κάθε ιδρύματος και η μη πιστή εφαρμογή των επιταγών της εκάστοτε κυβέρνησης και του κάθε ιμπεριαλιστικού οργανισμού θα καταδικάζει το ίδρυμα σε ελλιπή (ή και καθόλου) χρηματοδότηση, οδηγώντας το σε ένταση των ιδιωτικο-οικονομικών κριτηρίων (δίδακτρα), μετακυλίοντας εκδικητικά το κόστος λειτουργίας του ιδρύματος στις πλάτες των φοιτητών ή στην κάμψη των αντιστάσεων προκειμένου να αποφευχθούν τα προηγούμενα.

iii) «Δίκαια» αναγνώριση ξένων πτυχίων. Πίσω από τα όμορφα λόγια περί δικαιοσύνης δεν κρύβεται τίποτα άλλο παρά το χτύπημα του δημόσιου χαρακτήρα του πανεπιστημίου με την εξίσωση των πανεπιστημίων με κάθε λογής παραρτήματα πανεπιστημίων κατά βάση ιμπεριαλιστικών χωρών τα οποία θα εισάγουν π.χ. στην Ελλάδα άλλα ήθη κι έθιμα (δίδακτρα, διαγραφές, απουσία ασύλου και συνδικαλιστικών ελευθεριών).

iv) Πιστωτικές μονάδες (ECTS). Το πτυχίο όπως το ξέραμε καταργείται και στη θέση του μπαίνουν οι πιστωτικές μονάδες τις οποίες συνεχίζεις να συλλέγεις (κυνηγάς) εφ' όρου ζωής (διά βίου μάθηση).

Ας δούμε συνοπτικά την κατάσταση στην κάθε χώρα όπου αυτό το διάστημα είτε έλαβαν χώρα είτε συνεχίζονται μεγάλες φοιτητικές κινητοποιήσεις.

Ευρώπη

Δεν είναι πρωτόγνωρο να έχουμε φοιτητικές κινητοποιήσεις σε χώρες της Ευρώπης. Αυτό που αλλάζει είναι, πέραν της έντασης και της διάρκειας που ολοένα κι αυξάνονται, το γεγονός πως γενικεύεται αυτή η αντίσταση και ξεφεύγει από τις “παραδοσιακές” Γαλλία-Γερμανία.

Ετσι, στην Αυστρία οι κινητοποιήσεις συνεχίζονται εδώ και τρεις σχεδόν μήνες, αν και με λιγότερη ένταση αυτές τις ημέρες. Παρ' όλα αυτά μιλάμε για μια χώρα όπου επικρατούσε για δεκαετίες φαινομενική νηνεμία. Οι φοιτητές κινητοποιήθηκαν για πρώτη φορά μετά το 2001, οπότε κι έγινε η πρώτη προσπάθεια για εισαγωγή των διδάκτρων, αλλά όχι στο βαθμό που βλέπουμε σήμερα με καταλήψεις, δεκάδες χιλιάδες φοιτητές στους δρόμους, δημιουργία οργάνων πάλης του φοιτητικού κινήματος. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε στο παρελθόν να κάνει κάποιες αλλαγές ως προς τα δίδακτρα, τις υποτροφίες, φτάνοντας μέχρι και στην απαλλαγή από τα δίδακτρα για κάποιες κατηγορίες φοιτητών. Πιο σημαντική ήταν η ρύθμιση για δωρεάν σπουδές για ν+1 χρόνια, όπου ;;;;;;;;;;;;;;; ο ελάχιστος χρόνος ρύθμισης. Αυτήν ακριβώς τη ρύθμιση και την επανεισαγωγή των διδάκτρων ήρθε να κάνει ανάμεσα σε άλλα ο νυν υπουργός Παιδείας της χώρας, πυροδοτώντας ένα μεγαλειώδες κίνημα με κεντρικό σύνθημα «Δωρεάν παιδεία για όλους. Μήνυμα αλληλεγγύης στον αγώνα των αυστριακών φοιτητών έχουν στείλει από τις πρώτες μέρες των κινητοποιήσεων οι Αγωνιστικές Κινήσεις.

Την ίδια περίοδο ξεκίνησαν οι κινητοποιήσεις και στην Ελβετία. Εδώ ο λόγος ήταν ξεκάθαρα η προαναφερθείσα Συνθήκη της Μπολόνια. Παρ' ότι το 2001 ξεκίνησε η τμηματική εφαρμογή της κυρίως σε σχολές οικονομικών και νομικών επιστημών, μόλις φέτος τον Οκτώβρη επιχειρήθηκε η ολική εφαρμογή (πλην Ιατρικής και Κτηνιατρικής). Οι κινητοποιήσεις στρέφονται κύρια ενάντια στη Συνθήκη της Μπολόνια και τα δίδακτρα, αλλά και τη σχολειοποίηση-εντατικοποίηση του πανεπιστημίου (τα προγράμματα διδασκαλίας γίνονται σαν στο σχολείο) ή, όπως εύστοχα δήλωσε ένας φοιτητής, το πανεπιστήμιο γίνεται εργοστάσιο εξετάσεων.

Και στη Γερμανία τα πυρά των φοιτητών συγκεντρώνει η Μπολόνια που εδώ και μερικά χρόνια εφαρμόζεται στη χώρα. Η εισαγωγή των διδάκτρων που είχε ξεσηκώσει τους φοιτητές και στο πρόσφατο παρελθόν αποτελεί μια από τις αιχμές. Δεν είναι τυχαίο πως πάρα πολλά πανό στις πορείες αναφέρονταν στο ζήτημα της δωρεάν παιδείας για όλους. Δεκάδες χιλιάδες στους δρόμους και καταλήψεις. Μια άλλη αιχμή αποτελούν οι τρεις κύκλοι σπουδών (κατά το αγγλοσαξονικό μοντέλο που υιοθετεί η Μπολόνια), μιας και σύμφωνα με καταγγελίες των φοιτητών δεν υπάρχουν θέσεις ούτε για τους μισούς φοιτητές που επιθυμούν να συνεχίσουν στο δεύτερο κύκλο (κατά τα άλλα δήθεν κινδυνολογούν οι αριστεροί, κατά τις καθεστωτικές παρατάξεις του ελληνικού πανεπιστημίου, όταν μιλάνε για τους ταξικούς φραγμούς που θα αποτρέπουν τους φοιτητές από το να προχωρήσουν στο δεύτερο κύκλο). Στις πορείες που έγιναν στις 17 Νοέμβρη σε δεκάδες πόλεις της Γερμανίας συμμετείχαν περίπου 100 χιλιάδες διαδηλωτές.

Τέλη Νοέμβρη άρχισαν οι κινητοποιήσεις και στη Γαλλία. Οι γάλλοι νεολαίοι και μέρος του διδακτικού προσωπικού της Σορβόνης σε γενική τους συνέλευση της 24ης Νοέμβρη δήλωσαν την αλληλεγγύη τους στον αγώνα των φοιτητών των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών και κατέβηκαν στους δρόμους, σε πορεία όπου συμμετείχαν και πολλοί μαθητές. Το κομβικό θέμα των κινητοποιήσεων στη Γαλλία, η Μπολόνια και οι πολιτικές για τους τρεις κύκλους σπουδών.

Πολύ ενθαρρυντικό είναι το γεγονός της συγκρότησης του φοιτητικού κινήματος στις χώρες του πάλαι ποτέ “υπαρκτού”, ιδίως σε μια περίοδο που η αντικομμουνιστική υστερία –η οποία έχει στόχο το παρόν και το μέλλον και όχι το παρελθόν- της άρχουσας τάξης αυτών των χωρών δεν έχει όρια.

Στην Κροατία οι φοιτητές συνέχισαν τις κινητοποιήσεις από εκεί που τις είχαν αφήσει πέρσι, κάτι για το οποίο μας είχαν μιλήσει τα μέλη της Ανεξάρτητης Φοιτητικής Πρωτοβουλίας για το Δικαίωμα στη Δωρεάν Παιδεία. Ετσι, στις 23 Νοέμβρη άρχισαν την επανακατάληψη των πανεπιστημίων. Το αίτημά τους είναι, όπως λένε κι οι ίδιοι, απλό. Δωρεάν εκπαίδευση για όλους σε όλες τις βαθμίδες.

Στην Ιταλία στις 17 Νοέμβρη περισσότερες από 150 χιλιάδες φοιτητές και μαθητές διαδήλωσαν σε πάνω από 50 πόλεις ενάντια στις αντιμεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση.

ΗΠΑ

Στην Καλιφόρνια το ένα μετά το άλλο τα πανεπιστήμια άρχισαν κινητοποιήσεις και καταλήψεις. Ο λόγος, τα συνεχώς αυξανόμενα δίδακτρα. Σύμφωνα με πρόταση που έκανε το συμβούλιο των εφόρων των πανεπιστημίων, τα δίδακτρα θα αυξηθούν κατά 32% ως συνέχεια των αυξήσεων της τάξης του 9% που έγινε το περασμένο καλοκαίρι. Εάν περάσει αυτή η πρόταση τότε τα δίδακτρα θα έχουν τριπλασιαστεί σε σχέση με το 2000.

Το κύριο αίτημα των κινητοποιήσεων ανά τον κόσμο είναι το «δωρεάν παιδεία για όλους» με εξειδικεύσεις και διαφοροποιήσεις ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες σε κάθε χώρα. Από κει και πέρα υπάρχουν μια σειρά ζητήματα και αυταπάτες σε κάποιες περιπτώσεις σε σχέση με το ενιαίο της πανεπιστημιακής “κοινότητας” που θα παλέψει μαζί ή θα συνδιοικήσει δημοκρατικά το πανεπιστήμιο. Και αυτό γίνεται την ίδια στιγμή που σε πολλές περιπτώσεις η αστυνομία επεμβαίνει ενάντια στους φοιτητές και τις μορφές πάλης τους κατόπιν εντολής των πρυτανικών αρχών. Επίσης έχουμε πολλές φορές ταύτιση της έντασης των ιδιωτικο-οικονομικών κριτηρίων με ιδιωτικοποίηση-εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης.

Αυτά τα ζητήματα δεν μπορούν να λυθούν “ακαδημαϊκά” παρά μόνο μέσα στο ίδιο το κίνημα. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να ανοίξει μια συζήτηση για το τι είναι η εκπαίδευση, το ρόλο των καθηγητών πανεπιστημίου εντός της “κοινότητας”, τη συνδιοίκηση κ.τ.λ. Μια συζήτηση στην οποία, στο βαθμό που μας αναλογεί, πρέπει να συμβάλουμε κι εμείς.


Γενικευμένη επίθεση κυβέρνησης – κεφαλαίου – ΕΕ στο ασφαλιστικό

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, χωρίς χρονοτριβή, ανοίγει όλη την αντεργατική «βεντάλια» της επίθεσης που επιβάλλουν το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο μαζί με την ΕΕ. Η συνταγή της επίθεσης είναι γνωστή από τις προηγούμενες αστικές κυβερνήσεις της ΝΔ αλλά και του ΠΑΣΟΚ. Ελλείμματα, χρεοκοπία, άδεια ταμεία, πολυέξοδο σύστημα υγείας, χάος, κατάρρευση, στο χείλος του γκρεμού είναι το μοτίβο τρομοκράτησης των εργαζόμενων για να παγώσουν οι αντιδράσεις τους απέναντι στο νέο γύρο της αντιλαϊκής πολιτικής που ανέλαβε ο νέος διαχειριστής του συστήματος.

Ο υπουργός Εργασίας Α. Λοβέρδος κάνει λόγο για ένα «άρρωστο ασφαλιστικό σύστημα», επειδή αυξάνονται οι δαπάνες για συντάξεις, περίθαλψη και υγεία, που θα «ακυρώσουν την αναπτυξιακή πολιτική». Ετσι θεωρεί αναγκαία την «αλλαγή της δομής του ασφαλιστικού συστήματος», ξεκαθαρίζοντας, με αυτό τον τρόπο, τις κυβερνητικές στοχεύσεις στην καρδιά της κοινωνικής ασφάλισης και των όσων δικαιωμάτων έχουν ακόμη απομείνει από τις συνεχείς αντεργατικές ρυθμίσεις (νόμοι Σιούφα, Ρέππα, Πετραλιά). Ταυτόχρονα, ανοίγει τον «κοινωνικό διάλογο», γνωστή συνταγή για να επιβάλλει τη συναίνεση που το «εθνικό θέμα» του ασφαλιστικού επιβάλλει.

Από την άλλη, οι εκπρόσωποι του κεφαλαίου, μέσα στο κλίμα που έχει δημιουργηθεί, απαιτούν άμεσες λύσεις, σε αντεργατική πάντα κατεύθυνση, συμμετέχουν στο «διάλογο» με «προτάσεις» και καλούν την κυβέρνηση «να μην υπολογίσει το πολιτικό κόστος των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων».

Τόσο ο πρόεδρος του ΣΕΒ Δασκαλόπουλος, όσο και ο Μίχαλος του ΕΒΕΑ είναι έτοιμοι να συζητήσουν για ένα «νέο» σύστημα ασφάλισης, όπου « δεν είναι αναγκαία η αύξηση των ορίων ηλικίας ή των εισφορών» (Δασκαλόπουλος) γιατί θα είναι…ατομική υπόθεση του κάθε εργαζόμενου το τι εισφορές θα πληρώνει και σε ποια ηλικία θα «θέλει» να συνταξιοδοτηθεί και έτσι θα «καθορίζεται» και το ποσό της σύνταξης που θα παίρνει (Μίχαλος). Με αυτό τον τρόπο, «θα μειώνεται το κόστος του κρατικού προϋπολογισμού», αφού το κράτος θα βγει έξω από τη χρηματοδότηση των ασφαλιστικών ταμείων και η διαχείριση των εισφορών θα είναι «κοινή» υπόθεση των «κοινωνικών εταίρων» (πρόταση ΣΕΒ).

Είναι φανερό ότι η επόμενη αντιασφαλιστική επιδρομή που ετοιμάζουν κυβέρνηση–κεφάλαιο θα έχει βασικό στόχο να πλήξει τον κοινωνικό χαρακτήρα της ασφάλισης, με την επιβολή ενός νέου συστήματος που θα στηρίζεται στους περιβόητους «τρεις πυλώνες». Ελάχιστη, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, σύνταξη για «όλους», επαγγελματικά ταμεία εργοδοτών-εργαζόμενων, ιδιωτική ασφάλιση. Και ταυτόχρονη μείωση του κόστους για δαπάνες υγείας, μέσα από την επιβολή «πλαφόν» σε εξετάσεις, νοσοκομειακή περίθαλψη και φάρμακα (νόμος Πετραλιά), που ήδη μεθοδεύεται με την καθιέρωση του ΑΜΚΑ.

Απέναντι στην αντεργατική επίθεση που κλιμακώνεται, έρχονται, πρόθυμοι όπως πάντα, οι εργατοπατέρες της ηγεσίας της ΓΣΕΕ (ΠΑΣΚΕ–ΔΑΚΕ) να δώσουν «χείρα βοηθείας» στην κυβέρνηση και το σύστημα συνολικά, με τη συμμετοχή τους στον κακόφημο κοινωνικό διάλογο και την εκπροσώπησή τους στην «επιστημονική επιτροπή» που σύστησε ο Λοβέρδος μαζί με εκπροσώπους της κυβέρνησης και του κεφαλαίου. Ενώ η ηγεσία της ΑΔΕΔΥ ακολουθεί τον δρόμο των «διμερών επαφών» με το υπουργείο. Οι εργατοπατέρες ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, με τη συμμετοχή τους στον «κοινωνικό διάλογο» για το ασφαλιστικό και την άρνησή τους να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε κινητοποίηση εργαζόμενων απέναντι στην αντεργατική κυβερνητική πολιτική που εκφράζεται είτε με τον αντιλαϊκό προϋπολογισμό είτε με τις μεθοδεύσεις στο ασφαλιστικό, αποδεικνύουν για άλλη μία φορά ότι αποτελούν δύναμη στήριξης των αστικών κυβερνήσεων και ιδιαίτερα του ΠΑΣΟΚ, ότι είναι σταθερά προσηλωμένοι στην κατεύθυνση της ταξικής συνεργασίας και υποταγής στο κεφάλαιο και, από την άποψη αυτή, αποτελούν εχθρική δύναμη μέσα στο εργατικό κίνημα.

Από την άλλη μεριά, το ΠΑΜΕ με τις γνωστές, πλέον, «συμβολικές» κινήσεις του «απαγόρευσε» για μία μέρα τον κοινωνικό διάλογο, για να τον αφήσει, στην πράξη, να εξελιχθεί όλο το επόμενο διάστημα, αφού η λογική του για «ανάπτυξη κινήματος» περιορίζεται εκεί που φτάνουν οι «ταξικές δυνάμεις» του. Στην κατεύθυνση αυτή είναι και η απεργία που κήρυξε για τις 17 Δεκέμβρη, άλλη μία «τουφεκιά στον αέρα» σε μια περίοδο που το ζήτημα της ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος είναι ζωτικό για τους εργαζόμενους, τα δικαιώματα και τις κατακτήσεις τους.

Η άλλη πλευρά του ρεφορμισμού, η ΑΥΤΟΝΟΜΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ (ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ), ενώ προσήλθε στην πρώτη φάση του διαλόγου για να δώσει τα αναγκαία πειστήρια νομιμότητας, αποχώρησε όταν «αντιλήφθηκε» ότι ο Λοβέρδος και το ΠΑΣΟΚ στοχεύουν στη δομή του ασφαλιστικού συστήματος. Και από τη δικιά τους πλευρά καμία αγωνιστική πρόταση προς τους εργαζόμενους για το πώς θα οργανώσουν την αντίστασή τους στην επίθεση. Φαίνεται ότι έχουν απορροφηθεί τελείως από το ποιοι «δικαιούνται» και ποιοι θέλουν «κάρτα μέλους» του ΣΥΡΙΖΑ.

Απέναντι στις προσπάθειες των δυνάμεων του συστήματος να σπείρουν αυταπάτες και ψεύτικες προσδοκίες για αναμονή «καλύτερων ημερών» από τους εργαζόμενους, με την αποδοχή από την μεριά τους των όρων και των μέτρων που το σύστημα επιλέγει για να βρει «λύσεις» στα δικά του προβλήματα και τη δική του οικονομική κρίση, οι εργαζόμενοι έχουν κάθε λόγο να οργανώσουν τις αντιστάσεις και τους αγώνες τους. Να απορρίψουν τις λογικές της ταξικής συνεργασίας, της «συνεννόησης» και των «κοινωνικών διαλόγων» ως το δρόμο που οδηγεί στην υποταγή απέναντι στην επίθεση του κεφαλαίου και στον αφανισμό όσων κατακτήσεων και δικαιωμάτων έχουν απομείνει.

Πρέπει μέσα στους εργαζόμενους να γίνει πλατιά πολιτική ζύμωση για να ξεκαθαριστεί το αν υπάρχει ασφαλιστικό «πρόβλημα» ή όχι. Από τη θέση των εργαζόμενων στην παραγωγή, αλλά και από το γεγονός ότι αυτοί μόνο συμβάλλουν στις εισφορές των ασφαλιστικών ταμείων, ασφαλιστικό πρόβλημα, για τους εργαζόμενους, δεν υπάρχει. Πρόβλημα έχει το κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις του, που θέλουν να μειώσουν το κόστος, το δικό τους, για την ασφάλιση και με τελικό στόχο την οριστική κατάργησή της. Από πότε οι εργαζόμενοι είναι υποχρεωμένοι να «συμμερίζονται» τα προβλήματα του κεφαλαίου και τις προτάσεις των κυβερνήσεών του και να συμμετέχουν, έστω και με όρους, σε «κοινωνικούς διάλογους» είτε να διαμορφώνουν «αγωνιστικές» προτάσεις για την λύση τους; Από πότε οι εργαζόμενοι «διεκδικούν» θέσεις «ευθύνης» μέσα στη διαχείριση και τους μηχανισμούς του καπιταλιστικού κράτους (όπως οι διάφοροι ασφαλιστικοί οργανισμοί) για πιο «δίκαιη» και «ορθολογική» απόδοση; Από πότε οι εργαζόμενοι αισθάνονται την ανάγκη να κάνουν θυσίες για να βγει το σύστημα από την κρίση του;

Είναι φανερό ότι από τότε, και είναι πολλά χρόνια, που οι ρεφορμιστές και οι διάφοροι κυβερνητικοί-εργοδοτικοί εργατοπατέρες έχουν επικρατήσει, στα πλαίσια του εργατικού κινήματος, αυτές οι απόψεις «δουλεύουν» και επηρεάζουν, διαμορφώνουν, αποπροσανατολίζουν και δημιουργούν το πλαίσιο της «συνεννόησης» με την αστική τάξη, το πλαίσιο της υποταγής των πραγματικών εργατικών συμφερόντων στα συμφέροντα του κεφαλαίου.

Ιδιαίτερα σήμερα, σε μία περίοδο που η οικονομική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος έχει οξύνει όλες τις αντιφάσεις του από την μία, ενώ, από την άλλη, τα βάρη ρίχνονται στις πλάτες των εργαζόμενων, η στάση της κάθε πολιτική δύναμης έχει τον ταξικό της προσανατολισμό που δεν μπορεί να κρυφτεί.

Για τους εργαζόμενους, η πάλη για αύξηση στους μισθούς και τις συντάξεις, για την κατάργηση όλων των αντιασφαλιστικών-αντεργατικών νόμων, για ίση, πλήρη και δωρεάν περίθαλψη για όλο τον εργαζόμενο λαό είναι η μοναδική απάντηση στα «προβλήματα» που έχουν κυβέρνηση και κεφάλαιο.

Δεν ψάχνουμε να τους βρούμε λύσεις, δεν τους κάνουμε προτάσεις, διεκδικούμε και οργανώνουμε αγώνες για αυτά που μας ανήκουν, στην προοπτική να τα κερδίσουμε όλα μέσα από την ανατροπή των σημερινών σχέσεων και την οικοδόμηση μίας σοσιαλιστικής κοινωνίας, όπου όχι μόνο η ασφάλιση θα είναι πραγματικά κοινωνική και για όλους, αλλά και η παραγωγή και ο κοινωνικός πλούτος και ο σχεδιασμός και η διαχείριση και, κυρίως, η εξουσία θα βρίσκεται στα χέρια των πραγματικών παραγωγών.

Τα «κατά συνθήκη» νέα αξιώματα της Ε.Ε.

Στις 19 Νοέμβρη, σε έκτακτη σύνοδο κορυφής, οι 27 ηγέτες της Ευρώπης με ομόφωνη απόφαση διόρισαν πρόεδρο της Ε.Ε. το βέλγο χριστιανοδημοκράτη πρωθυπουργό Χέρμαν Βαν Ρόμπαϊ και επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας τη βρετανίδα βαρόνη επίτροπο εμπορίου, Κάθριν Αστον.

Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου, η θητεία του «Πρόεδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου» (όπως είναι ο επίσημος τίτλος) είναι 2,5 χρόνια, μπορεί όμως να ανανεωθεί για μια ακόμη φορά. Σε ό,τι αφορά τη θέση του «Υπατου Εκπροσώπου της Εξωτερικής Πολιτικής και Ασφάλειας», η θητεία του είναι πενταετούς διάρκειας για μία φορά. Και οι δύο έχουν βασικό τους καθήκον -όπως γενικόλογα αναφέρει η συνθήκη– το «προεδρεύειν». Ο μεν πρώτος των συνόδων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, δηλαδή των συνόδων κορυφής της Ε.Ε., που θα πρέπει επιπλέον και να τις προετοιμάζει, ο δε δεύτερος των συνόδων των ευρωπαίων υπουργών Εξωτερικών. Μέσα στην αοριστία των όρων της Συνθήκης της Λισαβόνας ορίζεται επίσης πως και οι δύο θα εκπροσωπούν, όπου και όταν κρίνεται αναγκαίο, την Ε.Ε. Η εκ περιτροπής 6μηνη προεδρία των κρατών-μελών διατηρείται στο επίπεδο Συμβουλίων Υπουργών, με εξαίρεση φυσικά τους ΥΠΕΞ.

Με βάση λοιπόν την πρόσφατα κυρωθείσα Συνθήκη της Λισαβόνας έπρεπε να υπάρξουν οι δύο αυτές νέες θέσεις. Ωστόσο, κάτω από το βάρος και την πίεση των αντιθέσεων και αντιφάσεων στους κόλπους των κρατών-μελών της Ε.Ε. (που προϊόν τους άλλωστε είναι η περιβόητη αυτή συνθήκη), η όποια συμφωνία-συμβιβασμός για τα δύο αυτά αξιώματα θα γινόταν –όπως και έγινε– στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο. Αυτό εξηγεί άλλωστε και το γιατί τα δύο αυτά πρόσωπα που τις κατέλαβαν είναι τόσο άγνωστοι ή –πράγμα που είναι το ίδιο– γιατί δεν επιλέχθηκαν κάποιοι από τις «προσωπικότητες» που τα ονόματά τους είχαν πέσει στο «τραπέζι» λίγο διάστημα πριν.

Είναι πέρα για πέρα φανερό πως η εξέλιξη αυτή δεν έχει καμιά σχέση με αυτό που επίσημα, και στο τυπικό του μέρος, διακηρύσσεται. Πολύ περισσότερο, δε, δεν αποτελεί προϊόν ανάγκης στη βάση των όρων που σήμερα έχουν διαμορφωθεί και οι οποίοι κατά κάποιον τρόπο περιγράφουν κάποιο πρόβλημα «εσωτερικής συνοχής» της Ε.Ε.!

Τα «κατά Συνθήκη» (κυριολεκτικά και μεταφορικά) αξιώματα που μόλις δημιουργήθηκαν, όπως και τα ανάλογα ψέματα, μπορεί να κρίνονται αναγκαία σε αυτή τη φάση, όχι όμως σε σχέση με το «πού» και «πώς» θα εξελιχθεί η Ε.Ε., αλλά στη βάση του «ποιος–ποιον». Για τους ιμπεριαλιστές της Ε.Ε. έχουν τεθεί πλέον ανοιχτά τέτοιου χαρακτήρα ζητήματα και η πίεσή τους θα είναι πλέον –και αντικειμενικά- καθοριστική των επιλογών τους με βάση τα ιδιαίτερα συμφέροντα και τις επιδιώξεις τους. Το διεθνές ανταγωνιστικό πλαίσιο τείνει να πάρει ξανά διπολικά χαρακτηριστικά, με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό να μένει σταθερά προσηλωμένος στην παγκόσμια κυριαρχία και τη Ρωσία να καταγράφει μια ολοένα και πιο δυναμική παρουσία στα διεθνή πράγματα.

Οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές, παρά τους γενικότερους «ευνοϊκούς» όρους που φαίνεται να διαμορφώνουν οι εξελίξεις της προηγούμενης εικοσαετίας, βρίσκονται ακόμα στη μέγγενη των ΗΠΑ. Η επέκταση της επιρροής των ΗΠΑ, μέσω του στρατιωτικού τους μηχανισμού, του ΝΑΤΟ, σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης έχει ενισχύσει αυτή τη μέγγενη! Η σχέση και η στάση των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών απέναντι στο δημιούργημά τους, την Ε.Ε., είχε και έχει τα ίδια επί της ουσίας αμυντικά χαρακτηριστικά που ορίζουν και τα αφετηριακά στοιχεία της δημιουργίας της. Γίνεται ωστόσο φανερό, και ολοένα πιο καθαρά μάλιστα, πως το «όχημα» αυτό, όπως το κατάντησαν οι ισορροπίες και οι συμβιβασμοί, κάθε άλλο παρά τους εξυπηρετεί και όλους ταυτόχρονα και στις απώτερες βλέψεις και επιδιώξεις τους.

Σε σχέση λοιπόν με αυτή την εξέλιξη, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ρωσία δεν έδειξαν κάποια έκπληξη και, πολύ περισσότερο, κάποια ανησυχία. Μάλιστα οι Ρώσοι, διά στόματος Μεντβιέντεφ, αφού ευχήθηκαν να τα πάει καλά ο νέος πρόεδρος στα «τεχνικά του καθήκοντα», τόνισαν ότι ο ρόλος των παραδοσιακών εταίρων της Μόσχας, δηλαδή το Παρίσι και το Βερολίνο, παραμένει -και μετά από αυτή την εξέλιξη- αρκετά ισχυρός και οι διμερείς σχέσεις εξακολουθούν να αποτελούν την κύρια πλευρά των σχέσεων Ε.Ε. και Ρωσίας!

Με βάση, λοιπόν, τους πραγματικούς όρους, η τωρινή εξέλιξη της Ε.Ε. έχει πολύ περισσότερα οξύμωρα σχήματα συγκριτικά με τους μέχρι τώρα μετασχηματισμούς και μεταμορφώσεις της. Στην πραγματικότητα η θεσμοθέτηση των δύο νέων κέντρων φαινομενικής εξουσίας σε συνδυασμό με το τρίτο (αυτό του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που σήμερα κατέχει ο Μπαρόζο) μοιάζει να απλοποιεί τις προσπάθειες επιβολής (συναίνεση το λένε) απέναντι στις μικρές χώρες της Ε.Ε. Από την άλλη, ήταν γεγονός πως η εξάμηνη εναλλαγή στην προεδρία είχε γίνει ένας βραχνάς για τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Και αυτό, κατά κύριο λόγο, εξαιτίας της ποικιλίας των επιρροών από τον κάθε ιμπεριαλιστή χωριστά και βασικά τους Αμερικανούς. Ταυτόχρονα όμως αυτή η εξέλιξη δείχνει να περιπλέκει ακόμα περισσότερο τα πράγματα στις μεταξύ τους σχέσεις καθώς το παρασκήνιο διευρύνεται και αποκτά προοπτικά σημαντικότερο ρόλο. Με άλλα λόγια, διαμορφώνεται ένα ακόμα πεδίο εσωτερικών συγκρούσεων που προστίθεται στα προηγούμενα.

Στη φάση αυτή λοιπόν φαίνεται να μην επηρεάζονται άμεσα οι διαμορφωμένες ισορροπίες στο επίπεδο της Ε.Ε., αφού μάλιστα τα πρόσωπα που επιλέχθηκαν γι' αυτές τις θέσεις αντανακλούν τις ήδη υπάρχουσες ισορροπίες και σε μεγάλο βαθμό αυτές που διαμορφώθηκαν κατά την περιπετειώδη επικύρωση της Συνθήκης της Λισαβόνας. Προοπτικά ωστόσο ανοίγει ένα κάποιο κεφάλαιο το οποίο επιδέχεται διαφόρων ειδών χρήσεις και… καταχρήσεις. Στη δοκιμαστική αυτή φάση της λειτουργίας των δύο νέων θεσμοθετημένων κέντρων, όλα τα πολιτικά στοιχεία σήμερα δείχνουν να δικαιολογούν μια κάποια αδιαφορία και υποβάθμιση. Ωστόσο, το γεγονός ότι από εδώ και στο εξής θα υπάρχουν αυτά τα κέντρα σαν τέτοια θέτουν και κάποιους όρους που δεν θα μπορούν να αγνοηθούν ή, πράγμα που είναι το ίδιο, ο έλεγχός τους δεν θα είναι χωρίς σημασία και αντίκρισμα στο εγγύς μέλλον.

Για την ώρα, και όπως παρατηρείται από διάφορες μεριές, ο συμβιβασμός δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολος και επώδυνος. Ο «γαλλογερμανικός άξονας» πέτυχε το διορισμό του Βέλγου Βαν Ρόμπαϊ και οι Βρετανοί την Κάθριν Αστον. Σημαντικό επίσης σημείο, που δεν αφορά μόνο αυτή καθαυτή την εκλογή στα δύο νέα αξιώματα αλλά γενικότερα την εφαρμογή της Συνθήκης της Λισαβόνας, πρέπει να αφορούσε τη διατήρηση του ρόλου του προέδρου της ευρωπαϊκής Επιτροπής. Με άλλα λόγια, ο «υπουργός Εξωτερικών» που θα είναι ταυτόχρονα και αντιπρόεδρος της Κομισιόν δεν θα πρέπει να μπαίνει στα «χωράφια» του Μπαρόζο. Οσο για τα υπόλοιπα, το ότι δηλαδή ο ένας έπρεπε να είναι χριστιανοδημοκράτης και ο άλλος «σοσιαλδημοκράτης», καθώς και το ότι στη μία από τις δύο θέσεις έπρεπε να τοποθετηθεί γυναίκα, αυτά αποτελούσαν δευτερεύοντα στοιχεία για πλατιά κατανάλωση.

Τέλος, και σε σχέση με το «περίπλοκο πρόβλημα» των «τηλεφωνικών κλήσεων», που πρώτος φέρεται να έθεσε ο Κίσινγκερ πριν από δύο δεκαετίες, υφίσταται και σήμερα και συνοψίζεται στο ίδιο ερώτημα: «πού και σε ποιόν θα τηλεφωνά ο Ομπάμα ή ο Πούτιν ή και άλλοι ηγέτες όταν χρειαστούν την Ευρώπη;» Απ' ό,τι φαίνεται, για αρκετό καιρό θα απαντιέται όπως ακριβώς απαντιόταν και πριν από την τελευταία εξέλιξη. Σε Λονδίνο, Παρίσι, Βερολίνο, κ.λπ. κ.λπ.

Ταξική συνθηκολόγηση και εργατοπατερισμός

Το ΠΑΣΟΚ, από την πρώτη στιγμή που ήρθε στην κυβέρνηση, έκανε φανερές τις προθέσεις του για όλα αυτά που πρόκειται να ακολουθήσουν σε βάρος του εργαζόμενου λαού. Αναμενόμενη και η στάση της συνδικαλιστικής ηγεσίας, τόσο της ΓΣΕΕ όσο και της ΑΔΕΔΥ. Θα συνεχίσουν όπως και πριν να υποτάσσονται στις απαιτήσεις του κεφαλαίου και των κυβερνήσεων, είτε αυτές είναι του ΠΑΣΟΚ είτε της ΝΔ.

Αυτή η συνδικαλιστική ηγεσία έχει δώσει εξετάσεις και έχει αποδείξει σε κάθε περίπτωση την προθυμία της να υπηρετεί τη γραμμή της ταξικής συνεργασίας, του συμβιβασμού και της υποταγής. Περισσότερο από μια 20ετία κάνει ό,τι της είναι δυνατόν για να αποθαρρύνει τις διαθέσεις των εργαζομένων για αγώνες και να τους κρατάει στη γωνία. Όλο αυτό το διάστημα έχει οδηγήσει στην αποσάθρωση του συνδικαλιστικού κινήματος και στην απομάκρυνση των εργαζομένων από τα συνδικάτα, τα οποία μόνο τυπική σημασία έχουν αφού καμία ουσιαστική λειτουργία δεν υπάρχει.

Ταυτόχρονα, οι δυνάμεις της ρεφορμιστικής Αριστεράς δεν προσφέρουν καμία διαφορετική προοπτική σε σχέση με την αναζωογόνηση των συνδικάτων, τη συμμετοχή των εργαζομένων σε αυτά. Αντίθετα, για να φτάσουν τα πράγματα στη σημερινή αθλιότητα που επικρατεί στο συνδικαλιστικό κίνημα, έχουν συμβάλει τα μέγιστα. Τα συνδικάτα που ελέγχει το ΠΑΜΕ σε τίποτε δεν διαφέρουν από εκείνα που ελέγχουν οι ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, ΑΠ -και αυτό είναι ολοφάνερο.

Βέβαια, ανάμεσα στις τέσσερις παρατάξεις που βρίσκονται στην ηγεσία της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ υπάρχουν όχι μόνο ομοιότητες, αλλά και διαφορές. Ωστόσο αυτές που έχουν μέχρι σήμερα καθορίσει την αρνητική εξέλιξη του συνδικαλιστικού κινήματος είναι οι ομοιότητες που έχουν και οι ευθύνες για τη σημερινή κατάντια των συνδικάτων και την αδυναμία που έχουν, πολιτική και οργανωτική, για να υπερασπίσουν τα δικαιώματα των εργαζομένων και να οργανώσουν την αντίστασή τους.

Ο λεγόμενος κοινωνικός διάλογος, σαν μορφή ταξικής συνεργασίας, δεν είναι κάτι που εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια. Αντίθετα, έρχεται από πολύ μακριά, από πολλές δεκαετίες πίσω, και οι δυνάμεις του ΚΚΕ έχουν βάλει και τη δική τους σφραγίδα. Ωστόσο ο διάλογος δεν είναι η αιτία του προβλήματος, αλλά το αποτέλεσμα της γραμμής της συνεργασίας των τάξεων, είναι η τελική πράξη τής συνθηκολόγησης, του συμβιβασμού και της υποταγής. Της γραμμής εκείνης που εναντιώνεται στην ανεξαρτησία των συνδικάτων απέναντι στην αστική τάξη, στο κράτος, στις κυβερνήσεις του κεφαλαίου, και που υποτάσσει σε θεσμούς και σε λογικές ταξικής συνεργασίας. Και οι δυνάμεις του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ υπήρξαν πρωταθλητές στη διαμόρφωση τέτοιων πολιτικών και σχέσεων, όπως η συμμετοχή τους σε συνδιοικητικά και συνδιαχειριστικά όργανα κάθε είδους και χρήσης.

Αυτή η γραμμή του συμβιβασμού και της υποταγής είναι κυρίαρχη στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα και έχει τη δυνατότητα να κρατάει τους εργαζόμενους στο περιθώριο των εξελίξεων και αφοπλισμένους πολιτικά. Αυτό ακριβώς αξιοποιεί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ για να γκρεμίσει ό,τι έχει απομείνει από κατακτήσεις και δικαιώματα των εργαζομένων. Ό,τι έχει απομείνει από το πολύχρονο αντιλαϊκό έργο των προηγούμενων κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ.

Σε αυτές τις συνθήκες που αναμένεται μια άγρια επίθεση σε βάρος του κόσμου της δουλειάς θα πρέπει οι εργαζόμενοι να αποβάλουν κάθε αυταπάτη ότι θα μπορούσε η ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ να οργανώσουν κινητοποιήσεις και αντιστάσεις. Το ίδιο ισχύει και για το ΠΑΜΕ. Ακόμη και όταν υποχρεώνονται εκ των πραγμάτων οι εργατοπατέρες να προχωρήσουν σε κάποια απεργία, το κάνουν για την τιμή των όπλων, καθώς και για να δικαιολογήσουν τον συνδικαλιστικό τους ρόλο και ταυτόχρονα να κοπάσουν τη δικαιολογημένη οργή και το συναίσθημα που τρέφουν οι εργαζόμενοι ενάντιά τους. Αντίθετα, οφείλουν να βγάλουν τα αναγκαία συμπεράσματα και να αναζητήσουν τη διέξοδο στην πάλη, στη δική τους συμμετοχή, στην οργάνωση και στην αντίσταση.

Οι εργατοπατέρες κάθε απόχρωσης ούτε θέλουν ούτε και μπορούν να υπερασπίσουν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης από την επίθεση που δέχεται. Τα συμφέροντα των εργατοπατέρων, οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά, άμεσα και σε προοπτική, βρίσκονται δίπλα και κοντά στα ταξικά συμφέροντα της αστικής τάξης και αυτός ακριβώς είναι και ο πραγματικός λόγος που την υπηρετούν. Αποτελούν ένα κοινωνικό στρώμα με ενιαία συμφέροντα, που είναι υποχρεωμένο να τα υπερασπίσει. Είναι ένα θεσμοθετημένο στρώμα που λειτουργεί μέσα από συγκεκριμένους θεσμούς και λειτουργίες που το αναπαράγουν και το ενισχύουν από κάθε άποψη, ώστε να μπορεί να εξασφαλίζει, ταυτόχρονα με τα συμφέροντά του, τη λεγόμενη ταξική ειρήνη, δηλαδή την υποταγή της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων στα συμφέροντα και στις απαιτήσεις της αστικής τάξης, του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου στη χώρα μας.

Στο σημείο αυτό να σημειώσουμε το εξής: Οι εργατοπατέρες, όπως είναι γνωστό, έχουν οδηγήσει τα συνδικάτα σε πλήρη μαρασμό, με αποτέλεσμα να μη γίνονται γενικές συνελεύσεις, ακόμη και συνεδριάσεις των διοικήσεων των συνδικάτων. Αλλά και όταν υποχρεώνονται κάτω από τις συνθήκες της επίθεσης να κινηθούν, η κίνησή τους είναι λειψή και χωρίς στόχους πάλης. Αντίθετα, όταν πρόκειται για τα συνδιοικητικά και συνδιαχειριστικά όργανα, τότε βρίσκονται σε πλήρη δράση.

Ας δούμε συνοπτικά πού και πώς οι εργατοπατέρες διοχετεύουν τη δράση τους και ποια είναι τα οφέλη τους από αυτή τη συμμετοχή.

Με την ιδιότητα του συνδικαλιστή εκπροσώπου της ΓΣΕΕ –και όχι μόνο– συμμετέχουν σε διοικητικά συμβούλια δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, όπως στις ΔΕΚΟ οι οποίες ξεπερνούν τις 100, σε διοικήσεις όπως του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, Εργατικής Εστίας, Ολυμπιακού Χωριού, σε διοικήσεις συνταξιοδοτικών ταμείων, στο ΙΚΑ, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στον ΟΑΕΔ και σε άλλους οργανισμούς που βρίσκονται στην ευθύνη του υπουργείου Εργασίας κ.λπ. Συμμετοχή έχουν επίσης σε πολλές δεκάδες επιτροπές, όπως η ΟΚΕ (στο εσωτερικό αλλά και στις Βρυξέλλες). Τα ποσά με τα οποία αμείβονται τα μέλη της ΟΚΕ Βρυξελλών είναι μεγαλύτερα, καθώς κάθε μέρα συνεδρίασης αγγίζει τα 300 ευρώ και με τα έξοδα πληρωμένα. Χρυσωρυχείο θεωρείται η συμμετοχή σε διοικητικά συμβούλια ΔΕΚΟ, όπως για παράδειγμα της ΔΕΗ (η περίπτωση του προέδρου της ΓΣΕΕ, Παναγόπουλου, είναι ενδεικτική) με ετήσια αμοιβή γύρω στα 26.000 ευρώ. Να σημειώσουμε ακόμη πως η συμμετοχή των κρατικοδίαιτων συνδικαλιστών δεν περιορίζεται σε ένα δύο όργανα, αλλά περισσότερα.

Η ανώτερη συνδικαλιστική ηγεσία, με βάση τους συσχετισμούς τής κάθε συνδικαλιστικής παράταξης, μοιράζει τις συμμετοχές στα διοικητικά συμβούλια και στις επιτροπές. Εκπρόσωποι υποτίθεται του συνδικαλιστικού κινήματος όχι μόνο έχουν πάψει να εκφράζουν τα συμφέροντα των εργαζομένων, αλλά λειτουργούν και σε ρόλο συνδιοίκησης και συνδιαχείρησης της εξουσίας πάνω στους εργαζόμενους και με τα προνόμια που αυτή συνεπάγεται.

Αυτό το στρώμα του σύγχρονου εργατοπατερισμού έχει γίνει πόλος οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής τους ανάδειξης. Έτσι είναι υποχρεωμένο να υπερασπίζει τα δικά του προνόμια και συμφέροντα που του εξασφαλίζει το σύστημα, αλλά και να τα διευρύνει. Τους προσφέρει η αστική τάξη και το κράτος τεράστιες δυνατότητες για να χτίζουν το μέλλον τους.

Ακόμη και όταν παραιτούνται από τα συνδικαλιστικά τους αξιώματα, εξαργυρώνουν την προσφορά τους στο σύστημα με τη συμμετοχή τους σε σημαντικές θέσεις –ακόμη και διευθυντικές– σε διοικήσεις του Δημοσίου, των ΔΕΚΟ, σε συμβουλευτικές επιτροπές, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, σε διοικήσεις επιχειρήσεων στον ιδιωτικό τομέα κ.λπ. Καταλαμβάνουν επίσης και με την πριμοδότηση των κεφαλαιοκρατών και πολιτικά και κυβερνητικά αξιώματα, γίνονται βουλευτές, υφυπουργοί, υπουργοί –και τα παραδείγματα περισσεύουν.

Ο λεγόμενος κοινωνικός διάλογος είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής γραμμής της ταξικής συνεργασίας, όπως εκφράζεται και σε όλα που αναφέρθηκαν πιο πάνω, και αποτελεί ο διάλογοςτο εργαλείο αναζήτησης συνενόχων και έξω από το πλαίσιο του εργατοπατερισμού και του κυβερνητισμού και συνεπώς το όχημα εκείνο περάσματος κάθε φορά της αντεργατικής και αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης και της αστικής τάξης.

Η ηγεσία του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ αποτελούν μέρος του προβλήματος, όπως και οι συνδικαλιστικές ηγεσίες της ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ - ΑΠ. Η συμμετοχή τους στα συνδιοικητικά και συνδιαχειριστικά όργανα και επιτροπές είναι γνωστή και δεν την αρνούνται. Το ότι συμμετέχουν δήθεν –όπως λένε– για να ενημερώνονται για τα αντιλαϊκά σχέδια της κυβέρνησης και να τα αποκαλύπτουν στους εργαζόμενους, είναι και ανόητη και ένοχη δικαιολογία. Και συμμετέχουν και αμείβονται πλουσιοπάροχα όπως και οι άλλοι εργατοπατέρες και δεν αλλάζει σε τίποτα ότι οι αμοιβές αυτές δεν πάνε στις τσέπες των συνδικαλιστών αλλά στα ταμεία του ΚΚΕ, όπως αναφέρει και το καταστατικό του κόμματος. Το γεγονός ότι δεν συμμετέχει στην ΟΚΕ και στην ΟΚΕ της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν διαφοροποιεί σε τίποτα την αντίληψή του σε σχέση με τη συμμετοχή του στα υπόλοιπα. Το ΚΚΕ, μέσα από τον «Ριζοσπάστη», συχνά καταγγέλλει τη γραμμή της ταξικής συνεργασίας και του κοινωνικού διαλόγου και ενημερώνει τους αναγνώστες του πως οι ταξικές δυνάμεις διαφώνησαν από το 1986, όταν άρχισαν τότε να θεσμοθετούνται οι λογικές του λεγόμενου κοινωνικού διαλόγου.

Ας κλείσουμε το ζήτημα με τα εξής: Όταν η ΓΣΕΕ για πρώτη φορά υπέγραψε για δύο χρόνια συλλογική σύμβαση εργασίας με τον ΣΕΒ ήταν στις 3 Απρίλη του 1991, με ισχύ και για το 1992. Την υπέγραψαν οι αποκαλούμενες τότε δημοκρατικές δυνάμεις, με την υπογραφή των εκπροσώπων τους, ΠΑΣΚΕ - ΕΣΑΚ, και στο πλαίσιό της ανάμεσα σε άλλα αναφέρει: «Διαπίστωσαν όλοι οι συμβαλλόμενοι (ΓΣΕΕ-ΣΕΒ) την αναγκαιότητα για την εξάλειψη των ελλειμμάτων του Δημόσιου Τομέα και μείωση του πληθωρισμού, για αποδοτικότερη λειτουργία του Δημόσιου Τομέα, για οικονομική ανάπτυξη μέσα από τη δημιουργία της αναγκαίας υποδομής, του εκσυγχρονισμού του παραγωγικού εξοπλισμού, με σκοπό τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας. Ιδιαίτερη έμφαση στην αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού, με εντονότερη χρησιμοποίηση της επαγγελματικής κατάρτισης και μετεκπαίδευσης.

Να συμβάλλουν στην προώθηση των αλλαγών που θεσμοθετούνται από την ΕΟΚ στο πλαίσιο του Ενιαίου Κοινωνικού Χώρου. Να μελετήσουν και να επιδιώξουν τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές για την αναβάθμιση του ρόλου τους στη διαχείριση των οικονομικών πόρων των οργανισμών. (Τώρα λένε "Φέρτε πίσω τα κλεμμένα".) Με αυτές τις προϋποθέσεις πιστεύουν οι συμβαλλόμενοι ότι εξασφαλίζουν την επιτυχή εφαρμογή της συλλογικής σύμβασης και την εμπέδωση και διεύρυνση του μεταξύ τους διαλόγου και την έξοδο από την ύφεση.

Να λοιπόν η γραμμή της ταξικής συνεργασίας και του λεγόμενου κοινωνικού διαλόγου. Και, σχετικά με την ΟΚΕ, ας δούμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του «Ριζοσπάστη» της 3ης Νοέμβρη του 2000. «Έχει περάσει σημαντικό διάστημα από τη συζήτηση που έγινε στην οργάνωσή μας για την ΟΚΕ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη συμμετοχή μας σε αυτή και την εκπροσώπησή μας εκεί (...) και την ανάγκη παραίτησης του συντρόφου...».

Τελικά, η γραμμή του εργατοπατερισμού και των συνεπειών της είναι πάντα στην επικαιρότητα.

ΒΑΛΚΑΝΙΑ Στη δίνη της κρίσης και των ιμπεριαλιστικών σχεδίων

ΡΟΥΜΑΝΙΑ

Εργατική δυσαρέσκεια εν μέσω προεκλογικής περιόδου

Παράνομη έκρινε δικαστήριο της Ρουμανίας την απεργία των εργαζομένων στο μετρό στα μέσα Νοεμβρίου. Οι εργαζόμενοι στο μετρό με την απεργία τους απαιτούσαν αύξηση μισθών κατά 20% και υπογραφή νέας συλλογικής σύμβασης εργασίας (η παλιά έχει λήξει). Ενα μήνα πριν (5 Οκτωβρίου), πάνω από τους μισούς δημόσιους υπαλλήλους της Ρουμανίας, που υπολογίζονται σε 1,4 εκατομμύρια, απήργησαν ενάντια στην προγραμματισμένη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα καθώς και στο λεγόμενο νομοσχέδιο ενιαίου μισθολογίου το οποίο θα παγώσει τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων για απεριόριστο χρονικό διάστημα. Η διαδήλωση την ημέρα της απεργίας ήταν ίσως η μεγαλύτερη στην ιστορία της Ρουμανίας μετά το 1989. Παράλληλα, σε εξέλιξη βρίσκονται οι αντιδράσεις των εκπαιδευτικών της χώρας ενάντια στις περικοπές του κρατικού προϋπολογισμού που αφορούν και την εκπαίδευση. Και όλα αυτά ενώ η χώρα βρίσκεται εν μέσω προεκλογικής περιόδου όπου αναμετριούνται ο νυν πρόεδρος της χώρας Τράιαν Μπασέσκου και ο σοσιαλδημοκράτης Μιρτσέα Γκεοάνα. Ο νυν πρόεδρος, για να αποσπάσει τη νίκη, έχει εντάξει τη διενέργεια δημοψηφίσματος για τη δημιουργία κοινοβουλίου ενός νομοθετικού σώματος την ημέρα των προεδρικών εκλογών. Η προεκλογική εκστρατεία, αντιγραφή των προηγούμενων, όπου διαγωνίζονται τα ψέματα, η αντιλαϊκή πολιτική στόχευση και ο φιλοϊμπεριαλισμός, στέκεται πολύ μακριά από τις μάζες των εργαζομένων στη χώρα. Οπως χαρακτηριστικά δήλωσε μια μοδίστρα, «μπερδεύω τις πολιτικές συζητήσεις κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας με φαρσοκωμαδίες. Συν ότι έχω μάθει τα λόγια απ’ έξω, καθώς δεν έχουν αλλάξει πολλά από τις τελευταίες εκλογές - όλο υποσχέσεις»…

ΚΟΣΟΒΟ

Πολιτική κρίση, φτώχεια και ανεργία: το εκρηκτικό παρόν του «ανεξάρτητου» προτεκτοράτου

Η φτώχεια και η ανεργία αποτελούν τα πιο βασικά προβλήματα για τον πληθυσμό του Κοσόβου και απειλούν τη σταθερότητα, σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών το Σεπτέμβριο του 2009. Στα προβλήματα που ανησυχούν τον πληθυσμό είναι οι διακοπές του ηλεκτρικού και τα κρούσματα διαφθοράς. Με την επίσημη ανεργία στο 12%, τη φτώχεια πολλαπλάσια, δεν χρειαζόταν κανείς την έρευνα για να διαπιστώσει αυτό που αποτελεί καθημερινότητα στο Κόσοβο όλα τα προηγούμενα χρόνια. Τη ραγδαία δηλαδή επιδείνωση όλων των συνθηκών ζωής του πληθυσμού. Οσο για τη διαφθορά, το πλιάτσικο που γίνεται με το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων αλλά και η εκτεταμένη διαφθορά στις υπηρεσίες ενέργειας πρέπει να είναι τόσο εμφανή που όσο και να το θέλουν οι πρώην UCKάδες -νυν πρόεδροι, γραμματείς και φαρισαίοι- και τα αμερικανονατοϊκά αφεντικά τους είναι δύσκολο να κρυφτεί.

Παράλληλα, σε εξέλιξη βρίσκεται πολιτική κρίση με αφορμή τις δημοτικές εκλογές στην πρώην σέρβικη επαρχία. Ηγετικά στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος (DPK) του πρωθυπουργού Χατσίμ Θάτσι δύο μέρες μετά τον πρώτο γύρο των δημοτικών εκλογών ανήγγειλαν πως το DPK διαλύει τον κυβερνητικό συνασπισμό με τη Δημοκρατική Ενωση του προέδρου Φατμίρ Σεϊντίου (αυτό είναι το κόμμα που ίδρυσε ο εκλιπών Ρουγκόβα). Ανακοίνωση που ανακλήθηκε, αλλά που υποδηλώνει τις αντιθέσεις που έχουν ξεσπάσει μεταξύ των «ηγετών» του Κοσόβου. Ο ίδιος ο Σεϊντίου είχε ανακοινώσει πως στο δεύτερο γύρο των δημοτικών εκλογών (που θα πραγματοποιηθεί στους είκοσι από τους τριάντα έξι δήμους) θα συνεργαζόταν με τη Συμμαχία για το Μέλλον του Κοσσυφοπεδίου, του γνωστού Ραμούς Χαραντινάι. Κάτι που θεωρήθηκε από το DPK αιτία πολέμου μιας και ο Χαραντινάι έχει εξελιχθεί σε σκληρό πολέμιο του Θάτσι. Οι πρώην αμερικανόθρεφτοι αρχηγοί των αλυτρωτιστών του UCK έχουν επιδοθεί σε έναν αγώνα δρόμου για την επικράτηση του ενός έναντι του άλλου και με επίδικο την καταλήστευση του κοσοβάρικου λαού αλλά και την ανάδειξή τους σε πλέον ευνοούμενους των υπερατλαντικών αφεντικών.

ΚΡΟΑΤΙΑ

Εργαζόμενοι και νεολαία ανακαλύπτουν εκ νέου το δρόμο του αγώνα

Σε φάση αγώνων έχουν εισέλθει οι εργαζόμενοι και η νεολαία στην Κροατία. Οι εργαζόμενοι πραγματοποίησαν συλλαλητήριο στις 19 Νοεμβρίου ενάντια στον αντεργατικό νόμο που προωθεί η κροατική κυβέρνηση και ο οποίος προβλέπει ειδικό φόρο σε μισθούς, συντάξεις και εισοδήματα. Η κροατική κυβέρνηση έχει φυσικά στο πλευρό της την ταξική δικαιοσύνη, που αποφάνθηκε πως ο νόμος είναι συνταγματικός. Εν τω μεταξύ, σε μια άλλη εξέλιξη οι κροάτες φοιτητές βρίσκονται ξανά στους δρόμους. Οπως δήλωσαν οι φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής Ζάγκρεμπ, τη Δευτέρα 23 Νοεμβρίου αποφάσισαν να συνεχίσουν τη διαμαρτυρία που είχαν ξεκινήσει την περασμένη άνοιξη διότι η κυβέρνηση δεν έχει εκπληρώσει τα αιτήματά τους για δωρεάν παιδεία. Τότε (την άνοιξη) οι φοιτητές είχαν κλείσει είκοσι σχολές σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας.

ΣΕΡΒΙΑ

Νέα σερβική βάση προκαλεί εντάσεις

Σε μια κάθε άλλο παρά συμβολική κίνηση προχώρησε η Σερβία. Ξεκίνησε τη λειτουργία μιας νέας στρατιωτική βάσης, της λεγόμενης Jug (Νότος), που είναι και η μεγαλύτερη αυτή τη στιγμή στη χώρα, και γι' αυτό αποκαλείται από πολλούς και «σέρβικο Bondsteel» -αναφορά στην υπερβάση των ΗΠΑ στο Κόσοβο. Η βάση βρίσκεται στα σύνορα με την ΠΓΔΜ και το Κόσοβο, στο Δήμο Μπουγιάνοβατς, ο πληθυσμός του οποίου είναι κυρίως Αλβανοί. Η περιοχή έχει επανειλημμένα γίνει θέατρο συγκρούσεων μεταξύ αλβανών αυτονομιστών και των σέρβικων δυνάμεων ασφαλείας και η χρησιμότητά της για τη σέρβικη κυβέρνηση είναι αδιαμφισβήτητη. Ο πρόεδρος Τάντιτς δήλωσε πως «Ολοι οι σέρβοι πολίτες που επιθυμούν ειρήνη και σταθερότητα στην περιοχή και τις καλύτερες διεθνικές σχέσεις πρέπει να είναι ικανοποιημένοι από τη λειτουργία της βάσης. Οσοι δεν επιθυμούν ειρήνη και εμπλέκονται σε οργανωμένο έγκλημα δεν έχουν κανένα λόγο να αισθάνονται χαρούμενοι σήμερα», απαντώντας εμμέσως πλην σαφώς στο δήμαρχο του Μπουγιάνοβατς που ανέφερε πως «η βάση δεν θα ενισχύσει την περιφερειακή σταθερότητα», αλλά κυρίως στέλνοντας ένα μήνυμα προς τη Δύση (κύρια στις ΗΠΑ αλλά και την ΕΕ).

ΒΟΣΝΙΑ – ΕΡΖΕΓΟΒΙΝΗ

Συνεχίζεται το «μάντρωμα» των βαλκανικών χωρών στο ΝΑΤΟ μέσω της «Χάρτας της Αδριατικής»

Στο προτεκτοράτο της Βοσνίας και συγκεκριμένα στην πόλη του Σεράγεβο, επτά υπουργοί Αμυνας χωρών των Βαλκανίων και των ΗΠΑ συνεδρίασαν την Τετάρτη (18 Νοεμβρίου) για να συζητήσουν περαιτέρω περιφερειακή συνεργασία και τη διαδικασία διεύρυνσης του ΝΑΤΟ.

Στη συνεδρίαση -την 5η με τη συμμετοχή των υπουργών Αμυνας της Χάρτας ΗΠΑ-Αδριατικής- παρέστησαν υπουργοί ή υφυπουργοί Αμυνας της Αλβανίας, της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, της Κροατίας, της πΓΔΜ, του Μαυροβουνίου και φυσικά ο υφυπουργός Αμυνας των ΗΠΑ, πρεσβευτής Αλεξάντερ Βέρσμποου. Σημαντικό επίσης γεγονός είναι ότι παρευρέθηκαν σαν παρατηρητές οι υπουργοί Αμυνας της Σλοβενίας και της Σερβίας.

Μετά τη συνεδρίαση, ο Βέρσμποου επανέλαβε τη στήριξη των ΗΠΑ για την πρόωρη έγκριση της Β-Ε και τις αιτήσεις του Μαυροβουνίου για το Ενταξιακό Σχέδιο Δράσης (MAP). Ανέφερε επίσης ότι η πλήρης ένταξη στο ΝΑΤΟ για την πΓΔΜ θα λάβει στήριξη μόλις επιλυθεί το ζήτημα του ονόματος της χώρας. Τόνισε ότι η περιφερειακή συνεργασία πρέπει να περιλαμβάνει "μερισμό γνώσεων και εμπειρογνωμοσύνης, καθώς επίσης συνδυασμό εκπαίδευσης και ανάπτυξης και επιβολή συλλογικής ηγεσίας στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις των μελών της Χάρτας".

Στη συνεδρίαση της Τετάρτης, οι υπουργοί συμφώνησαν να υπογράψουν κοινή δήλωση η οποία προβλέπει ενίσχυση της συνεργασίας μέσω περιφερειακών κέντρων στα Δυτικά Βαλκάνια. Τόνισαν ότι οι ιδέες για την ίδρυση Κυττάρου Συντονισμού, στο Κέντρο Εκπαίδευσης Επιχειρήσεων Ειρηνικής Στήριξης (PSOTC) στο Σεράγεβο, θα παρουσιαστεί σύντομα σε επίπεδο πολιτικής. Οι υπουργοί τόνισαν τη σπουδαιότητα της παροχής στήριξης σε Β-Ε και Μαυροβούνιο, στις προσπάθειές τους να ενσωματωθούν σε ευρωατλαντικές δομές και ανέφεραν ότι αναμένουν πλήρη ένταξη της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ στο εγγύς μέλλον. Τι άλλο να προσθέσουμε εμείς όταν οι ίδιοι λένε αρκετά ωμά πως θα στηρίξουν τους Αμερικανονατοϊκούς που θέλουν τα Βαλκάνια εφαλτήριο για τα επιθετικά τους σχέδια στην ευρύτερη περιοχή;

Από το ΚΙΟΤΟ στην ΚΟΠΕΓΧΑΓΗ - Οι ρύποι αυξάνονται, η υποκρισία αποθρασύνεται

Η συζήτηση για την κλιματική αλλαγή κρατά χρόνια και έχει μια αξία μια σύντομη αναφορά στην ιστορία του πράγματος.

Στις πρώτες κινήσεις σε διεθνές επίπεδο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής μπορούμε να διακρίνουμε τη διακυβερνητική επιτροπή για την κλιματική αλλαγή (IPCC) που συγκροτείται τα χρόνια εκείνα (1988) που η πολιτική Γκορμπατσόφ αντιμετώπιζε την πίεση του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, ρίχνοντας διάφορα τείχη, στήνοντας γέφυρες και ανοίγοντας τη φιλολογία για τα πανανθρώπινα προβλήματα με τα οποία, τελειώνοντας ο ψυχρός πόλεμος, θα ασχολούνταν εν ομονοία πλέον οι ιμπεριαλιστές σε Ανατολή και Δύση. Ηταν η εποχή που μια σειρά αυταπάτες καλλιεργούνταν και κέρδιζαν έδαφος. Ηταν η εποχή της αειφόρου ανάπτυξης, της συνεννόησης τάχα και του τερματισμού των πολέμων.

Λίγο μετά το 1992 υπογράφεται από τα Ηνωμένα Εθνη η σύμβαση πλαίσιο για την κλιματική αλλαγή (UNFCCC), ενώ το Δεκέμβρη του 1997 στο Κιότο της Ιαπωνίας με τη γνωστή συνθήκη του Κιότο μπήκαν συγκεκριμένες δεσμεύσεις ώστε από το 2008 ως το 2012 να υπάρξει παγκόσμια μείωση των ρύπων του θερμοκηπίου κατά 5,2% σε σχέση με το 1990. Ως γνωστό, βέβαια, τη συνθήκη του Κιότο δεν την επικύρωσε τελικά η γερουσία των Η.Π.Α. και αυτό λειτούργησε χαλαρωτικά για τις χώρες της Ε.Ε. και τους έδωσε το ηθικό και πολιτικό πλεονέκτημα. Πλεονέκτημα που διαχειρίστηκαν ιδιαίτερα αποτελεσματικά για χρόνια στον ενδο-ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό τους με τις Η.Π.Α.

Στη συνθήκη του Κιότο εντάχθηκε στην πορεία και η Ρωσία, προσπαθώντας και μ’ αυτόν τον τρόπο να οξύνει τότε την αντίθεση μέσα στο δυτικό στρατόπεδο. Ομως γρήγορα αποκαλύφθηκε, παρά την εικόνα που καλλιεργούνταν από την Ε.Ε., πως το παιχνίδι της λεγόμενης πράσινης ανάπτυξης το παρακολουθούν με ενδιαφέρον και οι Η.Π.Α. Μια σειρά ιδιαίτερα ρυπογόνες πολυεθνικές των Η.Π.Α., που συνέβαλαν και συμβάλλουν σημαντικά με την αδηφαγία τους στο ρήμαγμα του πλανήτη, ντύνονται τον πράσινο μανδύα και συμβάλλουν καθοριστικά με πολιτική έκφραση τους Δημοκρατικούς (Πελόσι, Αλ Γκορ, Ομπάμα) στην ενίσχυση της παγκόσμιας καμπάνιας ενάντια στην κλιματική αλλαγή.

Καμπάνια απύθμενης υποκρισίας που πριν ακόμη εκπνεύσει καλά καλά η πολιτική Μπους–Τσένι υιοθετούνταν πλέον στο Μπαλί το Δεκέμβρη του 2007 (με δεδομένη πλέον και την καθολική συμφωνία από το σύνολο της λεγόμενης επιστημονικής κοινότητας για τα ανθρωπογενή αίτια της κλιματικής αλλαγής) από το σύνολο των ηγετών και των κρατών του πλανήτη. Βεβαίως στο Μπαλί, πέρα από επικλήσεις, τελικά κάθε άλλο παρά δεσμεύτηκαν συγκεκριμένα οι μεγάλοι ρυπαντές, δηλαδή οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Φρονίμως ποιούντες για τα συμφέροντά τους, ούτε που διανοούνταν τότε να βάλουν κωλύματα στην καπιταλιστική ανάπτυξη όταν ήταν ήδη ορατός ο κύκλος της ύφεσης της παγκόσμιας οικονομίας που ακολούθησε. Ούτε για αστείο δεν δεσμεύτηκε τότε κανένας στο προσχέδιο της διάσκεψης που έθετε στόχους 25% έως 40% μείωση των ρύπων σε σχέση με το χαμηλό (για τα σημερινά δεδομένα) επίπεδο των ρύπων του 1990. Η Δύση μετά το βάλτωμα της γραμμής Μπους–Τσένι φάνηκε με άξονα τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό στο ζήτημα κλίμα-ενέργεια να επιδιώκει να στριμώξει τόσο τους παραγωγούς των ρυπογόνων τάχα υδρογονανθράκων όσο και την επιθετικά αναπτυσσόμενη Κίνα.

Βεβαίως ούτε η Δύση είχε (κάθε άλλο) ενιαία πολιτική ούτε το ζήτημα του ενεργειακού ανταγωνισμού διεξήχθη κυρίαρχα στο επίπεδο της φιλολογίας περί κλιματικής αλλαγής. Ομως υπήρχε όντως τα τελευταία δύο–τρία χρόνια έντονος συγχρωτισμός στο επίπεδο της φιλολογίας περί κλιματικής αλλαγής ανάμεσα στις δύο όχθες του Ατλαντικού, σε πλήρη αντίθεση με μια προηγούμενη εποχή που «αδιαμφισβήτητες» ακριβοπληρωμένες έρευνες στις Η.Π.Α. βεβαίωναν ότι τα καυσαέρια και το διοξείδιο του άνθρακα είναι σχεδόν ωφέλιμα…

Φτάσαμε έτσι μετά το Μπαλί να γίνεται συζήτηση για την μετά Κιότο εποχή και τι δεσμεύσεις πρέπει να διαδεχτούν το Κιότο, όταν η λεγόμενη επιστημονική κοινότητα, η IPCC και ιδιαίτερα οι Μ.Κ.Ο. κρούουν ολοένα και πιο δυνατά τον κώδωνα του κινδύνου της απειλής της κλιματικής αλλαγής. Επειδή ξέρουμε πόσο αιρετική ακούγεται η τοποθέτησή μας και για να μη θεωρηθεί ότι κάπου υπερβάλλουμε όταν μιλάμε για απύθμενη υποκρισία των ιμπεριαλιστών και των υπηρετών τους θα αναφέρουμε μόνο το στοιχείο πως όλα αυτά τα χρόνια της ιστορικής διαδρομής της κλιματικής φιλολογίας από το 1990 μέχρι σήμερα, παρά τους όρκους, τις δεσμεύσεις και τις συμφωνίες, οι ρύποι έχουν αυξηθεί παγκόσμια κατά 25%!

Το ίδιο και πιο ραγδαία έχει αυξηθεί και η κατανάλωση υδρογονανθράκων, ενώ διευρύνεται σημαντικά και η χρήση της πυρηνικής ενέργειας στην ηλεκτροπαραγωγή από τα πράσινα πλέον πυρηνικά (!!!) εργοστάσια. Ταυτόχρονα οι προβλέψεις έβλεπαν θεαματική άνοδο στην κατανάλωση υδρογονανθράκων τουλάχιστον πριν από το ξέσπασμα της ύφεσης. Ολα αυτά εξηγούν γιατί την ίδια ώρα που αφορίζονταν οι υδρογονάνθρακες και οι ρύποι τους ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός για τις πηγές και τους δρόμους μεταφοράς όχι απλά καλά κρατεί μα όλα αυτά τα χρόνια (της «ειρηνικής» διευθέτησης των «πανανθρώπινων» προβλημάτων) ήταν και είναι βασικό ζητούμενο καταστροφικών και οδυνηρών για τους λαούς πολέμων στη διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων.

Αυτό και μόνο το γεγονός φτάνει για να αποκαλύψει πως στη φύση του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος αυτό που ταιριάζει είναι ο ανταγωνισμός και μάλιστα λυσσαλέος και όχι η συνεννόηση, η βαρβαρότητα και η τάση προς την καταστροφή και όχι η υπηρέτηση πανανθρώπινων αναγκών. Από κει και πέρα, όλα τ’ άλλα έρχονται το πολύ δεύτερα, όταν δεν είναι απύθμενη υποκρισία χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.

Οσο για τη φιλολογία γύρω από το ζήτημα κλίμα και την αλήθεια για το μέγεθος και τα πραγματικά αίτια της όποιας κλιματικής αλλαγής, ας ευχηθούμε τουλάχιστον να υπερβάλλουν για να πιέσουν τα πράγματα οι κυρίαρχοι κατά πως τους βολεύει. Ομως σίγουρα η αδηφαγία του κεφαλαίου είναι τέτοια που έχει δημιουργήσει τεράστια προβλήματα και οικολογικές καταστροφές στον πλανήτη. Οι λίμνες, τα ποτάμια και οι θάλασσες από τη Λατινική Αμερική μέχρι την Κίνα και από τη Βόρεια Ευρώπη μέχρι τον Ασωπό καταμαρτυρούν τα έργα και τις ημέρες της καπιταλιστικής ανάπτυξης και αποκαλύπτουν τη μόνη αλήθεια για το σύστημα που κινείται με και για την παραγωγή κέρδους. Αλλωστε οι πόλεις τέρατα γίνονται ήδη καμίνι και θάλαμος αερίων το καλοκαίρι ανεξάρτητα από την κλιματική αλλαγή.

Φτάνοντας στην Κοπεγχάγη

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές έχει ήδη υπάρξει για πρώτη φορά μια σημαντική «προσφορά» των Η.Π.Α. για το κλίμα, όπως είναι ο τίτλος σχετικού άρθρου της «International Herald Tribune» που δημοσίευσε η εφημερίδα «Καθημερινή» στις 29/11. Ο Ομπάμα λοιπόν θα εμφανιστεί τελικά στην Κοπεγχάγη (μιας και πρέπει να πάει εκεί κοντά εκείνες τις μέρες και για το Νόμπελ ειρήνης) και θα προτείνει, παρά τις πιέσεις της Γερουσίας, μείωση των ρύπων κατά 17% (σε σχέση βέβαια με το 2005 και όχι με το 1990) και αυτό μέχρι το 2020, ενώ αντίστοιχα μείωση 30% μέχρι το 2025 και 42% μέχρι το 2030.

Αντίστοιχη «προσφορά» και πιο γενναιόδωρη έκανε την επόμενη μέρα η Κίνα, όπως είχε δεσμευτεί ο Ζιντάο στην πρόσφατη συνάντησή του με τον Ομπάμα... Ετσι, μια μέρα μετά τις Η.Π.Α., την Πέμπτη 26 Νοέμβρη, η Κίνα δεσμεύτηκε για μείωση 40–45% ανά μονάδα Α.Ε.Π. και μάλιστα μέχρι το 2020 (πάλι βέβαια, όπως οι Η.Π.Α., σε σύγκριση με το 2005 και όχι με το 1990).

Δεν είμαστε σε θέση αυτή τη στιγμή να ξέρουμε αν οι Ευρωπαίοι, π.χ., θα επιμείνουν και μέχρι πού σε πλειοδοσία στόχων μείωσης ή αν στοχεύουν να συμβιβαστούν μήπως η Γερουσία των Η.Π.Α. πάρει πίσω ακόμη και αυτή της την προσφορά! Αυτό που είναι δεδομένο είναι πως έχει υπάρξει συμφωνία των απείθαρχων του Κιότο (Η.Π.Α.-ΚΙΝΑ) και έκαναν προσφορά έστω με χαμηλά τον πήχη της μείωσης των ρύπων, ενώ αυτό που διαφαίνεται είναι πως είναι μάλλον δύσκολο παρ' όλα αυτά να υπάρξει τελική δεσμευτική συμφωνία. Σύντομα θα δούμε αν η διάσκεψη της Κοπεγχάγης θα σημάνει κάτι και τι ακριβώς στο ζήτημα του ανταγωνισμού για την ενέργεια και του γενικότερου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Αν θα υπάρξουν χαμένοι και κερδισμένοι, αν κάποιοι θα μείνουν εκτεθειμένοι, αν θα υπάρξουν και ποιες συμμαχίες κ.λπ.

Ολα αυτά είναι επίδικα της Κοπεγχάγης με μεγάλη σημασία και άμεση σχέση με τον ανταγωνισμό για την ενέργεια αλλά και τον συνολικότερο εμπορικό και οικονομικό πόλεμο που εντείνεται όσο η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση επιταχύνει τη διαδικασία αναδιάταξης στο πλαίσιο του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος.

Πράσινη ανάπτυξη ή πράσινη εξαπάτηση

Η «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» της 29/11/09 μας ενημερώνει για τις προσφορές των Η.Π.Α. και της Κίνας σε άρθρο με τίτλο «Ο πήχης όλο κατεβαίνει». Και, πράγματι, αν δει κανείς τι στόχους μείωσης εκπομπής CO2 απαιτούν οι διάφορες επιστημονικές επιτροπές με δεδομένο το λιώσιμο των πάγων και εφόσον δεχτούμε τη συσχέτιση, ο πήχης μπαίνει πολύ χαμηλά. Για μας, όμως, ακόμη κι αν δεχτούμε τη σοβαρότητα και την κρισιμότητα του ζητήματος της κλιματικής αλλαγής όπως ακριβώς παρουσιάζεται, δεν είναι έκπληξη η απροθυμία του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου να κάνει αυτά που απαιτούνται. Η συνοπτική αναφορά στην ιστορία του πράγματος, που καταλήγει, παρά τις επικλήσεις και τις δεσμεύσεις, σε αύξηση 25% των ρύπων, δείχνει την ευαισθησία που μπορεί να έχει το καπιταλιστικό σύστημα για το περιβάλλον, ενώ ήδη όλα αυτά τα χρόνια μια σειρά λαοί (Μέση Ανατολή, Καύκασος κ.λπ.) ένιωσαν στο πετσί τους το μόνο τρόπο που τελικά ξέρουν οι ιμπεριαλιστές για να πείθουν ουσιαστικά ο ένας τον άλλο. Θα ήταν καλά αυτή η συμπεριφορά του συστήματος να ανήκει στο παρελθόν και να ζούμε ήδη τη χαραυγή μιας άλλης εποχής, όπως προσπάθησαν και προσπαθούν (έστω, όσο μπορούν) να μας πείσουν με μεταμοντέρνες μεθόδους τόσο ο Ομπάμα όσο και οι ντόπιοι φερέλπιδες ηγέτες σαν τον Γ. Παπανδρέου ή, σε λίγο, τον Αντώνη Σαμαρά.

Ομως, αν οι χρουστσοφικές και γκορμπατσοφικές αυταπάτες έχουν πληρωθεί ήδη ακριβά από τους λαούς, οι σύγχρονες μεταμοντέρνες αυταπάτες, όσο χοντρές κι αν είναι, άλλο τόσο καταφέρνουν και δημιουργούν κλίμα στη βάση κύρια της υποχώρησης του κινήματος που θα μπορούσε να τις αποκαλύπτει μαζικά και ν’ ανοίγει δρόμους αποτελεσματικής διεκδίκησης στους λαούς για το παρόν και το μέλλον τους. Και βέβαια η πραγματικότητα δεν είναι άλλη πέρα απ’ αυτήν που ζουν καθημερινά οι λαοί. Της γενικευμένης κρίσης ενός συστήματος που με ύφεση ή με ανάπτυξη οδηγεί στη φτώχεια και στην πείνα τους λαούς, την ίδια ώρα που, καταστρέφοντας παραγωγικές δυνάμεις (χωράφια και εργοστάσια), οδηγεί μαζικά στην ανεργία τους εργαζόμενους. Της αδηφαγίας ενός συστήματος που έχει εξαπολύσει γενικευμένη επίθεση στους λαούς, με όρους ιστορικής ρεβάνς, απέναντι σε κάθε δικαίωμα, ακόμη και στο στοιχειώδες που είναι η ζωτική ανάγκη του ανθρώπου να αναπνέει καθαρό αέρα, να πίνει καθαρό νερό (ας αφήσουμε τη διατροφή) και να μην ασφυκτιά και να ψήνεται σε τσιμεντουπόλεις-τέρατα που συνεχώς επεκτείνονται. Το ΠΑΣΟΚ τολμά και μιλά για πράσινη ανάπτυξη την ίδια ώρα που η πολιτική του συνεχίζει να ερημώνει την ύπαιθρο και ετοιμάζει και νέα ταφόπλακα των χωριών, με νέο, πιο συγκεντρωτικό σύστημα τοπικής «αυτοδιοίκησης» και αποκέντρωσης τάχα των εξουσιών.

Χωρίς ίχνος ντροπής οι φερέλπιδες σωτήρες μας του ΠΑΣΟΚ συνεχίζουν και εντείνουν στο πλαίσιο της συνολικότερης επίθεσης το ξεκλήρισμα της αγροτιάς και θεωρούν τελειωμένη υπόθεση και το ομολογούν πλέον ανοιχτά και νομοθετούν ανάλογα το κυριολεκτικό ρήμαγμα της υπαίθρου. Είναι και αυτό ένα δείγμα ότι η πράσινη ανάπτυξή τους είναι πράσινα άλογα, μα δεν είναι μόνο αυτό…

Μια αναγκαία παρένθεση

Τη στέρηση του φυσικού περιβάλλοντος και τις συνέπειες από την καταστροφή της φύσης δεν τις ζούμε όλοι με τον ίδιο τρόπο και ούτε έχουν όλοι την ίδια ευθύνη. Ούτε βέβαια για τους ίδιους λόγους νοιάζονται όλοι και επί της ουσίας για την καταστροφή της φύσης. Και κυρίως δεν νοιάζονται και ούτε μπορούμε να περιμένουμε τις λύσεις του προβλήματος απ’ αυτούς που το δημιουργούν. Οι λύσεις βρίσκονται σε σύγκρουση με το σύστημα που μας καταστρέφει την ίδια τη ζωή. Πρέπει λοιπόν να διακρίνουμε όσο γίνεται τα επικοινωνιακά τρικ και την απάτη που θέλει να φορτώσει στο λαό την ευθύνη για την καταστροφή της φύσης. Π.χ., όλοι φταίμε - και αυτός που αφήνει τη βρύση ανοιχτή όταν πλένει τα δόντια του και η βιομηχανία που δηλητηριάζει τον Ασωπό και βέβαια κανένας τάχα ή τελικά η αστυφιλία φταίει που ερημώνει η ύπαιθρος και η Αττική έχει πάνω από το μισό πληθυσμό της Ελλάδας... Μα αφού, λένε, η Αθήνα και γενικότερα οι πόλεις-τέρατα είναι μια πραγματικότητα, δεν πρέπει να κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη μέσα σ’ αυτές; Ποιος μπορεί να το αρνηθεί;

Το ζήτημα βέβαια είναι με ποιους όρους μπορεί ο εργαζόμενος λαός με δεδομένη και τη φτώχεια να κάνει τη ζωή του καλύτερη μέσα στην πόλη-τέρας. Το ζήτημα είναι αν η εγκατάλειψη από μια σειρά δυνάμεις, ακόμη και από αντιεξουσιαστές, του παλιού συνθήματός τους «η κοινωνία της μόλυνσης δεν καθαρίζεται, αλλά ανατρέπεται» βοηθά την πάλη για καλύτερη πόλη ή αν η παράδοση στις ακτιβίστικες λογικές των Μ.Κ.Ο.(που, δυστυχώς, αντιγράφονται και από οργανώσεις που δηλώνουν αριστερές) απονευρώνει και διαλύει τελικά την όποια δυνατότητα μαζικής διεκδίκησης κάποιων πραγμάτων. Αλλά σ’ αυτά έχουμε ξαναναφερθεί και θα επανέλθουμε.

Η πράσινη ανάπτυξη σαν διέξοδος από την κρίση

Ενα ζήτημα στο οποίο ήδη έχουμε αναφερθεί είναι τα καινούρια πράσινα ρούχα με τα οποία το σύστημα θέλει να ντύσει τη λαομίσητη και χρεοκοπημένη στα μάτια των μαζών πολιτική του. Καθόλου αμελητέο. Αν μάλιστα υπάρχει σύμπνοια στο πλαίσιο του συστήματος, τότε το Νόμπελ Ειρήνης, π.χ., του Ομπάμα πιάνει τόπο και η επέκταση του πολέμου από το Αφγανιστάν στο Πακιστάν ή τα νέα εκστρατευτικά σώματα ξανά και ξανά (με 30.000 στρατιώτες το τελευταίο) περνούν στο απυρόβλητο. Είναι καλός ο πόλεμος του Ομπάμα… Είναι πόλεμος για να σταματήσει ο πόλεμος… Μάλιστα, έτσι και η πράσινη ανάπτυξη...

Είναι καπιταλιστική, είναι για το κέρδος, μα είναι καλή. Καμιά σχέση με την προηγούμενη που μας έφερε εδώ. Αναμφισβήτητα… Φυσικά και δεν πρέπει να τους πιστέψουμε. Και ούτε να υποτιμήσουμε την ανάγκη αποκάλυψης της πραγματικότητας. Ας δούμε τι συμβαίνει. Το Κιότο, π.χ., με το εμπόριο των ρύπων που θέσπισε δημιούργησε ένα έδαφος πράσινης ανάπτυξης στο πλαίσιο της Ε.Ε. κυρίως που στήριξε το Κιότο. Οποιος ρυπαίνει πληρώνει και είναι κύριος. Οποιος χρησιμοποιεί αντιρρυπαντική τεχνολογία πληρώνεται, πουλώντας τα δικαιώματά του στο χρηματιστήριο ρύπων. Στο πλαίσιο της πολιτικής εξοικονόμησης ενέργειας και μέσα από τη μεταφορά βρόμικων βιομηχανιών εκτός ευρωπαϊκού χώρου το ευρωπαϊκό κεφάλαιο τα προηγούμενα χρόνια κατάφερε (ασήμαντη παρ' όλα αυτά) μείωση των ρύπων, ουσιαστικά εξαγωγή τους σε άλλες χώρες. Μιλάμε βέβαια για τα χρόνια που είχαμε ραγδαία αύξηση των βρόμικων βιομηχανιών στις αναπτυσσόμενες χώρες και κράτημα στις μητροπόλεις των εργοστασίων προηγμένης τεχνολογίας, των υπηρεσιών της έρευνας κ.λπ. Μιλάμε βέβαια πριν από την κρίση, γιατί πλέον τα πράγματα αλλάζουν κάπως, καθώς φαίνεται από πολλές πλευρές.

Πλέον, π.χ., ενδέχεται και η Κίνα να έχει αναπτύξει σημαντικά και αντιρρυπαντικές τεχνολογίες και να έχει και αυτή πλέον δυνατότητες εξαγωγής τους. Ετσι, με δεδομένη και την ύφεση, δεν φαίνεται να δυσκολεύεται πλέον στο στρίμωγμα με τους ρύπους που πήγε να της επιβάλει η προηγμένη Δύση. Κάπου γράφτηκε πως η Βραζιλία πετυχαίνει και αυτή σημαντικούς αντιρρυπαντικούς στόχους. Είναι γνωστή εκεί η μαζική χρήση βιοκαυσίμων, όμως τι γίνεται με τη ραγδαία αποψίλωση του πνεύμονα του πλανήτη, του Αμαζονίου; Τι γίνεται με τη λεηλασία του περιβάλλοντος και της ζωής των ανθρώπων στην τεράστια ύπαιθρο της Ινδίας; Ποια τα αποτελέσματα των νέων δράσεων του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου στην Αφρική και γιατί τελικά, πέρα από τα δάκρυα για το λιώσιμο των πάγων, οι ιμπεριαλιστές διαγκωνίζονται ήδη επικίνδυνα για τα πετρέλαια και λοιπά ενεργειακά αποθέματα στο Βόρειο Πόλο;

Μ’ όλα αυτά, ένα πράγμα είναι σίγουρο. Το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο κινητοποιείται και δημιουργεί έδαφος έστω για κάποιες ανάσες ιδιαίτερα σε φάσεις κρίσης με οτιδήποτε μπορεί να του ανοίξει διεξόδους κερδοφόρας επένδυσης. Κάλλιστα μπορεί να επενδύσει στον πόλεμο, στην πώληση φαρμάκων ή βιταμινών στους υγιείς (που έχουν να πληρώσουν) ή ακόμη και στην πράσινη ανάπτυξη μέσω της αντιρρυπαντικής τεχνολογίας κ.λπ.

Το κλίμα και η αγορά υπάρχει. Τώρα, αν στην Κοπεγχάγη ή λίγο μετά κατορθώσουν οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού να επιβάλουν διεύρυνσή της και μέσα από ποιες συγκρούσεις ή συμμαχίες είναι ζητούμενο και θα το δούμε. Ομως, όπως και να έχει, αυτή η διαδικασία θα εξελιχθεί στο πλαίσιο που επιβάλλουν τα συμφέροντα του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου και θα υπηρετεί τη βασική κατεύθυνση της ταξικής διεξόδου που δίνει το κεφάλαιο στην κρίση του. Την ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζόμενων, τη μετακύλιση της κρίσης του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου στις εξαρτημένες χώρες.

Ισως στο μέλλον και παρά τα σημερινά φαινόμενα (χωρίς καμιά βεβαιότητα) να μειωθούν κάποια στιγμή οι ρύποι CO2 στο σύνολο του πλανήτη. Ομως νέοι ρύποι και νέοι, ακόμη μεγαλύτεροι, κίνδυνοι για τον πλανήτη και για τη ζωή μας θα προκύπτουν συνεχώς εφόσον το κίνητρο της όποιου χρώματος ανάπτυξης θα είναι το κέρδος. Η επέκταση της χρήσης πυρηνικής ενέργειας, τα βιοκαύσιμα είναι ήδη κάποια δείγματα πράσινης ανάπτυξης, ενώ στο όνομά της σύντομα μπορεί να πνιγεί η Μεσοχώρα των Τρικάλων για να παραχθούν νέες μεγαβατώρες, για να δουλέψουν τα νέα κλιματιστικά που προστίθενται συνεχώς αναγκαστικά στο καμίνι τσιμέντου και ασφάλτου της Αττικής και πάει λέγοντας.

Η ντόπια εκδοχή των μάγων της πράσινης ανάπτυξης

Και μιας και ήρθαμε στη χώρα μας, ας δούμε συνοπτικά και κλείνοντας τι έρχεται να υπηρετήσει η πολυθρύλητη πράσινη ανάπτυξη του Γ. Παπανδρέου. Ηδη αναφερθήκαμε στην κλιμάκωση των αδιεξόδων των αγροτών. Είναι ένα δείγμα επίσης η Μεσοχώρα, μα και όλη η δράση της ΔΕΗ που υπηρετεί πλέον την κερδοσκοπία μιας σειράς ομίλων που δραστηριοποιούνται στην ενέργεια. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) είναι όντως ένα πεδίο δόξης λαμπρό για κάποια επιχειρηματικά συμφέροντα, μα ο στόχος που μπαίνει, από το 7% που είναι σήμερα η συμμετοχή των ΑΠΕ στη συνολική παραγωγή ενέργειας στο 20%, δείχνει τα όρια αυτού του πεδίου στο βαθμό που μπαίνουν με κριτήριο την κερδοφορία των επιχειρήσεων. Και βέβαια σ’ ό,τι αφορά το λαό τα πρόστιμα για το λιγνίτη από την Ε.Ε. θα τα πληρώσει στο λογαριασμό.

Ταυτόχρονα θα χρυσοπληρώνει την όποια παραγόμενη ενέργεια των ΑΠΕ μια και θα είναι πράσινη και πρέπει να δώσουμε κίνητρα στις όποιες ληστρικές επενδύσεις που γίνονται συχνά σε βάρος του περιβάλλοντος με την ευρύτερη έννοια και ακόμη πιο συχνά σε βάρος των όρων της οικονομίας και της ζωής των κατοίκων μιας περιοχής - και υπάρχουν ήδη συγκεκριμένα εξοργιστικά παραδείγματα σε μια σειρά περιοχές, σαν τη Μεσοχώρα που αναφέραμε.

Ομως εκεί που ετοιμάζεται, καθώς φαίνεται, ένα καλοστημένο φαγοπότι για το κεφάλαιο είναι στον κατασκευαστικό τομέα. Και μιας και δεν κτίζονται νέα κτήρια με το πρόγραμμα «εξοικονομώ» φιλοδοξούν να δώσουν δουλειά στις εταιρίες παραγωγής και εμπορίας κουφωμάτων, μονωτικών και άλλων υλικών… Το πρόγραμμα κατευθύνεται από την Ε.Ε. και είχε ήδη εξαγγελθεί από τη Ν.Δ., το απέσυρε η νέα κυβέρνηση για να το επαναφέρει σε λίγο με τυμπανοκρουσίες και αφού εν τω μεταξύ έχουν ήδη προετοιμαστεί οι μεγάλοι του χώρου κατ’ ανάλογο τρόπο που έγινε και με τα κλιματιστικά πέρυσι.

Με δυο λόγια, στη χώρα μας η πράσινη ανάπτυξη του ΠΑΣΟΚ πέρα από πράσινα άλογα είναι βασικά συμμόρφωση στις κατευθύνσεις της ΕΕ αλλά και των ΗΠΑ που εξυπηρετούνται από τις πράσινες ευαισθησίες του Γ. Παπανδρέου, π.χ., που βάζει κωλύματα στους ανεπιθύμητους για τις ΗΠΑ αγωγούς.

Εκεί βέβαια που το πράγμα γίνεται προκλητικό, αν υποθέσουμε ότι φροντίζεις το περιβάλλον με το να πετάς πριν την ώρα τους κουφώματα ή κλιματιστικά, είναι η ιστορία με τα αυτοκίνητα. Ηρθε λοιπόν η ώρα ξανά να πετάξουμε το καταλυτικό τώρα αυτοκίνητο και να πάρουμε υβριδικό ή τέλος πάντων νέας αντιρρυπαντικής τεχνολογίας. Ο λογαριασμός για το περιβάλλον, αν πάρει μπρος ο τομέας πράσινη ανάπτυξη παγκόσμια, θα είναι σίγουρα προκλητικά ασύμφορος. Και επειδή το λογαριασμό, πέρα από το περιβάλλον, δεν τον αντέχει πρώτα και κύρια η τσέπη μας, πάνε να μας τον επιβάλουν. Ετσι θα τρίβουν τα μάτια τους τις επόμενες μέρες οι κάτοχοι παλιών Ι.Χ. με τα τσουχτερά πράσινα τέλη κυκλοφορίας, ενώ βέβαια οι πράσινοι φόροι δεν θα μείνουν μόνο στα Ι.Χ.

Κλείνοντας

Πολλά αποκαλυπτικά ειπώθηκαν από διάφορους παράγοντες του πολιτικού συστήματος της χώρας στο συνέδριο του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου τις προηγούμενες μέρες. Μεταξύ αυτών, η υπουργός Περιβάλλοντος επισήμανε πως έξοδος από την κρίση θα επιτευχθεί μόνο με την πράσινη ανάπτυξη. Οι εξελίξεις στο αμέσως επόμενο διάστημα θα είναι εξόχως αποκαλυπτικές. Είναι σίγουρο πως θα χορτάσουμε πράσινους φόρους. Σίγουρα στον τομέα των ΑΠΕ μια σειρά όμιλοι ακονίζουν τα μαχαίρια τους, αντίστοιχα οι εταιρίες κουφωμάτων και ενδεχομένως και κάποιοι άλλοι. Ομως όλη η ιστορία της πράσινης ανάπτυξης του ΠΑΣΟΚ και όχι μόνο δεν πρόκειται να τονώσει τίποτε άλλο πέρα από συγκεκριμένες τσέπες. Και στο επίπεδο της Ε.Ε. άλλωστε γι’ αυτό είναι σχεδιασμένα τα διάφορα προγράμματα τα οποία εδώ έρχονται ουσιαστικά πακέτο.

Αλλωστε και η Κοπεγχάγη, όπως εξηγήσαμε, τα συμφέροντα πολύ λίγων -των πιο ισχυρών ανάμεσά τους- έρχεται να εξυπηρετήσει και όχι των λαών. Τα συμφέροντα των λαών, όπως είπαμε, κατακτιούνται σε σύγκρουση μ’ αυτούς. Ειδικά σε μια εξαρτημένη χώρα σαν τη χώρα μας, εάν και εφόσον υπάρξουν πράσινες συμφωνίες και δεσμεύσεις, μάλλον θα είναι απ’ αυτές που ο λαός της πρέπει να πληρώσει, παρά τα περί του αντιθέτου λεγόμενα. Γιατί το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο ψάχνει απεγνωσμένα τις όποιες πιθανές διεξόδους από την κρίση του και λειτουργεί λυσσαλέα σε μια τέτοια κατεύθυνση. Και όσο η διέξοδος δυσκολεύει τόσο αυξάνεται ο ανταγωνισμός των ισχυρών και το φόρτωμα των σπασμένων στους αδύναμους.

Δεν ξέρουμε πόσο τα φωτοστέφανα των οικολογούντων του συστήματος και το κλίμα της υποκριτικής αγωνίας για το περιβάλλον στην Κοπεγχάγη θα μπορέσουν να κρύψουν αυτή την πραγματικότητα. Πάντως τα αποτελέσματα της δράσης του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστών θα γίνονται ολοένα και πιο καταστροφικά για τον εργαζόμενο άνθρωπο και για την ίδια τη φύση και μόνο η πάλη των λαών μπορεί ν’ αλλάξει τη ρότα των πραγμάτων.

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Στην οικονομία του κεφαλαίου οι εργαζόμενοι δεν είναι εταίροι αλλά εκμεταλλευόμενοι

Οι εργαζόμενοι σε πτώχευση

Με απεργίες και κινητοποιήσεις να αντισταθούμε

Σε εξαθλίωση και ανεργία οδηγούνται με απόφαση της ΕΕ και της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ οι εργαζόμενοι, που γι' άλλη μια φορά συνειδητοποιούν τα παιχνίδια που παίζουν στην πλάτη τους οι ιμπεριαλιστές, το κεφάλαιο και η κυβέρνηση που επιλέχθηκε από αυτούς για να προχωρήσει τις μεταρρυθμίσεις τους.

Πάγωμα των μισθών στο δημόσιο δεν σημαίνει απλώς ο ίδιος μισθός αλλά πραγματική μείωση και αφαίμαξη των εργαζομένων και των συνταξιούχων. Παράλληλα, οι "συμφωνίες" που επιβάλλονται στο δημόσιο αποτελούν απλησίαστη οροφή και στην πραγματικότητα οδηγό νέας αφαίμαξης για τον ιδιωτικό τομέα. Η επίσπευση της υπογραφής της νέας συλλογικής σύμβασης μεταξύ ΓΣΕΕ και εργοδοσίας, που ζητάει ο ΣΕΒ, έρχεται να επικυρώσει ακριβώς αυτή την απόφαση των βιομηχάνων να παγώσουν τους γλίσχρους μισθούς και τα μεροκάματα που ισχύουν με το τέλος της προηγούμενης επαχθούς διετούς συμφωνίας.

Πίσω από τις απειλές για "χρεοκοπία της χώρας" και έναν προϋπολογισμό "προ πτώχευσης" βρίσκονται οι ακόρεστες διαθέσεις του κεφαλαίου για ακόμη μεγαλύτερη επίθεση στην εργατική τάξη και μεγαλύτερα κέρδη για το ίδιο. Τόσο η επιτήρηση των ιμπεριαλιστικών λύκων της ΕΕ όσο και οι προτάσεις του ΟΟΣΑ για "διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στο δημοσιονομικό τομέα, στις συντάξεις, στην υγεία και στην παιδεία", για "μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας και μεγαλύτερη ευκινησία" αλλά και για "πάταξη της διαφθοράς και μείωση των δαπανών" μεταφράζονται σε απολύσεις, κόψιμο των συντάξεων, κατάργηση της δωρεάν περίθαλψης αλλά και ξεπέταγμα της νεολαίας των φτωχώτερων στρωμάτων από τη δημόσια παιδεία.

Οι εκβιασμοί αυτοί των "αρνητικών" αριθμών (χρέους, ελλείμματος, ανάπτυξης κ.λπ.) καταλήγουν στην "εθνική έκκληση” να επιμερισθούν οι "κοινωνικοί εταίροι" τις ευθύνες και τα καθήκοντα για μια "εθνική ανόρθωση" της οικονομίας, για ξεπέρασμα της κρίσης με ...επιμερισμό των υποχρεώσεων.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απάτη και ψέμα από αυτές τις εκκλήσεις. Οι εργαζόμενοι δεν είναι κοινωνικοί εταίροι σε μια εθνική οικονομία. Είναι η οικονομία του κεφαλαιοκρατικού συστήματος που βρίσκεται σε κρίση, ακριβώς επειδή απαιτεί μεγαλύτερο ξεζούμισμα των εργαζομένων αλλά και νέα ανακατανομή των αγορών για το κεφάλαιο. Οι εργαζόμενοι βρίσκονται στην άλλη όχθη. Στην πλευρά των εκμεταλλευόμενων, στην πλευρά αυτών που ξεζουμίζονται σαν λεμονόκουπα για να ξεπεράσει το σύστημα την κρίση του. Δεν υπάρχουν, λοιπόν, κοινοί στόχοι και συμφέροντα παρά μόνο ταξικά.

Καμία, λοιπόν, συμφωνία δεν μπορεί να γίνει στη λογική των "κοινωνικών εταίρων". Καμία έκπτωση στα μισθολογικά και εργατικά δικαιώματα δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή από τους εργαζόμενους, ακόμη κι αν οι εργατοπατέρες -όπως κάνουν πάντα- ξεπουλήσουν κάθε εργατική κατάκτηση. Οι μεταρρυθμίσεις τους σημαίνουν για τους εργαζόμενους νέα βάρη και μεγαλύτερη φτώχεια.

Ας οικοδομήσουμε σε κάθε χώρο, με κάθε τρόπο, αντιστάσεις στην αδίστακτη επίθεση που έχει εξαπολύσει το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο και οι ντόπιοι υπηρέτες του. Τα συμπτώματα του πολυκερματισμού που εμφανίζονται σε εργατικές κινητοποιήσεις (π.χ., stage, συμβασιούχοι) μπορεί να ικανοποιούν μικροκομματικούς ανταγωνισμούς, όμως δεν οφελούν τους εργαζόμενους.

Ο νέος προϋπολογισμός, το νέο φορολογικό, η νέα συλλογική σύμβαση που επιδιώκεται να συμφωνηθεί εσπευσμένα, τα νέα μέτρα κατάργησης, ουσιαστικά, των συντάξεων, οι νέοι νόμοι που επεξεργάζονται για σχολεία και ΑΕΙ πρέπει να βρουν τους εργαζόμενους και τη νεολαία στους δρόμους. Για να αποκτήσει πραγματικό, πολιτικό νόημα η εξέγερση του Δεκέμβρη. Για να ξεσπάσουν νέες εξεγέρσεις εργαζομένων και νεολαίας.

Αυτά που έρχονται είναι αυτά που έχουμε να αντιπαλέψουμε

Πολύ νωρίτερα απ’ όσο οι περισσότεροι υπολόγιζαν, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πέταξε τα προεκλογικά φτιασίδια και έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο. Ετσι, προχώρησε στις απολύσεις των εργαζομένων στα stage και ανοίγει το δρόμο και σε άλλες. Ετοιμάζει πραγματική φορολογική επιδρομή. Παγώνει –στην ουσία- τους μισθούς από τη μια, ενώ από την άλλη οι τιμές παίρνουν την ανηφόρα. Προγραμματίζει, λέει, περιστολή της σπατάλης, ετοιμάζει «σφιχτό» προϋπολογισμό με ήδη γνωστό το ποιους αφορούν αυτές οι περικοπές. Αναγγέλλεται η επίθεση στον εκπαιδευτικό χώρο και τη νεολαία, ετοιμάζεται το «άνοιγμα» του ασφαλιστικού και έπονται πολλά.

Οι εξηγήσεις, η δικαιολόγηση αυτών των μέτρων είναι ανάλογη του χαρακτήρα της πολιτικής που τα υπαγορεύει και των δυνάμεων που τα προωθούν. «Δεν γνώριζαν», λέει, τα πραγματικά δεδομένα όταν έκαναν τις προεκλογικές τους εξαγγελίες. Το μέγεθος του ελλείμματος. Το χρέος. Υφιστάμεθα, άλλωστε, και τις συνέπειες της κρίσης. Τις πιέσεις της ΕΕ.

Δεν γνώριζαν; Το πρώτο είναι ότι όφειλαν να γνωρίζουν. Το αληθινό είναι ότι γνώριζαν και πολύ καλά μάλιστα. Το έλλειμμα; Ποιο, πώς και γιατί. Το ελληνικό κεφάλαιο έχει πραγματοποιήσει τεράστια κέρδη κατά την τελευταία εικοσαετία. Από την ασύδοτη εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και συνολικά του ελληνικού λαού. Από τη θηριώδη εκμετάλλευση εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών. Από τα επιχειρηματικά ανοίγματα στις βαλκανικές και παραδουνάβιες χώρες κ.α. Από τη διαρπαγή των οικονομιών ενός κόσμου με το μεγάλο κόλπο του χρηματιστηρίου. Πώς έλλειμμα δηλαδή;

Το χρέος; Αλήθεια σε ποιον και γιατί χρωστάει ο εργαζόμενος των 1.000 ευρώ; Ο συνταξιούχος των 700; Ο αγρότης με το εκμηδενισμένο εισόδημα; Ο άνεργος με το μηδενικό; Σε ποιον χρωστάνε όλοι αυτοί που εργάζονται μια ζωή παράγοντας πλούτο και αντί να πληρώνονται πληρώνουν; Οσο για την κρίση και τις πιέσεις της ΕΕ, εδώ θα θυμίσουμε καταρχάς ένα πράγμα. Η επίθεση στον εργαζόμενο λαό αναπτύσσεται εδώ και πολλά χρόνια και πολύ πριν εκδηλωθεί η κρίση.

Αυτό δίνει και μια πρώτη απάντηση στο άλλο παραμύθι. Οτι τα μέτρα αυτά είναι προσωρινά. Οτι αφορούν μια προσπάθεια ανασυγκρότησης, ανάκαμψης, που θα διαρκέσει, λέει, δύο-τρία χρόνια. Δεν είναι απλώς ένα ακόμη ψέμα. Είναι η προσπάθεια συγκάλυψης της κατάστασης που έχουν να αντιμετωπίσουν οι εργαζόμενες λαϊκές μάζες τα επόμενα χρόνια. Την επίθεση που θα δεχτούν στη βάση μιας πολιτικής συνολικού εξανδραποδισμού και που θα εκτείνεται σε βάθος χρόνου. Αλλωστε, με έναν τρόπο το ομολογούν και οι ίδιοι οι παράγοντες του συστήματος όταν λένε ότι έρχεται μεν η ανάκαμψη αλλά με αύξηση της ανεργίας. «Παράδοξο»; Οχι ακριβώς. Αλλά θα αναφερθούμε παρακάτω.

Πώς και γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Πώς γίνεται, αλήθεια, η ανθρωπότητα να έχει αναπτύξει τις παραγωγικές της δυνατότητες σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι, λ.χ., πριν από 20 ή 30 χρόνια, να έχει αυξηθεί ανάλογα ο παγκόσμιος πλούτος και ταυτόχρονα να εξαπλώνεται σε τεράστια κλίμακα η φτώχεια, η αθλιότητα, η δυστυχία;

Τη βασική, την πρωταρχική αιτία θα πρέπει να την αναζητήσουμε στο ίδιο το σύστημα. Το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα είναι ένας οργανισμός που δεν «χορταίνει» ποτέ. Αντίθετα, όσο πιο πολλά κέρδη σωρεύει τόσο ανοίγει η όρεξη για περισσότερα, όσες περιοχές καταπίνει τόσο θεριεύει η τάση του για μεγαλύτερη λεία. Εναν και μόνο φραγμό γνωρίζει! Αυτόν που μπορεί να ορθώσει η αντίσταση, η πάλη των λαών. Είναι το μόνο που υπολογίζει και φοβάται.

Εδώ, μ’ αυτό το ζήτημα συνδέεται και η εξέλιξη που «έλυσε» τα χέρια του συστήματος. Η υποχώρηση, η ήττα του εργατικού, επαναστατικού, κομμουνιστικού κινήματος και η παλινόρθωση στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Συνακόλουθα η αποδιοργάνωση, αποσύνθεση της δύναμης αντίστασης των λαών, η εξάλειψη της απειλής που αισθανόταν το σύστημα. Ασυγκράτητες, πλέον, οι δυνάμεις του συστήματος ανέπτυξαν σε μεγάλη έκταση και βάθος την επίθεση στην εργατική τάξη. Στόχος, η επαναθεμελίωση των ταξικών σχέσεων και σε βάση απόλυτης κυριαρχίας του κεφαλαίου. Ετσι ώστε να διασφαλίζεται η δυνατότητα απρόσκοπτης εκμετάλλευσης και σε βάθος χρόνου.

Οι καταρρεύσεις του ’89-91 έδωσαν την ευκαιρία στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (καταρχάς της Δύσης) να προχωρήσουν σε μια εκστρατεία επανακατάκτησης, απαναποικιοποίησης του κόσμου. Στόχος και αποτέλεσμα, η ένταση της εκμετάλλευσης, η καταλήστευση, η οικονομική ερημοποίηση σειράς χωρών. Πρόκειται για κατευθύνσεις που αναπτύσσονται επί πολλά χρόνια πριν από την κρίση και που, φυσικά, συνεχίζονται και μετά απ’ αυτήν. Ας έρθουμε όμως και σ’ αυτό το θέμα.

Η κρίση δεν είναι ένα «φυσικό» φαινόμενο ούτε ένα «κακό» που μας βρήκε ξαφνικά και απροσδόκητα. Αποτελεί αναπόφευκτη έκφραση της ίδιας της φύσης και της λειτουργίας του συστήματος. Οφείλεται κατά πρώτο λόγο στον παράγοντα που «κινεί» το σύστημα: το κέρδος. Η ακόρεστη αναζήτηση του μέγιστου δυνατού κέρδους είναι αυτή που στερεύει τις πηγές του κέρδους. Η ασύδοτ εκμετάλλευση των πλατιών λαϊκών μαζών είναι που περιορίζει τη δυνατότητα «πραγμάτωσης» -και πάλι- του κέρδους. Η ασυγκράτητη τάση υφαρπαγής υπεραξίας (ακόμη και μεταξύ τους) είναι που ενισχύει την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου, τη δημιουργία και το γιγάντωμα της «φούσκας». Το σκάσιμό της ανέδειξε τους όρους της κρίσης, συμπαρασύροντας όλες τις λειτουργίες του συστήματος.

Η άμεση απάντηση ήταν η προσπάθεια διάσωσης του χρηματιστικού-τραπεζικού συστήματος, αυτού του μηχανισμού ληστείας και υφαρπαγής με ενέσεις δισεκατομμυρίων. Συνακόλουθα, τόσο σαν σύστημα συνολικά όσο και, κυρίως, σαν κάθε ιμπεριαλιστικός σχηματισμός ξεχωριστά, η προσπάθεια διαμόρφωσης όρων νέας κερδοφορίας για το κεφάλαιο. Με την ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Τη διεύρυνση των όρων καταλήστευσης των εξαρτημένων χωρών. Με την όξυνση του ανταγωνισμού ανάμεσά τους και τις μεθοδεύσεις υφαρπαγής υπεραξίας του ενός από τον άλλο.

Ωστόσο ούτε αυτά αρκούν. Χωρίς πραγματική μεγέθυνση στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας όλα αυτά είναι απλώς στον αέρα. Αλλωστε, με έναν τρόπο το αποκαλύπτουν και οι ίδιοι και ακριβώς εκεί που προσπαθούν να δημιουργήσουν κλίμα αισιοδοξίας. Οταν διακηρύσσουν ότι έρχεται η ανάκαμψη αλλά –«δυστυχώς»- με αύξηση της ανεργίας. Αλλο ένα «παράδοξο» του συστήματος; Ναι, αλλά όχι ακριβώς.

Πραγματική ανάκαμψη σημαίνει μόνο πραγματική ανάπτυξη στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας. Συνακόλουθα αυτό σημαίνει μεγαλύτερη ζήτηση εργατικών χεριών και –αυτονόητα- περιορισμό της ανεργίας. (Ας συμπληρώσουμε εδώ ότι αύξηση της ανεργίας –παρ’ όλη την «ανάκαμψη»- σημαίνει ταυτόχρονα παραπέρα μείωση του μεριδίου της εργατικής τάξης, περιορισμός των ασφαλιστικών και άλλων δικαιωμάτων). Οσο και αν φλυαρούν οι «οικονομολόγοι» του συστήματος, ανάκαμψη δεν σημαίνει το «φούσκωμα» των μετοχών με κεφάλαια από το... μέλλον. Αντίθετα, με μια τέτοια πρακτική αυξάνονται οι κίνδυνοι μιας νέας και ακόμα πιο επικίνδυνης φούσκας, μιας και το σύστημα έχει εξαντλήσει τις νομισματικές –και όχι μόνο- εφεδρείες του για την αντιμετώπιση της προηγούμενης. Στην πραγματικότητα, το σύστημα έχει πιάσει τά όρια των όρων στη βάση των οποίων λειτουργεί και των συσχετισμών στο πλαίσιο των οποίων κινείται.

Με βάση αυτά, η «διέξοδος», δηλαδή το πέρασμα σε μια άλλη φάση, προϋποθέτει είτε μια νέα (οικονομική) εκτίναξη είτε μια ανακατανομή των αγορών που με βάση τα πραγματικά δεδομένα το ένα προϋποθέτει το άλλο. Με αυτούς τους όρους η επίθεση στην εργατική τάξη και συνολικά στους λαούς παίρνει όλο και περισσότερο τα χαρακτηριστικά μιας διαδικασίας «πρωταρχικής συσσώρευσης». (Στην Κίνα, λ.χ., αυτό είναι ολοφάνερο). Ωστόσο, και πέρα από το τι σημαίνει αυτό για τη διάρκεια της επίθεσης ενάντια στους λαούς, ούτε αυτό αρκεί. Μια τέτοιου είδους συσσώρευση συνεπάγεται ανάλογης κλίμακας επενδύσεις που με τη σειρά τους προϋποθέτουν τη διασφάλιση ανάλογου –πλανητικού- εύρους αγορών.

Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η πάντα υπαρκτή πολιτική διάσταση του ζητήματος (η «συνάντηση» της οικονομίας με την πολιτική, όπως έχουμε αναφερθεί παλιότερα). Η ανακατανομή των αγορών ήταν πάντα και παραμένει ένα κυρίως πολιτικό ζήτημα. Και εδώ ερχόμαστε σε ένα άλλο κεφάλαιο.

Εδώ και χρόνια συντελείται μια διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων. Η αφετηρία της βρίσκεται στο «τέλος» του μεταπολεμικού (αναφερόμαστε στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο) κόσμου. Το σημείο καμπής ήταν οι ανατροπές που συντελέστηκαν στην περίοδο '89-91 και έδωσαν –σε πρώτη ανάγνωση- τον κύριο ρόλο στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Δύσης με επικεφαλής τις ΗΠΑ.

Ηταν έτσι, αλλά όχι ακριβώς. Οι πραγματικοί συσχετισμοί στον κόσμο δεν ήταν αυτοί που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του ’90 - και αυτό φαίνεται ολοένα και περισσότερο. Η Δύση δεν είναι τόσο ενιαία όσο πιστευόταν και, πέρα από Ρωσία, Κίνα, βγαίνουν στο προσκήνιο και άλλες δυνάμεις (Ινδία, Βραζιλία), ενώ στα «ρήγματα» που διαμορφώνονται «διεισδύουν» και μικρότερες δυνάμεις, αναζητώντας ρόλους.

Για να περιοριστούμε στα πλέον ουσιώδη: Συντελείται εδώ και καιρό μια διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων που εξελίσσεται με όρους ενός όλο και πιο άγριου ανταγωνισμού σε όλα τα πεδία. Οικονομικό, πολιτικό, στρατιωτικό, στρατηγικό, στο πεδίο των συμμαχιών. Για να το πούμε όσο γίνεται πιο απλά: Πρόκειται για μια εξέλιξη που διαμορφώνει τη νέα διάταξη –τη νέα «ιεραρχία»-δύναμης στον κόσμο και στην οποία η θέση τής κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης δεν είναι καθόλου δεδομένη. Είναι παραπάνω από καθαρό ότι δεν πρόκειται για ένα ζήτημα που μπορεί να απαντηθεί με διά βίου λύσεις και στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Πρόκειται για ένα ζήτημα που θα λυθεί (ή θα «λυθεί») στη βάση του πιο άγριου ανταγωνισμού, ακόμη και αναμετρήσεων, έμμεσων ή και άμεσων, με όλους τους κινδύνους που συνεπάτεται κάτι τέτοιο για τον κόσμο.

Αυτή η κατάσταση ασκεί μια μεγάλη πίεση και στις αστικές τάξεις των μικρότερων εξαρτημένων χωρών. Οταν η ΕΕ πιέζει για περισσότερα μέτρα, αυτό που διεκδικεί είναι η διασφάλιση και διεύρυνση των όρων εκμετάλλευσης του ελληνικού λαού και των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας. Οταν οι ΗΠΑ πιέζουν, εκβιάζουν και απειλούν, αυτό που απαιτούν είναι η μεγαλύτερη ευθυγράμμιση στους επιθετικούς ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς τους. Απέναντι σ’ αυτά, η αστική μας τάξη (όπως και άλλων εξαρτημένων χωρών), όντας εκμεταλλευτική από τη φύση της και αντιλαϊκού χαρακτήρα, ούτε το μπορεί αλλά ούτε καν το διανοείται να στηριχτεί στο λαό και να αντιδράσει. Αντίθετα, προσπαθεί να περισώσει ό,τι μπορεί από την κυριαρχία της (πάνω στο λαό) και τα εκμεταλλευτικά της προνόμια, συμμορφούμενη στις ιμπεριαλιστικές υπαγορεύσεις και πάντα σε βάρος του λαού και της χώρας.

Εδώ ακριβώς βρίσκονται οι εξηγήσεις για την πολιτική που προωθεί το ΠΑΣΟΚ και που κάλλιστα θα μπορούσε να ήταν πολιτική της ΝΔ αν αυτή κέρδιζε τις εκλογές.

Τα συμπεράσματα που εμείς βγάζουμε με όλα αυτά. Η επίθεση ενάντια στον εργαζόμενο λαό και τη νεολαία θα συνεχιστεί για όλη την επόμενη περίοδο και θα ανακοπεί μόνο και εφόσον η λαϊκή αντίσταση και πάλη αναπτυχθεί στο επίπεδο που να μπορεί να την... ανακόψει. Οι επεμβάσεις, οι επιδρομές, τα μακελέματα των λαών από τους ιμπεριαλιστές θα αποτελούν την πραγματικότητα της επόμενης περιόδου και για όσο διάστημα δεν ορθωθεί φραγμός ένα παγκόσμιο μέτωπο πάλης των λαών. Ο κίνδυνος ενός γενικευμένου πολέμου θα συνεχίσει να απειλεί τον κόσμο μέχρις ότου η ανατροπή αυτού του συστήματος και το πέρασμα στο σοσιαλισμό επιβάλλει το σεβασμό στην ειρήνη, τον άνθρωπο, τη φύση.

Αυτές οι προοπτικές είναι που ορίζουν και τις βασικές αναγκαιότητες και κατευθύνσεις πάλης. Την κατεύθυνση συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων και σε επίπεδο που να είναι ικανές να αναμετρηθούν αποτελεσματικά με τις δυνάμεις του συστήματος. Κεντρική θέση σ’ αυτό έχει η αναγκαιότητα της «εκ νέου» συγκρότησης της εργατικής τάξης σε «τάξη για τον εαυτό της». Σε διαλεκτική συνάρτηση μ’ αυτό, ο προσανατολισμός στην κατεύθυνση ανασύστασης, ανασυγκρότησης του εργατικού, επαναστατικού, κομμουνιστικού κινήματος.

Αμεση αναγκαιότητα η ανάπτυξη της αντίστασης στην επίθεση του συστήματος και στην κατεύθυνση συγκρότησης ενός πλατιού και πολύμορφου Μετώπου Αντίστασης μέσα από την Κοινή Δράση. Οχι μόνο γιατί κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο για την αντιμετώπιση των άμεσων προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο λαός αλλά και γιατί αποτελεί το μόνο πεδίο στο οποίο μπορούν να διαμορφώνονται οι όροι συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων.

Αυτές οι κατευθύνσεις θα πρέπει να κατανοούνται πρώτα και πάνω απ' όλα σαν κατευθύνσεις πάλης. Μιας πάλης που θα αναπτύσσεται όχι μόνο απέναντι στις δυνάμεις του συστήματος αλλά και θα αντιμετωπίζει αυταπάτες, καιροσκοπισμούς και λαθεμένες αντιλήψεις στο πλαίσιο του κινήματος.

Είναι ζήτημα πάλης η «αναγνώριση» της πραγματικότητας όπως αυτή έχει απέναντι στην ωραιοποιημένη εικόνα που πλασάρει το σύστημα αλλά και στις κάθε είδους αυταπάτες που καλλιεργούνται από άλλες πλευρές.

Είναι ζήτημα πάλης η απόρριψη της άποψης πως ο καπιταλισμός είναι «μονόδρομος». Απψη την οποία άλλοι αποδέχονται, άλλοι υποτάσσονται σ’ αυτήν και άλλοι συμμορφώνονται στους όρους της παρά τις περί του αντιθέτου ρητορείες τους.

Είναι ζήτημα πάλης η υλοποίηση της κατεύθυνσης συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων, επειδή κάτι τέτοιο αναιρεί την πρωτοκαθεδρία του «κοινοβουλευτικού δρόμου» που έχουν σαν άξονα κίνησής τους οι δυνάμεις της υποτιθέμενης Αριστεράς και τους ωθεί στην κατεύθυνση πραγματικής αναμέτρησης με το σύστημα.

Είναι ζήτημα πάλης ο προσανατολισμός στην κατεύθυνση ανασύστασης, ανασυγκρότησης του εργατικού, επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος, επειδή οι ίδιες αυτές δυνάμεις και ανεξάρτητα με το αν βολεύονται με «ορθόδοξα» ή «μεταμοντέρνα» σχήματα ούτε θέλουν ούτε μπορούν να σταθούν απέναντι στα πραγματικά προβλήματα που έχει αναδείξει η ταξική πάλη.

Είναι ζήτημα πάλης η προώθηση της Κοινής Δράσης και για την οικοδόμηση του Μετώπου Αντίστασης. Η «απροθυμία» ή και το σαμποτάρισμα μιας τέτοιας κατεύθυνσης δεν οφείλεται απλώς σε «στενοκεφαλιά» ή ανύπαρκτη θεώρηση των πραγμάτων και των αναγκαιοτήτων που θέτουν. Γίνεται κυρίως επειδή η υλοποίηση μιας τέτοιας κατεύθυνσης θα εξέθετε –και με όρους κινήματος- τις πραγματικές ιδεολογικές απόψεις και πολιτικές κατευθύνσεις αυτών των δυνάμεων.

Βασίλης Σαμαράς