Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Η 60ή Σύνοδος του ΝΑΤΟ και τα ΝΑΤΟϊκά σενάρια του Σαρκοζί - ΟΤΑΝ επιστρέφει η Γαλλία

Στις 3 και 4 του Απρίλη στα γαλλογερμανικά σύνορα (στις πόλεις Kehl και Στρασβούργο) το ΝΑΤΟ, στην ετήσια σύνοδο κορυφής, θα γιορτάσει με πανηγυρικό τρόπο, όπως φαίνεται, τα εξηκοστά γενέθλιά του. Το πανηγυρικό του χαρακτήρα αυτής της συνόδου το εξασφαλίζει η νέα «διεύρυνσή» του. Και η οποία διεύρυνση δεν αφορά φυσικά τις Ουκρανία και Γεωργία, που τόσες εντάσεις δημιούργησαν στην προηγούμενη σύνοδο στο Βουκουρέστι, αλλά τη Γαλλία! Από κάθε άποψη, πρόκειται για μια σοβαρή πολιτική εξέλιξη η οποία είναι σε θέση να προκαλέσει νέες και σημαντικές εντάσεις και αντιπαραθέσεις στο επίπεδο των ιμπεριαλιστικών σχέσεων.
Η Γαλλία του Σαρκοζί και επίσημα πλέον –μετά την απόφαση του γαλλικού κοινοβουλίου, την περασμένη Τετάρτη, με ψήφους 329 υπέρ και 238 κατά– ζητεί την επανένταξή της στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ (ΟΤΑΝ για τους Γάλλους). Πάνε 43 χρόνια από το 1966, όταν ο στρατηγός Ντε Γκολ, με επιστολή του στο τότε αμερικανό πρόεδρο Τζόνσον, δήλωνε ότι η Γαλλία είναι σε θέση «να αναλάβει την πλήρη άσκηση της κυριαρχίας της σε όλη την επικράτεια» (συμπεριλαμβανομένων και των αποικιών της φυσικά) και γι’ αυτό αποχωρεί από το στρατιωτικό σκέλος του ΟΤΑΝ. Ταυτόχρονα διώχνει και το γενικό στρατηγείο της Συμμαχίας από το Παρίσι. Ηταν τότε που η Γαλλία ολοκλήρωνε το πυρηνικό πρόγραμμα και διαμόρφωνε δική της δύναμη κρούσης με αυτά τα όπλα. Σε όλο αυτό το διάστημα και σε κάθε ευκαιρία τονιζόταν και υπογραμμιζόταν η γαλλική ανεξαρτησία από την, μέσω των ΝΑΤΟϊκών μηχανισμών, «αμερικανική επιβολή».
Τελευταία, ανάλογου περιεχομένου δήλωση είχαμε μόλις το 2007 από τον Σιράκ. Ηδη όμως είχε ανατείλει το «άστρο» του Σαρκοζί και η έκφραση ενός νέου «φιλοατλαντισμού». Ο οποίος Σαρκοζί, τόσο προεκλογικά όσο και κατά την πρώτη ομιλία στη Βουλή, δεν έκρυψε ότι ενδιαφέρεται «να αποκαταστήσει ουσιαστικές σχέσεις» με τις ΗΠΑ. Η επόμενη δήλωσή του ήταν ακόμη πιο ξεκάθαρη: «Η Γαλλία δικαιούται να έχει ένα σοβαρό ρόλο μέσα στο ΝΑΤΟ».
Από τον περασμένο Σεπτέμβρη και προς το τέλος της θητείας Μπους, όταν ήδη ήταν αρκετά φανερό ότι ο Ομπάμα θα είναι ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ, ξεκινούν οι άτυπες επαφές για το μέλλον των σχέσεων Γαλλίας-ΝΑΤΟ. Την επιστολή Σαρκοζί με ένα «σχέδιο προτάσεων» την ακολουθεί επιστολή του γάλλου υπουργού Αμυνας στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια τα «συγκεκριμένα αιτήματα» για την επάνοδο της Γαλλίας στο στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας, τα οποία και γίνονται καταρχήν δεκτά από την πλευρά των ΗΠΑ. Από τότε και μέχρι σήμερα, που δημοσιοποιείται και επίσημα η απόφαση της Γαλλίας για επανένταξη στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, συνεχίζονται οι διμερείς διαπραγματεύσεις με εμπειρογνώμονες όλων των επιπέδων, με στόχο να ετοιμαστεί ένα πρόγραμμα το οποίο να καθορίζει με ακρίβεια τις αρμοδιότητες και το ρόλο των γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Συμμαχία. Το κείμενο αυτό –όπως άλλωστε υποδηλώνουν και οι επίσημες κινήσεις της Γαλλίας, πρέπει να είναι σχεδόν έτοιμο- θα υποβληθεί για (τυπική) έγκριση στην πανηγυρική διάσκεψη κορυφής στις αρχές του Απρίλη. Ολα φαίνονται απλά, όμως σίγουρα δεν είναι. Και πριν απ’ όλα για την ίδια τη Γαλλία. Δεν ξέρουμε αν η «ψήφος εμπιστοσύνης», που απαιτήθηκε από την κυβέρνηση Φιγιόν, για την απόφαση αυτή του γαλλικού κοινοβουλίου ήταν και ο βασικός λόγος που πάρθηκε αυτή η απόφαση. Δηλαδή λίγο-πολύ εκβιαστικά! Το βέβαιο είναι ότι αντανακλά συνθετότερα προβλήματα της γαλλικής αστικής τάξης και συνακόλουθα του γαλλικού ιμπεριαλισμού. Μπορεί να ακουστήκανε διάφορες φωνές και να ακουστούν εντονότερες στο εγγύς διάστημα (περί «εγκατάλειψης ενός βασικού στοιχείου της γαλλικής ταυτότητας» ή ακόμα και «τη διακύβευση αυτής καθαυτής της ανεξαρτησίας» για τη Γαλλία), ωστόσο μοιάζουν περισσότερο να αναζητούν καλύτερους όρους σε αυτή την επανεμπλοκή Γαλλίας με το ΝΑΤΟ, που να επηρεάσουν όσο το δυνατόν λιγότερο αρνητικά τις γενικότερες σχέσεις της χώρας με τους άλλους ιμπεριαλιστές.
Απ' ό,τι φαίνεται, και επί του συγκεκριμένου στόχου, όλη σχεδόν η γαλλική αντιπολίτευση δεν έχει να προτείνει κάτι διαφορετικό για το σύνολο της αστικής τάξης και την ενίσχυση του ιμπεριαλιστικού της ρόλου. Και αυτό είναι σήμερα το στοιχείο υπεροχής της πολιτικής Σαρκοζί. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Φιγιόν σε μια προσπάθεια να αμβλύνει –όπως λέγεται– τις εντυπώσεις, στην εισήγησή του ενώπιον του κοινοβουλίου και πριν από την ψηφοφορία είπε συγκρίνοντας τις δύο εποχές: «Το 1966, στο αποκορύφωμα του "ψυχρού πολέμου", η αποχώρησή μας αποτέλεσε σοκ. Ωστόσο το 2009 η επιστροφή μας είναι απλώς μια προσαρμογή στις εξελίξεις». Και τότε προσαρμογή στις εξελίξεις ήταν και είχαν και πολιτικό αντίκτυπο και δημιούργησαν ευρύτερες συνέπειες. Η επιχειρούμενη σημερινή «προσαρμογή» αναμένεται να έχει τις δικές της και ενδεχόμενα ακόμη μεγαλύτερες συνέπειες. Η πρώτη και πιο σημαντική έχει προκληθεί ήδη!
Με την κίνησή της αυτή η Γαλλία δίνει τυπικά και ουσιαστικά τέλος σε όσα σενάρια και προτάσεις υπήρχαν σε σχέση με τη δυνατότητα ύπαρξης ευρωπαϊκού στρατιωτικού μηχανισμού οργανωτικά και οργανικά ανεξάρτητου από το ΝΑΤΟ. Η Γαλλία ήταν επίσης αυτή που ουσιαστικά συνέβαλε στο πάρσιμο της πρόσφατης απόφασης του Ευρωκοινοβουλίου (12 Φεβρουαρίου) που απαιτεί τη σύναψη «ακόμα πιο στενής συνεργασίας» με το ΝΑΤΟ, με βασικό (και σωστό) επιχείρημα ότι «η ΕΕ χωρίς στρατιωτική διάσταση είναι σαν ένας σκύλος που γαβγίζει αλλά δεν δαγκώνει»! Γι’ αυτό… ΝΑΤΟ. Αρα και «η μελλοντική συλλογική άμυνα της Ευρώπης» θα οργανωθεί αποκλειστικά μέσα στο πλαίσιο της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Βέβαια, μέσα σε αυτό το πλαίσιο βλέπει αναβαθμισμένο και το ρόλο της Γαλλίας ο Σαρκοζί. Το ζήτημα ωστόσο του τι απαιτεί η Γαλλία είναι η μία πλευρά. Η άλλη είναι πώς το βλέπουν και οι άλλοι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές και σε τελική ανάλυση οι επικεφαλής της συμμαχίας, Αμερικάνοι. Κατά συνέπεια, το ποιος ρόλος θα της αποδοθεί δεν έχει ακόμα οριστικοποιηθεί, πράγμα άλλωστε που συναρτάται άμεσα από την τελική διαμόρφωση των συσχετισμών. Σίγουρα κάποια πράγματα θα φανούν στην επικείμενη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ. Το βέβαιο λοιπόν είναι, αν και είναι νωρίς να εκτιμηθούν κάποια πράγματα στην τελική τους εξέλιξη, ότι η τάση που διαμορφώνεται είναι να ενισχυθεί η σύγχυση ανάμεσα σε αυτές τις δύο δομές, ΝΑΤΟ και ΕΕ, και απ’ ό,τι φαίνεται σε βάρος της ΕΕ.
Οποιοι και να είναι λοιπόν οι στόχοι του Σαρκοζί, στο όνομα του γαλλικού ιμπεριαλισμού, το βέβαιο είναι ότι με την κίνηση αυτή οξύνονται οι αντιθέσεις στην ΕΕ, δίνοντας την επιπλέον ευχέρεια στις ΗΠΑ να διατηρήσουν και ενδεχόμενα αυξήσουν την επιρροή τους σε ό,τι μέχρι πριν από λίγα χρόνια διεκδικούσαν οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές ως «χώρο» τους. Από την άλλη, η κίνηση της Γαλλίας είναι εντελώς συμβατή με την προσπάθεια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού να πλασάρει έναν Ομπάμα ο οποίος φαίνεται και φέρεται να διαμορφώνει ένα νέο πλαίσιο προσεγγίσεων με την παλιά Ευρώπη. Φυσικά μέσα από τους ίδιους βασικούς στόχους του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.
Ετσι την «προσαρμογή» της Γαλλίας στις εξελίξεις (κατά την έκφραση του Φιγιόν) θα ακολουθήσουν αναγκαστικά και προσαρμογές των άλλων, και από αυτή την άποψη ανοίγει ένας νέος κύκλος ιμπεριαλιστικών αντιπαραθέσεων και ταυτόχρονα δραματικός για τους λαούς της Ευρώπης και όλου του κόσμου.

ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ - Α' ΜΕΡΟΣ

Οι αμερικανικές βάσεις στα ανατολικά Βαλκάνια - «lily pads» σε Βουλγαρία και Ρουμανία

Οι διαδικασίες εγκατάστασης αμερικανικών βάσεων σε Βουλγαρία και Ρουμανία επιταχύνθηκαν μετά και την είσοδό τους στην επιθετική ιμπεριαλιστική συμμαχία του ΝΑΤΟ το 2004. Ομως οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν στρατιωτικές εγκαταστάσεις των δύο χωρών κατά την εισβολή τους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Οι βάσεις αυτές αποτελούν τμήμα της νέας στρατηγικής αναδιάρθρωσης της αμερικάνικης στρατιωτικής παρουσίας, ώστε αυτή να προσαρμοστεί στις «νέες απειλές» μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, όπως αναφέρουν αμερικανοί αξιωματούχοι.
Οι βάσεις σε Βουλγαρία και Ρουμανία κατατάσσονται -από τους αμερικάνους ειδικούς- από την άποψη του ρόλου τους στη δεύτερη κατηγορία (δες το άρθρο για τη στρατηγική αναδιάρθρωση των αμερικάνικων βάσεων), αυτή των «προκεχωρημένων επιχειρησιακών μονάδων». Ταυτόχρονα όμως, από την άποψη του τι χρησιμοποιούν, δανείζονται στοιχεία και της τρίτης κατηγορίας, των «συνεταιρικών περιοχών ασφαλείας». Κι αυτό διότι οι βάσεις αυτές δεν φτιάχνονται από το «μηδέν», από τα θεμέλια δηλαδή, όπως έκαναν παλιότερα, αλλά για τις στρατιωτικές τους δυνάμεις χρησιμοποιούνται εθνικές εγκαταστάσεις των χωρών υποδοχής. Αυτό τους δίνει ευελιξία, μικρότερο κόστος αλλά και τη δυνατότητα να μην τις παρουσιάζουν σαν βάσεις, προσπαθώντας και με αυτόν τον τρόπο να μετριάσουν τις αντιδράσεις των ντόπιων πληθυσμών ή των ανταγωνιστών τους.
Ταυτόχρονα θα συμπληρώναμε πως η γειτνίαση των χωρών αυτών με τη Ρωσία, το γεγονός πως βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του πυρός και άρα πως είναι πλήρως αναλώσιμες σε μια ενδεχόμενη εμπλοκή δεν επιτρέπει τη δημιουργία από την αρχή τεράστιων στρατιωτικών εγκαταστάσεων, όπως παλιά, αλλά «σπρώχνει» στη δημιουργία «συνεταιρικών» lily pads με ρόλο «προκεχωρημένων» φυλακίων. Βέβαια, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, τίποτα δεν αποκλείει, ίσα ίσα το αντίθετο, μια από αυτές τις βάσεις -από την άποψη της ευθύνης, του ρόλου της αλλά και του μεγέθους της- να λειτουργεί σαν «κύρια επιχειρησιακή μονάδα» (Main Operating Base) και να έχει το χαρακτήρα καθοδηγητικού κέντρου για τις υπόλοιπες lily pads της χώρας υποδοχής. Ετσι, να αποτελεί επιπλέον έναν από εκείνους τους «κόμβους» στον ιστό των νέων βάσεων ο οποίος δίνει συνεκτικότητα στο όλο σύστημα.
Οι δύο λοιπόν χώρες έχουν παραχωρήσει η καθεμία από τέσσερεις στρατιωτικές εγκαταστάσεις στις ΗΠΑ, οι οποίες θα μεταφέρουν εκεί τη Δύναμη Κρούσης της Ανατολικής Ευρώπης (Eastern European Task Force) που πριν ήταν εγκατεστημένη στη Γερμανία.


ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ

Παρά την αντίθεση της πλειοψηφίας του λαού της, η Βουλγαρία, που έγινε μέλος του ΝΑΤΟ το 2004 και επιθυμεί να φανεί πρόθυμη σύμμαχος, έχει επιτρέψει τις ασκήσεις εκπαίδευσης ξένων στρατιωτών στις βουλγαρικές βάσεις. Οι «βουλγαρο-αμερικανικές κοινές στρατιωτικές εγκαταστάσεις» -όπως ονομάζουν οι δύο πλευρές τις βάσεις των ΗΠΑ στη Βουλγαρία- καθορίστηκαν από τη διμερή αμυντική συμφωνία που υπογράφηκε τον Απρίλιο του 2006 και τέθηκε σε ισχύ στις 12 Ιουνίου του ίδιου έτους και έχει δεκαετή διάρκεια. Οι βάσεις αυτές μαζί με τις αντίστοιχες της Ρουμανίας θα ανήκουν στην Task Force East (Δύναμη Κρούσης Ανατολή) που μέχρι πρότινος στάθμευε στη Γερμανία. Οι βάσεις θα επανδρώνονται από εναλλασσόμενες αμερικανικές ταξιαρχίες, ενώ δεν θα ξεπερνούν τους 25.000 στρατιώτες. Η συμφωνία προβλέπει την παροχή ασυλίας στο στρατιωτικό προσωπικό των ΗΠΑ, ενώ δίνει τη δυνατότητα στις ΗΠΑ να χρησιμοποιούν τις εγκαταστάσεις για αποστολές σε «τρίτες χώρες» χωρίς να χρειάζεται η άδεια των βουλγαρικών αρχών.
Βάσει της συμφωνίας οι Αμερικανοί πήραν το δικαίωμα χρήσης των αεροδρομίων Bezmer και Graf Ignitievo, το πεδίο βολής στο Novo Selo. Επίσης, οι αμερικανοί στρατιώτες μπορούν να χρησιμοποιούν αποθήκες του βουλγαρικού στρατού (στο AYTOS Logistics Senter) κοντά στην παραθαλάσσια πόλη και σημαντικό λιμάνι Μπουργκάς.
Η Αεροπορική Βάση Μπεσμέρ (Air Base Besmer) βρίσκεται 10 χλμ. δυτικά της πόλης Yampol και 30 χλμ. νοτιοανατολικά της πόλης Sliven, μεταξύ των χωριών Besmer (από αυτό πήρε και το όνομά της) και Bolyasko και κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή που συνδέει τη Σόφια με το άλλο μεγάλο λιμάνι της Βουλγαρίας, τη Βάρνα. Η στρατηγική θέση και οι ιδιαίτερα ευνοϊκές καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή εκτιμήθηκαν ακόμα από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η γερμανική Imperial Air Service έχτισε στη Yampol αεροπορική βάση για ζέπελιν που χρησιμοποιήθηκαν για αναγνωριστικές αποστολές βομβαρδισμού στη Ρουμανία, τη Ρωσία, το Σουδάν και τη Μάλτα.
Μετά την παραχώρησή της στις ΗΠΑ χρησιμοποιήθηκε σε μια σειρά κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, όπως την άσκηση της PfP (Partnership for Peace) και τη βουλγαρο-αμερικανο-ρουμάνικη το 2006 με την επωνυμία «Αμεση Ανταπόκριση 2006». Η βάση έχει σύγχρονα συστήματα επικοινωνίας, ενημέρωσης και πλοήγησης, ενώ ήδη σχεδιάζεται ο εκσυγχρονισμός και η ανάπτυξη των υποδομών της, όπως η επέκταση του διαδρόμου, που θα διευρύνουν το φάσμα των δραστηριοτήτων που μπορεί να υποστηρίξει. Η Besmer Air Base αναμένεται να καταστεί ένα από τα κυριότερα στρατηγικά αεροδρόμια για τη στέγαση των μαχητικών αεροπλάνων των ΗΠΑ στο εξωτερικό.
Η Daniel Widome, συγγραφέας και αναλύτρια θεμάτων εξωτερικής πολιτικής, την κατέταξε στις έξι σημαντικότερες αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις. Σε άρθρο της αναφέρει σχετικά: «Η βάση: Η Besmer αντανακλά μια ευρύτερη τάση για πιο ευέλικτες και λιτές βάσεις στην Ανατολική Ευρώπη, μακριά από τα μεγάλα στρατιωτικά συγκροτήματα της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης. Για να διατηρήσει ένα χαμηλό προφίλ στις χώρες υποδοχής, το Πεντάγωνο είναι ακόμα επιφυλακτικό στο να αναφερθεί η Besmer ως βάση και τονίζει ότι οι χώρες υποδοχής διατηρούν τον πλήρη έλεγχο των εγκαταστάσεών τους.
Η σημασία: Σε σύγκριση με τις αμερικανικές βάσεις της "παλαιάς" Ευρώπης, η βάση Besmer και γενικά οι βάσεις στην Ανατολική Ευρώπη είναι φθηνότερες και λειτουργούν πιο κοντά στα δυνητικά "καυτά σημεία" (σ.σ.: «hot spots») της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας. Στην περίοδο της σύγκρουσης, ο στρατός θα χρησιμοποιήσει αυτά τα εργαλεία για μεταφορά "κύματος" των ανδρών και υλικού προς τις γραμμές του μετώπου. Η ελπίδα είναι ότι στο πρώην σοβιετικό μπλοκ οι χώρες υποδοχής θα είναι πιο δεκτικές σε βάσεις των ΗΠΑ σε σχέση με τις άλλες χώρες της "παλαιάς" Ευρώπης που έχουν βάσεις και είναι λιγότερο πιθανό να μπλοκάρουν τη χρήση τους σε μια στιγμή της σύγκρουσης.»
Η Αεροπορική Βάση Graf Ignatievo (Graf Ignatievo Air Base) βρίσκεται στην κεντρική Βουλγαρία, στο χωριό με το ίδιο όνομα και περίπου 10 χλμ. βόρεια της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της χώρας, το Plovdiv. Συχνά αποκαλείται από τη βουλγάρικη κοινωνία «γερμανικό αεροδρόμιο» διότι το αεροδρόμιο κατασκευάστηκε με τη βοήθεια μηχανικών του Γ' Ράιχ κατά τη δεκαετία του 1930 και είχε σκοπό να στεγάσει μονάδες της Luftwaffe. Στις μέρες μας αποτελεί το μόνο αεροδρόμιο που στεγάζει μαχητικές αεροπορικές δυνάμεις της Βουλγαρίας. Η βάση είναι επίσης στη λίστα των πιθανών προσωρινών φυλακών της «Air CIA».


ΡΟΥΜΑΝΙΑ

Οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν ήδη από το 1999 τέσσερεις στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Ρουμανίας, ενώ αυτές έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εισβολή των Αμερικανών και των «πρόθυμων» συμμάχων τους τόσο στο Ιράκ όσο και στο Αφγανιστάν. Με τη συμφωνία -δεκαετούς διάρκειας- που υπογράφηκε το Δεκέμβριο του 2005 μεταξύ ΗΠΑ και Ρουμανίας και επικυρώθηκε από το ρουμάνικο κοινοβούλιο τον Ιούνιο του 2006 δόθηκε στις ΗΠΑ η άδεια για τη δημιουργία των πρώτων αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων σε χώρες του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας. Οπως είχε τότε δηλώσει η υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Κοντολίζα Ράις, «η παρουσία στρατιωτικών βάσεων κοντά στη Μαύρη Θάλασσα φέρνει τα αμερικανικά στρατεύματα σε πιο κοντινή απόσταση από “κρίσιμες περιοχές” όπως η Μέση Ανατολή και η Κεντρική Ασία» (σ.σ.: «ξέχασε» τη Ρωσία…).
Η συμφωνία προβλέπει πως θα δημιουργηθεί μια Δύναμη Επέμβασης (Κρούσης) της Ανατολικής Ευρώπης (EETAF, Eastern European Task Force), γνωστή και ως Joint Task Force East, η οποία, όσον αφορά τη ρουμάνικη συνιστώσα, θα αποτελείται από έως και 1.500 στρατιώτες που θα εναλλάσσονται στις βάσεις αυτές και ένα Γενικό Επιτελείο από περίπου 100 άτομα που θα εγκατασταθεί μόνιμα στην αεροπορική βάση Μιχαήλ Κογκαλνιτσεάνου. Το στρατιωτικό, δηλαδή, αεροδρόμιο που βρίσκεται κοντά στο λιμάνι της Κοστάντζα στη Μαύρη Θάλασσα. Οι ΗΠΑ θα στέλνουν στρατιωτικές μονάδες αποτελούμενες από 600 έως 1.200 άντρες για εκπαίδευση και οι οποίες θα αναπτύσσονται για περίπου τέσσερεις έως έξι μήνες. Οι στρατιωτικές δυνάμεις μπορούν κατά περίπτωση να αυξηθούν, αλλά δεν θα μπορούν να υπερβαίνουν το μέγεθος μιας ταξιαρχίας (3.500 άντρες). Στη συμφωνία περιλαμβάνεται η εγκατάσταση και χρησιμοποίηση του στρατιωτικού αεροδρομίου Mihail Kogalniceanu καθώς και τριών άλλων κέντρων και περιοχών (Smardan, Babadag και Cincu) εκπαίδευσης και κατάρτισης για το πυροβολικό, το πεζικό, για ασκήσεις αεροπορικών βομβαρδισμών.
Πιο συγκεκριμένα, η συμφωνία περιελάμβανε τη μετατροπή του στρατιωτικού αεροδρομίου Mihail Kogalniceanu σε ομώνυμη αεροπορική βάση (Mihail Kogalniceanu Air Base) και, όπως οι ίδιοι αναφέρουν, σε μια τεράστια αμερικανική στρατιωτική περιοχή ζωτικής σημασίας. Οι ΗΠΑ σκέφτονται να μετατρέψουν την Mihail Kogalniceanu Air Base σε μια «κύρια επιχειρησιακή βάση» (Main Operating Base) της Joint Task Force East και του στρατού των ΗΠΑ στην Ευρώπη, η οποία θα λειτουργεί σαν «καθοδηγητικό κέντρο» για τις υπόλοιπες βάσεις στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία. Ο διάδρομός του είναι αρκετά μεγάλος ώστε να μπορεί να «φιλοξενεί» για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα τα μεγαλύτερα αμερικανικά μεταγωγικά αεροσκάφη.
Το αεροδρόμιο βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της Ρουμανίας στην περιοχή Dobrogea, 26 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της παραθαλάσσιας πόλης της Κοστάντζα. Ηδη και πριν από την αμερικανορουμάνικη συμφωνία η Mihail Kogalniceanu Air Base (MKAB) χρησιμοποιήθηκε αρκετά από τις αμερικανικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια της εισβολής στο Ιράκ. Οι ΗΠΑ τη χρησιμοποίησαν σαν κόμβο για τη μεταφορά 7.000 μάχιμων στρατευμάτων και του εξοπλισμού τους στο πρώτο στάδιο της εισβολής, ενώ είχαν εν λευκώ εξουσιοδότηση για τη χρήση του ρουμανικού εναέριου χώρου. Ταυτόχρονα η MKAB έχει κατηγορηθεί σαν μια από τις μυστικές φυλακές της περιβόητης Air CIA. Επίσης, και ενόσω διαρκούσε η πρόσφατη κλιμάκωση των απειλών προς το Ιράν, στη βάση προσγειώνονταν καθημερινά αμερικανικά F-15, F-16 και Α-10 αεροπλάνα, ενώ στη βάση είχαν ήδη αναπτυχθεί 2.000 άνδρες.
Μαζί με το MKAB οι Αμερικανοί έχουν ζητήσει από το ρουμανικό υπουργείο Αμυνας την άδεια να διεξάγουν αεροπορικές ασκήσεις χρησιμοποιώντας την Αεροπορική Βάση Fetesti (Air Base Fetesti) και την Αεροπορική Βάση Campia Turzii (Campia Turzii Air Base).
To Κέντρο Εκπαίδευσης Σμαρντάν (Smardan Training Range) στην Ανατολική Ρουμανία στην κομητεία Tulcea, του οποίου η έκταση φτάνει στα 850 τετραγωνικά χιλιόμετρα και το οποίο μπορεί να φιλοξενήσει πάνω από 600 στρατιώτες. Σ’ αυτό υπάρχει η δυνατότητα να πραγματοποιηθούν ασκήσεις που αφορούν προσομοιωμένες επιθέσεις χημικού πολέμου.
Το Κέντρο (ή η περιοχή) Εκπαίδευσης Μπαμπαντάγκ (Babadag Training Area) επίσης στην κομητεία Tulcea στα πυκνά δασώδη υψίπεδα της βόρειας Dobrogea, του οποίου η έκταση είναι 270 τετραγωνικά χιλιόμετρα και το οποίο μπορεί να φιλοξενήσει περίπου 250 στρατιώτες. Το Babadag Training Area είναι από τα μεγαλύτερα και πιο σύγχρονα κέντρα κατάρτισης και χρησιμοποιείται κυρίως για ασκήσεις πολέμου ξηράς.
Το Κέντρο Εκπαίδευσης Τσίνκου (Cincu Training Range and Rail Head) στα βουνά της κεντρικής Ρουμανίας, που χρησιμοποιείται για εκπαίδευση του πεζικού.
Στη χώρα λειτουργεί επίσης μια ναυτική αμερικανική βάση στο λιμάνι της Κοστάντζα που προσφέρει άμεση πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα και από εκεί σε όλη την περιοχή και τις χώρες του Καυκάσου και της Κασπίας, σπάζοντας έτσι το μέχρι πρότινος μονοπώλιο της Μαύρης Θάλασσας από το ρώσικο ναυτικό στόλο.
Στο β' μέρος: Οι αμερικανικές βάσεις στα κεντρικά και δυτικά Βαλκάνια

Περιφερειακές εκδηλώσεις της «Πρωτοβουλίας για την ενότητα και την κοινή δράση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς»

Οχι στην αποδοχή της ένταξης της πολιτικής δράσης στον κύκλο των αέναων αναπαραγόμενων κοινοβουλευτικών αυταπατών


Μπαίνουμε σε μια περίοδο όξυνσης της ταξικής πάλης, αξιοποίησης της καπιταλιστικής κρίσης για την ένταση της επίθεσης του συστήματος ενάντια στους εργαζόμενους, μεγιστοποίησης των κινδύνων που απειλούν τους λαούς και με τις λαϊκές μάζες να μην έχουν ακόμη αποκτήσει τα «όπλα» και το επίπεδο (ιδεολογικής, πολιτικής, οργανωτικής) συγκρότησης που απαιτείται για να αντισταθούν αποτελεσματικά. Στις δυνάμεις του συστήματος έχει εδραιωθεί η πεποίθηση ότι απέναντί του έχει έναν λαό οργισμένο μεν, αλλά χωρίς τη συγκρότηση που μπορεί να μετατρέψει αυτή την οργή σε «υλική» δύναμη. Κυρίως έχει επανεπιβεβαιώσει την πεποίθησή τους ότι οι πολιτικές δυνάμεις της υποτιθέμενης Αριστεράς δεν έχουν ούτε τη διάθεση ούτε την ικανότητα να τους αντιπαρατεθούν. Γι’ αυτό ακριβώς προχωρούν και κλιμακώνουν την επίθεσή τους σε όλα τα μέτωπα.

Με την επιμονή προσπάθεια των ΚΚΕ, ΣΥΝ έχει περάσει σε σημαντικό βαθμό στο λαό μια πικρή αίσθηση του «όλοι ίδιοι είναι», μια ενίσχυση της αντίληψης ότι «δεν γίνεται τίποτα» ή ότι οι αλλαγές μπορεί να 'ναι μόνο εκλογικές. Το εγχείρημα ΣΥΡΙΖΑ και η «διέξοδος» Τσίπρα αυτό ακριβώς εκφράζουν. Την οργή του κόσμου από τη μια αλλά και μια διάθεση «παραίτησης» από τη στήριξη στο δικό του αγώνα και μια εναπόθεση ελπίδων σε εκλογικές συμπράξεις τύπου ΠΑΣΟΚ-ΣΥΝ. Ανάλογες «διέξοδοι» -άλλης κλίμακας και από άλλες αφετηρίες- με όχημα την «ενότητα» προσφέρονται ολοένα περισσότερο τα τελευταία χρόνια και από δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Είναι επίσης αξιοσημείωτο πως η συντριπτική πλειοψηφία των «προτάσεων ενότητας» γίνεται ενόψει… εκλογών! Ολοένα και περισσότερο, ολοένα και περισσότεροι θεωρούν πως η λύση –ή τουλάχιστον η βάση της λύσης- του προβλήματος του κινήματος αλλά και της Αριστεράς βρίσκεται σε μια «ενωτική εκλογική παρέμβαση»!

Σε περιφερειακές εκδήλωσεις των οργανώσεων που συνεργάζονται στα σχήματα ΜΕΡΑ και ΕΝΑΝΤΙΑ, και που βαπτίστηκαν λαϊκες συνελεύσεις, προχώρησαν την προσπάθειά τους για κοινή πολιτική δράση και εκλογική παρέμβαση. Οι διοργανωτές επιχείρησαν να παρουσιάσουν το εγχείρημα σαν κάτι πέρα από κοινή εκλογική κάθοδο στις επόμενες ευρωεκλογές και βουλευτικές εκλογές. Παρευρεθήκαμε σε λεγόμενες περιφερειακές συνελεύσεις των ΜΕΡΑ-ΕΝΑΝΤΙΑ. Διαπιστώσαμε πως το ζήτημα της συμμετοχής στις ευρωεκλογές αποτέλεσε το κοινό σημείο όλων των αποφάσεών τους. Ακόμα και σε αυτές τις μαζώξεις όπου δεν τέθηκε σαν επίδικο από τους συμμετέχοντες. Για την ουσία του ζητήματος έχουμε αναφερθεί πολλές φορές. Εδώ παραθέτουμε την κριτική που τους κάνει το ΕΕΚ (μέλος του ΜΕΡΑ): «Στο κάτω κάτω, τι περιμένουμε από τις εκλογές, όποτε κι αν γίνουν; Οι ευσεβείς πόθοι ορισμένων καλόπιστων συντρόφων του ΜΕΡΑ ότι με μια κοινή κάθοδο με την ΕΝΑΝΤΙΑ μπορούμε να πάρουμε μέχρι και 100.000 ψήφους, αποκτώντας έτσι μεγαλύτερο πολιτικό βάρος στην περιβόητη κεντρική πολιτική σκηνή, θυμίζει τις εξάρσεις συντρόφου της ΕΝΑΝΤΙΑ στις προηγούμενες εκλογές, που έβλεπε πιθανότατη την εκλογή αντικαπιταλιστή βουλευτή. Εχουν συνείδηση οι σ. τι αλλαγές έγιναν εν τω μεταξύ, τι μετατοπίσεις ή απλώς γλείφουν τις πληγές του πενιχρού εκλογικού αποτελέσματος του 2007, ελπίζοντας ότι εν τη ενώσει η ισχύς, έστω και αν είναι η ένωση των αδυναμιών δύο μετωπικών σχημάτων

Αν τώρα το εγχείρημα αποτελεί ουσιαστική προσπάθεια συμβολής στη συγκρότηση μιας «άλλης Αριστεράς» που απαιτούν οι καιροί, είναι εύλογο το ερώτημα πώς δικαιολογούνται οι διαφορετικές προσεγγίσεις που προσδιορίζουν πολιτικά τι είναι το μόρφωμα που επιχειρούν να συγκροτήσουν. Ακούσαμε πως στόχος είναι η δημιουργία νέου κόμματος στα πρότυπα του νεοσύστατου Αντικαπιταλιστικού Κόμματος στη Γαλλία. Πως απαιτεται η δημιουργία ενός αντικαπιταλιστικού επανασταστικού ΣΥΡΙΖΑ. Πως είναι το εργαστήρι ενός νέου –ακαθόριστου για την ώρα– μορφώματος. Πως εντάσσεται στη διαδικασία ολοκλήρωσης του πόλου που ήδη έχει διαμορφωθεί στα σχήματα των ΕΑΑΚ και των Παρεμβάσεων.

Στις μαζώξεις αυτές, οι δυνάμεις που απαρτίζουν το εγχείρημα αποδέχονται τον όρο «αντικαπιταλιστική αριστερά» που αποτελεί και προγραμματικό τους σημείο. Για ορισμένες δυνάμεις της ΕΝΑΝΤΙΑ, ιδιαίτερα για το ΣΕΚ, η αντικαπιταλιστική Αριστερά δεν είναι η επαναστατική κομμουνιστική αριστερά, αλλά ο χώρος από τις παρυφές του ΠΑΣΟΚ ως την ΕΝΑΝΤΙΑ και το ΜΕΡΑ. Φαίνεται να ασκεί αυξημένη επιρροή σε όλους η γαλλική εκδοχή της ανάλογης απόπειρας (ΝΑΚ), παρά τις διαψεύσεις από ανάλογες ευρωπαϊκές περιπέτειες (π.χ. της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης) που στην αρχική τους φάση είχαν επίσης γοητεύσει τις ντόπιες δυνάμεις. Η αποφυγή του προσδιοριστικού «κομμουνιστική» Αριστερά και το πρόγραμμα ανακούφισης που παρουσιάστηκε από τους ΜΕΡΑ-ΕΝΑΝΤΙΑ στις 31 Γενάρη στο Σπόρτιγκ μαρτυρά την αυξημένη αυτή επιρροή και την πιο αποφασιστική εφαρμογή στην πράξη της «αποκομμουνιστικοποίησης», με όλη τη σχετικότητα που μπορεί να έχει ο όρος τουλάχιστον για κάποιες από τις δυνάμεις αυτές που ποτέ δεν αναζήτησαν την κομμουνιστική κατεύθυνση.

Οι δυνάμεις του ΜΕΡΑ-ΕΝΑΝΤΙΑ δηλώνουν ότι το εγχείρημά τους υπηρετεί την προσπάθεια για την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος σε ρήξη με τον υποταγμένο συνδικαλισμό που σήμερα κυριαρχεί στη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ. Από το κείμενο κοινού προβληματισμού των οργανώσεων της επαναστατικής και αντικαπιταλιστικής Aριστεράς, που χωρίς συζήτηση έγινε αποδεκτό από τις περιφερειακές τους μαζώξεις, διαπιστώνουμε την αναπαραγωγή σειράς ρεφορμιστικών προτάσεων και αιτημάτων για τον κατώτερο μισθό και τη σύνταξη, για το ασφαλιστικό και τα ταμεία, για κοινωνικοποίηση των τραπεζών, των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, για «εργατικό έλεγχο» σε αυτά, ολοκληρωμένες προτάσεις για την παιδεία κ.λπ. Τα παραπάνω έχουν κοινό παρονομαστή την άρνηση της αναγκαιότητας ανασυγκρότησης της εργατικής τάξης. Γιατί απαραίτητος όρος για να γίνει αυτό είναι η εργατική τάξη να ξεφορτωθεί όλη την ιδεολογική και πολιτική σαβούρα που έχει σωρεύσει στους αρμούς του κινήματος η για δεκαετίες κυριαρχία ρεβιζιονιστικών-ρεφορμιστικών αντιλήψεων. Δεν είναι οι ασκήσεις μεταφυσικής και ο «πλούτος» του ρεφορμισμού, αλλά η ίδια η συγκρότηση και η πάλη της εργατικής τάξης το πεδίο και ο φορέας που θα διαμορφώνει –στη βάση του συσχετισμού- αιτήματα, στόχους πάλης αλλά και στοιχεία ενός επαναστατικού προγράμματος που αναμφίβολα απαιτείται να συντεθεί.

Από το κείμενο κοινού προβληματισμού οργανώσεων των σχημάτων ΜΕΡΑ-ΕΝΑΝΤΙΑ διαβάζουμε: «Εμείς που συνδιοργανώνουμε αυτή την εκδήλωση συναντηθήκαμε μέσα στους μεγάλους αγώνες. Από τις κινητοποιήσεις των φοιτητών και τις μεγάλες απεργίες μέχρι το Δεκέμβρη της εξέγερσης...» Ωστόσο, αν αναζητήσει κανείς πρωτοβουλίες κοινής δράσης των δυνάμεων που τη συναποτελούν, θα βρει μόνο… κοινές ανακοινώσεις για κάποια θέματα. Οσον αφορά την ίδια τη δράση, θα βρει διαγκωνισμούς ξεχωριστών επιλογών, όπως για παράδειγμα την προετοιμασία του ΣΕΚ για το επετειακό αντιπολεμικό του της 21/3 και την κινητοποίηση για το Στρασβούργο στις 4/4 με τους… παραδοσιακούς του συμμάχους, ενώ, π.χ., το ΝΑΡ αναζητάει μια άλλη πρωτοβουλία για τα ίδια ζητήματα!

Αυτά τα προβλήματα είχαν εμφανιστεί ήδη από την περίοδο του Δεκέμβρη, της ισραηλινής εισβολής στη Γάζα, των δράσεων για την απελευθέρωση των συλληφθέντων του κινήματος του Δεκέμβρη. Η κοινή δράση των δυνάμεων αυτών δεν ήταν καθόλου κοινή στα διαφορετικά «κέντρα αγώνα», στα διαφορετικά κέντρα μέσα στα «κέντρα αγώνα» και στα αμίμητα «παράλληλα ραντεβού» για τις διαδηλώσεις.

Τα παραπάνω αποτελούν συνέχεια αντίστοιχων φαινομένων της προηγούμενης περιόδου. Μετά τις τυμπανοκρουσίες και το ατυχές (κατ' αυτούς) εκλογικό αποτέλεσμα του ΕΝΑΝΤΙΑ στις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές ακολούθησαν διαφορετικοί βίοι των δυνάμεων που το συγκρότησαν με μοναδικό σημείο επαφής κοινές ανακοινώσεις. Το ΝΑΡ και το ΕΕΚ (δυνάμεις του ΜΕΡΑ) ήρθαν σε σοβαρή αντιπαράθεση όσον αφορά τη συμμετοχή του ΕΕΚ στη διαδήλωση του ΦΟΡΟΥΜ.

Στις παρεμβάσεις μας στις εκδηλώσεις των ΜΕΡΑ-ΕΝΑΝΤΙΑ επισημάναμε τα παραπάνω και δηλώσαμε πως για το ΚΚΕ(μ-λ) μπαίνουν διαφορετικά οι πολιτικές ιεραρχήσεις. Για μας το βασικό καθήκον -που απαιτούν και προσδιορίζουν οι σημερινές συνθήκες και δεδομένα- δεν είναι η «αριστερή διακυβέρνηση», η «λαϊκή εξουσία», ο «αντικαπιταλιστικός πόλος» που μετά την εκλογική τους νομιμοποίηση θα προωθήσουν τα εργατικά τους προγράμματα. Θέσαμε το φόβο-προβληματισμό μας για το αν πραγματικά υπηρετείται η κοινή δράση ενός δυναμικού αγωνιστών στην περιφέρεια, αν όρος συμμετοχής του είναι η αποδοχή του πολιτικού πλαισίου του Σπόρτιγκ και η αδιαπραγμάτευτη θέση για τη συμμετοχή στις ευρωεκλογές, ενώ γνωρίζουν πως ένα εύρος ιδιαιτέρα νέων αγωνιστών δεν αποδέχεται την ευρωεκλογική φιέστα.

Για το ΚΚΕ(μ-λ) το βασικό καθήκον είναι η διαμόρφωση των πολιτικών ορών ώστε η λαϊκή δυσφορία και οργή να μετεξελιχθεί σε μαζικούς πολιτικοποιημένους αγώνες. Το πιο σημαντικό καθήκον της Αριστεράς είναι να οικοδομήσει και να δοκιμαστεί στην κοινή δράση στο πεδίο της αντίστασης στην επίθεση του κεφαλαίου (εργασία, περιβάλλον, δημοκρατικά δικαιώματα), της εναντίωσης στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, της πάλης ενάντια στον πόλεμο και με στόχο την οικοδόμηση ενός ευρύτερου μετώπου αντίστασης εναντία στην πολιτική του συστήματος.

Κάναμε σαφές πως δεν αποτελεί για μας συγκολλητικό υλικό το σύνθημά τους «κάτω η κυβέρνηση», γιατί θεωρούμε πως είναι το εκλογικό αδιέξοδο της περιόδου που εγκλωβίζει τους αγώνες στη μέγγενη των κοινοβουλευτικών αυταπατών. Θεωρούμε πως ο υποκειμενικός παράγοντας θα αναπτύσσεται και θα συγκροτείται στη διαλεκτική σχέση που διαμορφώνει με την εξέλιξη του κινήματος. Το πεδίο του αγώνα αποτελεί ταυτόχρονα και αυτό όπου δοκιμάζονται απόψεις, αντιλήψεις, λογικές, προτάσεις, πολιτικές γραμμές.

Δεν θεωρούμε, λοιπόν, πως οι απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει η εποχή μας για το εργατικό-λαϊκό κίνημα και την Αριστερά θα προκύψουν από μεγαλοστομίες, γενικές επικλήσεις ενότητας και τακτικισμούς που αντιγράφουν τη συνταγή του… ΣΥΡΙΖΑ και που εντάσσουν μεγάλο μέρος της έγνοιας και της πολιτικής τους δράσης στον κύκλο των αέναων αναπαραγόμενων κοινοβουλευτικών αυταπατών.

Οδηγούν τη νεολαία σε ένα εκπαιδευτικό-εργασιακό-κοινωνικό μεσαίωνα Το κίνημά της οφείλει να υψώσει μέτωπο αντίστασης!

Φοιτητικές και σπουδαστικές εκλογές, 13 Μάη 2009

Υστερα από ένα αλισβερίσι μεταξύ των δυνάμεων του συστήματος ΔΑΠ και ΠΑΣΠ στο οποίο συνέβαλαν ποικιλοτρόπως και όλες οι εκφράσεις της κυρίαρχης, επίσημης ή όχι, Αριστεράς, στα ΑΕΙ-ΤΕΙ (ΠΚΣ, ΑΡΕΝ, ΕΑΑΚ), «αποφασίστηκε» οι φοιτητικές και σπουδαστικές εκλογές να διεξαχθούν στις 13 Μαΐου. Για ένα μήνα σχεδόν και εν κρυπτώ από τις φοιτητικές και σπουδαστικές μάζες, ακούγονταν μόνο μισόλογα ή «ασφαλείς πληροφορίες» πως οι εκλογές θα διεξάγονταν την 1η Απρίλη. Για να αποδεχθούν τελικά αυτές οι δυνάμεις τη μετάθεσή τους στις 13 Μάη. Να αποδεχθούν ουσιαστικά τη θέληση των ΔΑΠ και ΠΑΣΠ οι εκλογές να είναι όσο το δυνατόν μακρύτερα από τον Δεκέμβρη, αλλά κυρίως την προσπάθεια αυτών των δυνάμεων να μετατρέψουν τις φοιτητικές και σπουδαστικές εκλογές σε ένα πανηγύρι κοινοβουλευτικού τύπου, ενόψει ευρωεκλογών.
Είναι και αυτό ένα δείγμα της κατάστασης που επικρατεί στο φοιτητικό και σπουδαστικό κίνημα. Της κατάντιας των κυρίαρχων δυνάμεων της Αριστεράς στα ΑΕΙ-ΤΕΙ. Γιατί κανείς δεν μπορεί να αποφύγει τη σύγκριση μεταξύ των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η φοιτητική και σπουδαστική πλειοψηφία με τις ενασχολήσεις εκλογικού τύπου αυτών των δυνάμεων. Σύγκριση που φανερώνει μια σοβαρή αναντιστοιχία αντικειμενικών αναγκών, διαθέσεων και δυνατοτήτων από τη μια και υποκειμενικών επιλογών από την άλλη. Γιατί είναι προκλητικό να διοχετεύεται όλος ο… καημός τους στις εκλογές, την ώρα που ο φοιτητόκοσμος, σαν τμήμα του λαού, δέχεται μια ολομέτωπη επίθεση από το σύστημα με φόντο τη κρίση. Αλλά και αντιμετωπίζει ολοένα και δυσχερέστερους όρους σε ό,τι αφορά τις συνθήκες σπουδών-ελευθεριών-ζωής μέσα και έξω από τους «ναούς της γνώσης».
Παρά και ενάντια σε προσπάθειες που ήδη διαφαίνονται, η φοιτητική προεκλογική περίοδος να μετατραπεί σε πασαρέλα για τις ευρωεκλογές, θα πρέπει να τεθούν τα επίδικα πολιτικά ζητήματα του κινήματος της νεολαίας. Για τον Δεκέμβρη και τι επακολούθησε. Την κρίση και την επίθεση του συστήματος. Τη δολοφονική επίθεση στην Κωνσταντίνα Κούνεβα και τη γενικευμένη επίθεση στις εργασιακές σχέσεις, στο δικαίωμα στη δουλειά και στη ζωή. Την απάτη του διαλόγου και το προχώρημα της εκπαιδευτικής αντιμεταρρύθμισης.
Αυτό θα αποτελέσει και την πιο ισχυρή απάντηση σε όσες δυνάμεις φυγομαχούν και δεν θέλουν να δώσουν τη μάχη, υποτάσσονται στους αρνητικούς συσχετισμούς, προτάσσοντας γενικούς αντιεκλογικούς λόγους . Αυτό θα δώσει διέξοδο σε αγωνιστές, αλλά και θα συμβάλει στη συνειδητοποίηση του δρόμου που πρέπει να διανυθεί από το κίνημα της νεολαίας αλλά και του λαού για να αντιστρέψει τη σημερινή αρνητική κατάσταση.

Να αντλήσουμε εμπειρία από τον Δεκέμβρη, να προετοιμαστούμε για τον επόμενο

Η σπουδάζουσα νεολαία, οι αγωνιστές του κινήματός της έχουν κάθε δικαίωμα αλλά και καθήκον να κρατήσουν «ζεστή» ή και να ξανανοίξουν τη συζήτηση για τον Δεκέμβρη. Να ανιχνεύσουν τους όρους της νεανικής αυτής εξέγερσης, τις τάσεις και τις στάσεις στο πλαίσιο του ξεσπάσματος. Να αντλήσουν εμπειρία και να «χωνέψουν» την πείρα που αποκτήθηκε. Να επαναδιαπραγματευτούν, με τη γνώση πια και της σημερινής φάσης, τις πολιτικές κατευθύνσεις που πάλεψαν στο πλαίσιό του. Να ανοιχθεί η συζήτηση τόσο για την κατάπτυστη στάση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ-ΠΚΣ όσο και τη διπλοπροσωπία του ΣΥΡΙΖΑ. Να θέσουν τα ερωτήματα για το πώς από τον Δεκέμβρη περάσαμε στον Γενάρη. Για το ποια ήταν τα πολιτικά καύσιμα που έλειπαν και πως ένα μεγάλο μέρος της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς εξάντλησε τα ήδη υπάρχοντα. Με τις λαθεμένες και απογειωμένες εκτιμήσεις περί «προεπαναστατικής κατάστασης», αλλά και τις προσγειώσεις σε εκλογικού τύπου στοχεύσεις και προσανατολισμούς. Να τεθεί στο επίκεντρο η συζήτηση για τη νέα φάση αγώνων, ξεσπασμάτων και εξεγέρσεων –ένα σημάδι της οποίας είναι ο Δεκέμβρης της νεολαίας– στην οποία έχει μπει η ανθρωπότητα, κάτω από το βάρος της επίθεσης αλλά και λόγω αποκάλυψης του «βασιλιά». Οπότε και να τεθεί το πώς προετοιμάζεται η νεολαία και οι αγωνιστές του κινήματος της για τους επόμενους Δεκέμβρηδες…
Οι Αγωνιστικές Κινήσεις σαν τμήμα του κινήματος της νεολαίας πρέπει να συμβάλουν σε αυτήν τη συζήτηση που περισσότερο αφορά το αύριο των κινημάτων παρά μια φιλολογικού τύπου ενασχόληση με το παρελθόν (έστω και το πρόσφατο). Και να μην αποδεχθούν προσπάθειες που θα επιδιωχθούν από διάφορες πλευρές να κλείσει η συζήτηση με την επιβεβαίωση των ιδεοληψιών του καθένα.

Η σπουδάζουσα νεολαία στα ΑΕΙ και ΤΕΙ μπροστά στην κρίση και στον ανταγωνισμό

Η μεγαλοαστική τάξη της χώρας μας και το πολιτικό της προσωπικό βρίσκονται σε σύγχυση, αμήχανοι μπροστά στην κρίση, το βάθος και τη διάρκειά της. Εχοντας προσδέσει τις τύχες τους στο οικονομικό πεδίο, σε μεγάλο βαθμό, με τα ευρωπαϊκά μονοπώλια και τις ιμπεριαλιστικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αναμένουν από εκεί «απαντήσεις» που οι ίδιοι αδυνατούν να δώσουν. Οι ιμπεριαλιστικές χώρες της ΕΕ όμως και παρά τα επιφαινόμενα σε σημαντικό βαθμό κινούνται στη χάραξη εθνικών στρατηγικών αντιμετώπισης της κρίσης, επιτείνοντας το ήδη υπαρκτό πρόβλημα συνοχής και πολιτικής κρίσης της ΕΕ, και αφήνοντας ακάλυπτες τις μικρότερες χώρες της ΕΕ. Μάλιστα ήδη διαφαίνεται πως οι δυτικοευρωπαικές καγκελαρίες προσπαθούν μέσω και της κρίσης να διαμορφώσουν ένα ακόμη πιο ευνοϊκό έδαφος παρέμβασης και ελέγχου των μικρότερων χωρών και μετακύλισης μέρους της κρίσης στις χώρες αυτές.
Η μόνη σταθερά και κατεύθυνση που έχει αυτή η αστική τάξη της χώρας μας και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι είναι το φόρτωμα της κρίσης στις πλάτες των πλατιών λαϊκών μαζών και της νεολαίας. Ετσι, σε συνθήκες οικονομικής καχεξίας μεγάλων τμημάτων των εργαζομένων, κλιμακώνεται παραπέρα η επίθεση του συστήματος σε ό,τι θυμίζει δικαίωμα και κατάκτηση. Γίνεται κατά μέτωπο επίθεση στο οκτάωρο, το δικαίωμα στη σταθερή και μόνιμη εργασία. Αν με τον νόμο που καταργούσε το οκτάωρο τέθηκαν οι βάσεις για την επιβολή των ελαστικών σχέσεων εργασίας, η σημερινή περίοδος τους δίνει τη δυνατότητα να πλασάρουν την προώθηση των μεσαιωνικών αυτών εργασιακών σχέσεων σαν αναπόφευκτη λύση (για ποιον;) στο πρόβλημα της κρίσης.
Πολιτικές μισής δουλειάς, δουλειάς όποτε και όσο θέλει το κεφάλαιο, επεκτείνονται σε τμήματα εργαζομένων πριν καλά καλά εξαγγελθούν. Οι απολύσεις απογειώνονται, τα λουκέτα στα μαγαζιά και στις επιχειρήσεις πληθαίνουν. Ο μαζικός εκβιασμός της ανεργίας αρχίζει να αφορά όλο και περισσότερους, είτε σαν άμεση απειλή είτε σαν ζωντανή πια πραγματικότητα. Εκτός από την εργατική τάξη, σημαντικά κομμάτια των εργαζομένων και των μικροαστικών στρωμάτων στις πόλεις πλησιάζουν ή έχουν ήδη μπει στις ζώνες της φτώχειας και «φλερτάρουν» με τα όρια επιβίωσης. Η φτωχομεσαία αγροτιά συνεχίζει να ξεκληρίζεται, η ύπαιθρος ερημοποιείται από τις πολιτικές της ΕΕ και του ελληνικού κεφάλαιου.
Με βάση τα παραπάνω είναι απολύτως λογικό η άρχουσα τάξη της χώρας μας να ενισχύει τους κατασταλτικούς της μηχανισμούς, να θωρακίζει κατασταλτικά και νομικά την επιβολή της αντιλαικής της επίθεσης. Γιατί περιμένει αντιδράσεις, ξεσπάσματα, εξεγέρσεις.
Στρώνεται λοιπόν ένα εφιαλτικό από όλες τις πλευρές έδαφος για τους εργαζόμενους και τη νεολαία. Που αφορά καίρια και τη σπουδάζουσα νεολαία στα ΑΕΙ-ΤΕΙ, τόσο γιατί «αύριο» σε αυτό το έδαφος θα κληθεί να ενταχθεί(;) στην παραγωγή όσο και στο «σήμερα» που βιώνει. Με έμμεσο τρόπο, μέσω των γονιών της, αλλά και με άμεσο τρόπο, μέσω του χαρτζιλικιού που δεν φτάνει ούτε για τα απαραίτητα.
Οι Αγωνιστικές Κινήσεις πρέπει να συμβάλουν στην εξαγωγή συμπερασμάτων από τη σπουδάζουσα νεολαία. Πως η πολιτική αυτή δεν ανατρέπεται με εκλογές, αλλά με αγώνες: ανυποχώρητους, μαζικούς, οργανωμένους. Πως η διέξοδος δεν βρίσκεται ούτε στην εναλλαγή της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση ούτε στις ρεφορμιστικές και αποπροσανατολιστικές αναζητήσεις «αριστερής διακυβέρνησης» ή «λαϊκής εξουσίας». Πως μέσα από τους αγώνες, τα ξεσπάσματα και τις εξεγέρσεις είναι αναγκαίο να αρχίσει να διαφοροποιείται η κατάσταση στην Αριστερά. Να ανατραπεί η κυρίαρχη αντίληψη, κατεύθυνση και πρακτική που επικρατεί σε μεγάλο μέρος της, είτε της επίσημης είτε της εξωκοινοβουλευτικής, και να οικοδομηθεί με τα υλικά των αγώνων αυτών μια αριστερά μαχόμενη, επαναστατική, στο πλευρό της λαϊκής και νεολαιίστικης πάλης. Για την απόκρουση και την ανατροπή της επίθεσης.
Την ίδια στιγμή και σε σχέση αλληλοτροφοδότησης με την κρίση οξύνεται η διαπάλη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για το ξαναμοίρασμα του κόσμου. Αν σήμερα βρισκόμαστε σε μια φάση όπου ο κάθε ιμπεριαλιστής διερευνά τους όρους και τις επόμενες κινήσεις του, αυτό δεν πρέπει να εκλαμβάνεται παρά σαν προετοιμασία για την επόμενη σύγκρουση. Η εκλογή Ομπάμα υπογράμμισε αυτή τη φάση αλλά και άνοιξε το δρόμο για την επόμενη. Καταρρίπτοντας σε λίγο χρόνο τις αυταπάτες (ηθελημένες ή μη) για μια νέα εποχή «συνεργασίας».
Τη χώρα, το λαό και τη νεολαία, αφορά πολύπλευρα αυτό το οξυμένο διεθνές περιβάλλον. Διότι, επιπλέον, η Ελλάδα «τυχαίνει» να είναι τμήμα της πυρακτωμένης ζώνης γύρω από τη Ρωσία (και την Κίνα). «Τυχαίνει» να είναι τμήμα των Βαλκανίων και του ρόλου και της θέσης που έχουν αυτά στον γεωπολιτικό και οικονομικό ανταγωνισμό Αμερικανών, Ρώσων και Ευρωπαίων. Τους κινδύνους που συνεπάγονται όλα αυτά πολλαπλασιάζει το γεγονός της διπλής εξάρτησης της χώρας μας από ΗΠΑ και ΕΕ αλλά και η προσπάθεια της Ρωσίας να μπει στο παιχνίδι. Μετατρέποντας τη χώρα, τον λαό και τη νεολαία σε πεδίο ανταγωνισμού και –γιατί όχι; – «αύριο» σε «πεδίο βολής φτηνό».

Η σπουδάζουσα νεολαία στα ΑΕΙ και ΤΕΙ απέναντι στον «διάλογο» και στην εκπαιδευτική αντιμεταρρύθμιση

Μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αστάθειας και προβλημάτων, η νέα ηγεσία του υπ. Παιδείας μπήκε σε μια προσπάθεια επαναπροσανατολισμού των τακτικών της κινήσεων. Ο εθνικός διάλογος για το εξεταστικό και την εκπαίδευση, ενώ φαίνεται κατ’ αρχήν να αφορά (με αρνητικό τρόπο) τη μαθητική νεολαία, αφορά εξίσου τον φοιτητόκοσμο και τις κατακτήσεις του. Η προσπάθεια επανασύστασης, μέσω του διαλόγου, των συμμαχιών με το καθηγητικό κατεστημένο των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ, αλλά και η προσπάθεια απόσπασης της συναίνεσης των βασικών κομμάτων του ιμπεριαλισμού και του κεφαλαίου, έναν στόχο έχει: την προώθηση σε κομβικά σημεία της επίθεσης στο φοιτητικό και σπουδαστικό κίνημα.
Ετσι, με κράτημα των τόνων χαμηλά, η κυβέρνηση προωθεί βήμα το βήμα όλες τις αντιδραστικές διατάξεις του νόμου-πλαισίου, αλλά και όλων των νόμων της εκπαιδευτικής αντιμεταρρύθμισης. Οι εξεταστικές με τα καθόλου ή τα μισά βιβλία εξελίχθηκαν σε «σφαγείο». Ολοένα και περισσότεροι φοιτητές νιώθουν σαν σπαθί πάνω από το κεφάλι τους τα όρια των διαγραφών. Προαπαιτούμενα, κύκλοι σπουδών έχουν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους σε νέα προγράμματα σπουδών. Η αξιολόγηση προχωράει και απ’ ό,τι φαίνεται μέχρι το τέλος του χρόνου ένα σημαντικό μέρος των ΑΕΙ και των ΤΕΙ θα την έχει υποστεί. Και έπονται, όπως έδειξε και η πρόσφατη και όχι τυχαία δημοσιοποίηση της αξιολόγησης πέντε τμημάτων, οι προτάσεις «αναβάθμισης των σπουδών» που για τη σπουδάζουσα νεολαία σημαίνουν ξέφρενη εντατικοποίηση, σχολειοποίηση των σχολών, κύκλους σπουδών, καταστολή και ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης, των αγώνων και των καταλήψεων. Το άσυλο, έχοντας μπει από καιρό στο στόχαστρο των δυνάμεων του συστήματος, δέχεται ολοένα και πιο συχνά χτυπήματα, τα πιο πολλά κάτω από τη μέση…

Αντί επιλόγου

Οι Αγωνιστικές Κινήσεις σε όλο αυτό το πεδίο πρέπει με θάρρος και αποφασιστικότητα να δώσουν την πολιτική μάχη των φοιτητικών και σπουδαστικών εκλογών. Να συνεχίσουν να ευνοούν κινήσεις, πρωτοβουλίες και αγώνες κόντρα σε εκλογικίστικα κουτσουρέματα των διαθέσεων των φοιτητών και των σπουδαστών. Να προετοιμαστούν αλλά και να συμβάλουν στην προετοιμασία των αγωνιστών και του κινήματος της νεολαίας για την απόκρουση και την ανατροπή της γενικευμένης επίθεσης που διεξάγει το σύστημα. Αυτό θα αποτελέσει και την πολυτιμότερη παρακαταθήκη για την επόμενη μέρα.

Η κρίση εντείνει την αδηφαγία του κεφαλαίου - Ο λαός οδηγείται μαζικά στη φτώχεια και την εξαθλίωση

Οι διάφορες στατιστικές (όρια φτώχειας, ποσοστό ανεργίας, κατά κεφαλήν εισόδημα, πληθωρισμός κ.λπ.) με τον τρόπο που μετριούνται και προβάλλονται περισσότερο συσκοτίζουν παρά φωτίζουν την κοινωνική πραγματικότητα. Αυτό συμβαίνει ώσπου τα φαινόμενα να πάρουν μαζικές διαστάσεις και να μην μπορούν να κρυφτούν. Ομως πάλι οι κυβερνώντες για λογαριασμό του συστήματος παίζουν με τα νεύρα του λαού, προσπαθώντας να εμφανίσουν την εικόνα που τους βολεύει για να περάσουν την πολιτική τους.

Πέφτει, λέει, επιτέλους ο πληθωρισμός στο 1,8% το Γενάρη, στο 1,6% το Φλεβάρη και κατά πάσα πιθανότητα θα πέσει κι άλλο. Αρα ας μην τολμήσει πλέον ν’ απαιτήσει κανένας εργαζόμενος αυξήσεις και βέβαια οι βιομήχανοι προχωράνε ήδη σε μειώσεις μισθών, πέρα από τις αθρόες απολύσεις και τη σύνθλιψη των εργαζομένων με την εντατικοποίηση στη δουλειά από τη μείωση του προσωπικού.

Είναι αλήθεια πως το άπλωμα της φτώχειας οδηγεί σε πτώση της ζήτησης σε μια σειρά προϊόντα και αυτό επιδρά στη διαμόρφωση των λιανικών τιμών. Επίσης συνέπεια της κρίσης σ’ αυτή τη φάση είναι η καθίζηση των τιμών των πρώτων υλών στην παγκόσμια αγορά. Ταυτόχρονα μέσα από τη σύνθλιψη των εργαζομένων από το κεφάλαιο το κόστος στην παραγωγή και διακίνηση των προϊόντων έχει επίσης μειωθεί σημαντικά. Τι γίνεται όμως τελικά με τις τιμές των βασικών για την επιβίωση προϊόντων στα ράφια των σούπερ μάρκετ που αγοράζει ο εργαζόμενος; Ποιος είναι ο πραγματικός πληθωρισμός σ’ ό,τι αφορά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες όπου ο εργαζόμενος καταναλώνει το σύνολο του μισθού του και πλέον ο μισθός δεν φτάνει ούτε για τα πιο βασικά πράγματα;

Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον άρθρο του Τάκη Φωτόπουλου στην «Ελευθεροτυπία» της 14 Μάρτη με τίτλο «οι ταξικές συνέπειες της κρίσης» παραθέτει ενδιαφέροντα στοιχεία που αποκαλύπτουν στη Βρετανία, π.χ., με συγκεκριμένα στατιστικά στοιχεία πως, ενώ ο μέσος πληθωρισμός κοντεύει να μηδενιστεί, ωστόσο το 20% των φτωχότερων της κοινωνικής πυραμίδας υποφέρει από έναν πληθωρισμό της τάξης του 5,3%, ενώ το 20% του πάνω μέρους της κοινωνικής πυραμίδας απολαμβάνει αρνητικό πληθωρισμό (-1%). Αιτία είναι η διαφορετική διάρθρωση των δαπανών των νοικοκυριών ανάλογα με τη θέση τους στην πυραμίδα. Πράγματι έχουν πέσει σημαντικά οι τιμές στα πολυτελή αυτοκίνητα, στις κατοικίες που ο λαός δεν τολμάει πλέον ν’ αγοράσει ιδιαίτερα στις παραθεριστικές κατοικίες και σε μια σειρά είδη πολυτελείας που αφορούν πλέον πολύ λίγους και οι οποίοι πράγματι βγαίνουν ωφελημένοι.

Να λοιπόν τι ρίχνει τον πληθωρισμό και να ποιους αφορά αυτή η πτώση του. Τι γίνεται όμως με το καλάθι του φτωχού εργαζόμενου; Παρά την τάση του μέσου πληθωρισμού να μηδενίσει και στη χώρα μας, ωστόσο τα βασικά αγαθά και οι υπηρεσίες που αφορούν την κατανάλωση του εργαζόμενου, το Φλεβάρη, με μέσο πληθωρισμό 1,6%, αυτά αυξάνονταν κατά 10,6%. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις ανατιμήσεις κάποιων βασικών ειδών: ρύζι 13,4%, ζυμαρικά 8,5%, νωπά φρούτα 9,7%, λαχανικά 8,4%, όσπρια 7%, ύδρευση–αποχέτευση 7%, συγκοινωνίες 28,7% , ηλεκτρικό 6,5%. Από στοιχεία της ΕΚΠΟΙΖΩ, στα ράφια των σούπερ μάρκετ υπήρξαν ανατιμήσεις έως και 40% το τελευταίο δωδεκάμηνο σε κάποια είδη, ενώ σε 11 από τα 15 βασικά είδη διατροφής διαπιστώνεται ότι κατά τη διετία 2007-2009 καταγράφεται αύξηση της τάξης του 34,5%. Αντίστοιχα την τελευταία διετία η κρατική ΔΕΗ (που συζητούσε για ρήτρα καυσίμου όταν ακρίβαινε το πετρέλαιο και τώρα την ξέχασε) έχει αυξήσει κατά 21% το ηλεκτρικό, ενώ τα ασφάλιστρα, τα δημοτικά τέλη και οι δαπάνες για τη «δωρεάν» υγεία και τη «δωρεάν» παιδεία, αν δεν οδηγούν στη χρεοκοπία και την καταστροφή, προκαλούν τουλάχιστον ίλιγγο στα λαϊκά νοικοκυριά.

Η φτώχεια, η δυστυχία και η εξαθλίωση απειλούν πλατιά λαϊκά στρώματα

Το 24% του λαού στη χώρα μας, σύμφωνα με τα στοιχεία τους, βρίσκεται ήδη κάτω από τα όρια φτώχειας, που σαν τέτοια ορίζεται να μην έχει να πληρώσει κάποιος βασικές ανάγκες, σαν το ηλεκτρικό και τη θέρμανση. Ο καθένας μπορεί να καταλάβει τη δυστυχία χιλιάδων αγροτικών οικογενειών με εισόδημα από καθόλου έως 5-6 χιλιάδες ευρώ το χρόνο, τώρα που δεν θα υπάρχει συμπληρωματικό μεροκάματο στην οικοδομή ή στον τουρισμό. Ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί την κατάσταση των συνταξιούχων όταν έξι στους δέκα παίρνουν σύνταξη κάτω από 500 ευρώ το μήνα. Ενώ τα μεγαλύτερα θύματα της ανθρωποφαγίας του συστήματος, οι μετανάστες, κατά κανόνα δεν αναφέρονται στις στατιστικές γιατί συχνά είναι ανασφάλιστοι, ενώ οι «παράνομοι», που είναι και τα θύματα της πιο στυγνής εκμετάλλευσης, δεν υπάρχουν καν.

Ο εφιάλτης της ανεργίας, τον οποίο ζουν ολοένα και περισσότεροι εργαζόμενοι, αποτελεί την απειλή για κάθε εργαζόμενο με στόχο τη συμμόρφωση στις απαιτήσεις της εργοδοσίας, και έτσι, ακόμη και στο Δημόσιο προτείνουν μηδενικές αυξήσεις μισθών για να δικαιούνται οι βιομήχανοι να συζητάνε και να επιβάλλουν δραστικές μειώσεις. Ουσιαστικά το σύνολο των εργαζομένων στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, οι αγρότες και μια σειρά αυτοαπασχολούμενοι μικροεπαγγελματίες, όταν δεν χάνουν τελείως τη δουλειά τους, υπόκεινται, όπως είναι φανερό από την ίδια τη ζωή, σε δραματική μείωση στο εισόδημά τους. Ο κόσμος της εργασίας, ο κόσμος που παράγει τον πραγματικό πλούτο στερείται ολοένα και περισσότερο ακόμη και τα στοιχειώδη, αυτή τη φορά στο όνομα της οικονομικής κρίσης.

Κρίση ή ανάπτυξη, ο λαός πληρώνει το μάρμαρο

Αν η κατάσταση γίνεται ανυπόφορη και πρωτόγνωρα προκλητική και εξοργιστική τώρα με αφορμή και αιτία την κρίση που κατά κοινή ομολογία γέννησε η ίδια η αδηφαγία του κεφαλαίου, έχει αξία να θυμηθούμε πως χρόνια πριν από το ξέσπασμα της κρίσης το λαϊκό εισόδημα και τα δικαιώματα των εργαζομένων λεηλατούνταν συστηματικά. Η λεηλασία του λαϊκού εισοδήματος, η αναίρεση βασικών εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων, το ξεκλήρισμα των μικροεπαγγελματιών και της φτωχής και μεσαίας αγροτιάς δίνονταν χρόνια τώρα θυσία στο βωμό της ανάπτυξης, της ισχυρής Ελλάδας, της Ο.Ν.Ε. και τράβα κορδέλα… Οντως υπήρξε ανάπτυξη στις τσέπες των καρχαριών του κεφαλαίου. Βιομήχανοι, καρτέλ, τράπεζες και διάφοροι όμιλοι καμάρωναν και διαφήμιζαν τρελά κέρδη από το ξεζούμισμα των εργαζομένων. Κέρδη είχαν οι τράπεζες ακόμη και 2008.

Κέρδη και ακόμη μεγαλύτερα επιδιώκει το κεφάλαιο για τις επιχειρήσεις του που θα επιβιώσουν της κρίσης. Κάποιες επιχειρήσεις θα τις κλείσουν, όμως κάποιες άλλες θα μονοπωλήσουν το χώρο τους. Οι ισχυροί θα γίνουν ακόμη πιο ισχυροί, και αυτό θα είναι ένας από τους όρους εξόδου από την κρίση, για να αρχίσει ένας νέος κύκλος απρόσκοπτης κερδοφορίας και καταλήστευσης των εργαζομένων. Καταλήστευση που το μόνο όριο που μπορεί να γνωρίζει, με κρίση ή ανάπτυξη, είναι το όριο που θα καταφέρουν -όταν το καταφέρουν- να βάλουν οι λαϊκές αντιστάσεις.

Η κρίση, ευκαιρία για ξεσάλωμα

Από το φθινόπωρο του 2008 και πριν αρχίσει ο βομβαρδισμός για τα της κρίσης από τα Μ.Μ.Ε., ο Αλογοσκούφης και άλλοι παράγοντες του συστήματος δήλωναν ευθαρσώς πως η κρίση είναι και ευκαιρία για πέρασμα με εύκολο τρόπο μιας σειράς διαρθρωτικών «μεταρρυθμίσεων», όπως συνήθιζαν μέχρι τότε να ονομάζουν το ξεθεμέλιωμα των εργασιακών δικαιωμάτων. Τώρα έχουμε τη συντέλεια της κρίσης που τάχα είναι εθνική υπόθεση και οφείλουμε να βάλουμε πλάτη όλοι... Και να 'σου ο Προβόπουλος, ο Αλμούνια, το ECOFIN, οι συναντήσεις των αρχηγών των κομμάτων, και να’ σου και… ο Μητσοτάκης! Εντάξει, καταλάβαμε…

Και βέβαια δεν καταλάβαμε μόνο εμείς οι ψυλλιασμένοι από τα πριν, μα η κατάσταση γίνεται πλέον κατανοητή και αφόρητη για όλο το λαό. Ολοι, και πρώτοι απ’ όλους οι του συστήματος, αναρωτιούνται πώς και πότε θα ξεσπάσει η λαϊκή οργή. Ο Δεκέμβρης της νεολαίας έδειξε μερικές μόνο σκηνές, καθώς φαίνεται, από το έργο που θα παιχτεί προσεχώς. Το σύστημα βεβαίως δεν μένει με σταυρωμένα χέρια. Ηδη, επιστρατεύοντας από την ακροδεξιά μέχρι την αξιοθρήνητη Αριστερά της υποταγής, στήνει ένα αντιδραστικό σκηνικό τρόμου και ενίσχυσης του θεσμικού πλαισίου και των δυνάμεων καταστολής. Το κράτος του τρόμου δεν καταλύεται, όπως δηλώνει ο Χρυσοχοϊδης, αλλά ενισχύεται. Μόνο που και η οργή του λαού ενισχύεται ακόμη παραπάνω.

Από το χωράφι στο ράφι - και τα καρτέλ που όλοι τάχα πολεμούν

Πριν κλείσουμε σχετικά με το θέμα μας θα συμπληρώσουμε μερικά εξώφθαλμα εξοργιστικά στοιχεία που σίγουρα οι αγρότες, π.χ., τα κατέχουν - και το έδειξαν το Γενάρη. 1000% λένε «ΤΑ ΝΕΑ», σε πρόσφατο δημοσίευμα, τα αγροτικά προϊόντα από το χωράφι στο ράφι… Πολλοί και διάφοροι κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων των αγροτών ξόρκιζαν τα καρτέλ. Ο Καραμανλής ο ίδιος ορκίστηκε εδώ και χρόνια ενάντια τάχα στους νταβατζήδες. Η πασοκική αντιπολίτευση ορύεται γενικά εναντίων των καρτέλ. Ομως κρύβουν έντεχνα όλοι τους ότι οι πολιτικές της Κ.Α.Π., του ευρωπαϊκού μονόδρομου, που πιστά υπηρέτησαν χρόνια τώρα, ακριβώς τη γιγάντωση των μονοπωλίων εξυπηρετούσαν και όχι, όπως τραγικά αποκαλύπτεται πλέον, την αγροτιά.

Και αυτόν το μονόδρομο του κεφαλαίου και δρόμο καταστροφής των λαϊκών συμφερόντων τον υπηρέτησαν κυριολεκτικά όλες οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις. Το Κ.Κ.Ε. διαφοροποιείται φραστικά στο Μάαστριχτ για να καρφώσει τον ΣΥΝ που το ψήφισε, μα δεν τολμά να πάρει την ευθύνη της οργάνωσης ή έστω της ουσιαστικής στήριξης λαϊκών αγώνων σε κατεύθυνση σύγκρουσης με τους κατά καιρούς μονόδρομους του συστήματος. Ο συνασπισμός λοιπόν των ιμπεριαλιστών της Ε.Ε. λυσσομανάει ξανά τούτο τον καιρό σε βάρος των εργαζόμενων και της χώρας μας.

Χωρίς ίχνος ντροπής (κάθε άλλο) και με μπόλικη υποκρισία, η πολιτική ηγεσία της χώρας ανέχεται να παίρνονται τα πορτοκάλια, π.χ,. 3-4 έως το πολύ 15 λεπτά το κιλό, ο αγρότης να οδηγείται στη φτώχεια και την εξαθλίωση και την ίδια στιγμή ο εργαζόμενος της πόλης να μην μπορεί να καταναλώσει το προϊόν λόγω επίσης της φτώχειας. Ετσι, αυτά μένουν και σαπίζουν πάνω στα δέντρα (σε ποσοστό φέτος ίσως και πάνω από 50%). Το σιτάρι και το καλαμπόκι -όσο δεν σάπισε στις αποθήκες- το πήραν επίσης τζάμπα οι αλευροβιομηχανίες, ενώ, όπως αναφέραμε, το ψωμί και τα αρτοσκευάσματα ανατιμώνται αλματωδώς. Οσο για το λάδι, που το καρτέλ ΜΙΝΕΡΒΑ–ΕΛΑΪΣ και εξαγωγείς το πήραν στη μισή τιμή από πέρυσι, μετά από τόσο θόρυβο έπεσε η τιμή του στο ράφι περίπου 3-4%. Και να σκεφτεί κανείς πως το μόνο που κάνουν οι λαδέμποροι είναι να βάζουν το λάδι σ’ έναν τενεκέ, αφού το νοθεύσουν κιόλας, όπως συχνά αποκαλύπτεται.

Τα ίδια συμβαίνουν και με το γάλα και τους κουμπάρους του γιαουρτιού και με μια σειρά άλλα βασικά διατροφικά προϊόντα που παράγει ο τόπος μας. Η αδηφαγία του κεφαλαίου, που ελέγχει πλέον απόλυτα τη διακίνησή τους, οδηγεί τον παραγωγό στη φτώχεια και την εξαθλίωση, τον εργαζόμενο στην πόλη να μην μπορεί καταναλώσει επαρκώς, να πέφτει η κατανάλωση και έτσι τόνοι τέτοιων προϊόντων, αν δεν δίνονται σε εξευτελιστικές τιμές, να σαπίζουν στα χωράφια.

Ομως σίγουρα η οργή, όσο και αν είναι δικαιολογημένη, δεν φτάνει. Χρειάζεται -από αυτούς τουλάχιστον που τολμούν να συμβάλουν στη μετατροπή της λαϊκής οργής σε αντίσταση και αγώνα- να πάρουν πρωτοβουλίες δράσης. Να μην περιμένουν αυτούς που αρκούνται αν ένα μέρος αυτής της οργής ερχόταν σαν ψήφος διαμαρτυρίας. Ενισχύοντας την κομμουνιστική κατεύθυνση της αδιάλλακτης σύγκρουσης με το σύστημα σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς, να μην υποκύψουμε. Να συνεισφέρουμε μ’ όλες μας τις δυνάμεις στο δυνάμωμα των λαϊκών αντιστάσεων που, παρά την τρομοκρατία και την υποταγή των εργατοπατέρων, δεν θ’ αργήσουν να ξεσπάσουν. Καμιά θυσία στο βωμό της κρίσης του κεφαλαίου. Καμιά ανοχή στην αντιλαϊκή πολιτική. Αγώνες για την ανατροπή της πολιτικής της φτώχειας και της εξαθλίωσης