Εδώ δημοσιεύουμε κυρίως κείμενα που σας προτείνουμε από την Προλεταριακή Σημαία καθώς επίσης και κείμενα από την ιστορία, τον πολιτισμό και το διεθνές κίνημα που αλιεύουμε από το διαδίκτυο. Και μιας και θεωρούμε, με καθαρά υποκειμενικά κριτήρια, ότι αξίζουν κάτι παραπάνω τα αρχειοθετούμε, με ερασιτεχνικό τρόπο, για όσους έχουν τη διάθεση να το ψάξουν λίγο.
90 χρόνια πέρασαν από την άγρια δολοφονία των ηγετών του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζας Λούξεμπουργκ, στις 15 Ιανουαρίου του 1919. Η δολοφονία τους ήταν μια επιλογή της γερμανικής αστικής τάξης στην προσπάθειά της να καταστείλει την επανάσταση του γερμανικού προλεταριάτου που ξεκίνησε λίγους μήνες νωρίτερα. Ο τρόμος των γερμανών αστών και μεγαλογαιοκτημόνων (γιούνκερ) μπροστά στην επανάληψη του επιτυχημένου ρωσικού εγχειρήματος και στη Γερμανία, η πιθανότητα να κατακτήσει και στη Γερμανία το προλεταριάτο την εξουσία τούς οδήγησε σε μια άγρια καταστολή της εξέγερσης.
Το ξέσπασμα της επανάστασης
Δεν είναι και πολύ δύσκολο να ανιχνεύσουμε τις αιτίες που οδήγησαν στην εξέγερση του γερμανικού λαού. Αν και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν είχε τελειώσει, η ήττα της Γερμανίας ήταν ορατή. Περισσότεροι από δύο εκατομμύρια ήταν οι νεκροί και πολλαπλάσιοι οι τραυματίες. Η χώρα είχε καταστραφεί και η πείνα και η εξαθλίωση ήταν η σκληρή πραγματικότητα για το λαό. Πρόσφατη όμως ήταν και η νίκη της ρωσικής επανάστασης, που γέμιζε με ελπίδες και αισιοδοξία το ευρωπαϊκό προλεταριάτο. Η αφορμή για την εξέγερση ήταν μια λανθασμένη και εντελώς τυχοδιωκτική επιλογή της γερμανικής κυβέρνησης, στα τέλη του Οκτώβρη του 1918, να διατάξει τον πολεμικό της στόλο να συγκρουστεί με τον αγγλικό. Οι ναύτες αρνήθηκαν, διαδηλώνοντας στο Κίελο στις 3 Νοέμβρη, διαμαρτυρόμενοι για τη συνέχιση του πολέμου. Τότε η γερμανική κυβέρνηση, σε μια επίδειξη δύναμης, έδωσε εντολή και εκτελέστηκαν εν ψυχρώ 8 από τους διαδηλωτές. Το αποτέλεσμα ήταν αντίθετο από αυτό που ανέμενε η κυβέρνηση. Την επόμενη κιόλας μέρα εργάτες και στρατιώτες εξεγέρθηκαν και δημιούργησαν σοβιέτ εργατών και ναυτών στο Κίελο. Στις 9 Νοεμβρίου, εκατοντάδες χιλιάδες γερμανοί εργάτες διαδήλωσαν στο Βερολίνο, ζητώντας να σταματήσει ο πόλεμος και να καταργηθεί η μοναρχία. Με την καθοδήγηση της ομάδας «Σπάρτακος» και χωρίς μεγάλη αντίσταση, αφού και ο στρατός πέρασε με το μέρος των επαναστατών, κατέλαβαν το παλάτι και πολλά κυβερνητικά κτίρια. Ηδη από τις αρχές του Οκτώβρη η «Ενωση Σπάρτακος» σε συνδιάσκεψή της ψήφισε πρόγραμμα για άμεσο τερματισμό του πολέμου, ανατροπή του γερμανικού ιμπεριαλισμού, διεκδίκηση δημοκρατικών δικαιωμάτων ως προϋποθέσεις για τη σοσιαλιστική επανάσταση και θεώρησε ότι οι συνθήκες ήταν ώριμες για να το πραγματοποιήσει. Ετσι, πριν ακόμα τυπικά λήξει ο πόλεμος, το Βερολίνο βρισκόταν στα χέρια των επαναστατών. Ο κάιζερ Γουλιέλμος ο Β' παραιτείται, ο πρίγκιπας Μαξ διορίζει καγκελάριο τον ηγέτη του δεξιού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Φρίντριχ Εμπερτ, ο οποίος ήταν φανατικά αντίθετος με την επανάσταση και τη χαρακτήριζε «πανούκλα». Στις 9 Νοέμβρη ο ηγέτης του «Σπάρτακου» Καρλ Λίμπκνεχτ ανακήρυξε τη Γερμανία «Ελεύθερη Σοσιαλιστική Δημοκρατία» και κάλεσε το λαό να συγκροτήσει μια κυβέρνηση από εργάτες και στρατιώτες. Τις επόμενες μέρες η εξέγερση δεν άργησε να εξαπλωθεί σε όλη τη Γερμανία. Δημιουργήθηκαν σοβιέτ σε όλες τις μεγάλες πόλεις. Στο Μπρεσλάου οι εργάτες απελευθέρωσαν τη Ρόζα Λούξεμπουργκ (ηγετικό στέλεχος του «Σπάρτακου») που βρισκόταν φυλακισμένη τα τελευταία 2 χρόνια.
Παρ' όλα αυτά, η δεξιά τάση της σοσιαλδημοκρατίας κατάφερε να αποσπάσει σημαντικές εξουσίες στο Συμβούλιο των Λαϊκών Αντιπροσώπων, σπέρνοντας αυταπάτες πως η Γερμανία προχωράει προς το σοσιαλισμό. Ο Εμπερτ, που ήταν ένας από τους δυο προέδρους του Συμβουλίου, έκανε μυστική συμφωνία με τη στρατιωτική ηγεσία με στόχο τη συντριβή της επανάστασης. Ταυτόχρονα η συνδικαλιστική ηγεσία των εργατών υπέγραφε συμφωνίες με τους βιομηχάνους για ήδη κατακτημένα στην πράξη δικαιώματα, προσπαθώντας να ρίξει στάχτη στα μάτια των εργατών και να περιορίσει τις διαθέσεις τους για ανατροπή. Στις 11 Νοέμβρη στην Κομπιέν υπογράφηκε η ανακωχή της Γερμανίας με την Αντάντ. Ηταν μια αναγκαστική επιλογή για τη γερμανική αστική τάξη, αφού η κατάσταση στο πολεμικό μέτωπο επιδεινωνόταν συνεχώς αλλά και η εσωτερική αναταραχή απέτρεπε την παραπέρα συνέχιση του πολέμου. Ετσι κατάφεραν να απεμπλακούν από το πολεμικό πεδίο πολλοί αξιωματικοί και με εντολή του Εμπερτ άρχισαν να συγκροτούν ένοπλες αντεπαναστατικές ομάδες. Ομως λαός του Βερολίνου αντέδρασε και απαίτησε τον αφοπλισμό τους και τη δημιουργία στρατού από λαϊκά ένοπλα τμήματα. Σημαντικό αλλά και αναγκαίο γεγονός ήταν η ίδρυση από τους Σπαρτακιστές του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (ΚΚΓ) στις 30 Δεκέμβρη του 1918. Από τις πρώτες του αποφάσεις ήταν η έναρξη του ένοπλου αγώνα. Οι συσχετισμοί όμως στα σοβιέτ δεν ευνοούσαν την επανάσταση. Οι σοσιαλδημοκράτες που είχαν την πλειοψηφία αποφάσισαν να καταστείλουν με τη βία την ένοπλη εξέγερση. Απέλυσαν τον μετριοπαθή αρχηγό της αστυνομίας, Αϊχγκορν, μέλος των Ανεξάρτητων, που ήταν με το μέρος των επαναστατών, και στη θέση του έβαλαν το σκληρό σοσιαλδημοκράτη Ερνστ. Ουσιαστικά με αυτόν τον τρόπο η κυβέρνηση προκάλεσε τους εργάτες του Βερολίνου σε πρόωρη εξέγερση, ώστε να προχωρήσει στη συντριβή της. Ετσι, στις 5 Ιανουαρίου του 1919 πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο μια τεράστια διαδήλωση που απαιτούσε τη διάλυση των ένοπλων αντεπαναστατών και την ανατροπή της κυβέρνησης Εμπερτ-Σάιντεμαν. Οι επόμενες μέρες ήταν από τις λαμπρότερες που γράφτηκαν ποτέ στην ιστορία της Γερμανίας. Μέσα σε συνθήκες γενικής απεργίας, οπλισμένος ο λαός κατέλαβε καίρια σημεία του Βερολίνου, δημόσια κτίρια, εφημερίδες και παρέλυσε την κρατική μηχανή. Ομως, στην κρίσιμη εκείνη στιγμή αναδείχθηκαν οι διαφωνίες που υπήρχαν στο επαναστατικό μπλοκ και οι παλινωδίες ως προς τους στόχους που έπρεπε να τεθούν. Ετσι η κυβέρνηση κέρδισε πολύτιμο χρόνο και τη δυνατότητα να ανασυγκροτηθεί. Οι Ανεξάρτητοι ουσιαστικά αποχώρησαν από το επαναστατικό μπλοκ και το ΚΚΓ αδυνατούσε να σηκώσει μόνο του βάρος της επανάστασης.
Αντεπανάσταση και δολοφονία των Λίμπκνεχτ-Λούξεμπουργκ Τα ένοπλα αντεπαναστατικά τμήματα που είχε δημιουργήσει ο Εμπερτ ανέλαβαν δράση. Οι επιθέσεις ενάντια στους εργάτες ήταν καθημερινές. «Τις μέρες αυτές τα μέλη της κυβέρνησης συσκέπτονταν συνεχώς με εκπροσώπους της ηγεσίας του στρατού. Σε μια από τις συσκέψεις αυτές ο Νόσκε ζήτησε να παρθούν γενναίες αποφάσεις. Κάποιος του φώναξε: "Καταπιαστείτε λοιπόν μ' αυτό το ζήτημα!". Και ο Νόσκε απάντησε: "Τι να γίνει! Κάποιος ασφαλώς πρέπει να γίνει το αιμοβόρο σκυλί. Εγώ δε φοβάμαι τις ευθύνες". Το παρατσούκλι "αιμοβόρο σκυλί" χαρακτήρισε για πάντα το Νόσκε που ήταν ο δήμιος της γερμανικής επανάστασης. »Στις 11 Ιανουαρίου η κυβέρνηση είχε συγκεντρώσει στρατό και άρχισε να εφαρμόζει σκληρά μέτρα. Εναντίον των εργατών και των στρατιωτών που αμύνονταν στο μέγαρο της διεύθυνσης της αστυνομίας και στα γραφεία της εφημερίδας "Φόρβερτς", χρησιμοποιήθηκαν πυροβολικό και τρομπλόν. Οι αιχμάλωτοι δέρνονταν άγρια και πολλοί τουφεκίζονταν επιτόπου. Οι κομμουνιστές κηρύχθηκαν εκτός νόμου. Οι κύριες δυνάμεις των σωμάτων των "εθελοντών" – η λευκή φρουρά του Νόσκε, εισβάλανε στις εργατικές συνοικίες» (Παγκόσμια Ιστορία, τ. Η, σελ. 197). Στις 15 Γενάρη του 1919 συλλαμβάνονται και δολοφονούνται οι κομμουνιστές ηγέτες Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ, στο Βερολίνο. Το πτώμα του Λίμπκνεχτ βρέθηκε στο νεκροτομείο ως «πτώμα αγνώστου ανδρός», ενώ της Λούξεμπουργκ το πέταξαν σε μια διώρυγα και βρέθηκε αρκετούς μήνες μετά. Η καταστολή της εξέγερσης συνεχίστηκε. Οι δρόμοι του Βερολίνου γέμισαν πτώματα. Μέχρι το Μάρτη το κίνημα θα έχει κατασταλεί. Ομως η απόπειρα του γερμανικού προλεταριάτου για τη δική του έφοδο στον ουρανό, στην καρδιά της Ευρώπης, τάραξε τις αστικές τάξεις όλων των χωρών. Εγραφε ο Καρλ Λίμπκνεχτ σε άρθρο του μια μέρα πριν δολοφονηθεί: «Ναι, οι επαναστάτες εργάτες του Βερολίνου συντρίφτηκαν και οι Εμπερτ – Σάιντεμαν – Νόσκε νίκησαν… Αλλά υπάρχουν ήττες που ισοδυναμούν με νίκες, και υπάρχουν νίκες που είναι πιο μοιραίες από τις ήττες… Οι ηττημένοι σήμερα εργάτες θα γίνουν αύριο νικητές γιατί η ήττα έγινε γι’ αυτούς μάθημα» (Παγκόσμια Ιστορία, τ. Η, σελ. 198)
Ο Λένιν για τη δολοφονία του Κ. Λίμπκνεχτ και της Ρ. Λούξεμπουργκ
«Σήμερα στο Βερολίνο η αστική τάξη και οι σοσιαλδημοκράτες πανηγυρίζουν. Κατάφεραν να δολοφονήσουν τον Καρλ Λίμπκνεχτ και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ. Ο Εμπερτ και ο Σάιντεμαν, που τέσσερα ολόκληρα χρόνια έσπρωχναν τους εργάτες στο σφαγείο για ληστρικά συμφέροντα, ανέλαβαν τώρα το ρόλο δημίων των προλεταριακών ηγετών. Το παράδειγμα της επανάστασης στη Γερμανία μας πείθει ότι η "δημοκρατία" δεν είναι παρά ένα προκάλυμμα της αστικής καταλήστευσης και της πιο άγριας βίας. Θάνατος στους δήμιους!» (Απαντα Λένιν, τ. 28, σελ. 398, 4η ρωσική έκδοση)
Για την εκλογή του νέου προέδρου των ΗΠΑ έχουν γραφεί πολλά. Ταυτόχρονα έχει αναπτυχθεί πλήθος προσδοκιών τέτοιων και αλλιώτικων. Οσο μας αφορά, γνωρίζουμε καλά ότι: Οι πρόεδροι των ΗΠΑ προωθούνται και αναδεικνύονται από την αμερικανική ελίτ στη βάση συγκεκριμένων κάθε φορά λόγων, στόχων και επιδιώξεων. Ως πρόεδροι κινούνται πάνω στην τροχιά που προσδιορίζεται από τα βασικά δεδομένα που συνιστούν τη θέση και το ρόλο των ΗΠΑ στον κόσμο.
Πολιτεύονται στη βάση των πραγματικών ζητημάτων που τίθενται κάθε φορά, των όρων και των δεδομένων και πάντα στη βάση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης των ΗΠΑ. Δηλαδή της ισχυρότερης καπιταλιστικής, ιμπεριαλιστικής δύναμης στον κόσμο, το αγκωνάρι αλλά και ατμομηχανή του συστήματος, τη δύναμη που βαρύνεται με χιλιάδες εγκλήματα, αυτή που ήταν και παραμένει ο μεγαλύτερος εχθρός των λαών, ο μεγαλύτερος τρομοκράτης και η μεγαλύτερη απειλή για την ειρήνη. Αυτής της χώρας αναδείχτηκε πρόεδρος ο Ομπάμα -για όσους θέλουν να το «ξεχνάνε»- και αυτής τούς στόχους και τα συμφέρονται θα υπηρετήσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.
Η αναγκαιότητα «αλλαγών»
Ας δούμε όμως κατ’ αρχάς τι είπε στην ομιλία που εκφώνησε τη μέρα της ορκωμοσίας του ο νέος πρόεδρος. Επεσήμανε πρώτα πρώτα την κρισιμότητα της κατάστασης και των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο… κόσμος, δηλαδή οι ΗΠΑ, μια και τον τρόπο με τον οποίο ενδιαφέρονται οι ΗΠΑ για τον κόσμο τον γνωρίζουμε ήδη καλά. «Είναι πλέον σαφώς κατανοητό ότι βρισκόμαστε εν μέσω κρίσης». «Σήμερα σας λέω ότι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε είναι πραγματικές. Είναι σοβαρές και είναι πολλές. Δεν θα αντιμετωπισθούν εύκολα ή σε μικρό χρονικό διάστημα». Και ένα βασικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι ότι «επειδή ο κόσμος έχει αλλάξει, πρέπει να αλλάξουμε κι εμείς μαζί του».
Πράγματι η εκλογή Ομπάμα σηματοδοτεί ένα είδος αλλαγής. Δεν είναι καθόλου χωρίς σημασία το ότι ένας έγχρωμος εκλέγεται πρόεδρος των ΗΠΑ. Αυτό που κυρίως σηματοδοτεί, κατά την άποψή μας, είναι οι δυσκολίες και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ. Πάνω απ’ όλα τα αδιέξοδα της στρατηγικής τους ανάγκασαν τους ιθύνοντες κύκλους των ΗΠΑ να αναζητήσουν λύσεις. Την αναγκαιότητα αυτή την υπογραμμίζει στην ομιλία του ο νέος πρόεδρος: «να κηρύξουμε τέλος στα φθαρμένα δόγματα που στραγγάλιζαν την πολιτική μας ζωή για πάρα πολύ καιρό». «Αυτό που δεν μπορούν να κατανοήσουν οι κυνικοί είναι ότι το έδαφος έχει μετακινηθεί κάτω από τα πόδια τους, ότι τα αδιέξοδα πολιτικά επιχειρήματα που μας στοίχειωναν για τόσο πολύν καιρό δεν ισχύουν πλέον». Απαιτούνται αλλαγές λοιπόν. Ναι αλλά ποιες, σε ποια κλίμακα και σε ποια κατεύθυνση;
Αυτά που... δεν αλλάζουν
Ας ξεκινήσουμε από αυτά που δεν αλλάζουν. Από την αρχή κιόλας της ομιλίας τους ο νέος πρόεδρος θέλει να δώσει ένα βασικό στίγμα. «Το έθνος μας είναι σε πόλεμο εναντίον ενός ευρέος δικτύου βίας και μίσους». Είναι κάποιοι «κακοί» που για εντελώς ανεξήγητους λόγους στρέφονται ενάντια και ασκούν βία ενάντια στις αθώες και αδύναμες ΗΠΑ. Αλλά μην ανησυχείτε. Ο Ομπάμα γνωρίζει και το διασαλπίζει ότι «παραμένουμε το πιο ισχυρό και πλούσιο έθνος στη γη». Ακριβώς λοιπόν γι’ αυτό «η Αμερική πρέπει να παίξει το ρόλο της για την απαρχή μιας νέας εποχής ειρήνης».
Ποιος είναι αυτός ο ρόλος; Ο Ομπάμα το έχει καθαρό. «Είμαστε έτοιμοι να τεθούμε επικεφαλής για άλλη μια φορά». Με ποιον τρόπο; Εδώ ο Ομπάμα γίνεται «ποιητικός», μόνο που ο οίστρος του δεν μπορεί να συγκαλύψει τον κυνισμό της άποψης. «Με ταπεινή ευγνωμοσύνη θυμόμαστε τους γενναίους Αμερικανούς οι οποίοι αυτή την ώρα περιπολούν σε μακρινές ερήμους και απομακρυσμένα βουνά». Αλήθεια, ποιοι είναι αυτοί, ποιες αυτές οι έρημοι και ποια αυτά τα βουνά; Μήπως οι έρημοι του έρμου του Ιράκ και τα βουνά του μαρτυρικού Αφγανιστάν; Και μήπως αυτοί οι «ήρωες» δεν περιπολούν απλά, αλλά δολοφονούν αδίστακτα χιλιάδες αθώους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά; Εχοντας λοιπόν αυτά υπόψη, αντιλαμβανόμαστε πολύ καλά πώς εννοεί ο Ομπάμα την «ειρήνη» σ’ αυτή τη «νέα εποχή» και ποιο ρόλο επιφυλάσσει για τη χώρα του και επί προεδρίας του.
Εξάλλου αυτοί οι «ήρωες» δεν «περιπολούν» για πρώτη φορά. Ο Ομπάμα «θυμάται» και κυρίως θυμίζει ότι, εκτός των άλλων, «πολέμησαν και πέθαναν» και στο «Κε Σαν». Πολλοί ίσως να μη γνωρίζουν κι άλλοι να μη θυμούνται ότι το Κε Σαν βρίσκεται στο Βιετνάμ. Εκεί όπου οι ΗΠΑ δολοφόνησαν εκατομμύρια ανθρώπους, ρήμαξαν τη χώρα και δηλητηρίασαν το έδαφός της. Οσο για τη «συγνώμη» που ζήτησε ο Κλίντον από τους Βιετναμέζους (πολύ λιγώθηκαν τότε διάφοροι πρόθυμοι), ο Ομπάμα την ανακαλεί πανηγυρικά, επιβεβαιώνοντας εκείνους που ποτέ δεν την πήρανε στα σοβαρά. Αλλωστε αυτό που κάναν ήταν να πολεμήσουν τον κομμουνισμό τον οποίο ο Ομπάμα δεν παραλείπει να ταυτίσει με το φασισμό, ομνύοντας σε μια ακόμη σταθερά του συστήματος που υπηρετεί.
Και το σύστημα που υπηρετεί είναι βέβαια ο καπιταλισμός, την πίστη του στον οποίο την περιλαμβάνει επίσης στον όρκο του (τον «πιο μεγάλο όρκο», όπως διευκρινίζει και ο ίδιος σε άλλο σημείο της ομιλίας του). «Δεν τίθεται το ερώτημα αν η αγορά είναι δύναμη του καλού ή του κακού. Η δύναμή της να παράγει πλούτο και να διευρύνει τις ελευθερίες είναι απαράμιλλη, όμως αυτή η κρίση μάς υπενθυμίζει ότι χωρίς επιτήρηση η αγορά μπορεί να στροβιλιστεί εκτός ελέγχου». Η αγορά, λοιπόν, μόνο που χρειάζεται κάποιος έλεγχος (που θα 'λεγαν και οι «ανανεωτικοί» μας), αλλά γι' αυτό θα αναφερθούμε παρακάτω.
Ο αμερικανικός «τρόπος ζωής»
Και όχι μόνο η αγορά, δηλαδή ο καπιταλισμός, αλλά και μια πιο συγκεκριμένη έκφραση αυτού του καπιταλισμού. «Δεν θα απολογηθούμε για τον τρόπο ζωής μας» λέει ο Ομπάμα και «ούτε θα καμφθεί η προσπάθειά μας να τον υπερασπίσουμε». Μοιάζει «αθώο» και, άντε, πατριωτικό, μόνο που δεν είναι. Να διευκρινιστεί κατ’ αρχάς πως, όταν ο Ομπάμα (και οποιοσδήποτε άλλος της τάξης του) αναφέρεται σ’ αυτό, δεν εννοεί καθόλου την αθλιότητα των γκέτο, την κόλαση που βιώνουν οι «παράνομοι» μετανάστες, την αγωνία των ανέργων ή την απελπισία αυτών που «δεν δικαιούνται» περίθαλψη. Αυτόν τον «αμερικανικό τρόπο ζωής» (γιατί κι αυτός αμερικανικός είναι) προτιμούν να τον «ξεχνάνε». Αυτό στο οποίο αναφέρονται είναι ο «τρόπος ζωής» των προνομιούχων τάξεων και στρωμάτων. Στην αμερικανική πολιτική φιλολογία αυτή η έκφραση αποτελεί μια μορφή «κωδικής» διατύπωσης της θέσης υπεράσπισης των προνομίων και συμφερόντων αυτών των τάξεων.
Προνόμια που διασφαλίζονται από την εκμετάλλευση των εργαζομένων στις ΗΠΑ αλλά και την καταλήστευση του πλούτου που παράγεται σ’ όλο τον κόσμο. Αυτά που κατοχυρώνονται και θωρακίζονται με τις εκατοντάδες βάσεις σε όλο τον πλανήτη, με τις «περιπολίες» των στόλων τους σ’ όλες τις θάλασσες, των αεροπλάνων τους στους αιθέρες, των δορυφόρων τους στο διάστημα και των πεζοπόρων τμημάτων «στα βουνά και τις ερήμους» του κόσμου. Και καταλήγει απευθυνόμενος στους «εχθρούς». «Δεν θα αντέξετε περισσότερο από εμάς, θα σας νικήσουμε». Θα μπορούσαμε πλέον να πούμε «εδώ ήρθαμε», αλλά όχι. Ο Ομπάμα δεν εκλέχτηκε απλά για να υπερασπίσει κι αυτός τις «αξίες» που υπεράσπισε ο Μπους και άλλοι πριν απ’ αυτόν, αλλά για να αντιμετωπίσει τα αδιέξοδα της στρατηγικής των ΗΠΑ. Δηλαδή να υπερασπίσει τα ίδια στην ουσία συμφέροντα και επιδιώξεις, αλλά με αποτελεσματικότερο τρόπο. Αυτή είναι η «αλλαγή» που επιδιώκεται απέναντι «σ’ έναν κόσμο που αλλάζει» και δεν αποδέχεται με την ίδια προθυμία τις εντολές της Μητρόπολης.
Τα αδιέξοδα στρατηγικής και η κρίση
Δύο είναι τα βασικά ζητήματα που έχει να αντιμετωπίσει ο Ομπάμα. Το πρώτο αφορά το ζήτημα στρατηγικής και το δεύτερο την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης. Ας δούμε κατ’ αρχάς τι λέει σε σχέση με το πρώτο ζήτημα. «Θυμηθείτε ότι οι προηγούμενες γενιές αντιμετώπισαν το φασισμό και τον κομμουνισμό όχι μόνο με πυραύλους και τανκ, αλλά με γερές συμμαχίες και φρονήματα με διάρκεια. Είχαν καταλάβει ότι μόνο η ισχύς δεν είναι ικανή να μας προστατεύσει, γνώριζαν ότι η ισχύς μας μεγαλώνει μέσω της συνετής χρήσης της…». Και παρακάτω «με παλιούς φίλους και πρώην εχθρούς θα εργαστούμε ακάματα για να περιορίσουμε την πυρηνική απειλή». Και ακόμη «θα ξεκινήσουμε να αφήνουμε με υπευθυνότητα το Ιράκ στο λαό του και θα θεμελιώσουμε μια ειρήνη που με κόπο αποκτήθηκε στο Αφγανιστάν». Και παρακάτω «στο μουσουλμανικό κόσμο λέμε ότι αναζητούμε μια νέα πορεία προς τα εμπρός, που θα βασιστεί στο αμοιβαίο συμφέρον και τον αμοιβαίο σεβασμό». «Οσοι αναδεικνύεστε στην εξουσία μέσω της διαφθοράς, της απάτης και κλείνοντας το στόμα των διαφωνούντων, να ξέρετε ότι βρίσκεστε στη λάθος πλευρά της Ιστορίας, αλλά ότι θα σας απλώσουμε το χέρι αν είστε πρόθυμοι να ξεσφίξετε τη γροθιά σας». Αυτό κι αν είναι μεγαλοψυχία, αλλά το θέμα είναι τι ακριβώς εννοεί.
Τα ζητήματα που θίγονται με αυτές τις αναφορές, τα μέτωπα που επισημαίνονται είναι λίγο πολύ γνωστά. Θέτει εν πρώτοις το μέγα ζήτημα των συμμαχιών και βασικά με τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, οι σχέσεις με τους οποίους έχουν κλονιστεί σοβαρά και ιδιαίτερα μετά την επίθεση και κατάληψη του Ιράκ. Οι «πρώην εχθροί» είναι κατά πρώτο λόγο η Ρωσία, που ήταν, παραμένει και αντιμετωπίζεται σαν ο κύριος εχθρός των ΗΠΑ στο στρατηγικό πεδίο, και -σε δεύτερο πλάνο- η Κίνα. Η «συνετή χρήση της ισχύος» εννοεί λίγο-πολύ αυτό που λέει. Οτι οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν την πολιτική του μαστίγιου και του καρότου, αλλά σε μια άλλη δοσολογία από αυτήν που εφάρμοσε ο Μπους. Ποια, θα δούμε. Οπως θα δούμε τι σημαίνει η «αποχώρηση» από το Ιράκ, η μεταφορά του κέντρου βάρους στο Αφγανιστάν και το άνοιγμα στο μουσουλμανικό κόσμο, που φτάνει μέχρι και το Ιράν, «αν ξεσφίξει τη γροθιά του».
Τίνος τα προβλήματα έρχεται να απαντήσει ο Ομπάμα
Το ζήτημα των συμμαχιών
Το κρίσιμο ζήτημα των συμμαχιών συνδέεται άμεσα με τη βασική κατεύθυνση της στρατηγικής των ΗΠΑ για παγκόσμια κυριαρχία. Οι εξελίξεις κατέδειξαν αυτό που εξαρχής χαρακτηρίζαμε σαν αναντιστοιχία στόχου-μέσων ή, πιο απλά, πως οι ΗΠΑ δεν θα μπορούσαν να κυριαρχήσουν μόνες τους στον κόσμο, χωρίς ή και ενάντια στους συμμάχους τους. Η πολιτική Τσένι-Μπους τις οδήγησε σε αδιέξοδο, σε απώλειες θέσεων και κυρίως δημιούργησε κινδύνους γι’ αυτό που πάνω απ’ όλα θα 'θελαν να αποτρέψουν οι ΗΠΑ. Τις τάσεις αντισυσπείρωσης, τη δημιουργία άλλων συμμαχιών, μη ελεγχόμενων ή και αντιπάλων των ΗΠΑ. Αυτή η εξέλιξη επανέφερε στη συζήτηση στους κυρίαρχους κύκλους των ΗΠΑ το γνωστό δίλημμα κυριαρχία ή ηγεμονία, όπως άλλωστε το είχε θέσει στη δεκαετία του ’90 ο τότε πρόεδρος Κλίντον.
Η πιο απτή, η πιο συγκεκριμένη έκφραση του διλήμματος αφορά το ζήτημα των συμμαχιών. Πιο συγκεκριμένα, τη στρατηγική συμμαχία με τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, αυτήν που οδήγησε το δυτικό μπλοκ στη νίκη και την πιο ισχυρή σήμερα στον κόσμο. Τα ερωτήματα ως προς τη δυνατότητα αποκατάστασης της συνοχής και μάλιστα σε μακροπρόθεσμη βάση αυτής της συμμαχίας δεν είναι ωστόσο και από τα πιο εύκολα να απαντηθούν. Συνδέονται κατ’ αρχάς με το τι περιθώρια ουσιαστικών αλλαγών υπάρχουν στην πολιτική των ΗΠΑ, τι είναι διατεθειμένες και τι μπορούν να «δώσουν» στους συμμάχους τους. Συνδέονται με το τι είναι διατεθειμένες να «πάρουν» αυτές οι σύμμαχες δυνάμεις ώστε να συναινέσουν στην εκ νέου διαμόρφωση μιας ενιαίας συνολικής στρατηγικής κατεύθυνσης. Συνδέονται ακόμα με τον παράγοντα της οικονομικής κρίσης που περιπλέκει ακόμα περισσότερο ένα ήδη σύνθετο πρόβλημα.
Οσον αφορά κατ’ αρχάς τις ίδιες τις ΗΠΑ. Θα πρέπει να είναι κατανοητό ότι οι ΗΠΑ δεν είναι απλά και μόνο μια χώρα, με το συγκεκριμένο έδαφός της, τον πληθυσμό της, την οικονομία της. Είναι μια χώρα που έχει διαμορφώσει ένα παγκόσμιο πλέγμα σχέσεων οικονομικών, πολιτικών, στρατιωτικών, του οποίου αποτελεί το κέντρο, τον πυρήνα, την ηγεμονική δύναμη. Αυτό που πράττει «έξω» βρίσκεται σε πλήρη συνάρτηση και σχέση αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης με αυτό που συμβαίνει «μέσα» και αντίστροφα και συνδέεται ταυτόχρονα με αντίστοιχες διαδικασίες διάταξης και αναδιάταξης δυνάμεων. Η επιλογή της στρατηγικής της παγκόσμιας κυριαρχίας δεν ήταν απλά μια «ιδέα» της ομάδας Τσένι. Απηχούσε διαθέσεις ενός συνόλου δυνάμεων στο εσωτερικό των ΗΠΑ και ενισχυόταν από μια ανατροπή συσχετισμών σε παγκόσμια κλίμακα, που ερμηνευόταν σαν «ιστορική ευκαιρία» για την προώθηση αυτού του στόχου. Τα πραγματικά δεδομένα, ωστόσο («έξω» και «μέσα»), αποδείχτηκε ότι είναι διαφορετικά, και αυτό ήταν που οδήγησε σε αδιέξοδο και κρίση στρατηγικής.
Το ζήτημα είναι ότι η αναπροσαρμογή αυτής της στρατηγικής στα ουσιαστικά της μέρη και όχι απλά στη μορφή της δεν είναι ούτε αυτή μια απλή υπόθεση, ακόμα και αν υποθέταμε ότι υπάρχουν τέτοιες διαθέσεις. Απαιτούνται αναδιαρθρώσεις στο σύνολο αυτών των σχέσεων και αντίστοιχη αναδιάταξη δυνάμεων, στόχων, ιεραρχήσεων και συμφερόντων στο εσωτερικό των ΗΠΑ και όχι μόνο. Το μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτό σε σύνδεση με το ζήτημα των συμμαχιών είναι ένα πρόβλημα που δεν εξαρτάται μόνο από τις διαθέσεις του Ομπάμα, όποιες κι αν υποθέταμε ότι είναι αυτές. Για παράδειγμα, η «αποχώρηση» από το Ιράκ (όποτε και όταν γίνει) μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπεριέχει και το στοιχείο του ανοίγματος στους συμμάχους. Από την άλλη μεριά, ωστόσο, η απαίτηση για ενεργό συμβολή στην επιδρομή στο Αφγανιστάν δεν αφορά μόνο την ενίσχυση της στρατιωτικής συμβολής των ΝΑΤΟϊκών συμμάχων. Συνδέεται με μια στρατηγική κατεύθυνση στην οποία θέλει να σύρει τους «συμμάχους» του ο Ομπάμα, πράγμα για το οποίο αυτοί δεν είναι και τόσο πρόθυμοι.
Ας έρθουμε ωστόσο σε αυτή την πλευρά. Αυτό που διεκδικούσαν οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές ήταν μια αναπροσαρμογή ρόλων, μεριδίων και αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο της συμμαχίας. Εδώ, και πέρα από το τι είναι διατεθειμένες να παραχωρήσουν οι ΗΠΑ, το θέμα είναι ότι έχει κυλήσει αρκετό νερό από τότε που οξύνθηκαν οι σχέσεις τους. Οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές γνωρίζουν πλέον καλύτερα τις διαθέσεις των ΗΠΑ, δυσπιστούν απέναντι σε αυτές και βεβαίως δεν είναι καθόλου διατεθειμένοι να επιστρέψουν στο ρόλο αυτών που κινούνται με γνώμονα τις επιλογές των ΗΠΑ. Το κυριότερο, έχουν ήδη αναπτύξει πρωτοβουλίες, διαμορφώνουν δεδομένα και κατευθύνσεις στη βάση των δικών τους, ιδιαίτερων συμφερόντων και επιδιώξεων. Για παράδειγμα, η ανάπτυξη σχέσεων με Ρωσία (ο βόρειος αγωγός Ρωσίας-Γερμανίας είναι επιλογή στρατηγικού χαρακτήρα), με την Κίνα και σειρά άλλες, που δεν είναι καθόλου εύκολο να αναιρεθούν επειδή τους χαμογέλασε ο Ομπάμα. Βεβαίως, συνεχίζουν να υπάρχουν και πεδία κοινών στόχων και επιδιώξεων και κυρίως κανείς τους (ούτε οι ΗΠΑ ούτε οι Ευρωπαίοι) δεν μπορεί να παρακάμψει τη σημασία, το βάρος και το ρόλο που έχει η ύπαρξη της ευρωπαϊκής συμμαχίας.
Το αν, πώς, σε ποια επίπεδα και σε ποια κλίμακα μπορούν να διευθετηθούν οι διαφορές και να εναρμονιστούν οι επιδιώξεις είναι ένα ερώτημα στο οποίο για την ώρα δεν μπορεί να απαντήσει κανείς. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι «επιστροφή» στην προηγούμενη κατάσταση, μορφή και περιεχόμενο των σχέσεών τους, δεν υπάρχει. Αυτό που μπορεί να υπάρξει (και όχι μόνο σε αυτό το ζήτημα) συνδέεται με τις απαντήσεις που θα δοθούν (ξεχωριστά από τον καθένα και όλους μαζί) στα προβλήματα που έχουν αναδειχτεί, τα τωρινά και τα μελλούμενα, τα ζητήματα στρατηγικής (π.χ. επέκταση του ΝΑΤΟ) ή το ζήτημα της οικονομικής κρίσης.
Ας περάσουμε λοιπόν σε αυτό. Εδώ θα θέλαμε να σημειώσουμε κατ’ αρχάς τα εξής. Η κρίση δεν είναι απλά και μόνο οικονομική, αλλά αφορά το σύνολο των σχέσεων που διέπουν το σύστημα. Συναρτάται άμεσα με το οικονομικό (αλλά όχι μόνο) παρόν και μέλλον συνολικά του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος. Ταυτόχρονα και της κάθε δύναμης ξεχωριστά. Ακριβώς αυτά εκφράζονται στην αντιφατικότητα των στάσεων και των πολιτικών που προωθούνται από κάθε χώρα. Στις αγωνιώδεις εκκλήσεις και προσπάθειες συντονισμού από τη μια πλευρά και σε έναν υπερπροστατευτισμό που συνεχώς κερδίζει έδαφος από την άλλη. Δεν είναι μόνο η ενίσχυση της τάσης ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Είναι και το ότι η κάθε δύναμη γνωρίζει πως το αν και σε ποια επίπεδα θα αντιμετωπίσει την κρίση θα διαμορφώσει τους όρους για τη θέση της, για τη διάταξη δυνάμεων που διαμορφώνεται στον κόσμο.
Οι «πρώην εχθροί»
Η αναφορά σε «πρώην εχθρούς» με τους οποίους ο Ομπάμα «θα εργαστεί ακάματα για τον περιορισμό της πυρηνικής απειλής» παραπέμπει κατά κύριο λόγο σε Ρωσία. Είχαμε και έχουμε την άποψη ότι οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν σαν κύριο αντίπαλό τους στο στρατηγικό πεδίο τη Ρωσία. Να ξεκαθαρίσουμε κατ’ αρχάς ότι η άποψη με την οποία βομβαρδίζεται ο κόσμος επί χρόνια περί τρομοκρατίας ως κύριου εχθρού είναι απλώς αστεία. Αλλωστε το ξεκαθάρισε αυτό και ο Μπρεζίνσκι, όταν είπε ότι η «τρομοκρατική απειλή» που εκτράφηκε (με τη βοήθεια και των ΗΠΑ) στο Αφγανιστάν είναι ασήμαντη σε σχέση με τη διάλυση της ΣΕ. Η τέτοια αντιμετώπιση της Ρωσίας βασιζόταν στην ύπαρξη του (ισοϋψούς με ΗΠΑ) ρώσικου πυρηνικού οπλοστασίου αλλά και στο «βάθος» που συνέχιζε να διατηρεί η Ρωσία σε όλα τα πεδία και τη δυνατότητά της να ανασυνταχθεί. Για να περιοριστούμε στο κεντρικό, η Ρωσία ήταν η μόνη χώρα στην οποία οι ΗΠΑ δεν μπορούσαν να ασκήσουν στρατιωτικό, πυρηνικό εκβιασμό, και μεθερμηνευόμενο αυτό σημαίνει ότι η εξουδετέρωσή της αποτελούσε το κλειδί για την παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ. Αυτή η αντιμετώπιση εκφράστηκε με την ολόπλευρη στήριξη της ομάδας διάλυσης της Ρωσίας (Γέλτσιν). Την απώθησή της από Ευρώπη-Βαλκάνια, τη διείσδυση στον Καύκασο, τη δημιουργία μιας αλυσίδας περικύκλωσης που ξεκινούσε από τις Βαλτικές χώρες, περνούσε από Α. Ευρώπη και Βαλκάνια και έφτανε μέχρι την Κεντρική Ασία. Την απαγόρευση εισόδου της στον ΠΟΕ (παρά τη «φιλία» με τον Γέλτσιν). Την επέκταση του ΝΑΤΟ, την εγκατάσταση αμερικάνικων πυραύλων («Ασπίδα») στα ρώσικα σύνορα.
Ποια η στάση της νέας αμερικάνικης διοίκησης απέναντι στο ζήτημα; Εχουμε την άποψη ότι δεν αλλάζει και ούτε μπορεί να αλλάζει στην ουσία της. Ισα ίσα, οι ανησυχίες (των ΗΠΑ) εντείνονται. Από την ανασύνταξη της Ρωσίας, τον ενισχυμένο ρόλο της στις διεθνείς εξελίξεις, ιδιαίτερα στο ενεργειακό, τα ανοίγματα που επιχειρεί και τις συμμαχίες που διαμορφώνει, την επίδειξη ισχύος στον Καύκασο (Γεωργία). Ακόμα, την πιθανότητα να κερδίσει την Ουκρανία, μια εξέλιξη που θα άλλαζε καθοριστικά τους συσχετισμούς.
Ωστόσο, τι μπορεί να σημαίνει η αλλαγή ύφους με τον Ομπάμα, οι σχετικά συγκρατημένες αναφορές σε ζητήματα που «καίνε» για τη Ρωσία, όπως αυτό της «Ασπίδας» ή της επέκτασης του ΝΑΤΟ; Εχουμε την άποψη ότι η πιθανή –και προσωρινή πάντα- «εξομάλυνση» των σχέσεων με τη Ρωσία, οι διαφοροποιήσεις ύφους και τακτικής λιγότερη σχέση έχουν με τη Ρωσία καθ’ αυτή και πολύ περισσότερη με τον αντίκτυπο που έχουν αυτά σε συμμάχους, τον κατευνασμό των ανησυχιών τους.
Οι ιθύνοντες των ΗΠΑ αντιλαμβάνονται ότι η διάσταση με τους Ευρωπαίους διευκόλυνε την ανασύνταξη και το πλασάρισμα της Ρωσίας. Το γενικότερο πλαίσιο που διαμορφώθηκε έτσι διευκόλυνε με τη σειρά του την έκφραση διαθέσεων και φιλοδοξιών και άλλων δυνάμεων. Κατανοούν ότι ο μετωπικός χαρακτήρας της αντιπαράθεσης δεν φέρνει πάντα τα καλύτερα αποτελέσματα και ότι χρειάζεται να συνδυαστεί με πιο ευλύγιστες τακτικές. Ωστόσο, η ρώσικη κατεύθυνση παραμένει. Αν υποθέσουμε ότι ενδεχομένως διαπραγματευτούν την υπόθεση της «Ασπίδας», θα επιμείνουν στην αναγκαιότητα της επέκτασης του ΝΑΤΟ. Αν οι Ευρωπαίοι σε αυτό έχουν κάποιες επιφυλάξεις, συμφωνούν απόλυτα με τις ΗΠΑ στην αναγκαιότητα αποτροπής με κάθε τρόπο της υπαγωγής της Ουκρανίας στη ρώσικη επιρροή.
Οσο για τις συνεχιζόμενες πιέσεις για ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία, οι Ευρωπαίοι «θυμούνται» την εξάρτησή τους από τα πετρέλαια της Μ. Ανατολής, δηλαδή τις ΗΠΑ. Ωστόσο, χωρίς να αναιρείται η σημασία και το ειδικό βάρος των προηγούμενων, ένα νέο «Μεγάλο παιχνίδι» φαίνεται να εγκαινιάζεται στην Κ. Ασία. Ηδη προεκλογικά ο Ομπάμα είχε προαναγγείλει τη μετατόπιση του κέντρου βάρους από το Ιράκ στο Αφγανιστάν. Βεβαίως, αυτό που τον προσέλκυσε δεν είναι ούτε τα βουνά του Αφγανιστάν ούτε η μυρωδιά του όπιου, αλλά αυτό που προκάλεσε και την αμερικάνικη εκστρατεία (επί Μπους) στην πολύπαθη αυτή χώρα. Η γεωστρατηγική της θέση. Δεν είναι μόνο τα πετρέλαια της Κασπίας που κείτονται δίπλα και στα οποία επικεντρώνεται η σχετική φιλολογία. Είναι πάνω απ’ όλα οι κρίσιμες –γεωστρατηγικού χαρακτήρα- εξελίξεις που κυοφορούνται και αναπτύσσονται στην περιοχή.
Εδώ και καιρό υπάρχει μια προσέγγιση χωρών (συμφωνία Σαγκάης), η οποία ενισχύεται ολοένα και περισσότερο και στην οποία συμμετέχουν με τον ένα ή τον άλλον τρόπο και άλλες χώρες, όπως η Ινδία και το Ιράν. Διαγράφεται η πιθανότητα μιας «ασιατικής» συμμαχίας με ενορχηστρωτή τη Ρωσία, με βασικό στήριγμα την Κίνα αλλά και με ενδεχόμενη συμμετοχή και άλλων σημαντικών χωρών. Μια κίνηση που αφήνει «απ’ έξω» τις ΗΠΑ και, όπως δείχνει το σπάσιμο των κρίκων της αλυσίδας που είχαν χτίσει (διώξιμο αμερικάνικων βάσεων), τις εκτοπίζει από την περιοχή. Η σημασία που αποδίδουν στο ζήτημα οι ΗΠΑ υπογραμμίζεται από το άνοιγμα στο Ιράν, το οποίο όχι μόνο θέλουν να το αποσπάσουν από την επιρροή της Ρωσίας αλλά και να το χρησιμοποιήσουν για την προώθηση των στόχων τους.
Εδώ, και για όσους ίσως εκπλήσσονται, χρειάζεται να θυμίσουμε κάποια πράγματα. Στη δεκαετία του 1980, δηλαδή την περίοδο της μεγαλύτερης εχθρότητας ανάμεσα σε Ιράν και ΗΠΑ (κατάληψη αμερικάνικης πρεσβείας στην Τεχεράνη κ.λπ.), στο έδαφος του Αφγανιστάν αναπτύχθηκε μια ιδιότυπη συμπαράταξη δυνάμεων που κατά τα άλλα είχαν όχι μόνο διαφορές αλλά και ανταγωνίζονταν άγρια μεταξύ τους. ΗΠΑ, Κίνα, Πακιστάν, Ιράν και Σ. Αραβία συμπαρατάχθηκαν πρακτικά, στρατιωτικά τότε με τους μουτζαχεντίν του Αφγανιστάν, ενάντια στη ΣΕ. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν ο Ομπάμα κατορθώσει να «ουδετεροποιήσει» την Κίνα, να εδραιώσει τον έλεγχο του Πακιστάν, να κερδίσει την Ινδία. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε αν θα μπορέσει να γεφυρώσει τις αντιθέσεις Ιράν-ΗΠΑ ή Ιράν-Σ. Αραβίας. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι στόχος του είναι να τα πετύχει αυτά, πάνω απ’ όλα να εμποδίσει τη Ρωσία στην υλοποίηση των σχεδίων της, να ενισχύσει και να εδραιώσει τη θέση των ΗΠΑ στην περιοχή.
Με την ψεύτικη και αποπροσανατολιστική ρήση «tabularasa» -άγραφο χαρτί- η νέα ηγεσία του υπουργείου Παιδείας προχωράει εντατικά στην προώθηση του «εθνικού διαλόγου» για τις αλλαγές στο λύκειο και το σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Παράλληλα εμφανίζεται διατεθειμένη να συζητήσει «επίμαχες» πλευρές του νόμου πλαίσιο ενώ διαμηνύει πως το θέμα των κολεγίων δεν αποτελεί προτεραιότητα γι' αυτήν.
Ξεκινώντας από τα δύο τελευταία ζητήματα, θα θέλαμε να παρατηρήσουμε τα εξής.Κατ' αρχάς όσον αφορά το ζήτημα των κολεγίων, θα ήταν «χαζό» από μέρους της η ηγεσία του ΥΠΕΠΘ να ρίξει κι άλλο λάδι στη φωτιά, τη στιγμή μάλιστα που η κατεύθυνση είναι ήδη δρομολογημένη τόσο με το νόμο του καλοκαιριού του 2008 όσο και με την απόφαση του ευρωδικαστηρίου. Οσο για τα προεδρικά διατάγματα που εκκρεμούν για την ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας 36/05 στην ελληνική νομοθεσία, φαίνεται πως έχει τη δυνατότητα να επιλέξει τη στιγμή που θα τα προωθήσει, προφανώς τηρώντας «χαμηλούς τόνους» και επικαλούμενη το γεγονός πως είμαστε στην Ε.Ε. και άρα δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Οσον αφορά τα «επίμαχα» ζητήματα του νόμου πλαίσιο, από τις μέχρι τώρα «διαρροές» φαίνεται πως αυτά αφορούν τα ζητήματα «συνδιοίκησης». Σ' αυτό το πεδίο ήταν φανερές οι αντιθέσεις που πυροδότησαν οι ρυθμίσεις του νόμου πλαίσιο μέσα στον πανεπιστημιακό μηχανισμό αλλά και στις κυρίαρχες παρατάξεις που στήριζαν χρόνια τώρα τις αντιδραστικές πολιτικές στα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ. Δεν θα ήταν λοιπόν έξω από τη λογική τους διορθωτικές παρεμβάσεις οι οποίες θα ενταχθούν σε μια γενικότερη κατεύθυνση αναστήλωσης συμμαχιών και δημιουργίας συναινετικού κλίματος για την παραπέρα προώθηση όλου του υπόλοιπου αντιδραστικού τερατουργήματος του νόμου πλαίσιο.
Συνεχίζοντας να «διαβάζουμε» πίσω από τις γραμμές, είναι φανερό τουλάχιστον για μας πως η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, έχοντας σαν δεδομένα τον δίχρονο φοιτητικό ξεσηκωμό (2006-2007) και φυσικά το Δεκέμβρη που συντάραξε όλο το πολιτικό σύστημα, προσπαθεί σε αυτή τη φάση να δημιουργήσει τους καλύτερους δυνατούς όρους για μια συνολική επαναπροώθηση της επίθεσης στα δικαιώματα της νεολαίας στις σπουδές και τη δουλειά. Ειδικότερα θέλει να δημιουργήσει ευνοϊκό έδαφος για το πέρασμα σοβαρών αντιδραστικών επιλογών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Θεωρώντας -και σωστά- πως γι' αυτό χρειάζεται η οικοδόμηση συναίνεσης, συμμαχιών ή έστω «ανοχής» τόσο στο πολιτικό επίπεδο όσο και με τμήματα του εκπαιδευτικού κατεστημένου (πανεπιστημιακός μηχανισμός) αλλά και με τις συνδικαλιστικές ηγεσίες των εκπαιδευτικών και των εργαζομένων. Θεωρώντας πως μέσω του «διαλόγου» στριμώχνει ή μπορεί στην πορεία να στριμώξει παραπέρα δυνάμεις (όπως ο ΣΥΝ ή και το ΚΚΕ που αρνούνται να συμμετέχουν) που λόγω των χαρακτηριστικών τους και των προσανατολισμών τους είναι «ευάλωτες» -περισσότερο ο ΣΥΝ, λιγότερο το ΚΚΕ σ' αυτή τη φάση- στη «δημοκρατική διαβούλευση». Ιδιαίτερο τμήμα αυτής της προσπάθειας είναι η αναζήτηση, μέσω της πολιτικής πίεσης, ενός κοινού -αντιδραστικού- πλαισίου διεξαγωγής της «συζήτησης» με το ΠΑΣΟΚ, με μίνιμουμ στόχο να χρεωθεί το ΠΑΣΟΚ προς το σύστημα μια «ανεύθυνη» στάση. Το ΠΑΣΟΚ αρχικά μπήκε στο διάλογο μέσω της ΔΟΕ και της ΓΣΕΕ, προσπαθώντας να διαμορφώσει κάποιους όρους για να μη βγει εκτεθειμένο διπλά, δηλαδή προς το σύστημα και προς το λαό, με φανερή την έγνοια του ειδικά ως προς το σύστημα, σε μια φάση που διεκδικεί το χρίσμα του διαχειριστή της κυβερνητικής εξουσίας. Γι' αυτό και στη συνέχεια δήλωσε τη συμμετοχή του, αφήνοντας ανοιχτό ζήτηματην παραπέρα στάση του ανάλογα με το πώς θα κυλήσουν οι πολιτικές εξελίξεις. Τέλος, να σημειώσουμε πως η ντρίμπλα τής υποτίθεται πιο «αριστερής» ΟΛΜΕ, που ζητάει διμερείς επαφές με την ηγεσία του ΥΠΕΠΘ, δεν παύει να λειτουργεί αποπροσανατολιστικά και να εξωραΐζει τους στόχους του «διαλόγου».
Στην κατεύθυνση δημιουργίας ενός προσωπείου «διαλόγου» και «συνεννόησης» είναι και το χρίσμα που δόθηκε στον Μπαμπινιώτη και το πέρασμα σε δεύτερο πλάνο του Βερέμη. Βέβαια σ' αυτό το πεδίο υπάρχει και «κάτι» ακόμα: πιθανολογείται από πολλές πλευρές πως η πρόταση Μπαμπινιώτη για το λύκειο και τις εξετάσεις πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση συνάδουν περισσότερο με τους αντίστοιχους προσανατολισμούς σε επίπεδο κυβέρνησης. Επιπλέον ας σημειώσουμε ότι η πρόταση του ΕΣΥΠ (στο οποίο πρόεδρος είναι ο Βερέμης) που βγήκε στο φως της δημοσιότητας στα τέλη Γενάρη εμπεριείχε μια διαδικασία πολύ δύσκολα εφαρμόσιμη στις σημερινές συνθήκες. Για τη συντομία του άρθρου, προέβλεπε διεξαγωγή απογευματινών φροντιστηριακών μαθημάτων σε όλη τη διάρκεια των δύο τελευταίων τάξεων του λυκείου! Πιο πριν το ΕΣΥΠ (όπως ο Μπαμπινιώτης) «ερωτοτρόπησε» με τη δημιουργία προπαρασκευαστικού έτους στα πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ (πρόταση 12+1 όπως ονομάστηκε) και επιλογή αυτών που θα συνεχίσουν από τα ίδια τα ιδρύματα σε συνεργασία με το ΥΠΕΠΘ μετά από σκληρές εξετάσεις. Αλλωστε, τη δημιουργία προπαρασκευαστικού έτους πρότεινε και ο ΣΥΝ με κάποιες πιο λάιτ ρυθμίσεις για τη συνέχεια των σπουδών. Μια παραλλαγή της τελευταίας, που δεν είχε πολλούς υποστηριχτές, προέβλεπε την ελάττωση κατά ένα των χρόνων σπουδών σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση (από 12 στα 11 χρόνια) καιμετατροπή του 12ου έτους σε προπαρασκευαστικό. Αντίστοιχα το ΠΑΣΟΚ επαναφέρει την παλιά πρόταση Ευθυμίου –παραλλαγή των νόμων του Αρσένη- για ενδοσχολικές εξετάσεις στη Β' και Γ' λυκείου από τράπεζα θεμάτων. Σκληρές εξετάσεις για την εισαγωγή στα τμήματα υψηλής ζήτησης και εισαγωγή στα υπόλοιπα εφόσον δεν υπερκαλύπτονται οι θέσεις.
Κατέβασμα και άπλωμα των ταξικών φραγμών - εξεταστική κρησάρα
Η σημερινή πρόταση Μπαμπινιώτη, πιο πραγματιστική αλλά όχι λιγότερο αντιμαθητική και αντιλαϊκή από τις άλλες, προβλέπει:
α) Διεξαγωγή των εξετάσεων μετά το λύκειο, που θα διεξάγονται από το ΥΠΕΠΘ, αλλά η ύλη και τα θέματα θα καθορίζονται από τα πανεπιστήμια. (Ο ίδιος βέβαια έχει προτείνει και διάφορα άλλα εναλλακτικά συστήματα που προέβλεπαν προπαρασκευαστικό έτος.) Μάλιστα σε άρθρο του τον περασμένο Αύγουστο αναφέρει χαρακτηριστικά: «Με διευρυμένη ύλη (π.χ. Γενική Ιστορία της Ελλάδας και όχι μόνο κάποια κεφάλαια της Ιστορίας, της διδαχθείσας στην τελευταία τάξη του Λυκείου…)».
β) Δραστικός περιορισμός των επιλογών σε τμήματα που θα μπορούν να δηλώσουν οι υποψήφιοι.
γ) Υψηλή μοριοδότηση της επίδοσης (μέσος όρος βαθμολογίας) όλων των τάξεων του λυκείου.
δ) Εφαρμογή της αξιολόγησης στους εκπαιδευτικούς, για να ανταποκριθούν στο νέο «υψηλό ρόλο» του λυκείου.
Γενικότερα οι προτάσεις που έχουν έρθει στο φως από πλευρές της κυβέρνησης της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, γενικότερα από διάφορους παράγοντες του συστήματος, έχουν βασικό στόχο την αντιδραστική προσαρμογή της εκπαίδευσης στις συνθήκες ολόπλευρης κρίσης του εξαρτημένου ελληνικού καπιταλισμού. Την πλήρη αποκατάσταση του κατανεμητικού ρόλου της εκπαιδευτικής λειτουργίας για την αναπαραγωγή της ταξικής διαστρωμάτωσης. Ωστε να συνταιριάζει η εκπαίδευση με τις συνθήκες που δημιουργεί η γενικευμένη επίθεση του κεφαλαίου στην εργατική τάξη και το λαό. Επίθεση που βίαια και γοργά συμπιέζει κοινωνικά και οικονομικά μεγάλα τμήματα της εναπομείνασας αγροτιάς αλλά και σημαντικά τμήματα μικροαστικών στρωμάτων της πόλης. Ωστε να συνταιριάζει η εκπαίδευση με τις συνθήκες γενικευμένης ανασφάλειας, ανεργίας και ελαστικών σχέσεων εργασίας που το κεφάλαιο παλεύει να επιβάλει στο σύνολο των εργαζομένων στη χώρα μας. Την αποκατάσταση του ιδεολογικού ρόλου του πανεπιστημίου αλλά και του λυκείου. Το χτύπημα και τη διάλυση του κινήματος της νεολαίας και των εκπαιδευτικών στην εκπαίδευση. Κεντρική στόχευση στο όλο εγχείρημα αποτελεί ο έλεγχος της ροής προς την τρίτη βαθμίδα, με την όρθωση ισχυρών ταξικών τοίχων-φίλτρων στο δικαίωμα της μαθητικής νεολαίας για ανώτερες σπουδές.Εάν ο νόμος πλαίσιο εισάγει ισχυρούς ταξικούς φραγμούς μέσα στην τρίτη βαθμίδα, όλες οι προτάσεις για τις πιο κάτω βαθμίδες κινούνται σε δύο ταυτόχρονα αλληλοσυμπληρούμενες κατευθύνσεις. Από τη μια, στην κατακόρυφη αύξηση των φραγμών στις τρεις τάξεις του λυκείου, που θα συμπληρώνουν και θα πολλαπλασιάζουν την αποθάρρυνση που δέχονται ήδη οι μαθητές από τις εξελίξεις στο δημοτικό, το γυμνάσιο αλλά και από τις γενικότερες κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις. Και που πιθανά θα αποτελέσουν με τη σειρά τους –εάν δεν βρουν αντίδραση- το εφαλτήριο για μια παραπέρα σκλήρυνση των σπουδών στο ίδιο το γυμνάσιο και το δημοτικό. Φραγμοί που θα σπρώχνουν είτε στην παραίτηση από τις σπουδές είτε προς την -με ελάχιστες επαγγελματικές προοπτικές- τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση. Από την άλλη, στη δημιουργία μιας εξεταστικής κρησάρας, ενός ταξικού κυματοθραύστη για την πρόσβαση στην τρίτη βαθμίδα, που θα πετάει σημαντικά τμήματα των μαθητών είτε σε τμήματα πάρκινγκ ανέργων είτε στα νύχια των κολεγιαρχών και των κέντρων φτηνής κατάρτισης. Αποσυμφορώντας τα τμήματα «υψηλής ζήτησης» από την ισχυρή πίεση που εξακολουθεί να ασκεί η μαθητική νεολαία και αποκαθιστώντας έτσι σ’ αυτό το πεδίο τόσο τον ιδεολογικό όσο και τον κατανεμητικό τους ρόλο. Γι' αυτούς τους λόγους αποκτά κρίσιμη σημασία για το σύστημα το χτύπημα, η διάλυση του κινήματος της νεολαίας και των εκπαιδευτικών. Αποκτά κρίσιμη σημασία η προσπάθεια ποδηγέτησής τους.
Με όσα περυτιλίγματα κι αν ντύσουν αυτή την αντιδραστική προσπάθεια -και αλήθεια έχουν πολλά- δεν μπορούν να αποφύγουν το γεγονός πως οι προσανατολισμοί τους έρχονται σε αντίθεση με τα δικαιώματα της συντριπτικής πλειοψηφίας της νεολαίας. Εάν λοιπόν αυτοί προετοιμάζουν έναν νέο κύκλο λεηλασίας των δικαιωμάτων, και η νεολαία έχει κάθε λόγο να προετοιμαστεί για να τον αντιμετωπίσει. Θα επανέλθουμε λοιπόν σύντομα.
Το πρόβλημα του Ελαιώνα είναι πρόβλημα δεκαετιών. Είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό δείγμα τού πώς εννοούν κράτος και κεφάλαιο την ανάπτυξη και τους ελεύθερους χώρους. Σε μερικές χιλιάδες στρέμματα με την πάροδο του χρόνου «φύτρωσαν» βιοτεχνίες, εργοστάσια, μεταφορικές εταιρίες, αποθήκες, ΤΕΙ και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί.
Παράλληλα η ευρύτερη πόλη «των Αθηνών» αναπτυσσόταν και αυτή με βάση το ίδιο… σχέδιο, και βρεθήκαμε να έχουμε μια βιομηχανική ζώνη στο… κέντρο της. Ελα όμως που, με βάση την ίδια στρατηγική, τα σχέδια του κεφαλαίου άλλαξαν! Τα εργοστάσια κλείνουν, οι μεταφορικές δεν χωράνε και ο Ελαιώνας ξαφνικά απέκτησε την ανάγκη να «αναπλαστεί».
Την ανάπλασή του κατά καιρούς την υπόσχονταν και την αναλάμβαναν διάφοροι πολιτευτάδες, υπουργοί και δημαρχαίοι. Εκπονήθηκαν σχέδια, μακέτες βγήκαν στη δημοσιότητα, τόσα και τόσες που αν γινόντουσαν και πραγματικότητα θα μιλάγαμε για τη ζούγκλα της Αθήνας. Τίποτα από όλα αυτά δεν έγινε. Τα εργοστάσια γίνανε και γίνονται εμπορικά κέντρα, οι αποθήκες γήπεδα και, στο πλαίσιο της ανάδειξης του ελληνικού πολιτισμού, πολιτιστικά κέντρα τύπου LOFT, VILLAGE και άλλα τέτοια ευαγή ιδρύματα. Και όπου περισσέψει μπορεί να φυτευτεί και κανένα δεντράκι, έτσι για πράσινο άλλοθι. Οπως το χαρακτηριστικό για την ελληνική χλωρίδα, η φοινικιά!
Ωσπου εμφανίστηκε ο τελευταίος δήμαρχος των Αθηναίων. Ο Νικήτας ο Κακλαμάνης. Ο οποίος έδειξε αποφασισμένος να πατάξει όλη αυτή την καταστροφή και την παρανομία. Νομιμοποιώντας την! Σε αγαστή συνεργασία μαζί με τους άλλους δυο που πονάνε την Αθήνα, το Βωβό και το Βαρδινογιάννη, προχώρησε αποφασιστικά, ξεπερνώντας γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, στην παραχώρηση του Ελαιώνα (ό,τι απέμεινε δηλαδή) στο γήπεδο και στο εμπορικό κέντρο που αυτοί ήθελαν να χτίσουν, για να «δέσει» ο χώρος με την υπόλοιπη (τσιμεντού)πολη, για να μειώσουν την ανεργία στην περιοχή, για να διαφυλαχτεί ο τζίρος των μικρομάγαζων που τόσο επλήγη τον περασμένο Δεκέμβρη, για να γίνει επιτέλους αυτή η πολυπόθητη ανάπλαση, την οποία μάλιστα τη βάφτισαν «διπλή». Τόσο πολύ μάλιστα έχουν δέσει αυτοί οι τρεις κύριοι, που μπερδεύτηκαν και τα ονόματά τους, π.χ. Νικήτας Βωβός ο ένας, Μπάμπης Κακλαμάνης ο άλλος.
Είναι τόσο αποφασισμένος ο Νικήτας να προωθήσει το ιερό έργο των φίλων του, που δεν τον πτοούν οι αντιδράσεις των «αντιδραστικών», «περιφερόμενων» και «τσαμπουκάδων», κατά τις προσφιλείς του εκφράσεις, κατοίκων. Αυτός, ως νέος και γνήσιος μάγκας του Βοτανικού (ένα από τα παρατσούκλια του), προτάσσει τους φίλους του, τα ΜΑΤ (με την καθόλου τυχαία πράσινη ενδυμασία) απέναντί τους, με τα συγκινητικά μέχρι δακρύων επιχειρήματά τους!
Οι κάτοικοι αυτής της περιοχής και της ευρύτερης πόλης με αυτούς τους σχεδιασμούς μπορούν να είναι ήσυχοι. Πριν ζούσαν ανάμεσα στα εργοστάσια και τις ντιζελοκίνητες νταλίκες, τώρα θα ζουν ανάμεσα στα εμπορικά κέντρα και το γήπεδο, με επέκταση κιόλας της κυκλοφορίας των καταλυτικών ΙΧ (οπότε και οικολογικών) μέχρι αργά το βράδυ. Για να μην πούμε για την ησυχία που θα έχουν κατά τη διάρκεια των ποδοσφαιρικών αγώνων. Θα βελτιωθεί η ζωή τους, όπως βελτιώθηκε και αυτή των κατοίκων γύρω από το Village του Ρέντη και ακόμη περισσότερο!
Κάποιοι αντιδρούσαν και αντιστέκονταν σε αυτή την κατάσταση. Δεν είχαν όμως συμμάχους. Ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Μέχρι που βρέθηκε φως! Από τα αριστερά! Και το όνομα αυτού, ΣΥΡΙΖΑ! Ο οποίος, ως σύγχρονος Ζορό, ανέλαβε να καθαρίσει την κατάσταση. Από μόνος του μάλιστα και χωρίς τους κατοίκους των γύρω περιοχών (κάτοικοι πέντε δήμων είναι αυτοί, πού να τρέχουν όλοι μαζί, πόσες επιτροπές κατοίκων και συνελεύσεις να γίνουν, άσε που μπορεί να κλείνουν και οι δρόμοι και να αυξηθεί η μόλυνση). Και τι δεν έκανε! Καβγάδες στο δημοτικό συμβούλιο με τον (ψαλιδοχέρη) δήμαρχο. Δικαστικούς αγώνες, προσφυγές στο ΣτΕ, συγκεντρώσεις και πορείες -κυριακάτικες, μην ενοχλήσουμε κιόλας την οικονομική δραστηριότητα- με 300 (καθόλου τυχαίο το νούμερο) φίλους του που τους έβλεπαν οι κάτοικοι του Βοτανικού, που αναρωτιόντουσαν «τι είν' τούτοι» και γιατί αυτοί δεν ήξεραν τίποτα. Συνελεύσεις κινημάτων πόλης όπου ακουγόντουσαν όλες οι απόψεις που ευδοκιμούν στο πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ, ανοιχτά και δημοκρατικά και με σεβασμό στην άλλη άποψη.
Οντας όμως σώφρονας έκανε και ένα σκόντο. Στο όνομα των αναγκαιοτήτων (ποιου άραγε;) και του εφικτού δέχτηκε το χτίσιμο του γηπέδου του ΠΑΟ με αυστηρό τον όρο να φυτευτούν περισσότερα δέντρα. Εδινε όρκους μάλιστα πως ό,τι κάνει δεν το κάνει για το γήπεδο του Βαρδινογιάννη, αλλά για το «ανεξάρτητο» εμπορικό κέντρο του Βωβού. Και ανακουφίστηκε όταν το ΣτΕ (ο άλλος προστάτης των αδυνάτων) ανακοίνωσε ότι έτσι είναι. Αν και μας μπέρδεψε λιγάκι όταν ο αρχιζορό Τσίπρας, μετά τη συνάντηση με το Βαρδινογιάννη, για να τον μαλώσει και να του δείξει ότι είναι ανυποχώρητος (κατατρόμαξε ο ατρόμητος οδηγός αγωνιστικών αυτοκινήτων Τζίγκερ), μίλησε για γήπεδο με «ήπιες εμπορικές χρήσεις». Στην ερώτηση τι εννοεί με αυτό, μας καθησύχασε ότι δεν εννοεί κάτι κακό! Μάλλον είχε κατά νου τους κατοίκους που, μπουχτισμένοι με την όλη κατάσταση, έχουν την αυταπάτη ότι με την κακλαμάνεια ανάπλαση θα δουλέψουν και θα ζήσουν καλά.
Αποτέλεσμα αυτής της… αριστερής δράσης ποιο θα είναι; Και το γήπεδο θα γίνει και εμπορικές χρήσεις θα έχουμε και ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει φανεί ως προστάτης των κινημάτων και της οικολογίας, ελέω συστήματος και ΜΜΕ για άλλη μια φορά. Οπότε σε λίγο καιρό δεν θα υπάρχει πρόβλημα και όλοι θα είναι ευχαριστημένοι. Ακόμη και ο Κακλαμάνης που θα χτίσει το δημαρχιακό του μέγαρο στην περιοχή που τόσο πολύ ποθεί!
Οι δε κάτοικοι, όσοι απέμειναν, αφού καταλάβουν ότι με τέτοιες αναπλάσεις όχι μόνο δεν θα έχουν κανένα όφελος άλλα θα είναι και ενοχλητικοί γιατί θα θέλουν να ζήσουν και να κυκλοφορήσουν στην περιοχή τους, οπότε θα ενοχλούν τους πελάτες των εμπορικών κέντρων και των μαγαζιών, θα ψάχνουν τρόπους να φύγουν όπως όπως. Γι’ αυτό λέμε ότι αν οι κάτοικοι του Βοτανικού και του Ελαιώνα αλλά και των γύρω περιοχών (Αθήνα, Περιστέρι, Αιγάλεω, Ρέντη, Ταύρος) δεν πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους με δικές τους αποφάσεις, συνελεύσεις, με τις μορφές οργάνωσης που οι ίδιοι θα επιλέξουν και όχι άλλοι αντ' αυτών, αρνούμενοι γήπεδα ΠΑΕ, που καμιά σχέση δεν έχουν με τις ανάγκες αθλητισμού του λαού, εμπορικά κέντρα που καμιά σχέση δεν έχουν με τη μείωση της ανεργίας και την ανάπτυξη των περιοχών που χτίζονται (π.χ. Μαρούσι), απαιτώντας χώρους ελεύθερους και πράσινο που τόσο ανάγκη το έχουν οι ίδιοι και τα παιδιά τους, τότε και μόνο θα είναι κερδισμένοι.
Κόντρα στους Βαρδινογιάννηδες, Βωβούς και Κακλαμάνηδες υπηρέτες τους. Κόντρα στους βασικούς υπεύθυνους, που είναι το κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις του.