Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Ο αγροτικός ξεσηκωμός υπόθεση όλου του λαού!


Ο αγώνας της φτωχομεσαίας αγροτιάς, που με τα μπλόκα της δίκαιης οργής της σε όλη τη χώρα παλεύει να μη διωχτεί από τα χωράφια, να συνεχίσει να ζει δουλεύοντας σε αυτά, είναι ίσως η πιο αποκαλυπτική φωτογραφία της πραγματικής διάστασης των οικονομικών, ταξικών, πολιτικών ζητημάτων που αντιμετωπίζει ο λαός και η εργατική τάξη στη χώρα μας. Πριν από όλα αποκαλύπτει το σε ποια «έξοδο» από την κρίση οδηγούν τη χώρα και το λαό η Ε.Ε., το κεφάλαιο και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με τη στήριξη της Ν.Δ. και όλων των δυνάμεων του συστήματος. Η ένταση των πολιτικών ξεκληρίσματος της φτωχομεσαίας αγροτιάς –που χρόνια τώρα εφαρμόζονται- και η συνακόλουθη πλήρης διάλυση του πρωτογενούς τομέα της χώρας είναι το πραγματικό σχέδιο «νοικοκυρέματος» που έχει βάλει σε εφαρμογή η κυβέρνηση όσον αφορά την αγροτική-κτηνοτροφική παραγωγή! Αποκαλύπτεται δηλαδή πως η «εθνικά υπεύθυνη» πολιτική της κυβέρνησης και των κομμάτων του συστήματος δεν είναι παρά η πολιτική της λεηλασίας και της καταστροφής του πλούτου και των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας, η πολιτική που χερσώνει και ρημάζει τα χωράφια, τα χωριά και όλη την ύπαιθρο της χώρας, με όλες τις συνέπειες που αυτή έχει για τους εργαζόμενους των αστικών κέντρων. Είναι η πολιτική της πρόσδεσης και της υποταγής στα συμφέροντα των ευρωπαϊκών μονοπωλίων και του ντόπιου κεφαλαίου, η πολιτική που γεννά στρατιές ανέργων και εξαθλιωμένων την ίδια ώρα που γιγαντώνει τον παρασιτισμό και τρέφει τους κάθε λογής αεριτζήδες και μεταπράτες. Είναι η πολιτική ενός συστήματος που ακόμα και τα τρόφιμα, το γάλα των παιδιών, το νερό και τον αέρα των ανθρώπων τα παράγει και τα διαχειρίζεται με μόνο σκοπό το μέγιστο κέρδος - και γι' αυτό δεν διστάζει να τα δηλητηριάζει με όλους τους σύγχρονους τρόπους.

Ολα αυτά αποτελούν το πραγματικό περιεχόμενο της αντίθεσης που εκφράζεται στον αγώνα της φτωχομεσαίας αγροτιάς από τη μια και στις επιδιώξεις της Ε.Ε. και του κεφαλαίου από την άλλη. Ολα αυτά είναι που κάνουν τον αγώνα της αγροτιάς να μην είναι δική της μόνο υπόθεση, αλλά υπόθεση της εργατικής τάξης και όλου του λαού! Αν αυτό ίσχυε κάθε άλλη φορά όλα τα προηγούμενα χρόνια που οι φτωχομεσαίοι αγρότες ξεσηκώνονταν ενάντια στην πολιτική αφανισμού τους, ισχύει πολλές φορές περισσότερο στην περίοδο που διανύουμε, με την κρίση σε πλήρη εξέλιξη. Και ισχύει ακόμα περισσότερο στη συγκυρία που η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έχει ανάψει όλες τις μηχανές της επίθεσης ενάντια στο λαό και στη νεολαία.

Αυτή ακριβώς η συγκυρία είναι και το ιδιαίτερο πολιτικό στοιχείο αυτού του αγώνα, με βάση αυτήν μπορεί να θεωρηθεί κρίσιμος ο αγροτικός ξεσηκωμός και για τους από πάνω και για τους από κάτω. Από τη μια η κυβέρνηση εδώ και τρεις μήνες έχει στήσει ένα σκηνικό τρομοκρατίας του λαού, στοχεύοντας να παραλύσει προκαταβολικά κάθε αντίσταση και αντίδραση στην αντιλαϊκή της θύελλα. Ενα σκηνικό που ελέω ΕΕ και ελλειμματολογίας, ακόμα και με «απειλές» ότι θα μας διώξουν από το… παλάτι των Βρυξελλών, θέλει να δικαιολογήσει και να νομιμοποιήσει κάθε αντιδραστικό μέτρο του Προγράμματος Σταθερότητας ως αναπόφευκτο. Ο αγροτικός ξεσηκωμός αντικειμενικά ραγίζει, αν δεν σπάει, αυτό το σκηνικό της υποταγής και του τρόμου. Γιατί φέρνει στην επιφάνεια όλα όσα επιμελώς αποκρύβει και χυδαία διαστρεβλώνει η γυάλινη εικόνα των ΜΜΕ. Φέρνει στην επιφάνεια πως από την άλλη όχθη υπάρχει ένας ολόκληρος λαός οργισμένος, που αναζητά πολιτικά στηρίγματα και όρους για να αρνηθεί την τρομοκρατία και τους εκβιασμούς του συστήματος, για να αντιπαλέψει αυτή την πολιτική. Φέρνει στην επιφάνεια ό,τι ακριβώς ξορκίζει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, εκφράζοντας τις ανησυχίες ολόκληρου του συστήματος: Το Πρόγραμμα Σταθερότητας, η πολιτική εξαθλίωσης των μαζών και της εγκαθίδρυσης ενός κοινωνικού-εργασιακού-πολιτικού μεσαίωνα θα φέρει μεγάλους ξεσηκωμούς και ταξικές συγκρούσεις ή αλλιώς, όπως δήλωσε με τη γνωστή κυνικότητά του ο Κ. Μητσοτάκης, «ο λαός είναι αφηνιασμένος». Και αν οι συγκρούσεις αυτές ξεκινούν από την αρχή της κυβερνητικής θητείας, τότε προφανώς μεγαλώνουν οι ανησυχίες και οι περιπλοκές για το σύστημα και τις ισορροπίες του.

Οι χειρισμοί και τα όριά τους

Εξαιτίας αυτών των ανησυχιών, η κυβέρνηση προσπάθησε αρχικά να βρει ανώδυνο τρόπο αποπροσανατολισμού και κατάπνιξης του αγώνα των αγροτών. Ωστόσο η φιέστα του Ζαππείου και οι διακηρύξεις περί «διαλόγων» φάνηκε γρήγορα πως δεν μπορούν να κάμψουν τον αγώνα και να συσκοτίσουν το πρόβλημα και το πραγματικό του βάθος. Ετσι ενεργοποιήθηκε η κλασική συνταγή της ανοιχτής τρομοκρατίας, με τον Αρειο Πάγο να παραγγέλνει μαζικές δικογραφίες σε βάρος των αγροτικών μπλόκων και με βιομηχανία απειλών-μηνύσεων κατά παραγγελία από συγκεκριμένες συντεχνίες.

Στο σημείο που ήδη έχουν φτάσει τα πράγματα η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται πως μένει «μόνη» της, με τις δυνάμεις του συστήματος και τα… επιμελητήριά της, αφού στο λαό και στη νεολαία δεν «περνούν» τα διχαστικά και συκοφαντικά της κηρύγματα. Ενώ λοιπόν δεν πρόκειται φυσικά να παραιτηθεί από τη λασπολογία, τα όπλα που της μένουν είναι η εσωτερική υπονόμευση του αγώνα και η κλιμάκωση της καταστολής. Απέναντι σε αυτά ο αγροτικός ξεσηκωμός έχει να αντιτάξει το δίκιο του, τα ανυπέρβλητα αδιέξοδα που προκαλεί στη φτωχομεσαία αγροτιά η συνέχιση-κλιμάκωση της κυβερνητικής πολιτικής, και βέβαια καθοριστική σημασία για τη συνέχιση, την προοπτική και τη δυνατότητα νίκης του αγώνα θα παίξει ο συντονισμός και η ενιαία στάση όλων των χιλιάδων αγροτών που βρίσκονται στους δρόμους. Συντονισμός που θα απορρίπτει βέβαια την κυβερνητική προπαγάνδα και τους ελιγμούς περί «θεσμικών μεταρρυθμίσεων» που στην ουσία επιδιώκουν να κλείσει ο αγώνας στο όνομα αόριστων υποσχέσεων για το μέλλον και θα παλεύει για την άμεση ικανοποίηση των ζωτικών οικονομικών αιτημάτων.

Την προοπτική της νίκης του αγροτικού ξεσηκωμού είναι ανάγκη να υπερασπιστούν και να αναδείξουν με κάθε τρόπο οι εργαζόμενοι και η νεολαία! Μαζικά και μαχητικά, με συγκεντρώσεις και κάθε μορφής εκδηλώσεις, να «διαδηλώσουν» (ή και να διαδηλώσουν) τη στήριξή τους στον αγώνα αυτό, την πλήρη αντίθεσή τους στις κυβερνητικές συκοφαντίες, την απόρριψη των εκβιασμών της Ε.Ε. και της μέγγενης στην οποία η Κομισιόν θέλει να βάλει τα λαϊκά-εργατικά δικαιώματα και κατακτήσεις. Δεν πρόκειται μόνο για την ανάγκη αλληλεγγύης σε ένα μεγάλο, φτωχό και βασανισμένο κομμάτι του λαού μας που απειλείται με εξανδραποδισμό. Είναι ανάγκη και όλων των «υπόλοιπων» καθώς η εξέλιξη αυτής της μάχης θα παίξει σημαντικό ρόλο συνολικά στη δυνατότητα του λαού να αγωνιστεί μαζικά και με νικηφόρα προοπτική απέναντι στους ίδιους εχθρούς το αμέσως επόμενο διάστημα.

Ηδη η κυβέρνηση –και εν μέσω του αγροτικού ξεσηκωμού- ανακοίνωσε πακέτο μέτρων επέκτασης και νομιμοποίησης των ελαστικών εργασιακών σχέσεων! Πρόκειται προφανώς για μια κίνηση που εκτός των άλλων θέλει να δώσει σήμα στους ιμπεριαλιστές επιτηρητές της και στο κεφάλαιο πως (η κυβέρνηση) είναι αποφασισμένη να προωθήσει με κάθε κόστος και τρόπο την πολιτική για την οποία έχει δεσμευτεί απέναντί τους. Την πολιτική μετακύλισης των συνεπειών της κρίσης στους εργάτες και στο λαό. Μια πολιτική που θα γίνεται ολοένα και πιο βάρβαρη όσο οξύνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, ο πόλεμος ευρώ-δολαρίου στον οποίο η αστική τάξη δείχνει να είναι το πιόνι που μπορεί να θυσιαστεί.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η μάχη του αγροτικού ξεσηκωμού πρέπει να «δοθεί» από όλο το λαό και τη νεολαία. Η αγωνιστική ατμόσφαιρα των μπλόκων να μεταφερθεί στα σωματεία και στους συλλόγους, στις γειτονιές και στους χώρους δουλειάς, να υποστηριχθεί και να ενισχυθεί από την ευρύτερη λαϊκή οργή. Αυτή είναι και η καλύτερη προετοιμασία για να γίνει η απεργία της 10 Φλεβάρη ένα σημαντικό βήμα για τους μεγάλους αγώνες που βρίσκονται μπροστά μας, για την ανατροπή του Προγράμματος Σταθερότητας.

Μαζικά στην απεργία της 10 Φλεβάρη Να ανατρέψουμε το Πρόγραμμα Σταθερότητας

Οι εργαζόμενες μάζες βρίσκονται αντιμέτωπες με τη μεγαλύτερη σε ένταση και έκταση επίθεση των τελευταίων χρόνων. Στο όνομα της κρίσης και των ελλειμμάτων προωθείται το Πρόγραμμα Σταθερότητας, που προβλέπει μια πρωτόγνωρη επίθεση σε βάρος του εργαζόμενου λαού. Πρόκειται για μια συνολική επίθεση χωρίς ημερομηνία λήξης για την ανατροπή των εργατικών και λαϊκών δικαιωμάτων, αυτών που έχουν απομείωνει από προηγούμενες επιθέσεις. Μέτρα για μια δραματική μείωση του εισοδήματος όλων των λαϊκών στρωμάτων, ακόμη και την ονομαστική μείωση των μισθών.

Ολοκληρωτική ανατροπή των εργασιακών σχέσεων με νέο νόμο που κάνει τις εργασιακές σχέσεις λάστιχο, όπως βολεύουν το κεφάλαιο και καταργεί το σταθερό χρόνο εργασίας. Η φοροληστεία που ετοιμάζει η κυβέρνηση σε βάρος του λαού ξεπερνάει κάθε προηγούμενο, αφού αρπάζει πολλά δισ. ευρώ από τον κόσμο της δουλειάς και τα προσφέρει στο μεγάλο κεφάλαιο, ξένο και ντόπιο. Προωθεί, ταυτόχρονα, νομοσχέδιο για την αποδιάλυση της κοινωνικής ασφάλισης, με στόχο την κατάργηση των συντάξεων και την αντικατάστασή τους με τη λεγόμενη εθνική σύνταξη.

Ηδη η ζωή του εργαζόμενου λαού βρίσκεται σε συνθήκες άθλιες και οι όροι διαβίωσής του έχουν δραματικά χειροτερέψει. Με την ανεργία να ξεπερνανει τις 750.000 και με τους περισσότερους να μην καλύπτουν τις προϋποθέσεις επιδόματος ανεργίας.

Μας ετοιμάζουν χειρότερες μέρες, αυτό είναι ολοφάνερο, και μπάζουν τις εργαζόμενες μάζες σε συνθήκες δουλειάς και διαβίωσης εργασιακού, κοινωνικού και πολιτικού μεσαίωνα, συνθήκες σύγχρονης δουλείας.

Ολες αυτές τις μέρες τα μεγάλα αφεντικά, η ΕΕ και όλοι οι ιμπεριαλιστικοί σχηματισμοί και οργανισμοί βρίσκονται σε συνθήκες γενικευμένης επίθεσης στους λαούς. Η μεγαλοαστική τάξη της χώρας και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με αυτή την κατεύθυνση ευθυγραμμίζεται και, με το Πρόγραμμα Σταθερότητας, οργανώνει τον νέο γύρο επιδρομής για να ξεριζώσει με τον πιο βάναυσο τρόπο κάθε δικαίωμα του εργαζόμενου λαού στη δουλειά και τη ζωή.

Η αντιλαϊκή λαίλαπα της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ έχει την πλήρη στήριξη της ΝΔ και του ΛΑΟΣ και, φυσικά, όλου του αστικού πολιτικού κόσμου, μια ομοφωνία χωρίς τις παραμικρές διαφοροποιήσεις. Από κοντά και τα αστικά ΜΜΕ και οι πληρωμένοι κονδυλοφόροι τους αναλαμβάνουν το ρόλο που τους αναθέτουν τα μεγάλα αφεντικά: Να οργανώσουν και να προβάλλουν τα τρομοκρατικά διλήμματα για να σπείρουν τον τρόμο και τον πανικό στις λαϊκές μάζες. Να τον αναγκάσουν να αποδεχτεί το Πρόγραμμα Σταθεροτητας γιατί αλλιώς η χώρα θα βουλιάξει! Αυτό είναι το εκβιαστικό τους δίλημμα και αυτό θέτουν, με διάφορες παραλλαγές, περισσότερο από τρεις μήνες τώρα, κάθε μέρα, σε όλα τα δελτία ειδήσεων και με αρκετές εκπομπές που στήνουν. Αυτή η πολύμηνη, καθημερινή και αφηνιασμένη προπαγάνδα και με τα τρομοκρατικά διλήμματα να διαδέχονται το ένα το άλλο, φανερώνει το πόσο καταστροφικό για το λαό είναι το Πρόγραμμα Σταθερότητας. Γι’ αυτό επιμένουν σταθερά και σε όλες τις στιγμές να πείσουν το λαό να το αποδεχτεί και μάλιστα φτάνουν στο σημείο να λένε πως όσο κακό και αν είναι, είναι καλύτερο απ’ ότι να βουλιάξει η χώρα. Και επειδή η χώρα δεν έχει κανένα λόγο να βουλιάξει, αυτοί που τελικά θα βουλιάξουν στο βάλτο της φτώχειας, της ανέχειας και της εξαθλίωσης ειναι οι εργαζόμενες και λαϊκές μάζες.

Ομως, μήπως τα πράγματα δεν είναι όπως τα περιγράφουμε; Υπάρχει περίπτωση το Πρόγραμμα Σταθερότητας να μην είναι τόσο κακό για το λαό; Οχι βέβαια! Αν δεν ήταν τόσο κακό για τους εργαζόμενους θα το είχαν προωθήσει και επιβάλλει από τις πρώτες μέρες. Δεν θα χρειαζόταν τόση φασαρία, τόση ένταση, τα μέσα-έξω των κυβερνητικών στελεχών, οι καθημερινές ανακοινώσεις των διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών! Ολόκληρη η χώρα, για ολόκληρους μήνες βρίσκεται σε συνθήκες τρομοκρατικών σεναρίων και ο βασικός λόγος είναι απλός: Οι πρωταγωνιστές του Προγράμματος Σταθερότητας, γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι συνέπειες για το λαό θα είναι καταστροφικές. Οι εργατικές και λαϊκές οικογένειες θα βρεθούν σε συνθήκες εξαθλίωσης. Θα σπρώξει, ταυτόχρονα, τα μικρομεσαία στρώματα στον πάτο. Αυτό σημαίνει πως οι από πάνω, το αστικό πολιτικό προσωπικό, θα χάσει το μεγαλύτερο μέρος των στρωμάτων στο οποίο στηριζόταν με τον α ή τον β τρόπο. Φοβουνται, επίσης, την οργή του λαού και κυρίως πιθανές λαϊκές εκρήξεις που μπορούν να πάρουν ανεπιθυμητο χαρακτήρα για τα συμφέροντα του συστήματος.

Για τους απολογητές της άρχουσας τάξης και της ΕΕ, οι εργαζόμενοι θα πρέπει να υποστούν τις καταστροφικές συνέπειες του Προγράμματος Σταθερότητας και, μάλιστα, να μην αντιδράσουν, να το αποδεχτούν αδιαμαρτύρητα.

Το συμφέρον της εργατικής τάξης και όλων των λαϊκών στρωμμάτων βρίσκεται στον αγώνα και την αντίσταση. Το μέγεθος του προβλήματος είναι τεράστιο και στο βαθμό που περάσουν τα προωθούμενα αντιλαϊκά μέτρα θα σημαδέψουν τη ζωή του λαού για χρόνια. Συνεπώς, αυτό που αντιστοιχεί σαν μορφή απάντησης, σαν αναγκαία απάντηση, είναι ένας ευρύς λαϊκός ξεσηκωμός με στόχο την ανατροπή του Προγράμματος Σταθερότητας. Μια τέτοια ανατροπή απαιτεί συσχετισμούς δύναμης και με τη σειρά της θα δημιουργήσει νέους συσχετισμούς δύναμης, πιο ισχυρούς για το εργατικό και λαϊκό κίνημα και τότε οι λαϊκές διεκδικήσεις τίθενται με άλλους όρους, ευνοϊκούς για νίκες και κατακτήσεις. Δεν είμαστε όμως εκεί, αλλά εδώ που οι δυσκολίες της οργάνωσης της πάλης είναι τεράστιες.

Οι εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ, αυτή η συμβιβασμένη και υποταγμένη στην αστική τάξη ηγεσία, δεν έχουν καμία διάθεση να δώσουν τη δυνατότητα στους εργαζόμενους να εκφράσουν την οργή και την πάλη τους για την ανατροπή του Προγράμματος Σταθερότητας. Οταν αναγκάζονται να αποφασίσουν απεργία, το κάνουν για την τιμή των όπλων, χωρίς στόχο και στήριξη. Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, που οι εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με μια πρωτόγνωρη επίθεση και μάλιστα τη στιγμή που η ΑΔΕΔΥ και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις του ΠΑΜΕ αποφασίζουν απεργία στις 10 Φλεβάρη, αυτή η άθλια ομάδα του Παναγόπουλου αποφασίζει απεργια αργότερα, για να διασπάσει την παλη των εργαζόμενων, να υπονομεύσει ακόμη και την απεργία στις 10 Φλεβάρη, για να τα έχει καλά με τα αφεντικά της. Να ποιό είναι το πρόβλημα που δεν μπορεί να εκφραστεί η μαζική πάλη των εργαζόμενων ώστε να αντισταθούν στην επίθεση, να μπορέσουν να διεκδικήσουν τα συμφέροντά τους και τα δίκια τους. Να γιατί πρέπει να μπαίνουν οι εργατοπατέρες στο στόχαστρο των εργαζόμενων, σταθερά και καθημερινά στην πάλη τους με στόχο το ξωπέταγμά τους από το σβέρκο τους. Να, λοιπόν, γιατί οι εργαζόμενοι πρέπει να πάρουν στα χέρια τους την υπόθεση του αγώνα, συγκροτώντας πρωτοβουλίες και επιτροπές αγώνα που θα δίνουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στην πάλη καθημερινά όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι που συνειδητοποιούν αυτή την αναγκαιότητα. Σε αυτή την κατεύθυνση οφείλουν να διαθέσουν τις δυνάμεις τους όλες οι πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις και όλοι οι αγωνιστές που κατανοούν αυτή την αναγκαιότητα.

Η απεργία στις 10 Φλεβάρη και οι συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις που θα πραγματοποιηθούν στη χώρα θα πρέπει να είναι μαζικές και να ζυμωθεί πλατιά στους εργαζόμενους η ανάγκη να πάρουν την υπόθεση της πάλης στα δικά τους χέρια. Η απεργία στις 10 Φλεβάρη πρέπει να γίνει αφετηρία για το δυνάμωμα της πάλης και των μαζικών αγώνων για την ανατροπή του Προγράμματος Σταθερότητας, για να ξαναγεννηθεί η ελπίδα στο λαό ότι μπορεί να κερδίζει μάχες, ότι μπορεί να κατακτάει νίκες.

Να προετοιμάσουμε την απεργία στους χώρους δουλειάς, στα συνδικάτα, στις γειτονιές και παντού όπου ζουν και δραστηριοποιούνται οι εργαζόμενοι και η νεολαία. Μαζική συμμετοχή στυ απεργία, μαζική συμμετοχή στις συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις. Να δείξουμε τη δύναμή μας, πώς μπορούμε να αντισταθούμε και να δημιουργήσουμε τις αναγκαίες ανατροπές που έχουμε ανάγκη για να βελτιώσουμε τους όρους της ζωής μας.

Να αντισταθούμε! Για την ανατροπή του Προγράμματος Σταθερότητας

Να διεκδικήσουμε πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις.

Μέτωπο αντίστασης στο ξεκλήρισμα της φτωχομεσαίας αγροτιάς

Οι αγροτικές κινητοποιήσεις έβγαλαν στην επιφάνεια τα πολλά και οξυμένα προβλήματα της φτωχομεσαίας αγροτιάς. Προβλήματα που έχουν σχέση με το αύριο, αλλά, κυρίως, με το σήμερα του αγρότη. Ανέδειξαν, παράλληλα, τα προβλήματα και τις αδυναμίες που έχουν αυτές οι κινητοποιήσεις. Μιλάμε για τα δεκάδες μπλόκα σ’ όλη τη χώρα, που όμως είναι ασυντόνιστα μεταξύ τους, με άλλα από αυτά να ‘χουν 20 ως 30 αγροτικά μηχανήματα και άλλα να αγγίζουν τα 1000 τρακτέρ (μπλόκο Νίκαιας). Μιλάμε για τα 2 και 3 «πανελλήνια συντονιστικά», που, όμως, έχουν στηθεί από τα πάνω και εξυπηρετούν κομματικούς σχεδιασμούς. Μιλάμε για τα πολλά αιτήματα, που, όμως, διαφέρουν από μπλόκο σε μπλόκο, χωρίς ιεράρχηση και αιχμή, με κάποια από αυτά να είναι έως και αντίθετα μεταξύ τους. Είναι μια κατάσταση που έχει ως αντικειμενική βάση τα διαφορετικά συμφέροντα και τις διαστρωματώσεις που υπάρχουν μέσα στην αγροτιά. Είναι όμως και μια αρνητική κατάσταση, που πάνω σ’ αυτή πατάει η κυβέρνηση για να χτυπήσει, να αποπροσανατολίσει και να υπονομεύσει τα μπλόκα.

Το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η πλειοψηφία της αγροτιάς, δηλαδή οι φτωχομεσαίοι αγρότες, είναι πρόβλημα εισοδήματος. Χιλιάδες τόνοι αγροτικής σοδειάς σαπίζουν απούλητοι στις αποθήκες. Ολα σχεδόν τα αγροτικά προϊόντα φέτος πουλήθηκαν σε τιμές χαμηλότερες από πέρσι. Από την άλλη, «δίνουν και παίρνουν» οι ανατιμήσεις σε σπόρους, λιπάσματα, αγροτικά μέσα και εφόδια. Χιλιάδες οι αγροτικές οικογένειες που και αυτή τη χρονιά «μπήκαν μέσα». Οι επιδοτήσεις (αντιπροσωπεύουν το 70% του αγροτικού εισοδήματος) όχι μόνο είναι «παγωμένες» στα επίπεδα της τριετίας 2000-2002, αλλά χρόνο με το χρόνο μειώνονται από τις «νόμιμες» παρακρατήσεις (5%) και ροκανίζονται από τον πληθωρισμό. Στην πραγματικότητα, για την μεγάλη μερίδα των αγροτών κατάντησαν «επίδομα απορίας» σαν αυτά τα επιδόματα που μοιράζει ο ΟΑΕΔ. Ειδικά φέτος, εκατοντάδες χιλιάδες αγροτικές οικογένειες πέρασαν «μαύρα Χριστούγεννα» γιατί δεν πληρώθηκαν τις επιδοτήσεις πριν τις γιορτές όπως τα προηγούμενα χρόνια, αλλά πήραν μόνο μια δόση (περίπου 40%) που όμως και από αυτήν έγιναν παρακρατήσεις από την Α.Τ.Ε.

Βασική, λοιπόν, διεκδίκηση είναι η αναπλήρωση του εισοδήματος για τους φτωχομεσαίους αγρότες. Απαντά στο πρόβλημα επιβίωσης που αντιμετωπίζουν. Είναι αίτημα που, κόντρα στην πολυδιάσπαση μπλόκων-συντονιστικών-αιτημάτων, ενώνει και εκφράζει τη συντριπτική πλειοψηφία της αγροτιάς. Είναι αίτημα που έρχεται σε ρήξη με το Πρόγραμμα Σταθερότητας και ανατρέπει την κυβερνητική πολιτική.

Η κατάργηση του διαχωρισμού των φτωχομεσαίων αγροτών σε κατά κύριο επάγγελμα αγρότες και μη (δηλαδή αγρότες που έχουν και εισοδήματα από άλλες εξωγεωργικές πηγές) είναι, επίσης, βασική διεκδίκηση. Απαντά στο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν χιλιάδες φτωχομεσαίοι αγρότες που δεν μπορούν να ζήσουν μόνο από το αγροτικό τους εισόδημα και αναγκάζονται να το συμπληρώσουν με μια δεύτερη δουλειά, με κάποια εποχιακά μεροκάματα κ.λπ. Είναι αίτημα που βάζει φραγμό στο ξεκλήρισμά τους, στο «διοικητικό» ξωπέταγμά τους από την αγροτική παραγωγή, στον αποκλεισμό τους από τις επιδοτήσεις κ.λπ.

Οι ελάχιστες εγγυημένες τιμές που να καλύπτουν το κόστος της ζωής για τους φτωχομεσαίους αγρότες είναι και αυτό βασικό αίτημα πάλης. Κάτι αντίστοιχο με το ελάχιστο βασικό μεροκάματο των Συλλογικών Συμβάσεων για τους εργάτες. Είναι αίτημα που διασφαλίζει το παρόν και το μέλλον, που διασφαλίζει προοπτική για τη φτωχομεσαία αγροτιά.

Η κυβέρνηση δηλώνει πρόθυμη να ανοίξει «διάλογο» για τα λεγόμενα «θεσμικά» αιτήματα. Παράλληλα δηλώνει ότι «για δημοσιονομικούς λόγους» δεν συζητά τις οικονομικές διεκδικήσεις των αγροτών. Το ίδιο «πρόθυμοι» να συζητήσουν τα «θεσμικά» αιτήματα εμφανίζονται και ορισμένοι αγροτοσυνδικαλιστές από τα «πράσινα» μπλόκα. Γι’ αυτούς, όπως και για την κυβέρνηση, το αγροτικό πρόβλημα εντοπίζεται στις στρεβλώσεις της αγοράς. Δηλαδή, που δεν υπάρχουν «κανόνες», που λυμαίνονται την αγορά μεσάζοντες και καρτέλ, που επιτρέπονται οι εισαγωγές, που γίνονται ελληνοποιήσεις εισαγόμενων, που είναι μεγάλη η ψαλίδα ανάμεσα στις τιμές παραγωγού και τις τιμές καταναλωτή κ.λπ. Ζητάνε, λοιπόν, «εξυγίανση» της αγοράς, «κανόνες» και «θεσμικό πλαίσιο». Είναι μια αντιπαράθεση εντός των πλαισίων που καθορίζουν ΕΕ και ΚΑΠ. Βολεύει και την κυβέρνηση. Δεν αμφισβητεί την αντιαγροτική πολιτική, συγκαλύπτει τους υπαίτιους και αποπροσανατολίζει τους φτωχομεσαίους αγρότες. Κρύβουν ότι οι «κανόνες» και η «εξυγίανση» της αγοράς ωφελεί κυρίως τους μεγαλοαγρότες, τους μεγαλομεσάζοντες και τους μεγαλέμπορους (ντόπιους και ξένους), που θέλουν να ξεκαθαρίσει το τοπίο από τους «μικρούς» για να κυριαρχήσουν απόλυτα. Το ξεζούμισμα του αγρότη από το εμπορικό κύκλωμα (με τις χαμηλές τιμές στα αγροτικά προϊόντα και τις ακριβές τιμές στα αγροτικά εφόδια) και από την άλλη το ξεζούμισμα του καταναλωτή από το ίδιο κύκλωμα (με τις ακριβές τιμές στα είδη διατροφής κ.λπ.) είναι πρόβλημα υπαρκτό και μεγάλο. Εχει να κάνει με την διατροφική εξάρτηση της χώρας μας, με το μοντέλο ανάπτυξης που μας επιβλήθηκε στα πλαίσια της ΕΕ, με το μεταπρατισμό και παρασιτισμό της ελληνικής αστικής τάξης κ.λπ. Θα είναι υποβάθμιση να το θεωρήσουμε ως πρόβλημα «αγορανομικών ρυθμίσεων». Η διασφάλιση εισοδήματος για τους φτωχομεσαίους αγρότες δεν θα γίνει με την «εξυγίανση» της αγοράς, αλλά με την πάλη για ελάχιστες εγγυημένες τιμές που να καλύπτουν το κόστος της ζωής.

Τα δεσμά της εξάρτησης και η επίθεση της ντόπιας ολιγαρχίας χρεοκοπούν τον εργαζόμενο λαό.


Ενώ το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ) που συνέταξε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έχει πάρει το δρόμο της έγκρισής του από την ΕΕ, έχει ξεσπάσει ένα μπαράζ δημοσιευμάτων, δηλώσεων, συνεντεύξεων, τόσο στη χώρα, όσο και στο διεθνή τύπο, αλλά και σε διεθνή φόρα, σχετικά με την «τύχη» τόσο του ΠΣΑ, αλλά, κυρίως, με την πορεία της Ελλάδας στα πλαίσια του ιμπεριαλιστικού συνασπισμού της ΕΕ. Από χείλη οικονομολόγων, στελέχη χρηματοπιστωτικών οργανισμών, κυβερνητικούς αξιωματούχους και παράγοντες της ΕΕ ακούγονται τα πιο αντιφατικά σενάρια που έχουν να κάνουν με την παραμονή ή όχι στην ΕΕ αλλά και με την «αλληλεγγύη» που πρέπει αυτή να επιδείξει σε ένα κράτος-μέλος της που αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα.

Μέσα από τη συζήτηση για τη σχέση της Ελλάδας με την ΕΕ, αλλά και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν και άλλες χώρες της ΟΝΕ (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Ιρλανδία) αναδεικνύονται όλο και πιο φανερά τα αδιέξοδα μιας πολιτικής που προχώρησε στο άλμα στο… ευρώ. Αναδεικνύεται το πολιτικό πρόβλημα της συγκρότησης της ΕΕ, σε μία περίοδο που η κάθε ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική δύναμη αναζητεί τρόπους αντιμετώπισης της κρίσης με βάση τα δικά της ιδιαίτερα συμφέροντα, προσπαθώντας να φορτώσει όσο το δυνατό περισσότερα βάρη στους εργαζόμενους της χώρας της από τη μία, αλλά και στις πιο αδύνατες χώρες και στους λαούς τους από την άλλη.

Στη βάση αυτών των αδιεξόδων, για μία ενιαία πολιτική, οξύνεται ακόμα παραπέρα και ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός στο οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, με κύριο αντικείμενο είτε τη διεκδίκηση είτε την αρπαγή χωρών από τα νύχια τους ενός ιμπεριαλιστή από τον άλλο είτε με την οικονομική διείσδυση σε περιοχές όπου μέχρι τα σήμερα δεν υπήρχε «επαφή», με σκοπό την οικοδόμηση σχέσεων πλήρους εξάρτησης. Οι βασικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στον πλανήτη ( ΗΠΑ – ΕΕ – Ρωσία) αλλά και περιφερειακές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, όπως η Κίνα, βρίσκονται σε έναν οξύτατο οικονομικό – πολιτικό ανταγωνισμό που τις συνέπειές του τις πληρώνουν οι λαοί των εξαρτημένων και μέσης ανάπτυξης χωρών, όπως της χώρας μας.

Στον ανταγωνισμό αυτό συμμετέχουν με τον πιο αρπαχτικό τρόπο μονοπωλιακά χρηματοπιστωτικά «ιδρύματα» και «οίκοι» που μοναδικό τους σκοπό έχουν να κερδίσουν ακόμα περισσότερα από την φτώχεια και τα αδιέξοδα ολόκληρων χωρών. Τις ξεζουμίζουν κυριολεκτικά με τα ληστρικά δάνεια και ταυτόχρονα απαιτούν την «πειθαρχία» σε δημοσιονομικούς κανόνες που κύριο περιεχόμενό τους δεν είναι άλλο από την πλήρη κατάργηση όλων των καταχτήσεων των εργαζόμενων σε κάθε κοινωνικό αγαθό όπως ασφάλιση, υγεία, παιδεία.

Αυτή η «κινητικότητα» δεν είναι άνευ κόστους. Το τελευταίο 5ετές ομόλογο, που εξέδωσε η κυβέρνηση, έγινε «δεκτό» με το υψηλότερο, μέχρι στιγμής, επιτόκιο από τις διεθνείς αγορές (των καπιταλιστών) και αυτό η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το ερμηνεύει ως «εμπιστοσύνη» προς τα αντιλαϊκά – αντεργατικά μέτρα που παίρνει. Ετσι, αντί να καταγγελθεί η ληστρική πολιτική που ακολουθούν οι «διεθνείς δανειστές» απέναντι στη χώρα μας, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, κουνώντας το αντεργατικό της Πρόγραμμα Σταθερότητας ως «εγγύηση», έχει βγει στις διεθνείς αγορές για αναζήτηση δανεισμού.

Είναι προφανές ότι αυτός ο δανεισμός δεν έχει σαν μοναδικό όρο το υψηλό επιτόκιο. Το από ποιόν και πόσο θα δανειστείς αποτελεί ένα πρώτου μεγέθους πολιτικό ζήτημα για το σύνολο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, που ανταγωνίζονται είτε να προσδέσουν ακόμα περισσότερο τη χώρα στο άρμα τους είτε να αποκτήσουν περισσότερα ερείσματα, οικονομικά σε πρώτη φάση, σε αυτή.

Είναι φανερό ότι η πολιτική εκπροσώπηση της ντόπιας αστικής ολιγαρχίας βρίσκεται σε μόνιμη πίεση από τους ιμπεριαλιστές για πλήρη συμμόρφωση με τις εντολές τους στο οικονομικό πεδίο, με την απαίτηση για ακόμα πιο σκληρά μέτρα απέναντι στους εργαζόμενους, για το γκρέμισμα κάθε λαϊκής κατάκτησης. Ταυτόχρονα, είναι σε μόνιμη κριτική για τον τρόπο οργάνωσης ενός «πολυέξοδου» κράτους που ξοδεύει περισσότερα απ’ ό,τι εισπράττει. Είναι προφανές ότι οι ιμπεριαλιστές σε ΕΕ και ΗΠΑ απαιτούν την πλήρη και άνευ όρων επέλαση του κεφαλαίου σε όλους τους τομείς από τους οποίους μπορούν να έχουν σίγουρη και μεγάλη κερδοφορία και σήμερα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, διαχειρίζεται το κράτος. Αυτό, βέβαια, από την άλλη, δημιουργεί σοβαρά προβλήματα σε μερίδες της αστικής τάξης που οι βασικές της «επενδυτικές» δραστηριότητες έχουν να κάνουν με τις κρατικές προμήθειες.

Η εξέλιξη αυτή οδηγεί και σε αναδιάταξη τις ντόπιες δυνάμεις της αστικής τάξης, που πρέπει να συνδεθούν (συμπληρωματικά πάντα) στο άρμα ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που θα τις οδηγήσουν με «ασφάλεια» σε νέες κερδοφορίες. Η στάση αυτή της ντόπιας αστικής τάξης, που χωρίς καμία στρατηγική ξεπουλάει την γη, τον αέρα, τη θάλασσα και όλους τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους της χώρας, οξύνει ακόμα περισσότερο τις επιπτώσεις πάνω στο λαό, τον οποίο οδηγεί στη φτώχεια και την εξαθλίωση. Από την άλλη πλευρά, αυτό που «έχει» να προσφέρει η ντόπια αστική τάξη στο ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο είναι έναν εργαζόμενο λαό για ξεζούμισμα και μέρος της λείας θα επωφεληθεί και η ίδια. Ταυτόχρονα, έχει εξαπολύσει μία ιδεολογική αλλά και ωμή τρομοκρατία απέναντι σε όποιους αντιστέκονται, έτσι ώστε να προσφέρει και μία επί πλέον εγγύηση ενός υποταγμένου και τρομοκρατημένου λαού που δε θα αντιδράει σε κάθε αντεργατική-αντιλαϊκή βαρβαρότητα.

Η εργατική-λαϊκή πάλη

Απέναντι σε αυτή τη λαίλαπα της επίθεσης οι εργαζόμενοι δεν έχουν άλλο δρόμο από το να οικοδομήσουν το ΜΕΤΩΠΟ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ που είναι απαραίτητο για να αποκρούσουν και να ανατρέψουν τις αντεργατικές – αντιλαϊκές πολιτικές. Η πάλη αυτή δεν μπορεί παρά να έχει ως πολιτικό της φορτίο τα ασυμβίβαστα ταξικά συμφέροντα των εργαζόμενων με αυτά της άρχουσας τάξης και των ιμπεριαλιστών.

Σε αυτή την κατεύθυνση, ο σημερινός αγώνας της αγροτιάς δείχνει τον δρόμο που δεν «κατανοεί» τις ανάγκες του συστήματος και τις φοβέρες των ιμπεριαλιστών της ΕΕ, αλλά βάζει πρώτα απ’ όλα το δικαίωμα στην ίδια τη ζωή ενάντια στην εξαθλίωση και την εξαφάνιση.

Η πάλη των εργαζόμενων σήμερα θα είναι λειψή εάν δεν στοχεύει και τα δεσμά της εξάρτησης από τους ιμπεριαλιστές, που πολλαπλασιάζουν την καταπίεση και την εκμετάλλευση του εργαζόμενου λαού. Ενάντια σε αυτούς που προωθούν μέσα από τα «Προγράμματα Σταθερότητας» το ξεζούμισμα του λαού για αυξήσουν τα κέρδη τους οι ξένοι και ντόπιοι κηφήνες.

Η εργατική-λαϊκή πάλη ενάντια στην εξάρτηση δεν έχει έναν αφηρημένο «εθνικό» χαρακτήρα και πολύ περισσότερο δεν αποτελεί «χέρι βοηθείας» προς την ντόπια αστική τάξη απέναντι στις πιέσεις των ιμπεριαλιστών. Εχει κυρίαρχα ταξικά χαρακτηριστικά και αφορά την πάλη απέναντι στο σύνολο των δυνάμεων που σήμερα επιτίθενται με λύσσα στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις της εργατικής πλειοψηφίας. Οι δεσμοί εξάρτησης που οικοδομεί η ντόπια αστική τάξη, στην προσπάθειά της να βρει νέους κερδοφόρους ρόλους μέσα στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό και την κρίση του καπιταλιστικού συστήματος, γίνονται θηλιά στο λαιμό του εργαζόμενου λαού και τον απειλούν με πλήρη ασφυξία.

Η πάλη ενάντια στο Πρόγραμμα Σταθερότητας, ενάντια στη λιτότητα, τη φτώχεια, την ανεργία και τις απολύσεις πρέπει να συνδυαστεί πολιτικά με την πάλη ενάντια στην ιμπεριαλιστική ΕΕ, καθώς και με την πάλη ενάντια σε όλες τις κυρίαρχες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που εφορμούν στους λαούς με στόχο να ανακόψουν την αντιλαϊκή λαίλαπα και να οικοδομήσουν τους πολιτικούς όρους και τους συσχετισμούς για την ανατροπή τους

Οι εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ στην υπηρεσία της κυβέρνησης και του κεφάλαιου

Με μία απεργία που όλο εξαγγέλλεται και όλο... χάνεται στην εξαγγελία, και με την αμέριστη στήριξή της στην κυβέρνηση και τους βιομήχανους συνεχίζει την κατρακύλα της η υποταγμένη συνδικαλιστική ηγεσία της ΓΣΕΕ.

Με την ιδεολογική τρομοκρατία της κυβέρνησης και των επιτελείων της ΕΕ σχετικά με τη «χρεοκοπία» της χώρας να ξεδιπλώνεται εδώ και δύο σχεδόν μήνες και με το Πρόγραμμα Σταθερότητας να αποτελεί το «ευαγγέλιο» της πρωτοφανούς αντεργατικής επίθεσης που ετοιμάζει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, η στάση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ αποτελεί πραγματική πρόκληση στα αισθήματα των εργαζομένων. Και δεν πρόκειται για μια απλή «ολιγωρία» της ηγεσίας αυτής. Πρόκειται για τη βαθιά συμφωνία της με την κυβερνητική πολιτική, πρόκειται για την ακέραια υλοποίηση του έργου που της έχει ανατεθεί (και με μεγάλη ικανοποίηση έχει αναλάβει) να κρατήσει τους εργαζόμενους στη γωνία και να εξουδετερώσει τις αγωνιστικές τους διαθέσεις σε αυτήν την κρίσιμη περίοδο όπου «παίζονται» και κρίνονται πολλά.

«Με τη χθεσινή μας απόφαση και με τη σημερινή διαπραγμάτευση η ΓΣΕΕ απέδειξε ότι και να διαπραγματεύεται ξέρει και να αγωνίζεται. Ο διάλογος δεν υποκαθιστά τον αγώνα.» δήλωσε, γεμάτος «ταπεινοφροσύνη», ο «αγωνιστής» Παναγόπουλος στις 20 Γενάρη, αμέσως μετά την πρώτη συνάντηση με τους εργοδότες για τη νέα συλλογική σύμβαση. Και συνέχισε:

«Από την μεριά των εργοδοτικών οργανώσεων είχαμε μια πρώτη, καταρχήν θετική αντιμετώπιση [...] Πιστεύουμε ότι θα προσέλθουν στην επόμενη συνάντηση, με θετική πρόταση ώστε να εκπεμφθεί αυτό που ειπώθηκε, δηλαδή ένα καλό μήνυμα προς την κοινωνία ότι οι δυνάμεις της εργασίας και οι δυνάμεις της παραγωγής, οι εργοδοτικοί φορείς, λένε ότι μέσα σε αυτή την κρίση υπάρχουν δυνατότητες να ενισχυθεί το εισόδημα και ταυτόχρονα θέτουν την πολιτεία προ των ευθυνών της.»

Η απόλυτη δήλωση συναίνεσης και υποταγής, το απόλυτο ξεπούλημα των εργατικών συμφερόντων και αγωνιών. Σήμερα που η ανάγκη για παλλαϊκό-πανεργατικό ξεσηκωμό ενάντια στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και την κυβερνητική πολιτική προβάλλει επιτακτικά, σήμερα που το κεφάλαιο -με φόντο την κρίση- προωθεί το πλήρες ξεθεμελίωμα δικαιωμάτων και κατακτήσεων, η συνδικαλιστική ηγεσία της ΓΣΕΕ σπέρνει αυταπάτες στους εργαζόμενους αναπαράγοντας την αστική προπαγάνδα ότι κεφάλαιο και εργαζόμενοι, από κοινού, μπορούν να συμβάλουν στην έξοδο από την κρίση!!! Και φυσικά ούτε να διαπραγματεύεται ξέρει (διότι η διαπραγμάτευση απαιτεί καταρχήν δύο αντιθετικές επιδιώξεις) και, βέβαια, ούτε να αγωνίζεται (αυτό πια!!!).

Μάλιστα, σαν επίσημος αστός συνομιλητής ο πρόεδρός της, Γ. Παναγόπουλος, συνεχίζει:

«Αναζητούμε λύσεις για τα ευρύτερα ζητήματα που απασχολούν τους εργαζόμενους αλλά κυρίως τους ανέργους μας, που είναι στην πρώτη γραμμή προτεραιότητας, να συζητήσουμε για το νέο παραγωγικό μοντέλο που χρειάζεται η χώρα και για όλες εκείνες τις τεχνικές, εξυγιαντικές τομές που μπορεί να δώσουν ώθηση στην ανάπτυξη και στην απασχόληση.»

Πώς να αποφασίσει, λοιπόν, για απεργία αυτή η συνδικαλιστική ηγεσία; Πώς να διαταράξει αυτήν την αγαστή συνεργασία με τους εκπροσώπους του κεφάλαιου; Με ποια πολιτική γραμμή μπορεί μια τέτοια ηγεσία να καθοδηγήσει τους αγώνες των εργαζομένων και να υπηρετήσει την ανάγκη σύγκρουσης με το κεφάλαιο και το σύστημά του; Πώς μπορεί αυτή η ηγεσία, που τα συμφέροντά της είναι συνυφασμένα με αυτά της αστικής τάξης, να εκφράσει τις αγωνίες και τον παλμό της εργατικής τάξης; Ακόμη και αυτήν την εξευτελιστική πρόταση του Υπουργείου Εργασίας για εκπτωτικά κουπόνια στους ανέργους βρήκε θετική (αλλά... λίγη!) η ηγεσία της ΓΣΕΕ!

Και ακόμη κι αν αποφασίσει να την κάνει -επιτέλους- αυτήν την απεργία, ποιος έχει την αυταπάτη ότι θα είναι στην κατεύθυνση πραγματικής σύγκρουσης με την αντεργατική πολιτική;

Κι όμως, την αποφεύγει την απεργία, έστω και με αυτό το σαθρό πολιτικό πλαίσιο. Γιατί γνωρίζει πολύ καλά ότι οι εργαζόμενοι είναι πιεσμένοι όσο δεν πάει. Γιατί φοβάται ότι η κατάσταση μπορεί εύκολα να ξεφύγει από τον έλεγχο. Γιατί έχει αποδειχτεί ότι -παρά την υποταγμένη ηγεσία της ΓΣΕΕ- το κάλεσμα της συνομοσπονδίας σε απεργία εξακολουθεί να αποτελεί πανεργατικό κάλεσμα με σημαντικότατη βαρύτητα. Τόση, που μπόρεσε να οδηγήσει τόσο στην ανατροπή του αντιασφαλιστικού νομοσχεδίου επί Γιαννίτση/Σημίτη όσο και στις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις του 2006 και του 2008 για τη συλλογική σύμβαση και το ασφαλιστικό αντίστοιχα.

Και δεν θέλει να στρώσει το έδαφος για κάτι τέτοιο. Δεν θέλει να δώσει τη δυνατότητα κοινού μαζικού αγωνιστικού βηματισμού των εργαζομένων. Γι’ αυτό αρνήθηκε τη συνδιοργάνωση απεργίας με την ΑΔΕΔΥ στις 10 Φλεβάρη, προβάλλοντας, για μια ακόμη φορά, το πρόσχημα της καλύτερης προετοιμασίας!!!

Προς μία «συλλογική» σύμβαση δύο ταχυτήτων

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η διαπραγμάτευση της συλλογικής σύμβασης από τη μεριά της ΓΣΕΕ. Για πρώτη φορά -και με πρόσχημα την κρίση- η ηγεσία της ΓΣΕΕ προτείνει ξεχωριστή διαπραγμάτευση για το κατώτατο (βασικό) μεροκάματο/μισθό και ξεχωριστή για όλες τις υπόλοιπες μισθολογικές κατηγορίες (αυτές δηλαδή που περιέχουν τριετίες, επιδόματα κ.λπ.)! Συγκεκριμένα, στον πρώτο κύκλο διαπραγμάτευσης θέτει το κατώτατο μεροκάματο/μισθό (που σήμερα είναι 33 και 740 ευρώ, αντίστοιχα) και προτείνει αύξηση σε ευρώ (και όχι ποσοστιαία) έτσι ώστε ο κατώτατος μισθός να φτάσει στα 800 ευρώ (αύξηση γύρω στο 8%). Για όλες τις υπόλοιπες μισθολογικές κατηγορίες προτείνει να «ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για ποσοστιαία αύξηση, μετά από στάθμιση όλων των δεδομένων, με σημείο εκκίνησης το νέο βασικό που θα έχει προκύψει». Και, σύμφωνα με δημοσιεύματα, η ποσοστιαία αυτή αύξηση αναμένεται να είναι το πολύ 3%.

Ουσιαστικά, η ΓΣΕΕ αναπαράγει την επίσημη κυβερνητική προπαγάνδα και τακτική που θεωρεί υψηλόμισθους όσους Δημόσιους Υπάλληλους παίρνουν πάνω από 2.000 ευρώ μικτά (κάτω από 1.500 ευρώ καθαρά). Μόνο που στην περίπτωση της ΓΣΕΕ τα πράγματα είναι ακόμη πιο ωμά, αφού ακόμη και οι εργαζόμενοι που παίρνουν έστω και προσαύξηση μίας τριετίας (περίπου 60 ευρώ μικτά περισσότερα από το βασικό μισθό) προτείνεται να ενταχθούν στη δεύτερη φάση διαπραγμάτευσης (προφανώς ως υψηλόμισθοι).

Πρόκειται για ένα παζάρι ανεπίτρεπτο στις πλάτες των εργαζομένων. Που καταλύει την έννοια της συλλογικότητας στη διαπραγμάτευση. Που -με άλλοθι τη «μεγάλη» (αν μπορεί φυσικά να θεωρηθεί μεγάλη μία αύξηση της τάξης του 8%) αύξηση του βασικού μεροκάματου/μισθού- αποδέχεται μία αύξηση-κοροϊδία (ουσιαστικά μείωση) όλων των υπόλοιπων μισθών. Και βέβαια πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι «οδηγό» για τις διαπραγματεύσεις των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων θα αποτελέσει η ποσοστιαία αύξηση που θα καταληχτεί για τις υπόλοιπες μισθολογικές κατηγορίες και όχι η σε ευρώ αύξηση του κατώτατου μεροκάματου/μισθού.

Όσο για τα θεσμικά ζητήματα που θέτει ως διεκδικητικό πλαίσιο αυτό που πραγματικά αξίζει να σημειώσουμε είναι ότι, πρώτον, νομιμοποιεί τις «ευέλικτες» σχέσεις εργασίες (εργολαβίες, stage, μερική απασχόληση, εκ περιτροπής εργασία κ.λπ.), σε ελεγχόμενο - υποτίθεται- βαθμό, και, δεύτερον, ότι οι προτάσεις της είναι σε «διαβολική» σύμπνοια με το προσχέδιο νόμου που κατέθεσε μόλις χθες (Τετάρτη 27 Γενάρη) το Υπουργείο Εργασίας για τη διευθέτηση των εργασιακών σχέσεων, δηλαδή την εμπέδωση του νέου εργασιακού μεσαίωνα. Μάλλον θα πρόκειται για μία ακόμη «επιτυχία» της συνδικαλιστικής ηγεσίας, την οποία θα νιώσουν σύντομα «στο πετσί τους» οι εργαζόμενοι!!!

Απομένει να δούμε τις αντιδράσεις του ΣΕΒ ο οποίος, παρά το «φιλέτο» που του «σερβίρει» η ηγεσία της ΓΣΕΕ, επιμένει σε συμφωνία που θα αναγνωρίζει ότι «η άμεση και αποφασιστική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας είναι το προαπαιτούμενο...». Μήπως, άραγε, αποτελεί σύμπτωση το ότι με στόχο αυτήν την περίφημη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε έκθεσή της προτείνει μείωση των μισθών κατά 10% ή αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας σε κράτη όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία;

Σε κάθε περίπτωση, η θέση των εργαζομένων βρίσκεται στην αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση από αυτή στην οποία τους τραβάει η συνδικαλιστική ηγεσία της ΓΣΕΕ. Στην κατεύθυνση της σύγκρουσης με το κεφάλαιο και την πολιτική του, στην κατεύθυνση της καταδίκης του συμβιβασμού και της υποταγής, στην κατεύθυνση της πραγματικής διεκδίκησης, του μαζικού αγώνα για πραγματικές αυξήσεις σε μισθούς και μεροκάματα, για κατάργηση των ελαστικών μορφών εργασίας, της ανασφάλειας και της υποαπασχόλησης, για πλήρη και σταθερή δουλειά για όλους. Και αυτή η κατεύθυνση απαιτεί τη μαζική συστράτευση των εργαζομένων, την αξιοποίηση όλων των μορφών και δυνατοτήτων οργάνωσης της πάλης τους. Από τα σωματεία και τους συλλόγους μέχρι τις επιτροπές αγώνα και τις εργατικές συλλογικότητες, οτιδήποτε μπορεί να βοηθήσει στη μαζική κίνηση των εργαζομένων ενάντια στην επίθεση που υλοποιείται μέρα με τη μέρα πρέπει να αξιοποιηθεί.

Υ.Γ. Μετά απ’ όλα αυτά, έχει -λέτε- καμία αξία το ότι η ηγεσία της ΓΣΕΕ διεκδικεί ετήσια συλλογική σύμβαση και όχι διετή όπως μας είχε «συνηθίσει»;

Ν/Σ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ: ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ


Το μεταναστευτικό επανέρχεται στην επικαιρότητα με διάφορες αφορμές. Αποτελεί έτσι και αλλιώς προτεραιότητα στην πολιτική ατζέντα της κυβέρνησης και σταθερά ζήτημα που απασχολεί την αστική τάξη συνολικά. Την τελευταία δεκαετία οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις σε διάφορα σημεία του πλανήτη προκάλεσαν νέα τεράστια μεταναστευτικά κύματα, κυρίως από τις χώρες της Ασίας και της Αφρικής. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι εγκαταλείπουν τις εστίες τους λόγω πολέμου, φτώχειας, οικολογικής καταστροφής και αναζητούν στη Δύση, το λεγόμενο πολιτισμένο κόσμο, μια ευκαιρία να επιβιώσουν σε ανθρώπινες συνθήκες. Απέναντι σε αυτά τα κύματα προσφύγων η ΕΕ έχει αναπτύξει εδώ και χρόνια μηχανισμούς θωράκισης, προκειμένου να ελέγχει τη ροή αυτών των απελπισμένων ανάλογα με τα συμφέροντα και τις εκάστοτε ανάγκες της. Για το καπιταλιστικό σύστημα άλλωστε η προσφυγιά και η μετανάστευση είναι συνώνυμα του φτηνού, χωρίς δικαιώματα, σκληρά εκμεταλλευόμενου εργατικού δυναμικού σε πλήρη ομηρία. Αποτελούν, με λίγα λόγια, το σύγχρονο δουλεμπόριο.

Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης αποτέλεσε παράγοντα μείωσης της επιθυμητής ροής προσφύγων προς την Ευρώπη. Τα σύνορα θωρακίζονται με πιο ενισχυμένους κατασταλτικούς μηχανισμούς με στόχο τη βίαιη απομάκρυνση των μεταναστευτικών κυμάτων με κάθε τρόπο. Στις χώρες που βρίσκονται στην περίμετρο της ΕΕ, όπως είναι η Ελλάδα, οι ντόπιοι μηχανισμοί (στρατός, λιμενικό) ενισχύθηκαν και από την ευρωπαϊκή FRONTEX που σε ρόλο επιτηρητή συνόρων έχει αναλάβει τη «φύλαξη» των συνόρων από τους ανεπιθύμητους κολασμένους.

Παρ' όλα αυτά, αυτή τη στιγμή στη χώρα μας οι μετανάστες υπολογίζονται στο ένα εκατομμύριο, ενώ καθημερινά νέα καραβάνια απελπισμένων ξεβράζονται στα νησιά της παραμεθορίου, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Απέναντι σ’ αυτό το τεράστιο ζήτημα που έχει προκαλέσει η ιμπεριαλιστική θηριωδία των πολεμικών επεμβάσεων, της ερημοποίησης ολόκληρων περιοχών του πλανήτη, της εξαγωγής φτώχειας στις λεγόμενες χώρες του Τρίτου Κόσμου, η λύση δεν μπορεί να αναζητηθεί από τους ίδιους. Δεν είναι τυχαίο ότι η ΕΕ με απερίγραπτη υποκρισία, την ίδια στιγμή που ψηφίζει μεταναστευτικούς νόμους μηδενικής ανοχής στην παράνομη μετανάστευση και ορίζει τη FRONTEX επίσημο κατασταλτικό μηχανισμό απέναντι στους μετανάστες, στο όνομα των ανθρώπινων δικαιωμάτων απειλεί την Ελλάδα με κυρώσεις λόγω του μηδαμινού ποσοστού ασύλων που χορηγεί ετησίως (κάτω από 0,5%).

Η αστική τάξη της χώρας μας, τόσο μέσω της προηγούμενης κυβέρνησης όσο και με τη σημερινή, έχει δηλώσει την πλήρη ευθυγράμμιση στη μεταναστευτική πολιτική της ΕΕ όπως ορίζεται από τη συνθήκη Σένγκεν, το Δουβλίνο ΙΙ κ.λπ. Εχει κηρύξει για λογαριασμό της «μηδενική ανοχή» απέναντι στους παράνομους μετανάστες –που αποτελούν άλλωστε και τη συντριπτική πλειοψηφία-, έχει επιδοθεί σε ένα μπαράζ «εκκαθαρίσεων», επαναπροωθήσεων και απελάσεων, αδιαφορώντας αν αυτό ισοδυναμεί με θάνατο. Συνεχίζοντας και αυτή στο ίδιο υποκριτικό τέμπο, διακηρύσσει πως θα παραχωρήσει δικαιώματα στους νόμιμα διαμένοντες στη χώρα μετανάστες, επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο να επιδείξει κοινωνικό πρόσωπο.

Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται το πολυδιαφημιζόμενο ν/σ για την ιθαγένεια με τίτλο «πολιτική συμμετοχή ομογενών και αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα και μακρόχρονα στην Ελλάδα». Από τον τίτλο και μόνο γίνεται σαφές ότι δεν αφορά τους μετανάστες, παρά μόνο μια μικρή μειοψηφία. Προϋπόθεση για την ΑΙΤΗΣΗ απόκτησης ιθαγένειας είναι η ΝΟΜΙΜΗ, ΜΟΝΙΜΗ και ΣΥΝΕΧΗΣ 5ετής διαμονή του μετανάστη στη χώρα -όταν πρόκειται για ενηλίκους- ή τουλάχιστον του ενός γονέα όταν πρόκειται για ανηλίκους.

Η προϋπόθεση της νομιμότητας εξαιρεί αμέσως όσους καταφθάνουν στη χώρα χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα (υπολογίζονται γύρω στις 200.000), αλλά και όσους έχουν υποβάλει αίτημα ασύλου και βρίσκονται σε αναμονή (περίπου 50.000). Ταυτόχρονα εξαιρεί όσους ναι μεν διαθέτουν κάποιο έγγραφο (διαβατήριο, άδεια παραμονής), αλλά δεν καταφέρνουν να το ανανεώνουν έγκαιρα είτε λόγω γραφειοκρατικών κωλυμάτων, είτε, συνηθέστερα, γιατί τα ένσημά τους δεν επαρκούν, είτε ακόμη γιατί δεν διαθέτουν τα χρήματα για το τσουχτερό παράβολο. Πόσω μάλλον που θα πρέπει να καταφέρνουν να έχουν επικυρωμένα έγγραφα εμπρόθεσμα για μια 5ετία συνεχόμενα.

Είναι προφανές και στον πιο ανίδεο γύρω από τις συνθήκες διαβίωσης των μεταναστών ότι για αυτούς τους ανθρώπους ο κανόνας είναι η μαύρη, κακοπληρωμένη, σκληρή και χωρίς δικαιώματα εργασία. Κανόνας είναι οι συνθήκες τύπου «Μανωλάδα», τα περιστασιακά μεροκάματα στις πιο σκληρές δουλειές με πενιχρές αμοιβές, τα μεσαιωνικού τύπου συνεργεία καθαρισμού - και ο κατάλογος δεν έχει τέλος. Η μεγάλη πλειοψηφία δουλεύει σε συνθήκες ημιπαρανομίας, πλήρους ομηρίας απέναντι στον εκάστοτε εργοδότη και με το φόβο της δίωξης να κρέμεται συνεχώς πάνω από τα κεφάλια τους. Τα 150-200 ένσημα που απαιτούνται ετησίως για την ανανέωση της άδειας παραμονής αποτελούν έτσι και αλλιώς μόνιμο γολγοθά και ένα επιπλέον δυσβάσταχτο κόστος, αφού όσοι καταφέρουν να τα εξασφαλίσουν τις περισσότερες φορές τα έχουν πληρώσει από την τσέπη τους.

Στην καλύτερη περίπτωση δικαίωμα ΑΙΤΗΣΗΣ για ιθαγένεια δεν πρόκειται να έχει περισσότερο από το 25% των σημερινών μεταναστών, οι οποίοι θα είναι κυρίως ομογενείς που βρίσκονται πολλά χρόνια στη χώρα και έχουν τακτοποιήσει σε κάποιο βαθμό την οικονομική τους ζωή. Από κει και πέρα προβλέπεται διαδικασία συνέντευξης για να διαπιστωθεί «η επαρκής γνώση της ελληνικής γλώσσας», αλλά και να αποδειχθεί «η ένταξη στην ελληνική κοινωνία, καθώς και η δυνατότητα του μετανάστη να συμμετάσχει ενεργά και ουσιαστικά στην πολιτική ζωή της χώρας σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές οι οποίες τη διέπουν». Προφανώς θα ανταμειφθεί η υποταγή, η υπακοή και η νομιμοφροσύνη, ενώ δεν θα εκτιμηθεί καθόλου η πολιτική και συνδικαλιστική δράση για τη διεκδίκηση δικαιωμάτων. Εξάλλου το ν/σ σπεύδει να διευκρινίσει ότι θα απορρίπτονται οι αιτήσεις όσων έχουν καταδικαστεί μεταξύ άλλων για αντίσταση κατά της αρχής ή ακόμη και για την παραχώρηση καταλύματος σε παράνομο μετανάστη. Να προσθέσουμε ότι και αυτή η αίτηση συνοδεύεται από τσουχτερό παράβολο που έχει προσδιοριστεί στα 1.000€!

Το ν/σ για την ιθαγένεια δεν λύνει τα πραγματικά προβλήματα των μεταναστών, απλώς προσαρμόζει το θεσμικό πλαίσιο της χώρας για τους μετανάστες με τα ισχύοντα στις άλλες χώρες της ΕΕ. Στην πραγματικότητα κλείνει με έναν οριστικό τρόπο από την πλευρά του συστήματος η συζήτηση για τα δικαιώματα των μεταναστών, αφού αναγνωρίζει τις υποχρεώσεις του μόνο απέναντι σε όσους προσαρμόζονται στο στενό κουστούμι που προσδιορίζει το νομοσχέδιο. Συντηρεί το σημερινό καθεστώς της ημιπαρανομίας–ομηρίας των μεταναστών ώστε να διευρυνθούν οι όροι της πιο σκληρής εκμετάλλευσής τους από το αδηφάγο κεφάλαιο. Ταυτόχρονα επιδιώκει να επιβάλει μια νέα διάκριση στο σώμα των μεταναστών, διαχωρίζοντάς τους σε νόμιμους και παράνομους.

Η ΝΔ θεωρεί παρ' όλα αυτά ανεπαρκές το σχέδιο νόμου, θεωρώντας πολύ μικρό το χρονικό διάστημα της 5ετίας, και σπεύδει να προαναγγείλει την κατάργηση του νόμου μόλις η ίδια γίνει κυβέρνηση. Υιοθετεί μια ακόμη πιο σκληρή γραμμή, μη αναγνωρίζοντας κανένα απολύτως δικαίωμα στους μετανάστες. Από κοντά και το ΛΑΟΣ που πλειοδοτεί σε κηρύγματα εθνικιστικού μίσους και σε αγαστή συνεργασία με όλες τις ακροδεξιές ομάδες προβάλλει το σύνθημα «Ελληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι», σπέρνοντας δηλητήριο, αλλά και υποθάλποντας ακόμη και δολοφονικές επιθέσεις ενάντια σε μετανάστες.

Το ΚΚΕ, από την άλλη, και μέσω επίσημης τοποθέτησης της Κ.Ε. στον «Κυριακάτικο Ριζοσπάστη» (24/01), διαπιστώνει ότι το ν/σ είναι μακριά και ενάντια στα πραγματικά προβλήματα των μεταναστών και ότι από μόνη της η ιθαγένεια δεν αποτελεί έτσι και αλλιώς εγγύηση ισότιμης μεταχείρισης των μεταναστών. Δέσμιο όμως της λογικής των προτάσεων στο σύστημα, μπαίνει στη διαδικασία να προτείνει ένα λαϊκότερο και δικαιότερο πλαίσιο πολιτογράφησης, την ίδια στιγμή που δεν παίρνει καμιά πρωτοβουλία για να αναδείξει στην πράξη την ανάγκη ενότητας των μεταναστών με την εργατική τάξη.

Ο ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ σπεύδει να χειροκροτήσει το ν/σ σαν ένα έστω και αποσπασματικό βήμα στην κατεύθυνση παραχώρησης δικαιωμάτων στους μετανάστες.

Για εμάς το μοναδικό αίτημα που μπορεί να συμπυκνώσει τις πραγματικές ανάγκες των μεταναστών συνολικά είναι το αίτημα για ΠΛΗΡΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ, ΧΩΡΙΣ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ. Είναι ευθύνη του εργατικού ταξικού κινήματος να εντάξει το δυναμικό των μεταναστών στις γραμμές του στην κοινή πάλη για κοινά δικαιώματα. Είναι ευθύνη της Αριστεράς να αναδείξει το ζήτημα των μεταναστών σε ταξική βάση, να διαλύσει συγχύσεις και αντιδραστικές απόψεις στο πλαίσιο της εργατικής τάξης που βλέπουν στο πρόσωπο των μεταναστών τον εύκολο υπεύθυνο για τη διόγκωση της ανεργίας, τα μεροκάματα πείνας και την ανασφάλιστη εργασία. Απόψεις που ενισχύονται όσο προχωρά η πολιτική και ιδεολογική αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης και όσο η Αριστερά δεν αναλαμβάνει τις πολιτικές της ευθύνες. Αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος ώστε τα ταξικά αδέρφια μας, οι μετανάστες, να πάψουν να είναι οι κολασμένοι αυτή της γης.

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

Η ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΣΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΙ Η ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ Κ.Α.Π. ΣΤΗ ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΜΟΧΘΟΥ ΤΩΝ ΕΛΑΙΟΠΑΡΑΓΩΓΩΝ

Φυσικά και δεν είναι το λάδι το μόνο από τα αγροτικά προϊόντα που καταληστεύεται από μεγαλέμπορους, μεταποιητές, συσκευαστές και αλυσίδες εμπορίας (super market). Τα πορτοκάλια (όσα πουληθούν τελικά) πωλούνται στην εξευτελιστική τιμή των 10 λεπτών το κιλό, όπως άλλωστε τα μήλα και τα ροδάκινα το προηγούμενο διάστημα, ενώ το στάρι και το καλαμπόκι πουλήθηκαν φέτος σε τιμές που οι καλλιεργητές δεν έβγαλαν ούτε τα έξοδα της σποράς τους. Οι κάπως ανεβασμένες σε σχέση με τις περσινές εξευτελιστικές τιμές στο βαμβάκι δεν αλλάζουν την εικόνα της ληστείας του μόχθου των αγροτών σ’ όλη τη χώρα, ληστεία που κλιμακώνεται χρόνο το χρόνο και οδηγεί σε τραγικό αδιέξοδο τον κόσμο της υπαίθρου.

Η κατάσταση που διαμορφώνεται φέτος με το ελαιόλαδο, παρ' ότι δεν είναι μοναδική ούτε πρωτόγνωρη, ωστόσο είναι εξόχως αποκαλυπτική. «Διεθνή καρτέλ διαφεντεύουν την αγορά» τιτλοφορεί σχετικό άρθρο του στα «Χανιώτικα Νέα» στις 11-1-2010 ο Δρ Νίκος Μιχελάκης, γνωστός απολογητής του ευρωμονόδρομου -καθηγητής στο Ινστιτούτο Ελιάς- και ειδήμων στα της αγοράς ελαιολάδου. Ο ίδιος, αφού με στοιχεία και πίνακες αποκαλύπτει πως 5-6 μεγάλοι πολυεθνικοί διατροφικοί όμιλοι έχουν κυριεύσει στην κοινοτική και παγκόσμια αγορά και αγοράζουν και πουλάνε όσο θέλουν, ανεξάρτητα και από την προσφορά και από τη ζήτηση, καταλήγει για άλλη μια φορά (όπως κάνει χρόνια τώρα) σε προτάσεις στο πλαίσιο της Κ.Α.Π. (Κοινή Αγροτική Πολιτική).

Παρ' ότι ο ίδιος μιλάει για ώρα μηδέν στην ελαιοκομία και πολύ περισσότερο βέβαια μιλάει η πραγματικότητα του ρημάγματος των χωριών. Και είναι χιλιάδες αυτά τα χωριά σ’ όλη τη νότια Ελλάδα, τα νησιά και την παραλιακή ζώνη από την Κέρκυρα και την Πρέβεζα μέχρι τη Χαλκιδική και τη Θάσο. Δεν ανακαλύπτετε επομένως την Αμερική, κύριοι του συστήματος, όταν μιλάτε για καρτέλ. Η ελεύθερη αγορά, ο ανταγωνισμός, η συγκέντρωση–συγκεντροποίηση οδηγεί ακριβώς σ’ αυτά!

Ας δούμε λοιπόν πώς ένα προϊόν, που κάποτε παρομοιαζόταν με το χρυσάφι γιατί αποθηκευόταν και φυλασσσόταν σαν χρυσός και σαν σταθερή ανταλλακτική αξία στα χωριά, μα και σαν πολύτιμη όπως και τώρα αξία χρήσης, φτάνει στο σημείο σήμερα από τη μια να εξευτελίζεται η τιμή πώλησής του από τον παραγωγό και από την άλλη να συνεχίζει να χρυσοπληρώνεται από τον καταναλωτή εργαζόμενο της χώρας μας. Το κάθε προϊόν έχει την ιστορία του στο πώς το χειρίστηκε η Κ.Α.Π. της Ε.Ε. Το ελαιόλαδο είναι ένα απ’ αυτά.

Η κατάργηση των τιμών ασφαλείας, ο πόλεμος στην εμπορία χύμα λαδιού από παραγωγούς ή μικροεμπόρους, η επιβολή ποιοτικών κριτηρίων όπως το κάπα (Κ) της παλαιότητας, αλλά και η διαβάθμιση των τιμών στην οξύτητα με βάση τα συμφέροντα αυτών που τυποποιούν είναι μερικά από τα πολλά μέτρα και ρυθμίσεις που μαζί με την απάτη των επιδοτήσεων οδήγησαν σε μια κατάσταση όπου το προϊόν ληστεύεται από τον παραγωγό, που είναι κατά βάση φτωχομεσαίος αγρότης, και πωλείται πανάκριβα από τα λεγόμενα καρτέλ. Μόλις πέρυσι επιτράπηκε νόμιμα η νόθευση ελαιολάδου με σπορέλαια που εισάγονται πάμφθηνα συχνά με τα ίδια τάνκερ που κουβαλούν ορυκτέλαιο ή καύσιμα (δες σκάνδαλο με τη νοθεία πρόπερσι).

Ετσι φτάνουμε στο σημείο, ενώ δεν υπάρχει παραγωγή λαδιού παρά ελάχιστη, οι τιμές να έχουν καθηλωθεί στο 1,8 ευρώ για οξύτητα μικρότερη από 0,8 % (εξαιρετικό παρθένο). Βεβαίως στην Ελαϊς και τη Μινέρβα, τα δυο γνωστά ντόπια μονοπώλια που παίζουν στο πλαίσιο που διαμορφώνει εδώ και χρόνια η Ε.Ε. με την Κ.Α.Π., το λάδι κοστίζει πολύ λιγότερο, μιας και αγοράζουν με το κιλό και πουλάνε με το λίτρο, αναμιγνύουν σπορέλαια, ενώ το ελαιόλαδο υψηλής οξύτητας 5-6 βαθμών και πάνω το αγοράζουν γύρω στο ένα ευρώ το κιλό για να παίξουν όπως ξέρουν με αναμίξεις και νοθεύσεις με σπορέλαια και ραφιναρίσματα και να οικονομήσουν τεράστια κέρδη.

Είναι πλέον προκλητικά και εξοργιστικά φανερό πού έχει οδηγήσει τα πράγματα η πολιτική (προστασίας τάχα του αγρότη με τις επιδοτήσεις και με όλα τ’ άλλα) των κυβερνήσεων του κεφαλαίου και της Κ.Α.Π. που υποστήριξαν σαν μονόδρομο ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. εδώ και χρόνια. Αποδεικνύεται συνολικότερα σ’ όλη τη χώρα και με μια σειρά εκφάνσεις, πέρα από την περίπτωση του λαδιού, ο καταστροφικός χαρακτήρας της εξάρτησης της χώρας από τον ιμπεριαλιστικό συνασπισμό του κεφαλαίου και των μονοπωλίων που ακούει στο όνομα Ε.Ε. Βεβαίως, παρά την ερήμωση της υπαίθρου μέσα από το ξεκλήρισμα της αγροτιάς, παρά το γεγονός ότι ο εργαζόμενος ή άνεργος λαός που στοιβάχτηκε στις πόλεις-τέρατα τρέφεται πλέον με τυποποιημένα προϊόντα (στην καλύτερη περίπτωση αμφίβολης ποιότητας) και ανεξάρτητα από το τι εισάγουμε και τι παράγουμε πλέον ως χώρα, ωστόσο κάποιοι κέρδισαν. Μεγαλέμποροι, αλυσίδες super market και οι μεγάλοι όμιλοι των τροφίμων, ξένοι και ντόπιοι, εξαγορασμένοι από ξένα μονοπώλια ή αυθύπαρκτοι, καλά κρατούν ως προς τον απόλυτο έλεγχο της αγοράς με καπιταλιστικούς όρους πλέον, που σημαίνουν πολύ απλά ληστεία των προϊόντων σε τομείς όπου επιβιώνουν ακόμη μικρές εκμεταλλεύσεις (όπως ελαιοκαλλιέργεια, φρούτα κ.λπ.) και ταυτόχρονα ληστεία του καταναλωτή με ανελέητες ανατιμήσεις και μόνο εικονικές πτώσεις τιμών ή προσφορές σε άχρηστα και σχεδόν ληγμένα για τη φτωχολογιά που πληθαίνει δραματικά…

Βέβαια, στο πλαίσιο της Κ.Α.Π. όλα αυτά τα χρόνια υπήρξαν στη χώρα και μερικές μεγάλες καπιταλιστικού χαρακτήρα εκμεταλλεύσεις κυρίως στη σταβλισμένη κτηνοτροφία, στην ιχθυοκαλλιέργεια, κάποια συγκέντρωση με προβλήματα στο Θεσσαλικό κάμπο, κάποιες μεγάλες θερμοκηπιακές μονάδες κ.λπ. Είναι όλες αυτές οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις στον αγροτοκτηνοτροφικό χώρο, ενίοτε ακόμη και ιερές μονές, μεγαλοαγρότες -αν μπορούν να ειπωθούν αγρότες οι ιδιοκτήτες τους, που συχνά δεν έχουν πατήσει χώμα- που ωφελούνται με μια σειρά τρόπους από την Κ.Α.Π. και παίρνουν χοντρές επιδοτήσεις, που δημιουργούν κλίμα ώστε σταδιακά, μέσα και από την εφαρμογή του μητρώου αγροτών, να κοπούν οι επιδοτήσεις στους μικροκαλλιεργητές που δεν είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες έτσι ώστε να μεγαλώσει η πίτα γι’ αυτούς.

Το επικίνδυνο είναι ότι κάτι τέτοιο επιχειρείται από τους αγροτοπατέρες να περάσει ευρύτερα σε μικρομεσαίους αγρότες, κρύβοντας το γεγονός πως όσο λιγοστεύουν αποδυναμώνονται και η πλειοψηφία οδηγείται στο ξεκλήρισμα χρόνο με το χρόνο. Κρύβουν επίσης πως οι επιδοτήσεις σύντομα θα πετσοκοπούν και ότι οι μόνοι που θα έχουν στήριξη από την Ε.Ε. και θα μπορούν να επιβιώσουν στο χώρο της γεωργίας θα είναι οι μεγάλες καπιταλιστικές μονάδες.

Ηδη λοιπόν οι απατηλές επιδοτήσεις της Ε.Ε. κόβονται από φέτος για ποσά κάτω από 400 ευρώ ή για εκμεταλλεύσεις κάτω από 4 στρέμματα. Ταυτόχρονα αυξάνονται οι παρακρατήσεις, ενώ φέτος περισσότερο από άλλες χρονιές η επιδότηση δίνεται τμηματικά στο πλαίσιο μιας αγροτικής πολιτικής επιδομάτων φτώχειας, όπου πραγματικά με ψίχουλα πάνε να ξεγελάσουν για άλλη μια χρονιά με θρασύτητα τους αγρότες την ίδια ώρα που με τις πλάτες κυβέρνησης και Ε.Ε. ληστεύεται συστηματικά το προϊόν του μόχθου τους. Μα ακόμη και αυτές οι επιδοτήσεις φτώχειας και πείνας ενδέχεται μετά το 2013 να προσανατολιστούν σε μεγάλο βαθμό σε επιδοτήσεις επενδύσεων παραγωγής ενέργειας από ηλιακά και αιολικά πάρκα.

Η ΚΡΙΣΗ ΑΠΟΘΡΑΣΥΝΕΙ ΤΗΝ ΑΔΗΦΑΓΙΑ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Κλείνοντας τα όσα συνοπτικά αναφέραμε για τα αποτελέσματα στη χώρα μας της ΚΑΠ, ιδιαίτερα για την περίπτωση του ελαιολάδου, θα παρατηρήσουμε πως η ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων στην πόλη και το χωριό σε περιόδους κρίσης δεν γίνεται μονάχα λόγω του ότι η καπιταλιστική αγορά μπλοκάρει και δημιουργούνται τα γνωστά αδιέξοδα της λεγόμενης υπερπαραγωγής κ.λπ. Κυρίως σ’ αυτή τη φάση οι δυνάμεις του κεφαλαίου, μ’ αφορμή την κρίση, αποθρασύνονται και λειτουργούν λυσσαλέα σε βάρος των εργαζομένων αλλά και της φτωχής αγροτιάς και μιας σειράς λαϊκών στρωμάτων.

Φέτος η παραγωγή ελαιολάδου είχε δραματική πτώση, ενώ την ίδια στιγμή έπεσε πολύ χαμηλά και η τιμή παραγωγού. Δεν γίνεται να μην αναφερθούμε στο βασικό λόγο για τον οποίο αποδεκατίστηκε η φετινή παραγωγή ελαιολάδου. Δυστυχώς για τους ελαιοπαραγωγούς στα Χανιά και σε μια σειρά περιοχές της χώρας η παραγωγή καταστράφηκε από το δάκο λόγω πλημμελούς δακοκτονίας που χρόνια τώρα γίνεται με ευθύνη του κράτους. Την ίδια στιγμή όχι μόνο δεν ιδρώνει το αφτί των αρμοδίων υπευθύνων του υπουργείου και των νομαρχιών, αλλά το παίζουν και τρέλα. Ο δάκος, παρ' ότι ήταν δύσκολη χρονιά, μπορούσε να ελεγχθεί, αλλά εδώ αποδεικνύεται πως ο κρατικός μηχανισμός κάθε άλλο παρά είναι στοιχημένος για να στηρίζει την αγροτική παραγωγή του τόπου μας και το εισόδημα του αγρότη.

Κατά τ’ άλλα, νοιάζονται τάχα για την πραγματική οικονομία και ξεχνάνε πως το λάδι είναι βασικός πυλώνας της για μια σειρά νομούς… Τώρα μιλάνε για ψευτοαποζημιώσεις (2 ευρώ ανά δέντρο), αποσιωπώντας την ευθύνη των κρατικών φορέων δακοκτονίας και ρίχνοντάς τα στην κλιματική αλλαγή!

Μ’ όλα αυτά αποκαλύπτεται δραματικά η ανάγκη μαζικών αγροτικών αγώνων διαρκείας, σε κατεύθυνση σύγκρουσης με την πολιτική της ΚΑΠ και της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, που συνεχίζει χωρίς την παραμικρή αλλαγή την πολιτική της Ν.Δ. με περισσότερο θράσος και αναλγησία σε βάρος των αγροτών.

Η νωπή εντολή, η ισχυρή παρουσία των πράσινων αγροτοπατέρων και η αντιδραστική συναίνεση στη σφοδρή αντιλαϊκή πολιτική δυσκολεύει για την ώρα το ξέσπασμα ξανά της αγροτικής οργής. Σίγουρα είναι όλα αυτά και μια σειρά άλλα σοβαρά πολιτικά προβλήματα που δένουν τους αγρότες χειροπόδαρα, έρμαιο στη λεηλασία του κεφαλαίου. Ομως, δεν δικαιούται κανένας να βγάλει το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν αγωνιστικές διαθέσεις. Η οργή και η αγανάκτηση είναι δεδομένη και καθολική και ένα μεγάλο κομμάτι αγροτών, παρά τα προβλήματα, έχει διάθεση για αγώνα.

Ομως, πέρα από τους χειρισμούς της Μπατζελή και των πράσινων και μπλε αγροτοπατέρων, και η στάση του ΚΚΕ και της ΠΑΣΥ αναλώνει και τσακίζει αυτές τις διαθέσεις, έχοντας σαν μόνη έγνοια την κομματική-παραταξιακή παρέμβαση και όχι τη συμβολή στη συγκρότηση ενός αγώνα και ενός κινήματος πραγματικής μαζικής σύγκρουσης με την αντιαγροτική πολιτική. Είναι χαρακτηριστικό πως τα στελέχη της ΠΑΣΥ που καλούσαν το συλλαλητήριο στα Χανιά στις 12 Γενάρη (θεώρησαν επιτυχία που είχε 150 ανθρώπους) έλειπαν από τις μεγαλειώδεις περσινές κινητοποιήσεις απλά γιατί δεν μπορούσαν να τις ελέγξουν.

Ως προς τα αιτήματα, σε σχέση με αγροτοπατέρες άλλων χρωμάτων, πέρα από τις λίστες και το τσουβάλιασμα -λείπει η αιχμή-, αξίζει να αναφερθεί πως (κάλλιο αργά βέβαια παρά ποτέ) τώρα μονάχα εναντιώνονται κάπως πιο ανοιχτά στο μητρώο αγροτών, που στο νομό Χανίων θα αναγνωρίζει ίσα ίσα 1470 αγρότες. Πάλι καλά, βέβαια, γιατί παλιότερα έθεταν και αίτημα την εφαρμογή του μητρώου στο πλαίσιο μιας λογικής εξορθολογισμού, ενώ στο μπλόκο στο Πλατάνι μόλις πέρυσι οι δυνάμεις του ΣΥΝ μα και αντιεξουσιαστές το έθεταν επίσης σαν αίτημα.

Την Τρίτη 19 Γενάρη η ΠΑΣΥ καλεί ξανά κινητοποίηση-μπλόκο στην Εθνική οδό. Η περίσσεια οργή των αγροτών και η παντελής αδράνεια της ΓΕΣΑΣΕ-ομοσπονδίας τούς δίνει τη δυνατότητα να εμφανίζονται φέτος αποκλειστικοί εκφραστές των αγροτικών αγώνων, ενώ είναι εμφανές πως πρόκειται για παραταξιακές κινήσεις ανάλογες με αυτές των πράσινων και μπλε αγροτοπατέρων, χωρίς την έγνοια για ανάπτυξη μαζικού αγωνιστικού αγροτικού κινήματος.

Σίγουρα το πρόβλημα δεν βρίσκεται στις διαθέσεις των αγροτών ούτε στις διαθέσεις του λαού συνολικότερα, και αυτό φαίνεται ήδη παρά την κάθε λογής τρομοκρατία και τη νωπή εντολή της κυβέρνησης. Το πρόβλημα βρίσκεται στην Αριστερά. Και είναι σαφές εδώ και καιρό, και όχι μόνο στο χώρο των αγροτών, πως η Αριστερά των ΚΚΕ–ΣΥΝ ούτε θέλει ούτε τολμάει να συμβάλει στο ξέσπασμα μαζικών συγκρούσεων με την πολιτική του συστήματος και στη συγκρότηση του κινήματος που έχει ανάγκη η αγροτιά και όλος ο λαός.

Ομως η περσινή μετά από χρόνια αγωνιστική ανάταση των αγροτών αποδεικνύει πως ακόμη δεν έχουν πει την τελευταία λέξη…


Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

100 μέρες ΠΑΣΟΚ: Τα ίδια και χειρότερα για το λαό!

Χρειάστηκε να περάσουν πάνω από 3 μήνες για να ακούσουμε από το στόμα του πρωθυπουργού τις κλασικές δικαιολογίες που χρησιμοποιούν κατά παράδοση οι αστικές κυβερνήσεις, όταν η μία διαδέχεται την άλλη: «παραλάβαμε καμένη γη», «τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα απ’ όσο τα περιμέναμε». «Φταίει», λοιπόν, η ΝΔ που το ΠΑΣΟΚ ακολουθεί αντιλαϊκή πολιτική, όπως «έφταιξε» ο Σημίτης που η ΝΔ «αναγκάστηκε» (η κακομοίρα) να επιτεθεί στα λαϊκά δικαιώματα.

Αν κάτι πρέπει να συγκρατήσει ο λαός απ’ όλη αυτή τη φιλολογία για τις πρώτες 100 μέρες της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ είναι ότι οι επόμενες μέρες, αυτές που θα ‘ρθουν, θα είναι κατά πολύ χειρότερες απ’ ότι μέχρι τώρα έχει δει.

Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγραφεί το τι βιώνουμε όλο το διάσητμα που το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στην κυβέρνηση. Μια καθημερινή, συστηματική, μαύρη προπαγάνδα συντονισμένη και προπάντων «συναινετική», που στοχεύει να καθυποτάξει το λαό και να φοβίσει τις λαϊκές μάζες. Λες και όλο το πολιτικό κατεστημένο ανακάλυψε «ξαφνικά» το «φταίχτη» για την κρίση, που δεν είναι άλλος από το λαό και τα, ελάχιστα πια, εναπομείναντα γι’ αυτόν δικαιώματα.

Δεν έχει καμία σημασία για όλους αυτούς που καθημερινά κραυγάζουν υπέρ περισσότερων σκληρών μέτρων, ότι ο λαός, οι αγρότες, οι εργαζόμενοι στενάζουν ήδη εδώ και δεκαετίες. Δεν έχει καμία σημασία που οι περισσότεροι απ’ αυτούς πριν λίγους μήνες, για να σπρώξουν το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, έλεγαν ότι τα χειρότερα πέρασαν και ότι η ανάκαμψη σ’ όλη την Ευρώπη βρίσκεται επί θύραις, ότι..., ότι ...

Προφανώς ψεύδονται. Και τώρα με περισσό θράσος ζητούν και το «κεφάλι του Ιωάννη»: Να αυξηθούν οι φόροι, να καταργηθούν τα δώρα, να παγώσουν οι μισθοί, να μειωθούν οι συντάξεις, να αυξηθούν κι άλλο τα όρια ηλικίας, να ελαστικοποιηθούν κι άλλο οι εργασιακές σχέσεις, να ιδιωτικοποιηθεί ό,τι έχει απομείνει από τη λεγόμενη δημόσια περιουσία.

Μα, πού είναι η «αντιπολίτευση», αναρρωτιώνται υποκριτικά τα ΜΜΕ. Μα, τι κάνει ο Σαμαράς και η ΝΔ; Μα, προφανώς έχουν μείνει χωρίς δουλειά, αφού το ΠΑΣΟΚ τούς έχει ξεπεράσει σε «φαντασία» και «εφευρετικότητα». Ουσιαστικά το ΠΑΣΟΚ τους έχει «ξεπεράσει» σε σχέση με την απαιτούμενη ευθυγράμμιση απέναντι στις επιταγές του σκληρού πυρήνα της ΕΕ. Προφανώς το ΠΑΣΟΚ, ανεξαρτήτως του τι διατυμπάνιζε προεκλογικά, δεν έχει καθόλου περιθώρια να κινηθεί σε διαφορετική κατεύθυνση απ’ αυτή που με σχετική σαφήνεια είχε καθορίσει ο Καραμανλής, όταν υποχρεώθηκε να προκηρύξει εκλογές και να αποτραβηχτεί. Ετσι κι αλλιώς, μέσα στα ασφυκτικά πλαίσια που έχουν καθορίσει οι ισχυροί ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές, σύμφωνα με τους «θεσμούς» της «ενωμένης» (πώς είπατε;) Ευρώπης, η Ελλάδα μαζί με άλλες χώρες της δεύτερης και τρίτης ταχύτητας όφειλαν να «θυσιαστούν» για χάρη της «ανάκαμψης» του ισχυρού πυρήνα των ιμπεριαλιστών. Οφειλαν να αποδεχτούν τη μετακύληση της κρίσης στις πλάτες τους. Και οι κατά τόπους αστικές κυβερνήσεις, μέσα στα πλαίσια της εξάρτησής τους, όφειλαν να «φροντίσουν» ώστε αυτή η μετακύληση να φτάσει εκεί που «πρέπει», δηλαδή στους λαούς και την εργατική τάξη, τους αγρότες, χωρίς -όπως έχουμε ξαναπεί- να μένουν έξω από το στόχαστρο τα μεσοστρώματα.

Οταν όλο το οικοδόμημα της υποτιθέμενης ενωμένης Ευρώπης κλονίζεται συθέμελα κάτω απ’ το βάρος του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, όχι μόνο με τις ΗΠΑ αλλά και με ό,τι άλλες «διασταυρώσεις» φαντάζεστε, τί διαφορετικό θα περιμένουν οι λαοί από τις κυβερνήσεις τους;

Το σχέδιο είναι «απλό» προκειμένου η Ευρώπη, δηλαδή οι ισχυροί της ΕΕ, να «ανακάμψει». Να μεταφέρεται πλούτος από τους «κάτω» στους «πάνω» (στο εσωτερικό της κάθε χώρας) και από τους «γύρω», δηλαδή την περιφέρεια της Ευρώπης, στους «μέσα», στο σκληρό πυρήνα.

Μια τέτοια βίαιη και σκληρή μεταφορά πλούτου που, εκτός των άλλων, δεν έχει την άνεση της κλασικής μεταφοράς πλούτου που γίνεται, έτσι κι αλλιώς, στο πλαίσιο του καπιταλισμού, έχει σίγουρα πολλές παράπλευρες απώλειες όχι μόνο σε βάρος των λαών, αλλά απώλειες που μπορούν να φτάσουν να απειλήσουν την ίδια τη «συνοχή» του «ευρωπαϊκού εγχειρήματος» ακόμα και την όποια «οικουμενικότητα» του ευρωνομίσματος.

Ωστόσο, αστικές τάξεις σαν αυτή που καταδυναστεύει τη χώρα μας είναι «υποχρεωμένες» να ακολουθούν τις επιταγές για να καλύπτουν και τις δικές τους ανάγκες, για να αναπαράγονται, για να συνεχίσουν να έχουν την εξουσία.

Περιορίζονται όμως σε «δευτερεύουσες» δουλειές, αφού -όσον αφορά τον πυρήνα της πολιτικής- δεν έχουν περιθώρια να αλλάξουν κατεύθυνση τουλάχιστον κόντρα στην εξάρτησή τους και τη δέσμευσή τους.

Η αστική τάξη της χώρας, λοιπόν, κύριο μέλημά της έχει τη διαμόρφωση των όρων και των συνθηκών, πότε με την καταστολή και πότε με τον αποπροσανατολισμό, ώστε να επιβάλλονται τα σκληρά της μέτρα με τις λιγότερες δυνατές αντιδράσεις.

Η αστική τάξη της χώρας, επιλέγοντας τη λύση ΠΑΣΟΚ, πέραν του ότι επιχειρεί μια επαναπροσέγγιση της ισορροπίας των εξαρτήσεων από Ευρώπη και ΗΠΑ, με τη ζυγαριά να γέρνει ελαφρώς υπέρ των υπερατλαντικών, ευελπιστούσε και συνεχίζει να ευελπιστεί ότι θα μανουβράρει καλύτερα από τον προκάτοχό της τις λαϊκές αντιδράσεις. Ευελπιστούσε και ευελπιστεί ότι το όλο πλαίσιο ΠΑΣΟΚ, έτσι όπως έχει δημιουργηθεί μέσα στη δεκαετία, με τις απαραίτητες «ανανεώσεις» και λίφτιγκ θα κατορθώσει, αν όχι να παρουσιάσει το άσπρο μαύρο, τουλάχιστον να γίνει πιο αποτελεσματικός ο αποπροσανατολισμός.

Πέρα όμως απ’ αυτό, η αστική τάξη ευελπιστεί στις «υπόγειες», «φανερές» ή «αφανείς» διαδρομές στη σύνδεση του ΠΑΣΟΚ με αρκετά κομμάτια της «Αριστεράς» στη χώρα. «Ευελπιστεί» στα «συμπλέγματα» και τις «ενοχές» της ψευτοαριστεράς απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία. Μπορεί όλα αυτά μέχρι στιγμής να έχουν λειτουργήσει σ’ ένα βαθμό. Εχουν βάλει, άλλωστε, το «χεράκι» τους και η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ για να φαίνεται ο λαός «αιφνιδιασμένος» από την επίθεση που του γίνεται. Για να φαίνεται «άβουλος» και «ανεκτικός», έτσι όπως το θέλει το σύστημα.

Μπορεί μέχρι στιγμής πολλά κέντρα του συστήματος αλλά και διάφοροι «αριστεροί» κολαούζοι να εξακολουθούν να καλλιεργούν το «μύθο» ότι το ΠΑΣΟΚ είναι διαφορετικό από τη ΝΔ, ότι έχει στρατηγική «ενσωμάτωσης» των εργαζομένων αξιοποιώντας φραστικές διαφοροποιήσεις τύπου υποσημειώσεων στα προεκλογικά προγράμματα.

Δεν είμαστε προφήτες για να πάρουμε ακριβή θέση μέχρι πότε θα κρατήσει αυτή η γενική «παγωμάρα» και πότε θα ξεσπάσει ο λαός. Ηδη, έστω περιθωριακά και διεσπαρμένα, εμφανίζονται οι νέες αντιστάσεις. Ακόμα και οι τουφεκιές στον αέρα που ρίχνουν η ΑΔΕΔΥ και το ΠΑΜΕ είναι ενδεικτικές των πιέσεων που ασκεί η οργή και η αγανάκτηση του κόσμου.

Οι πρωτοπόροι αγωνιστές, οι κομμουνιστές, οι αριστεροί ανένταχτοι, όπου βρίσκονται δεν έχουν να περιμένουν. Πρέπει να ξεκινήσουν «από χθες» να συντονίζονται, να οικοδομούν εστίες αντίστασης, στηριγμένοι στις δικές τους δυνάμεις αλλά και αξιοποιώντας όποια άλλη δυνατότητα τους δίνεται. Η κατεύθυνσή τους δεν μπορεί παρά να είναι μόνο μία: Εμπρός λαέ στην πρώτη τη γραμμή, αυτή η πολιτική μπορεί ν’ ανατραπεί!

Να αγωνιστούμε ώστε οι μέρες που έρχονται να μην είναι γκρίζες!

Τελειώνουνε οι μέρες της αναμονής, έρχονται οι μέρες της αντίστασης και της ανατροπής!

Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης… για το κεφάλαιο, ...Φτώχειας και Εξαθλίωσης για τον λαό!

Με γρήγορες διαδικασίες η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ετοιμάζει την παρουσίαση στην ΕΕ του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ) της χώρας για την τριετία 2010-2012. Το ΠΣΑ αποτελεί την πολιτική δέσμευση της κυβέρνησης απέναντι στο ευρωπαϊκό κεφάλαιο για τη μείωση των ελλειμμάτων και την επανένταξη της χώρας στη «δημοσιονομική πειθαρχία» που απαιτούν τα σύμφωνα συγκρότησης της ΕΕ-ΟΝΕ αλλά κυρίως η κρίσιμη σημερινή περίοδος.

Ο τρόπος σύνταξης του ΠΣΑ και οι ωμές παρεμβάσεις των «υπαλλήλων» της ΕΕ έβγαλαν στην επιφάνεια την πραγματική σχέση εξάρτησης στον οικονομικό και πολιτικό τομέα από το ευρωπαϊκό κεφάλαιο και τις καγκελαρίες της Ευρώπης. Η «επιτήρηση» της ελληνικής οικονομίας δεν είναι τίποτα άλλο από την επιβολή όλων των αντιδραστικών-αντεργατικών μέτρων που «απαιτούνται» για να πληρωθούν τα χρέη από τη μία και από την άλλη να διαμορφωθεί ένα «ελντοράντο» για το κεφάλαιο, ξένο και ντόπιο, με στόχο την αύξηση της κερδοφορίας του.

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να κερδίσει χρόνο στην εφαρμογή πολιτικής ξεζουμίσματος με αρχική παρουσίαση του ΠΣΑ σε βάθος τετραετίας (2010-2013) για να πάρει άμεσα την απάντηση- απαίτηση-επιβολή από την ΕΕ ότι η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος πρέπει να έχει ολοκληρωθεί στο τέλος του 2012 με «όσα μέτρα και αν χρειαστεί να ληφθούν».

Ποιοι είναι οι ποσοτικοί στόχοι του ΠΣΑ

Η μείωση του ελλείμματος από το 12,7% του 2009 στο 8,7% το 2010 και στη συνέχεια στο 5,6% το 2011 και στο 2,8% το 2012. Βέβαια η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, όπως δήλωσε, έχει οργανώσει και «σχέδιο Β» στην περίπτωση που κατά τη διάρκεια της τριετίας φανεί ότι τα μέτρα που λαμβάνονται δεν έχουν τα αντίστοιχα ποσοτικά αποτελέσματα. Το λεγόμενο «σχέδιο Β» είναι «δέσμη μέτρων» με επιπλέον φόρους και περιορισμό δαπανών δείχνοντας έτσι ότι οι στόχοι της «δημοσιονομικής πειθαρχίας» θα κατακτηθούν «πάση θυσία». Στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης μετριέται με αριθμούς το ξεζούμισμα του εργαζόμενου λαού που θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη φτώχεια και εξαθλίωση.

Η φοροεπιδρομή (μόνο για το 2010) υπολογίζεται ότι θα αποφέρει αύξηση των εσόδων του προϋπολογισμού κατά 3,5 δισ. ευρώ. Το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό από αυτή την αύξηση θα αποτελέσει η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζόμενων, μέσα από την μείωση του αφορολόγητου ποσού –που γίνεται προσπάθεια να καλυφθεί από τον θόρυβο που έχουν ξεσηκώσει για το «κίνημα των αποδείξεων»- μέσα από την αλλαγή των φορολογικών κλιμάκων, από την αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης. Και αν αυτά τα μέτρα δεν αποδώσουν περιμένει στη γωνία ο «ενιαίος ΦΠΑ» που θα απογειώσει ακόμα περισσότερο τις τιμές σε όλα τα βασικά αγαθά πρώτης ανάγκης για την λαϊκή οικογένεια.

Από την άλλη μεριά στο σκέλος των εξόδων η μείωση στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και όλων των κοινωνικών δαπανών σε ασφάλιση και περίθαλψη αλλά και οι μαζικές απολύσεις σε συμβασιούχους ορισμένου χρόνου αναμένεται να έχουν σαν αποτέλεσμα τη μείωση των «εξόδων» κατά 3,2 δισ. ευρώ. Είναι σημαντικό να δούμε από πού συγκεκριμένα θα «εξοικονομήσει» αυτό το ποσό η κυβέρνηση για να φανεί ξεκάθαρα ο ταξικός προσανατολισμός αυτού του «προγράμματος». Έτσι έχουμε: από τη μείωση κατά 10% των επιδομάτων των δημοσίων υπαλλήλων 650 εκατ., από τη μείωση της κρατικής επιχορήγησης στα ασφαλιστικά ταμεία 540 εκατ, από τη μείωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου 120 εκατ., από τη μείωση των δαπανών στα νοσοκομεία 1,4 δισ. και από την μείωση του «λειτουργικού κόστους» (γενικά) 360 εκατ., ενώ από το παραπέρα πρόγραμμα των ιδιωτικοποιήσεων-μετοχοποιήσεων (το ξεπούλημα δηλαδή) όσων ΔΕΚΟ έχουν απομείνει, σχεδιάζεται η είσπραξη 5,75 δισ. ευρώ.

Η ΕΕ θέλει να μας εξυγιάνει;

Από πολλούς παράγοντες του συστήματος προπαγανδίζεται ότι με την παρέμβασή της αυτή η ΕΕ μπορεί από τη μία να θίγει το «εθνικό φιλότιμο» από την άλλη όμως θα «εξυγιάνει» τα στοιχεία της ελληνικής οικονομίας με μακροπρόθεσμες, θετικές, ωφέλειες για όλους και κυρίως για τους εργαζόμενους. Ακόμα και τα «ψεύτικα» στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΣΥΕ) η διάλυσή της και η «ανεξαρτοποίησή» της από την κυβέρνηση γίνεται προσπάθεια να παρουσιασθεί σαν σημαντικό βήμα «εξυγίανσης», προσπαθώντας να μας κάνουν να ξεχάσουμε ότι είναι τα στοιχεία της ίδιας Στατιστικής Υπηρεσίας, με βάση τα οποία έγινε η ένταξη στην ΟΝΕ. Αλλά αυτά μάλλον αποτελούν άλλη ιστορία στην οποία τα «ψεύτικα» στοιχεία δεν πρέπει να ήταν «προνόμιο» μόνο της ελληνικής στατιστικής υπηρεσίας μπροστά στην αναγκαιότητα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου για το άλμα στο… ευρώ.

Απέναντι σε αυτή τη λογική αυτό που έχουμε να πούμε είναι ότι οι ιμπεριαλιστικές χώρες της Ευρώπης δεν έχουν σκοπό να αποκαταστήσουν τη ζημιά που έχουν προκαλέσει, μέσα από την εξάρτηση και τις συνέπειές της, στις χώρες που αποτέλεσαν για δεκαετίες την «αυλή» τους, που τις εκμεταλλεύτηκαν στο μέγιστο βαθμό και σήμερα τις ζητούν και τα «ρέστα» για το «χάλι» τους.

Ο σκοπός της παρέμβασής τους είναι διπλός: από τη μία με τη μείωση του εργατικού κόστους και την ανατροπή όλων των κατακτήσεων των εργαζόμενων να μπουν σε μία νέα φάση κερδοφορίας, ενώ από την άλλη η «κατάντια» της Ελλάδας δημιουργεί σοβαρά προβλήματα και «πιέσεις» στο ευρώ στα πλαίσια του παγκόσμιου οικονομικού ανταγωνισμού ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και από την άποψη αυτή πρέπει να υπάρξει άμεση επιβολή της πειθαρχίας, ιδιαίτερα στις εξαρτημένες χώρες.

Από την άλλη πλευρά όμως επειδή ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός που προκαλεί η κρίση του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος δεν αφήνει καμία περιοχή του πλανήτη «απέξω» για αυτό και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν «περιορίζεται» στην παρουσία των «υπηρεσιακών παραγόντων» της ΕΕ αλλά ζητάει και την «τεχνική υποστήριξη» του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τις «μεταρρυθμίσεις» που απαιτούνται στο ασφαλιστικό, την οικονομική πολιτική, την δομή της κρατικής διοίκησης, τη σύνταξη και την εφαρμογή του κρατικού προϋπολογισμού! Είναι φανερό ότι η πρόσκληση και η παρουσία παραγόντων του ΔΝΤ αυτή την περίοδο στη χώρα μας δεν είναι τίποτα άλλο από την ωμή παρέμβαση, με «κάλεσμα» της κυβέρνησης και στην άλλη ιμπεριαλιστική δύναμη (ΗΠΑ) να έχει σημαντικό λόγο στις οικονομικές εξελίξεις, μετατρέποντας με τον τρόπο αυτό τη χώρα σε πεδίο οξύτατου ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και σαν συνέπεια το φόρτωμα ακόμα μεγαλύτερων βαρών στις πλάτες των εργαζόμενων.

Το ΠΣΑ δεν είναι τίποτα άλλο από την πλήρη παράδοση της χώρας στο ξένο και ντόπιο κεφάλαιο για να συνεχίσουν την «εξυγίανση» που ακολούθησαν όλες τις προηγούμενες δεκαετίες είτε με την ένταξη στην ΕΟΚ είτε με την ένταξη στην ΟΝΕ της «ισχυρής Ελλάδας». Το «Πρόγραμμα Σταθερότητας» αποτελεί το «συμβόλαιο» της αστικής τάξης και της κυβέρνησή της με τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές για το ξεπούλημα της εργατικής τάξης, όλου του εργαζόμενου λαού και όλων των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας.

«Κινδυνεύουμε» να μας διώξουν από την ΕΕ;

Πυκνώνουν τα δημοσιεύματα τόσο στον διεθνή Τύπο όσο και από δηλώσεις οικονομικών παραγόντων εντός και εκτός Ευρώπης για το «ξεπέταγμα» της Ελλάδας από την ΕΕ έτσι ώστε να μην επηρεάσει όλο το οικοδόμημα.

Είναι φανερό ότι ο πανικός που προκαλείται στα διάφορα επιτελεία του μονοπωλιακού κεφαλαίου, από την κρίση και τον ανταγωνισμό, έχει σαν αποτέλεσμα τη διαμόρφωση αντίστοιχων «προτάσεων» που φαίνεται να στερούνται στοιχειώδους πολιτικής συγκρότησης αν και γίνονται από παράγοντες και εκδοτικά συγκροτήματα που δεν στερούνται από αυτή. Μοιάζει με «φοβέρα» απέναντι όχι μόνο στην αστική τάξη της Ελλάδας αλλά και σε όλους όσοι (αστικές κυβερνήσεις) βρίσκονται σε ανάλογη θέση (δημοσιονομικά ελλείμματα και χρέη) και δεν εφαρμόζουν με «αποφασιστικότητα» όλα τα αντιλαϊκά μέτρα που απαιτούνται. Θα λέγαμε ότι το σενάριο της εξόδου της Ελλάδας από την ΕΕ μάλλον εκφράζει την επιθυμία παραγόντων αλλά και εκπροσώπων ανταγωνιστριών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που θα ήθελαν να δουν το οικοδόμημα της ΕΕ να «ξεφτίζει».

Με όλη αυτή τη συζήτηση γίνεται προσπάθεια να διαμορφωθεί στο εσωτερικό της χώρας η αίσθηση στον λαό ότι πρέπει να κάνουμε και κυρίως να υπομείνουμε τα πάντα για να παραμείνουμε στη «θαλπωρή» της ΕΕ γιατί έξω από αυτή δεν έχουμε κανένα μέλλον σαν χώρα και λαός. Στόχος είναι να εξουδετερωθεί η αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση μέσα στους εργαζόμενους, τους αγρότες και τη νεολαία για την πάλη εξόδου της χώρας από την ΕΕ για την απαλλαγή της από τη συνολική ιμπεριαλιστική εξάρτηση. Γίνεται συστηματική προσπάθεια να πεισθούμε ότι όσο πιο εξαρτημένοι από τους ισχυρούς ιμπεριαλιστές όσο πιο πολύ υπακούμε τις εντολές τους τόσο θετικότερα θα είναι τα αποτελέσματα. Μπορεί τα αποτελέσματα να είναι θετικότερα για την αστική τάξη και τα συμφέροντά της είναι σίγουρο όμως ότι δεν θα είναι για τον εργαζόμενο λαό που σήμερα βρίσκεται μπροστά στην κλιμάκωση μίας σαρωτικής επίθεσης στο εισόδημα, στις κατακτήσεις και τα δικαιώματά του.

Ο λαός δεν έχει λόγο να συναινέσει στην αντιλαϊκή καταιγίδα

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αλλά και όλοι οι παράγοντες του συστήματος μέσα και έξω από τη χώρα την ίδια ώρα που σχεδιάζουν την εφαρμογή των αντεργατικών τους σχεδίων και προγραμμάτων έχουν το μυαλό τους στις λαϊκές αντιδράσεις που μπορούν να τους ανατρέψουν τους σχεδιασμούς. Όλη η προσπάθειά τους και όλο το δυναμικό που είναι διαθέσιμο στο πλευρό τους (από τα ΜΜΕ και τις δυνάμεις καταστολής μέχρι τους εργατοπατέρες ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ) και από τον αρχιεπίσκοπο μέχρι τον… Κύρκο, εκείνο που θέλουν να εξορκίσουν είναι οι λαϊκές αντιστάσεις και η αποδοχή από τον λαό της «μοίρας» του. Διαμορφώνουν κλίμα «εθνικής ομοψυχίας» για να παγιδεύσουν τον εργαζόμενο λαό να αποδεχτεί την καρατόμηση όσων κατακτήσεων και δικαιωμάτων έχουν απομείνει. Για τους εργαζόμενους πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι το πέρασμα χωρίς αντιστάσεις, του συνόλου των αντεργατικών-αντιλαϊκών πολιτικών θα δημιουργήσει ακόμα χειρότερες συνθήκες διαβίωσης από την μία ενώ θα κάνει ακόμα δυσμενέστερους τους πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς. Από την άποψη αυτή οι εργαζόμενοι μόνο να κερδίσουν έχουν από την απόκρουση της αντιλαϊκής καταιγίδας και στη κατεύθυνση αυτή οφείλουν να συμβάλλουν όλες οι ταξικές δυνάμεις του εργατικού κινήματος.

Όχι στο σχέδιο «Καλλικράτης»

Δεκατρία χρόνια μετά την ψήφιση και εφαρμογή του σχεδίου «Καποδίστριας», με το οποίο συνενώθηκαν οι περισσότερες Κοινότητες σε μεγαλύτερους Δήμους, και δεκαέξι χρόνια μετά τις πρώτες Νομαρχιακές εκλογές, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προωθεί την πολυαναμενόμενη επόμενη φάση της διοικητικής μεταρρύθμισης, αυτή που ως τώρα ξέραμε ως «Καποδίστριας 2», αλλά πλέον ονομάζεται «Καλλικράτης».

Το τέλος της τοπικής αυτοδιοίκησης

Αν ο «Καποδίστριας» και ο αιρετός δεύτερος βαθμός τοπικής αυτοδιοίκησης (Νομαρχίες) ήταν το πρώτο, ο «Καλλικράτης» είναι το τελειωτικό χτύπημα στην τοπική αυτοδιοίκηση. Αν ως τώρα βάζαμε τον όρο σε εισαγωγικά, εννοώντας ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ίσως θα πρέπει πλέον να τον καταργήσουμε οριστικά!

Με το σχέδιο, οι 1034 περίπου Δήμοι της χώρας θα συγχωνευθούν σε περίπου 370, θα δημιουργηθούν δύο Μητροπολιτικοί Δήμοι (Αθήνα, Θεσσαλονίκη), ενώ οι Νομαρχίες θα καταργηθούν και θα δημιουργηθούν 13 Περιφέρειες και 7 Γενικές Διοικήσεις στη θέση των σημερινών Περιφερειών. Αιρετοί θα είναι οι Δήμαρχοι και οι Περιφερειάρχες. Στην ίδια κατεύθυνση οι δημοτικές επιχειρήσεις θα μειωθούν από 6.000, συνολικά, σε 2.000.

Είναι, λοιπόν, φανερό ότι η νέα δομή δεν είναι ούτε τοπική, ούτε αυτοδιοίκηση! Ο τοπικός χαρακτήρας καταργείται τη στιγμή που Κοινότητα δεν υπάρχει, ενώ ο Δήμος έχει μεγάλη έκταση και πολλούς κατοίκους. Το τοπικό πρόβλημα δε μπορεί, πλέον, να αντιμετωπιστεί ως τέτοιο, από μια διοίκηση ξεκομμένη και από τον τόπο και από τους κατοίκους του.

Όσο για τον αυτοδιοικητικό χαρακτήρα, αυτός είχε προ πολλού χάσει κάθε σχέση με τις ρίζες του, με τη λαϊκή αυτοοργάνωση για την αντιμετώπιση της κεντρικής εξουσίας. Οι Δήμοι και οι Νομαρχίες ήταν ήδη φορείς της κεντρικής αντιλαϊκής πολιτικής, υπεύθυνοι σε πολλές περιπτώσεις για τη μεταφορά της και την εφαρμογή της απέναντι στο λαό. Τώρα, τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο ξεκάθαρα: η διοικητική δομή που θα βαφτιστεί τοπική αυτοδιοίκηση, θα είναι το παράρτημα της κεντρικής εξουσίας, εντελώς αποξενωμένη από το λαό.

Το ζήτημα αυτό είναι πολύ σοβαρό και θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ζήτημα δημοκρατίας, παρότι ο «Καλλικράτης» έχει …στολιστεί με μπόλικη φιλολογία περί αποκέντρωσης των εξουσιών, δημοκρατικής και σύγχρονης λειτουργίας στις κατευθύνσεις που ήδη λειτουργεί η κρατική διοίκηση στην Ευρώπη.

Τι επιδιώκει το σύστημα και η κυβέρνηση; Με βάση τα γραφόμενα και λεγόμενά τους τη μεταφορά των κρατικών λειτουργιών στις Περιφέρειες και τους Δήμους, ώστε, ιδανικά, να φτάσει κάποτε το κράτος να έχει έναν επιτελικό ρόλο και μόνο. Αυτό σημαίνει ότι οι Περιφέρειες και οι νέοι Δήμοι θα είναι περιφερειακά παραρτήματα της κεντρικής εξουσίας και σε καμιά περίπτωση φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης.

Η συνέπεια στο λαό είναι φανερή. Κάποτε, κυρίως στα χωριά, ο κόσμος μπορούσε να βρει τον Πρόεδρο της Κοινότητας …στο καφενείο, είχε μια άμεση σχέση μαζί του που του επέτρεπε να τον πιέζει για τα τοπικά (και όχι μόνο) προβλήματα και να τον αναγκάζει να συντάσσεται μαζί του στην κόντρα και σε διεκδικήσεις απέναντι στην κρατική εξουσία.

Η σχέση αυτή ανατράπηκε με τον «Καποδίστρια». Το Δημοτικό Διαμέρισμα δεν ήταν Κοινότητα και ο Δήμαρχος ήταν δυσκολότερο να πιεστεί από το λαό. Με τον «Καλλικράτη» η σχέση αυτή μπαίνει οριστικά στο …γνωστό ΠΑΣΟΚικό «χρονοντούλαπο της ιστορίας»! Αυτό που συμβαίνει εδώ και χρόνια στους μεγάλους Δήμους, όπου ο Δήμαρχος είναι πολιτικό πρόσωπο με τόση σχέση με το λαό όση έχει ένας βουλευτής ή υπουργός, θα συμβαίνει πια σε όλη τη χώρα και ακόμα περισσότερο στους Μητροπολιτικούς Δήμους. Για να δώσουμε ένα απλό παράδειγμα, θα είναι δυσκολότερο για έναν Σύλλογο Γονέων να διεκδικήσει χρήματα από το Δήμο για να βαφτεί το σχολείο, πράγμα που και τώρα δεν ήταν ιδιαίτερα απλό.

Η …παράπλευρη απώλεια αυτής της κατάστασης είναι ότι θα πρέπει να ψάχνουμε πια με το κιάλι για Δήμαρχο με απόχρωση, έστω, αριστερή. Για Περιφερειάρχη ούτε λόγος, βέβαια! Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ θα μοιραστούν την πίτα της τοπικής εξουσίας, με το ΚΚΕ να μοιάζει να μένει απέξω και τον ΣΥΡΙΖΑ να ελπίζει ότι θα διασώσει κανέναν Δήμο με συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ.

Αν ο λαός έβλεπε κάποτε έναν δυνάμει σύμμαχο στους θεσμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης, πλέον δεν πρόκειται να έχει κανέναν. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι νέοι Δήμοι, εφόσον θα είναι ισχυρότεροι, θα μπορούν από καλύτερες θέσεις να διαπραγματευτούν για τα συμφέροντα των δημοτών. Αυτό προϋποθέτει ότι θα ενδιαφέρονται γι’ αυτά, βέβαια, πράγμα που δεν συνέβαινε μέχρι τώρα και δε βλέπουμε το λόγο να συμβεί, όταν, μάλιστα, θα αποδυναμωθεί η πίεση που μπορούσε ο κόσμος να ασκεί στο Δήμο.

Το νέο «σύγχρονο κράτος»

Κάπου εδώ φαίνεται και η άλλη βασική στόχευση του συστήματος: Το κράτος να εκσυγχρονιστεί, ώστε να πλησιάσει τις δομές και τους θεσμούς που εφαρμόζονται στις ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης εδώ και χρόνια. Να απαλλαγεί, δηλαδή, από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, να γίνει πιο λειτουργικό για τον πολίτη, πιο αξιόπιστο και να αποκτήσει διαφανείς διαδικασίες.

Μοιάζει πράγματι με έκθεση ιδεών, αλλά δεν είναι μόνο τέτοια. Γιατί όντως η ελληνική άρχουσα τάξη θα ήθελε ένα πιο αποτελεσματικό κράτος, πιο αποτελεσματικό, όμως, για την ίδια και όχι για το λαό. Ιδιαίτερα τη στιγμή που βασίζεται τόσο πολύ σε αυτό, με βάση τα χαρακτηριστικά της.

Πιο συγκεκριμένα, ο ελληνικός καπιταλισμός πάντα βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στις δημόσιες επενδύσεις, κύρια σε έργα υποδομής. Η δυνατότητά του για άλλη ανάπτυξη ήταν περιορισμένη και δεν είναι τυχαίο ότι οι βασικοί εκπρόσωποι του μεγάλου κεφαλαίου ήταν αυτοί που έκαναν δουλειές με το δημόσιο. Στο κράτος παρέμενε κατά βάση η πρωτοβουλία για τις μεγάλες επενδύσεις, ακόμα και όταν με τα ΣΔΙΤ άνοιγε το πεδίο και στο ιδιωτικό κεφάλαιο.

Η συνεχόμενη αποβιομηχάνιση της χώρας και ο προσανατολισμός της στον τριτογενή τομέα έχει εντείνει αυτό το χαρακτήρα. Κρίσιμη ήταν και παραμένει η παρέμβαση του ιμπεριαλισμού, ο οποίος καθοδηγούσε την εξαρτημένη άρχουσα τάξη προς αυτή την κατεύθυνση, στην προσπάθειά του να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντά του, αλλά ακόμα και να αναλάβει ο ίδιος για λογαριασμό του τομείς στους οποίους το ντόπιο κεφάλαιο είχα κάποια δραστηριότητα.

Η σχέση αυτή υλοποιείται σε μεγάλο βαθμό μέσα από τα κανάλια των κοινοτικών επιχορηγήσεων, δανείων και αναπτυξιακών προγραμμάτων. Η κυβέρνηση απαντά σε όσους ρωτούν για τους πόρους των νέων θεσμών ότι σε μεγάλο βαθμό αυτοί θα προέρχονται από το ΕΣΠΑ. Αυτό δείχνει ότι ένας βασικός στόχος του νέου σχεδίου είναι ακριβώς η καλύτερη αξιοποίηση των κονδυλίων αυτών και η πιο άμεση απορρόφησή τους.

Και είναι κακό αυτό, θα ρωτούσε κανείς. Είναι, δηλαδή καλύτερα να μας δίνουν λεφτά και να μας τα παίρνουν πίσω επειδή δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε τι θα τα κάνουμε; Ναι είναι κακό, απαντάμε εμείς, χωρίς να θεωρούμε καλύτερο αυτό που συμβαίνει τώρα! Κακό είναι πρώτα και κύρια μια χώρα να βασίζει την οικονομική της ανάπτυξη στις επιδοτήσεις των ισχυρών, οι οποίες είναι, ουσιαστικά, επενδύσεις από τις οποίες βγάζουν κέρδος, δηλαδή παίρνουν πίσω περισσότερα απ’ όσα έβαλαν. Τη διαφορά την πληρώνει ο λαός, αυτό πια, το έχουμε μάθει καλά!

Το κεφάλαιο δε νοιάζεται για την ανάπτυξη γενικώς. Νοιάζεται για το κέρδος του. Και θέλει να απαλλαγεί από τις αντιδράσεις του κόσμου, από τις διαφωνίες των Δημάρχων και των Νομαρχών, από τη γραφειοκρατία που απαιτείται σήμερα για να γίνει ένα έργο. Προσπαθεί να τα αποφύγει όλα αυτά και άρα να μπορεί να σχεδιάζει και να υλοποιεί κάπως καλύτερα την όποια αναπτυξιακή του πολιτική, βασικά μέσω του κράτους και με τα καύσιμα των κοινοτικών κονδυλίων. Η νέα δομή εξυπηρετεί αυτό το σκοπό. Αρκεί π.χ. μια Περιφέρεια να εγκρίνει την κατασκευή ενός οδικού άξονα, να βρει τη χρηματοδότηση και να επιβλέψει και την υλοποίηση, χωρίς να χρειάζεται να μπλεχτούν σε αυτά πέντε ή δέκα Νομαρχίες και μερικές δεκάδες Δήμοι.

Στον επίμονο αναγνώστη μας που θα ξαναρωτήσει αν αυτό είναι κακό, θα τονίζαμε και μια άλλη πλευρά του ζητήματος. Θα είναι, λοιπόν, ευκολότερο να φτιαχτεί ένας δρόμος. Θα δουλέψει και κανένας άνθρωπος στην κατασκευή. Ο δρόμος θα φέρει και κανέναν περαστικό που θα αφήσει κανένα φράγκο. Θα είναι και πιο εύκολο να πάει κανείς στο νοσοκομείο στην κοντινότερη μεγάλη πόλη. Καλά όλα αυτά, αλλά εμείς θα επιμείνουμε στο εξής: είναι αυτή μια ανάπτυξη που μπορεί να εξασφαλίσει τη δουλειά και την ποιότητα ζωής ενός λαού; Η είναι μια «αρπαχτή», που τελειώνει και μένουν μόνο τα κέρδη στις τσέπες των εργολάβων, το ξεκλήρισμα της αγροτιάς και η ερήμωση της υπαίθρου;

Αλλά ακόμα και αυτή η προσωρινή, έστω, ανάπτυξη έχει συγκεκριμένους πρωταγωνιστές και κομπάρσους. Ανάμεσα στ’ άλλα, οι Δήμοι και οι Νομαρχίες, όπως ήταν μέχρι τώρα, έδιναν τη δυνατότητα σε μικροαστικά στρώματα να κάνουν κάποιες δουλειές και να επιζούν, ουσιαστικά, από τις μικροεργολαβίες που έπαιρναν, π.χ. να φτιαχτεί ένα πεζοδρόμιο, να μπαλωθεί ένας δρόμος, ή ακόμα και να παραπέσει και κανένα ψίχουλο από κανένα μεγάλο έργο. Με τη νέα κατάσταση όλο αυτό το πεδίο θα ανοίξει για το μεγάλο κεφάλαιο, το οποίο θα θελήσει να διεκδικήσει από τους νέους Δήμους και τις Περιφέρειες ακόμα και αυτά τα ψίχουλα, μια που θα είναι και το μόνο που θα έχει πρόσβαση στους νέους θεσμούς.

Να σημειώσουμε, επίσης, ότι το νέο σχέδιο ταιριάζει με τις κατευθύνσεις του Γενικού Χωροταξικού Σχεδίου (ΓΧΣ) το οποίο ψήφισε η ΝΔ και θα διατηρήσει το ΠΑΣΟΚ. Αυτή η λειτουργία που περιγράφηκε πριν περιγράφεται στο ΓΧΣ, το οποίο μιλά και για Μητροπολιτικά Κέντρα και για ισχυρά Περιφερειακά Κέντρα. Ο «Καλλικράτης» είναι η διοικητική οργάνωση που ανταποκρίνεται στο ΓΧΣ.

Τέλος, επειδή δίνεται ιδιαίτερο βάρος στην εξοικονόμηση χρημάτων από τις συνενώσεις, θεωρούμε ότι εδώ υπάρχουν τρεις πλευρές: Πρώτον, το ΠΑΣΟΚ, στο …κλίμα των ημερών, δημαγωγεί ασύστολα για τη δυνατότητα να βρει το κράτος λεφτά από την καλύτερη διαχείριση και από την πάταξη της διαφθοράς. Χωρίς να μας εξηγεί, βέβαια, γιατί θα είναι ευκολότερο αυτό αν οι Δήμοι είναι λιγότεροι, όταν ο πρωταθλητής της διαφθοράς είναι το …ένα και μοναδικό κράτος!

Δεύτερον, όπως και σε κάθε συγχώνευση, γίνεται λόγος για οικονομίες κλίμακας οι οποίες θα εξοικονομήσουν λεφτά. Αν πρόκειται οι Δήμοι και οι Περιφέρειες να αποκτήσουν περισσότερες αρμοδιότητες, τότε μάλλον θα πρέπει να ξοδέψουν περισσότερα λεφτά, τα οποία, υποτίθεται, θα εξοικονομηθούν από τον προϋπολογισμό της κεντρικής εξουσίας. Βέβαια εξοικονόμηση σημαίνει συνήθως περικοπές, είτε σε όποιες υπηρεσίες παρείχε ως τώρα το κράτος ή οι Δήμοι στο λαό είτα ακόμα και στο προσωπικό των ΟΤΑ, το οποίο ήδη ανησυχεί για το μέλλον του στη νέα δομή. Ιδιαίτερα οι συμβασιούχοι έχουν κάθε λόγο να φοβούνται ότι θα αποτελέσουν τα θύματα της εξοικονόμησης πόρων…

Και τρίτον, επειδή δίνεται ιδιαίτερη σημασία στους «ίδιους πόρους» που θα πρέπει να βρίσκουν οι Δήμοι, μπορούμε να φανταστούμε ένα σκηνικό στο οποίο η κεντρική εξουσία θα μεταβιβάζει στους Δήμους δικές της λειτουργίες χωρίς να τους χρηματοδοτεί, αλλά απαιτώντας από αυτούς να βρουν μόνοι τους λεφτά. Μαντέψτε πού θα ψάξουν τότε οι Δήμοι! Σωστά, στις τσέπες μας!

Η θέση και η στάση του λαού

Δε νομίζουμε ότι μπορούν να υπάρχουν αυταπάτες σε σχέση με το αν ο λαός έχει κάτι να κερδίσει από τον «Καλλικράτη». Αντίθετα θα έχει στο κεφάλι του έναν ακόμα εχθρικό μηχανισμό, πολύ πιθανό με πολλές αρμοδιότητες, όπως την παιδεία, την υγεία, τη φορομπηξία, αλλά και την αστυνόμευση, δηλαδή την καταστολή.

Έχοντας κρατήσει μια συνεπή στάση ενάντια στον Καποδίστρια και έμπρακτα μέσω της μη συμμετοχής μας στις Νομαρχιακές Εκλογές, αλλά και βλέποντας όλα τα παραπάνω ζητήματα σε σχέση με τον «Καλλικράτη», καλούμε το λαό να εναντιωθεί στο νέο σχέδιο, το οποίο εξυπηρετεί το σύστημα και έχει αρνητικές συνέπειες για τον ίδιο.

Δεν μπορούμε να μην καταγγείλουμε τη θέση του ΣΥΝ, ο οποίος θεωρεί θετικό το μέτρο των συγχωνεύσεων και ανησυχεί μόνο για τους πόρους, ευελπιστώντας πως θα βρεθεί και γι’ αυτόν μια θέση στο νέο χάρτη της κρατικής εξουσίας.

Δεν μπορούμε να μη δούμε πίσω από την εναντίωση του ΚΚΕ στο σχέδιο ότι είναι στριμωγμένο από το πέταγμά του έξω από έναν χώρο που υπήρξε προνομιακός γι’ αυτό και ότι παραμένει στη γνωστή του λογική της εκλογικής ενίσχυσης.

Δεν συμμεριζόμαστε απόψεις που ήδη άρχισαν να κυκλοφορούν σε σχήματα που αναφέρονται στην Αριστερά, οι οποίες βλέπουν τις συνενώσεις θετικά γιατί θα τους δώσουν τη δυνατότητα να συγκεντρώσουν περισσότερες δικές τους δυνάμεις στα όρια ενός νέου Δήμου. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι το νέο σχέδιο δυσκολεύει τις αντιδράσεις, για τους λόγους που αναφέρθηκαν, και ότι θα πρέπει να καταδικαστεί και από το λαό, αλλά και από τις δυνάμεις που αναφέρονται σε αυτόν.

Στην κατεύθυνση αυτή, πιστεύουμε ότι πρέπει να ανοίξει η συζήτηση για το ζήτημα στις γειτονιές, να εκφραστούν όλες οι απόψεις, με στόχο (τουλάχιστον για μας) να αναδειχθεί μια εναντίωση στον «Καλλικράτη» και μια κατεύθυνση μαζικής και αγωνιστικής υπεράσπισης των δικαιωμάτων του λαού και διεκδίκησης απέναντι στο αστικό κράτος και τους θεσμούς του.