Καθημερινά αναπαράγεται πιο οξύ, πιο άγριο, το σχήμα των εκβιασμών και των απειλών που σφίγγει σαν θηλιά τη χώρα, τους εργαζόμενους και τη νεολαία. Η αφετηρία τους βρίσκεται στα ίδια τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, που στις συνθήκες της κρίσης αντιμετωπίζουν τη χώρα όχι «απλώς» σαν πεδίο καταλήστευσης - όπως πάντα έκαναν. Αλλά ακόμα και σαν αναλώσιμο πιόνι σε έναν ανταγωνισμό που απαιτεί εκκαθαρίσεις και συσσωρεύσεις κλίμακας για να ξεπεραστεί η κρίση, δηλαδή το μπλοκάρισμα της κερδοφορίας του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου και ταυτόχρονα για να στηθεί το νέο «σχήμα» του ιμπεριαλιστικού-κεφαλαιοκρατικού κόσμου, πιο άγριο και «αυθεντικό» μετά τις ανατροπές και τις «νοθεύσεις» που του επέβαλε το κομμουνιστικό κίνημα και η λαϊκή πάλη στον προηγούμενο αιώνα.
Εγχώρια βάση αναφοράς και στήριξης αυτής της θηλιάς είναι οι τραπεζίτες, το ντόπιο κεφάλαιο, η εργοδοσία, η αστική τάξη της χώρας. Αυτοί που τη γέννησή τους και την ύπαρξή τους τη στηρίζουν και την οφείλουν στους ιμπεριαλιστές πάτρωνές τους. Αυτοί που, ακόμα και όταν βλέπουν πως η παραγωγική αποσυγκρότηση της χώρας, η παραρτημοποίησή της φτάνει όπως τώρα στα ύψη, γίνονται ακόμα πιο παρασιτικοί, ακόμα πιο ληστρικοί και βάρβαροι. Γιατί δεν έχουν άλλο δρόμο, δεν έχουν άλλον τρόπο για την αναπαραγωγή τους από αυτόν της πλήρους συμμόρφωσης στους ιμπεριαλιστές αφέντες. Γιατί μόνον έτσι μπορούν να σώσουν τη δυνατότητά τους να θησαυρίζουν από τα «μεγάλα έργα», τις χρηματιστηριακές τράμπες, τα ευρωπαϊκά πακέτα, τις αρπαχτές στα Βαλκάνια, το ξεζούμισμα των εργαζομένων Ελλήνων και μεταναστών στη χώρα.
Αυτοί είναι που με όλο το τεράστιο δίκτυο των σφουγγοκωλάριών τους παπαγαλίζουν καθημερινά και σε όλους τους τόνους τους ιμπεριαλιστικούς εκβιασμούς, τις απειλές της πτώχευσης, της κατάρρευσης της οικονομίας, των ασφαλιστικών ταμείων, της έκρηξης των ελλειμμάτων και του χρέους. Την ίδια στιγμή γνωρίζουν βέβαια πολύ καλά πως ακριβώς ο δικός τους ρόλος, η δικιά τους σχέση με το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο, η δικιά τους παρασιτική και αεριτζίδικη σχέση με τον πλούτο της χώρας είναι η βασιλική οδός της χρεοκοπίας, είναι η εγγύηση για τη διάλυση όλων των όρων ύπαρξης της χώρας σαν αυτόνομου οικονομικοκοινωνικού σχηματισμού. Ο κυνισμός τους είναι τέτοιος και τόσος ώστε να ομολογούν δημόσια πως «…(η ευρωπαϊκή εποπτεία) θα παραπέμπει στην προ εκατονταετίας εποχή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου και του εντιμότατου Εδουάρδου Λω, ο οποίος επέβαλλε και εισέπραττε υπέρ των δανειστών μας τους φόρους του περιβόητου μονοπωλίου στον καπνό, στο οινόπνευμα, στο αλάτι και στα σπίρτα» (ΒΗΜΑ 29/11/09).
Αυτός ο κυνισμός είναι η δημόσια ομολογία της συνείδησης του πλιατσικολόγου και ταυτόχρονα είναι η πιο ξεδιάντροπη και προκλητική -αλλά ειλικρινής- διακήρυξη στοχεύσεων της αστικής τάξης: Θα ξεπουλήσουμε καθετί που απέμεινε στη χώρα. Θα πνίξουμε το λαό στην ανέχεια, την ανεργία. Θα υποθηκεύσουμε για άλλη μια εκατονταετία το μέλλον των εργαζομένων και της νεολαίας για να αντέχουμε την αύξηση του spread, για να εισπράττουμε το πλούσιο μπαξίσι της σύγχρονης ιμπεριαλιστικής Πύλης.
Βέβαια αυτή η ομολογία στην κυρίαρχη και καθημερινή φιλολογία δεν κατατίθεται σαν τέτοια. Εκεί έχουμε την πιο απόλυτη αναστροφή της πραγματικότητας, όπου ο υπεύθυνος των προβλημάτων και των κινδύνων είναι ο «κακομαθημένος λαός». Εκεί η λύσσα για πλιάτσικο ενδύεται την ιερή οργή ενάντια στους «αναχρονισμούς», στο δικαίωμα στη μόνιμη και σταθερή δουλειά, στην ασφάλιση, στη σύνταξη, στην υγεία, στη μόρφωση, στην ελευθερία… Ολα αυτά δηλαδή που δεν συνάδουν με την ιμπεριαλιστική επέλαση, όλα αυτά που υπονομεύουν το καθεστώς της νόμιμης, μαζικής, άγριας ληστείας του λαού που πρέπει να εγκατασταθεί για να μη διαταραχθεί η σχέση του πλιάτσικου. Φτάνοντας λοιπόν εκεί επιστρατεύονται τα πάντα. Από τις εμβριθείς αναλύσεις για την ανάγκη να υπερασπιστούμε το «σκληρό ευρώ, για να έχει η ΕΕ φτηνές πρώτες ύλες και ενέργεια» (!) μέχρι τα άλλα γνωστά ξεδιάντροπα για τα «ιερά και τα όσια του έθνους που είναι το ποσοστό αναπλήρωσης και τα όρια συνταξιοδότησης». Τόσο απελευθερωμένα καγχάζουν οι άρπαγες των δισεκατομμυρίων, οι μεγάλοι απατεώνες, για τη λαϊκή «καθυστέρηση» που επιμένει να αγωνιά για τη σύνταξή της…
Η πολιτική διάσταση του ζητήματος
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επιλέχτηκε και στηρίζεται από τα κέντρα του συστήματος για να προωθήσει ακριβώς όλα τα παραπάνω. Με απόσταση σχεδόν έξι χρόνων από την προηγούμενη εικοσαετή κυβερνητική θητεία της, με «νέο» πρόσωπο και ένα κάρο «επικοινωνιακά» κατασκευάσματα, είναι σήμερα η καλύτερη επιλογή για το σύστημα. Η Ν.Δ. εγκαταλείπει τη φιλολογία του «μεσαίου χώρου» και με πρόεδρο τον Α. Σαμαρά δηλώνει έτοιμη να στηρίξει από πιο δεξιές θέσεις και με ένα πιο σκληρό προφίλ την αντιδραστική επίθεση. Το ΛΑΟΣ οξύνει διαρκώς τα ακροδεξιά, αντιδραστικά χαρακτηριστικά του και καταθέτει τις πιο ακραίες προθυμίες του στην υπηρεσία του συστήματος. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες συνομιλούν με το… σύστημα και νουθετούν στην κατεύθυνση της φρόνιμης υποταγής τους εργαζόμενους. Ο ΣΥΝ αναζητά τρόπους εφαρμογής της «προγραμματικής αντιπολίτευσης» και το ΚΚΕ τρόπους διαφυγής από τους κινδύνους που ενέχει η εμπλοκή στην… ταξική πάλη.
Ποιο είναι λοιπόν –με έναν τέτοιο συσχετισμό- το πρόβλημα για το σύστημα και την πολιτική που θέλει να εφαρμόσει; Γιατί διαρρέει μια ανησυχία για την κυβερνητική αποφασιστικότητα; Τι αντανακλούν τα σενάρια περί μιας τριχοτομημένης κυβέρνησης μεταξύ «αποφασισμένων», «μεσαίων» και αυτών που αναζητούν «κεντροαριστερό πλαίσιο»; Γιατί αιφνιδίως η ΑΔΕΔΥ αποχωρεί από το «διάλογο» για το ασφαλιστικό; Σε σχέση με αυτά και αρκετά άλλα ανάλογα ερωτήματα, πολλά είναι αυτά που μπορούν να ειπωθούν. Οσο μας αφορά, δύο ζητήματα είναι που θέλουμε να ξεκαθαρίσουμε γύρω από όλη αυτή τη συζήτηση.
Το πρώτο είναι ότι δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία γι' αυτό που βρίσκεται μπροστά μας. Το τριετές «πρόγραμμα σταθερότητας» και όπως αλλιώς ονομαστεί το πλαίσιο της επίθεσης που θα ξετυλίξει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ενάντια στο λαό και στη νεολαία θα είναι πρωτόγνωρο –παρ' όλο που υπάρχει πλούσια «εμπειρία» του λαού όλα τα τελευταία χρόνια- και ως προς την έκταση των μετώπων της και ως προς την οξύτητά της. Εργασιακές σχέσεις, ασφαλιστικό, φορολογία, δημόσιος τομέας, ιδιωτικοποιήσεις, περίθαλψη, εκπαίδευση, ελευθερίες-τρομοκρατία είναι τα θέματα τα οποία ήδη έχει ανοίξει η κυβέρνηση και με τις πιο αντιδραστικές στοχεύσεις για καθένα από αυτά. Επίμονα και μεθοδικά με ένα σύνολο δηλώσεων, «στοιχείων» και «αναλύσεων», με μια καταιγίδα εκβιασμών και απειλών, ο πρέσβης των ΗΠΑ, οι αξιωματούχοι της ΕΕ, ο πρωθυπουργός και τα κυβερνητικά στελέχη μαζί με όλο το δημοσιογραφικό προσωπικό τους διαμορφώνουν κάθε μέρα το πολιτικό κλίμα του… αναπότρεπτου. Το κλίμα της «απόλυτης ανάγκης» να μας συμβούν όλα αυτά, το κλίμα που στοχεύει στην παράλυση ακόμα και των σκέψεων για αντίσταση. Αυτή η κατεύθυνση δεν βρίσκει όχι «αντίπαλο» αλλά ούτε καν ενστάσεις εντός του πλαισίου του συστήματος και βέβαια και εντός του κυβερνητικού επιτελείου.
Το δεύτερο είναι ότι υπάρχει, παρ' όλα αυτά, πρόβλημα για το σύστημα! Το πρόβλημα αυτό είναι ο λαός και η νεολαία! Γιατί βέβαια ο ιδιαίτερα δυσμενής πολιτικός συσχετισμός που υπάρχει και αναφέραμε προηγούμενα δεν καταργεί τις ταξικές αντιθέσεις και την οργή του λαού. Αντίθετα, όλη η επίθεση των τελευταίων χρόνων και τα οικονομικά-κοινωνικά αποτελέσματά της, η εντεινόμενη αίσθηση ασφυξίας στη νεολαία και τους εργαζόμενους έχει μεγαλώσει το ταξικό χάσμα, έχει επεκτείνει σε μεγάλα τμήματα των μαζών την πρωτόλεια έστω αίσθηση της ταξικής αντιπαλότητας με το σύστημα και τα κόμματά του.
Αυτή ακριβώς η κοινωνική πραγματικότητα εκφράστηκε με μεγάλους αγώνες τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα από τη νεολαία, που δείχνει να είναι η πρώτη -αλλά κρίσιμη- «απώλεια» του συστήματος, τουλάχιστον συγκριτικά με το βαθμό πολιτικού ελέγχου που υπήρχε επ' αυτής την προηγούμενη δεκαετία. Το σύστημα λοιπόν και φυσικά η κυβέρνηση γνωρίζουν πως στο σχέδιο προώθησης της επίθεσης που ήδη έχουν βάλει σε λειτουργία υπάρχει ένας «αστάθμητος παράγοντας» που δεν μπορεί να ελεγχθεί και που η εμφάνισή του θα προκαλέσει ιδιαίτερα σοβαρές περιπλοκές και εν δυνάμει βαθιές παρενέργειες στις βασικές ισορροπίες. Αυτός των νεολαιίστικων-εργατικών-λαϊκών εκρήξεων. Προληπτικά μέτρα ενάντια στον κίνδυνο αυτόν παίρνονται πολλά. Από τον ιδεολογικό βομβαρδισμό για την «οριστική» ήττα των λαών ως τη χρησιμοποίηση ή την αξιοποίηση «δυναμικών ενεργειών» που ολοένα και πληθαίνουν. Και από την έκφραση «κατανόησης» των λαϊκών αγωνιών ακόμα και από μερίδα του υπουργικού συμβουλίου ή από τον Α. Σαμαρά ως την διά τηλεοράσεως αναγγελία των νέων εξοπλισμών που απέκτησε η ΕΛΑΣ! Ωστόσο, τίποτε από όλα αυτά δεν μπορεί τελικά να σβήσει το ταξικό χάσμα, να αλλάξει τους υλικούς κοινωνικούς όρους που συγκροτούν το πρόβλημα. Το ζήτημα παραμένει. Και οξύνεται από την κλιμάκωση της επίθεσης.
Οι όροι και οι ανάγκες του (επόμενου) Δεκέμβρη
Η λαϊκή οργή, λοιπόν, και η νεολαιίστικη αμφισβήτηση κόντρα στο συσχετισμό όπως αυτός αποτυπώνεται στο πολιτικό και συνδικαλιστικό επίπεδο διαμορφώνει μαζικά, κινηματικά ακόμα και εξεγερτικά γεγονότα. Ετσι, λ.χ. προέκυψε η απεργία των δασκάλων το 2006 ή η μάχη ενάντια στο νόμο Πετραλιά, που σε διάρκεια και μαχητικότητα ξεπέρασαν κατά πολύ τα «προβλεπόμενα» των «υποκινητών» τους, που ήθελαν μια μικρή αντιπολιτευτική φασαρία. Ακόμη περισσότερο έτσι γεννήθηκε και τράβηξε ο νεολαιίστικος ξεσηκωμός του 2006-07. Υπήρξε παρά τη θέληση όλων των κυρίαρχων-επίσημων δυνάμεων, κόντρα στη ρεφορμιστική Αριστερά. Αλλά και τροποποίησε με τη δύναμή του στάσεις και επιλογές όλων αυτών.
Ετσι ήρθε και ο Δεκέμβρης. Ο Δεκέμβρης που δεν «φαινόταν» πουθενά, ούτε μια μέρα πριν ξεσπάσει. Είχε βέβαια ισχυρή «αφορμή», που ήταν μαζί και αιτία, τη δολοφονία του Αλέξη. Ομως πάνω από όλα ο Δεκέμβρης είναι γνήσιο γέννημα αυτής της βαθιάς αντίφασης που είναι κάθε στιγμή και πιο έντονη. Από τη μια η φτώχεια, η ανεργία, τα αδιέξοδα, η τρομοκρατία, η πολιτική που πάει τη νεολαία στο σύγχρονο μεσαίωνα. Από την άλλη ο καταθλιπτικός πολιτικός-συνδικαλιστικός συσχετισμός που όχι μόνο δεν θέλει όλα αυτά να τα εκφράσει με αγώνες, στόχους, πάλη, αλλά αντίθετα θέλει να καταπνίξει κάθε αντίσταση, κάθε διαμαρτυρία, θέλει να υπερασπιστεί το καθεστώς (του). Αυτή η αντίφαση γέννησε το Δεκέμβρη και τον σημάδεψε σε όλα του. Στις μεγάλες κραυγές του, στις πολιτικές αδυναμίες του, στη δύναμή του, που ήταν το δίκιο των αρνήσεών του, των εναντιώσεών του, ακόμα και όταν αυτές δεν μπορούσαν ρητά να διατυπωθούν. Η μεγάλη και πρωταρχική του αξία ήταν λοιπόν ότι έδειξε πως δεν είναι «αληθινή» η σημερινή κυριαρχία. Ή, πιο σωστά, πως τα πράγματα δεν θα μείνουν έτσι. Θα αλλάξουν. Ταυτόχρονα ο Δεκέμβρης ρωτούσε. Οι μαθητές, οι φοιτητές, οι νέοι άνεργοι, οι μετανάστες ρωτούσαν τον εαυτό τους. Τι στόχους να βάλουν. Ποιον έχουν απέναντι. Πώς να οργανωθούν. Ποια νίκη διεκδικούν. Τα ερωτήματα όμως ακούγονταν από όλους και ήταν και είναι ερωτήματα των εργατών, των εργαζομένων, του λαού. Είναι τα ερωτήματα μιας μεγάλης συζήτησης που έστω υπόγεια, ακόμα και σπασμωδικά, διεξάγεται εδώ και μερικά χρόνια όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε πολλά σημεία του πλανήτη. Γι' αυτό εξάλλου ο Δεκέμβρης μίλησε και έξω από τη χώρα, στη νεολαία και τους λαούς της Ευρώπης αλλά και άλλων ηπείρων.
Για όλους αυτούς τους λόγους εμείς το Δεκέμβρη δεν τον «αντιμετωπίσαμε» ως μια «αστοχία υλικού», σαν μια στρέβλωση της κοινωνικής ζωής και της ταξικής πάλης, που έπρεπε να κατασταλεί, να περιθωριοποιηθεί, να σβήσει για να μην ταράξει τις ισορροπίες του συστήματος ή να μη μολύνει και ταράξει την υποταγή της καθεστωτικής Αριστεράς. Τον βιώσαμε και αγωνιστήκαμε μέσα σε αυτόν σαν αυτό που ήταν: μια σπουδαία έκρηξη που μπορούσε να δώσει σήμερα η ταξική πάλη.
Για μας λοιπόν η συζήτηση αυτή, που πλουτίστηκε από το Δεκέμβρη, έχει ορίζοντα το επαναστατικό, κομμουνιστικό, εργατικό κίνημα. Αμεσο και πρωταρχικό πεδίο της τη μαζική πάλη, το κίνημα. Αναντικατάστατη «μέθοδο» ανάπτυξής της, τη λογική και την πρακτική της κοινής δράσης. Διαρκές ζητούμενο, την πολιτικοποίηση, τη συσσώρευση ιδεολογικών, πολιτικών, οργανωτικών όρων συγκρότησης της πάλης και σε κάθε επίπεδο.
Εχουμε τη γνώμη πως ο Δεκέμβρης περιστρεφόταν γύρω από όλα αυτά. Τα αναζητούσε. Αυτό δεν το λέμε βέβαια με τη λογική της «έτοιμης απάντησης», αλλά με τη λογική μιας κατεύθυνσης που δεν θέλει όχι μόνο να μη σβήσει ο Δεκέμβρης αλλά ούτε και να ανακυκλωθεί στους όρους της ήττας και της ενσωμάτωσης που διαρκώς παράγουν και αναπαράγουν οι αστικές και οι (νεο)ρεφορμιστικές απόψεις. Οχι λοιπόν. Ο Δεκέμβρης δεν σβήνει, πάει μακριά, γιατί ήταν μήνυμα από το μέλλον. Γι' αυτό μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Ναι, βέβαια, «δεν φαίνεται» ο επόμενος, όπως δεν φαινόταν και ο προηγούμενος. Ομως ετοιμάζεται. Μέσα στην εργατική οργή. Στα σπίτια της λαϊκής ανέχειας. Στους κάμπους που ξαναζούν εδώ και χρόνια «τα σταφύλια της οργής». Και στη νεολαία. Που δεν μπορούν να τη γυρίσουν πίσω, να την πείσουν με τα «οράματα» ενός γιάπικου μέλλοντος, όπως έκαναν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90.
Νέοι Δεκέμβρηδες λοιπόν έρχονται. Και όχι μόνο της νεολαίας. Για τους κοινωνικούς-υλικούς όρους που τους γεννούν «δουλεύει» το σύστημα. Η φύση του, τα χαρακτηριστικά του, τα μπλοκαρίσματά του. Το ζητούμενο για το λαό μπαίνει διαφορετικά, ουσιαστικά είναι το ανάποδο από το πρόβλημα του συστήματος. Για το λαό είναι «απαντημένο» αντικειμενικά ότι έχει δίκιο. Το πρόβλημα για το λαό είναι το πολιτικό ζήτημα σε όλες του τις διαστάσεις και σε όλες του τις εκφράσεις. Ξεκινώντας από σήμερα να κάνει το δίκιο του δύναμη πάλης. Να το μορφοποιεί και να το αναπτύσσει. Να συγκεντρώνει δυνάμεις στα μέτωπα πάλης. Να απομονώσει τους κινδύνους των αντιδραστικών «λύσεων» που του προσφέρονται. Να προσπεράσει τη σύγχυση και την προσαρμογή της καθεστωτικής Αριστεράς. Για να μπορεί να αναμετρηθεί με τον αντίπαλο, με το σύστημα και τα κόμματά του.
Αυτά χρειάζονται και γι' αυτά χρειάζεται αγώνας, πηγαίνοντας προς τον επόμενο Δεκέμβρη. Για να τον φέρουμε πιο «κοντά». Αλλά κυρίως για να είναι πιο ισχυρός πολιτικά. Να μπορεί δηλαδή να διατυπώσει ρητά και με συνείδηση αυτά που ισχυροποιούν το κίνημα σε αυτή τη φάση, αυτά που αναδεικνύουν και δείχνουν προς την «απεραντοσύνη των σκοπών μας».