Εδώ δημοσιεύουμε κυρίως κείμενα που σας προτείνουμε από την Προλεταριακή Σημαία καθώς επίσης και κείμενα από την ιστορία, τον πολιτισμό και το διεθνές κίνημα που αλιεύουμε από το διαδίκτυο. Και μιας και θεωρούμε, με καθαρά υποκειμενικά κριτήρια, ότι αξίζουν κάτι παραπάνω τα αρχειοθετούμε, με ερασιτεχνικό τρόπο, για όσους έχουν τη διάθεση να το ψάξουν λίγο.
Να αναμετρηθούμε μαζί του σε όλα τα πεδία της ταξικής πάλης!
Η εργατική τάξη της χώρας μας και οι λαοί σε κάθε γωνιά του πλανήτη γιορτάζουν τη φετινή Πρωτομαγιά σε δύσκολες συνθήκες από την άγρια και παρατεταμένη επίθεση της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού. Ευρύτερα εργατικά και λαϊκά στρώματα ζουν σε συνθήκες φτώχειας και ανέχειας.
Ολόκληρες περιοχές του πλανήτη ερημώνονται και οι λαοί υφίστανται τη βάναυση και βάρβαρη λεηλασία του τόπου τους από τους ιμπεριαλιστές της Δύσης. Ταυτόχρονα οι ιμπεριαλιστές, με επικεφαλής τις ΗΠΑ, κλιμακώνουν τις πολεμικές επιδρομές τους, σπέρνοντας το θάνατο στους λαούς και την καταστροφή στις χώρες τους, οδηγώντας τις πλατιές λαϊκές μάζες στην εξαθλίωση και στα σκλαβοπάζαρα της Δύσης.
Αυτός είναι ο λεγόμενος ελεύθερος κόσμος της Δύσης. Ο κόσμος της φρίκης και του πολέμου, της πείνας και της ανεργίας, της εξαθλίωσης και της βαρβαρότητας. Αυτός ο κόσμος προβάλλεται από τους απολογητές του συστήματος σαν το μέλλον των λαών.
Ωστόσο, η εργατική τάξη και οι λαοί, έχουν διαφορετική άποψη. Η ελπίδα και το μέλλον τους βρίσκεται στην καταστροφή του σάπιου και εκμεταλλευτικού συστήματος και στο χτίσιμο μιας άλλης κοινωνίας, αταξικής και σοσιαλιστικής. Μιας κοινωνίας χωρίς τη φρίκη του πολέμου, χωρίς εκμεταλλευτές και καταπιεστές, με την εργατική τάξη και τους λαούς αδελφωμένους, οικοδομώντας ένα νέο μέλλον για την ανθρωπότητα.
Σήμερα στη χώρα μας, στο όνομα της κρίσης, έχει ξεκινήσει μια νέα κλιμάκωση της επίθεσης στον κόσμο της δουλειάς. Επίθεση πιο άγρια, σε βάθος και ένταση που περιλαμβάνει το σύνολο των λαϊκών στρωμάτων και διαμορφώνει για το λαό και τη νεολαία ένα εφιαλτικό μέλλον.
Η κυβέρνηση Καραμανλή και όλο το αστικό μπλοκ εξουσίας (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ), οργανώνουν και προωθούν ένα νέο γύρο αντεργατικής και αντιλαϊκής επίθεσης.
Σε αυτή την κατεύθυνση το κεφάλαιο, ντόπιο και ξένο, στο πλαίσιο των οδηγιών των ιμπεριαλιστών της ΕΕ και έχοντας την πλήρη στήριξη του αστικού πολιτικού προσωπικού, κλιμακώνει την επίθεσή του, κάνοντας επίδειξη δύναμης.Στόχος του η πλήρης κατεδάφιση καταχτήσεων και δικαιωμάτων του κόσμου της δουλειάς και του μόχθου. Ετσι, με την απειλή της απόλυσης, το κεφάλαιο εκβιάζει τους εργαζόμενους να αποδεχτούν την χειροτέρευση των εργασιακών τους όρων: εβδομάδα τριών ή τεσσάρων ημερών, 7ωρο ή 6ωρο και δραματική μείωση του μισθού τους, καταστρατήγηση των συλλογικών συμβάσεων και ένα σωρό άλλες μεθοδεύσεις οι οποίες διαμορφώνουν μια γενικευμένη ανασφάλεια στους εργαζόμενους και τη νεολαία.
Για την επίτευξη αυτού του στόχου, αξιοποιεί τη συμβιβασμένη και υποταγμένη συνδικαλιστική ηγεσία της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, αλλά και τη θλιβερή ηγεσία της ρεφορμιστικής Αριστεράς (ΚΚΕ-ΣΥΝ), η οποία λειτουργεί στο πλαίσιο της αστικής νομιμότητας, έξω και ενάντια στο κίνημα.
Να υπηρετήσουμε τη γραμμή της ταξικής σύγκρουσης
Είναι κάτι περισσότερο από φανερό ότι αυτό που είναι αναγκαίο, και προβάλλει όλο και πιο επιτακτικά, είναι η μαζική και μαχητική απάντηση των εργαζόμενων μαζών και της νεολαίας για την ανατροπή της επίθεσης. Η εξέγερση της νεολαίας το Δεκέμβρη και οι συγκλονιστικές απεργιακές διαδηλώσεις που προηγήθηκαν για το ασφαλιστικό, φανερώνουν τις αγωνιστικές διαθέσεις που υπάρχουν στους εργαζόμενους και τη νεολαία. Διαθέσεις, που μπορούν να αξιοποιηθούν και να δυναμώσουν για να αποκτήσουν και να πάρουν οι αγώνες μια νέα ορμή.
Στην εργατική Πρωτομαγιά, οι εργαζόμενες μάζες καλούνται να εκφράσουν το ταξικό τους μίσος και να διαδηλώσουν την οργή τους ενάντια στο σύστημα της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης.
Το σύστημα, μέσα από τα μέτρα που παίρνει και προωθεί, αυτό που θέλει να διασφαλίσει και να ενισχύσει είναι η εδραίωση της κυριαρχίας του πάνω στην εργατική τάξη και η αναπαραγωγή του σαν εκμεταλλευτικό και καταπιεστικό σύστημα.
Για την εργατική τάξη, για όλο τον κόσμο της δουλειάς και τη νεολαία, η διέξοδος και το μέλλον τους βρίσκεται στην αναμέτρηση και τη σύγκρουση με τις δυνάμεις της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού.
Να αρνηθούμε το σύστημα και την πολιτική του! Στην αντεργατική και αντιλαϊκή επίθεση να αντιτάξουμε τη μαζική αντίσταση και πάλη. Στους δρόμους, στους χώρους δουλειάς, στα συνδικάτα, στις γειτονιές και παντού όπου δουλεύουν και ζουν οι εργαζόμενοι.
Ο γιορτασμός της φετινής Πρωτομαγιάς ας γίνει αφετηρία για το ξεδίπλωμα νέων αγώνων, μαζικών και με μεγαλύτερη ορμή.
Να λογαριαστούμε με το σύστημα και να αναμετρηθούμε σε όλα τα πεδία της ταξικής πάλης και στην κατεύθυνση ανατροπής της επίθεσης, να διεκδικήσουμε αυτά που μας ανήκουν, να κερδίσουμε τον κόσμο ολόκληρο.
Να πάρουμε μαζικά μέρος στις απεργιακές συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις της εργατικής Πρωτομαγιάς και να δείξουμε την πραγματική δύναμη της εργατικής τάξης.
Να γιορτάσουμε την Πρωτομαγιά και να στείλουμε μήνυμα αλληλεγγύης στους αγωνιζόμενους λαούς του κόσμου. Να εκφράσουμε την πιο θερμή αλληλεγγύη μας στα ένοπλα επαναστατικά κινήματα στις Ζώνες των Θυελλών.
Να εκφράσουμε την οργή μας ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο και να ενισχύσουμε τον κοινό αγώνα των βαλκανικών λαών για να φύγουν οι μακελάρηδες από την περιοχή.
● Σε μεγάλη αναστάτωση βρίσκεται όλος ο πλανήτης από τη μια άκρη ως την άλλη. Λόγοι οικονομικοί, κοινωνικοί, πολιτικοί, γεωστρατηγικοί ευθύνονται γι’ αυτήν την πραγματικότητα. Δύο κυρίως δεδομένα χαρακτηρίζουν την περίοδο που διανύουμε. Το πρώτο είναι η μεγάλης κλίμακας σε ένταση και βάθος επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη και τους λαούς, σε Δύση και Ανατολή, σε Βορά και Νότο. Το δεύτερο, που είναι και ιδιαίτερα αισιόδοξο, αφορά τη συνεχιζόμενη αφύπνιση των λαών και της νεολαίας όχι μόνο στην περιφέρεια αλλά και στις αναπτυγμένες μητροπόλεις. Αφύπνιση που έρχεται σαν φυσιολογικό επακόλουθο της ραγδαίας επιδείνωσης της θέσης των εργαζόμενων λαϊκών μαζών και της αγροτιάς παντού στον κόσμο. Μια αφύπνιση που συντελείται κόντρα σε πολλές δυσκολίες, μέσα σε αρνητικούς ευρύτερους συσχετισμούς και φυσικά με μια επίσημη Αριστερά σε πλήρη υποταγή στο σύστημα και χωρίς καμία δυνατότητα να παρέμβει και να επηρεάσει σε επαναστατική κατεύθυνση την πορεία συγκρότησης και ανασύνθεσης του λαϊκού κινήματος. ● Το «καινούριο» δεδομένο που ήρθε να προστεθεί και να επηρεάσει καταλυτικά τη ρευστότητα και τη μεταβατικότητα της εποχής που διανύουμε είναι η σε πλήρη έξαρση κρίση την οποία βιώνει το σύστημα. Μια κρίση που αποτελεί έκφραση των τεράστιων αδιεξόδων και αντιφάσεων του συστήματος και των πολιτικών που ακολούθησε ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, όταν θεώρησε ότι είναι παντοδύναμο και σε θέση να διασφαλίσει «αιωνίως» την κυριαρχία του. Κρίση που δεν αγγίζει μόνο τα οικονομικά βάθρα και τις δομές του συστήματος, που δεν απειλεί μόνο με παραπέρα συρρίκνωση της πραγματικής οικονομίας, αλλά που έχει σαφείς κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις. Κρίση που τροποποιεί και διαρρηγνύει παραδοσιακές συμμαχίες στο μπλοκ της αστικής τάξης. Κρίση που «υποχρεώνει» το κεφάλαιο να φορτώνει τις συνέπειές της στην εργατική τάξη και τους λαούς. Κρίση που σπρώχνει εκατομμύρια εργαζόμενους στην ανεργία. Κρίση που οδηγεί τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς σε επανεξέταση, τους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς σε αναζήτηση νέων modus vivendi. Κρίση που οξύνει τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, τη στιγμή που απαιτεί νέες συμφωνίες και συμμαχίες γεωστρατηγικού τύπου ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά μπλοκ. Εξετάζοντας τα πράγματα από κομμουνιστική-ταξική σκοπιά, δεν χωράει αμφιβολία ότι η κρίση που βιώνουμε, εκτός του ότι μεγαλώνει τους κινδύνους για την ανθρωπότητα, ανεβάζει κατακόρυφα τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της εποχής από όλους τους πρωτοπόρους αγωνιστές που θέλουν να υπηρετήσουν το κίνημα και να συμβάλουν στην επαναθεμελίωση της κομμουνιστικής και σοσιαλιστικής προοπτικής. Οσο βέβαια και να φαίνεται αντιφατικό, η πρώτη υποχρέωση, το πρώτο καθήκον που μπαίνει για όλους αυτούς είναι, αφού ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους με το σύστημα, να δώσουν σκληρή ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση με τις αυταπάτες που ακόμα και τώρα μέσα σε μια τέτοια σκοτεινή πραγματικότητα καλλιεργεί για προφανείς λόγους το σύστημα. Να αποκαλυφτεί σε όλο της το «μεγαλείο» η αυταπάτη ότι η κρίση αυτή είναι απλώς συγκυριακή και σύντομα, μετά από μια μικρή περίοδο θυσιών (ποιων για ποιους;), θα παραχωρήσει τη θέση της σε μια «νέα» ευημερία. Να αποκαλυφτεί σε όλο του το «μεγαλείο» το ψέμα ότι η επίθεση του κεφαλαίου, τα άγρια μέτρα σε βάρος της εργασίας, η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, οι «ιδιωτικοποιήσεις», η φορολογία, το πάγωμα των μισθών και όλα τα φρικαλέα σχέδια «εξόδου από την κρίση» θα έχουν δήθεν ημερομηνία λήξης μόλις σημάνει η «ανάκαμψη». ● Η επίθεση σε βάρος των λαών, η επιστροφή στον εργασιακό μεσαίωνα, η ερήμωση και η εγκατάλειψη ολόκληρων παραγωγικών περιοχών και τομέων αποτελούν πλέον εδώ και δεκαετίες «επίσημη» πολιτική του συστήματος στο ιμπεριαλιστικό στάδιο που βρίσκεται. Η επίθεση αυτή, όπως είχε παρελθόν, θα έχει δυστυχώς και αρκετό μέλλον, αν δεν της μπει φραγμός από τον μόνο παράγοντα που μπορεί εν δυνάμει να ορθωθεί μπροστά της και να την ανατρέψει. Και αυτός ο παράγοντας είναι η εργατική τάξη, στο βαθμό που καταφέρει να συγκροτηθεί εκ νέου σαν τάξη για τον εαυτό της, μέσα στους σκληρούς ταξικούς αγώνες που έρχονται, μέσα από τις καθημερινές αναμετρήσεις με τους εχθρούς και τους ψεύτικους φίλους της. Ανασυγκρότηση που δεν μπορεί να έρθει αν δεν συναντήσει και δεν ωσμωθεί με την άλλη μεγάλη αναγκαιότητα της εποχής, την ανασύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος και την οικοδόμηση μιας επαναστατικής Αριστεράς. • Οσο λάθος είναι να πιστέψουν οι λαοί και η εργατική τάξη ότι η κρίση είναι «τεχνητή» άλλο τόσο αδιέξοδο είναι να θεωρήσουν ότι η κρίση αυτή από μόνη της μπορεί να σημάνει την αυτόματη κατάργηση του καπιταλισμού. • Οσο αναγκαίο και επιβεβλημένο είναι να οργανωθεί στους κόλπους της εργατικής τάξης, της αγροτιάς, μέσα στις στρατιές των ανέργων, ένα ρωμαλέο κίνημα αντίστασης στα όσα ετοιμάζεται να περάσει το κεφάλαιο προκειμένου να φορτώσει την κρίση στους λαούς και «να κερδίσει χρόνο» άλλο τόσο επιβεβλημένο είναι να μπαίνουν από σήμερα οι βάσεις για τη συγκρότηση των λαϊκών δυνάμεων στο επίπεδο και στην προοπτική της μεγάλης αναμέτρησης με το σύστημα και της ανατροπής του. Βάσεις που συνδέονται άρρηκτα με την επαναθεμελίωση και εκ νέου ισχυροποίηση της σοσιαλιστικής προοπτικής στη συνείδηση των λαών και της εργατικής τάξης σαν της μόνης πραγματικής διεξόδου από τη σημερινή βαρβαρότητα του καπιταλισμού και την αθλιότητα της ιμπεριαλιστικής επέκτασης! ● Οσο και αν κάθε εποχή, κάθε ιστορική φάση έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τις ιδιαίτερες δικές της απαιτήσεις, το σίγουρο είναι ότι αυτό που βιώνουμε σήμερα σαν απόπειρα του καπιταλισμού να βγει από την κρίση έχει αρκετές αναλογίες με φάσεις που θυμίζουν παραμονές μεγάλων παγκόσμιων πολέμων. Θυμίζουν παραμονές μεγάλων καταστροφών και δεινών τα οποία προκάλεσε ο καπιταλισμός προκειμένου να «ξαναχτίσει» ό,τι ερήμωσε, να ξαναβάλει μπρος τις παραγωγικές δυνάμεις που τόσο εύκολα θυσίασε προκειμένου να αναπαραχθεί. Το ότι ο «τρίτος παγκόσμιος πόλεμος» είναι περισσότερο από κάθε άλλη φορά, μετά τη δεκαετία του '50, αναγκαίος για να βρεθούν οι «λύσεις» που αναζητάει το σύστημα προκειμένου να αναβαθμίσει την εκμετάλλευση, προκειμένου να αυξήσει τα κέρδη του, είναι πασιφανές για όποιον έχει στοιχειωδώς έστω μελετήσει την ιστορία του καπιταλισμού. Το ότι δεν έχει ακόμα ξεσπάσει, το ότι καθυστερεί, οφείλεται σε ένα σύνολο παραγόντων οι οποίοι, όσο και να λειτούργησαν «αποτρεπτικά» μέχρι τώρα, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα συνεχίζουν και στο μέλλον να λειτουργούν. Ούτε βέβαια σημαίνει ότι δεν διεξάγονται -έστω και όχι τόσο «θερμοί»- ένα σωρό επιμέρους πόλεμοι σε κάθε μέρος του πλανήτη, που προσπαθούν να καταφέρουν κι άλλα στρατηγικά χτυπήματα στις δυνάμεις της εργασίας και να δώσουν στρατηγικά πλεονεκτήματα στις δυνάμεις του κεφαλαίου. Το βέβαιο είναι ότι, όπως έχει ανοίξει η όρεξη του κεφαλαίου, πολλοί και μεγάλοι κίνδυνοι απειλούν την ανθρωπότητα αν οι λαοί και η εργατική τάξη δεν συγκροτήσουν τις δυνάμεις τους. Αν οι παραγωγικές σχέσεις δεν ανατραπούν για να δώσουν τη θέση τους σε καινούριες, σοσιαλιστικές. ● Δεν είμαστε καθόλου μακριά από μια κατάσταση που είχε περιγράψει σχηματικά και «απλουστευτικά» ο Μάο, ότι μόνο η επανάσταση μπορεί μόνιμα και ουσιαστικά να αποτρέψει τον πόλεμο. Διαφορετικά, δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε τι θα φέρει ο πόλεμος, αν αυτός ξεσπάσει, με τα όπλα που έχει στη διάθεσή του το σύστημα και το οποίο θα προτιμήσει τη λύση «γαία πυρί μιχθήτω» παρά να «παραλύσει» μπροστά στα τρομακτικά μεγάλα αδιέξοδα. Ωστόσο, η προοπτική της επανάστασης φαντάζει ακόμα μακρινή. Αυτή όμως η μεγάλη αδυναμία και αντίφαση που χαρακτηρίζει την εποχή μας έρχεται να επισημάνει και να υπογραμμίσει μια μεγάλη ανάγκη της εποχής που βιώνουμε. Το συντονισμό και τη σύμπλευση όλων των αντιπολεμικών, αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων στο πλαίσιο πρώτα και κύρια των λαών και της εργατικής τάξης σε ένα ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΜΕΤΩΠΟ ΛΑΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΩΝ, που θα έχει γερές βάσεις στήριξης και σημεία αναφοράς στα σημεία του πλανήτη που δοκιμάζονται από την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ερίδων, από την προσπάθεια των ιμπεριαλιστών να διευρύνουν και να στηρίξουν τις βάσεις εξόρμησης και επικυριαρχίας στον κόσμο. Στα Βαλκάνια, στην Τουρκία, στη Μ. Ανατολή, στην Κεντρική και Ανατολική Ασία, στη Λατινική Αμερική, στην Αφρική, στη Μεσόγειο, επιβάλλεται οι λαϊκές δυνάμεις να συγκροτηθούν και να απαιτήσουν την απομάκρυνση του ΝΑΤΟ αλλά και τη μη επέκτασή του. Να απαιτήσουν να κλείσουν οι ιμπεριαλιστικές βάσεις και να μην ανοίξουν καινούριες. Να απαιτήσουν το σταμάτημα της λεγόμενης αντιπυραυλικής ασπίδας και να μπουν φραγμός στα σχέδια των ξεπουλημένων αστικών τάξεων που θέλουν να βάλουν τους λαούς τους κάτω από τους ζυγούς των ιμπεριαλιστικών συνασπισμών. • Να απαιτήσουν μέσα σε πνεύμα αλληλεγγύης και συναδέλφωσης των λαών τον αλληλοσεβασμό των συνόρων, μακριά από εθνικισμούς, τυχοδιωκτισμούς που μόνο την ιμπεριαλιστική πολιτική τού διαίρει και βασίλευε εξυπηρετούν. Στο ίδιο αυτό πλαίσιο, να μπουν φραγμός στα μικρότερα και ευρύτερα κυνήγια εξοπλισμών που πατρονάρουν οι ιμπεριαλιστές για το συμφέρον τους. ● Στο πλαίσιο αυτό, πολλή συζήτηση γίνεται για τα πυρηνικά όπλα και την πυρηνική ενέργεια. Μια συζήτηση που αρκετές φορές είναι ιδιαίτερα αποπροσανατολιστική, από τη στιγμή που συνειδητά τσουβαλιάζει μια σειρά διαφορετικά ζητήματα, που συγχέει τα λαϊκά συμφέροντα με τα αστικά και ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Είμαστε λοιπόν σαφώς αντίθετοι στον ανταγωνισμό των πυρηνικών που προκαλούν ΗΠΑ και Ρωσία. Οπως είμαστε αντίθετοι στον πυρηνικό εκβιασμό κυρίως των ΗΠΑ προς κάθε κατεύθυνση. Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορούμε να βάλουμε στην ίδια μοίρα το πυρηνικό οπλοστάσιο των ιμπεριαλιστών, ιδιαίτερα των ΗΠΑ και της Ρωσίας, με τα πυρηνικά όπλα που θέλουν να αποκτήσουν μια σειρά χώρες, είτε γιατί επιδιώκουν να διαπραγματευτούν με τον ιμπεριαλισμό από διαφορετικές θέσεις είτε γιατί επιδιώκουν να αντισταθούν σε εκβιασμούς των μεγάλων δυνάμεων. Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση δεν μπορεί να αφοπλίσει το λαϊκό αντιπολεμικό, αντιιμπεριαλιστικό κίνημα απέναντι στις αστικές τάξεις των χωρών ούτε βέβαια να το εγκλωβίσει σε διλήμματα για καλά και «κακά» πυρηνικά. Πολύ περισσότερο, δεν πρέπει μια στάση «θετικής ουδετερότητας» απέναντι σε χώρες που θέλουν να αποκτήσουν πυρηνικά (Κορέα, Ιράν κ.λπ.) και μια άρνηση να συρθούμε πίσω από τις ιμπεριαλιστικές εξορμήσεις στο όνομα της «πάταξης των πυρηνικών» να μας οδηγήσει σε αποδοχή της πολιτικής αστικών τάξεων (όπως η «δική» μας) να βάλουν στο οπλοστάσιό τους πυρηνικά όπλα εντείνοντας παραπέρα το κυνήγι των εξοπλισμών. Σε κάθε περίπτωση, η στάση του αντιπολεμικού κινήματος απέναντι σε αυτά τα ζητήματα είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης για κάθε περιοχή και για κάθε χώρα και φυσικά με βασικό κριτήριο τι εξυπηρετεί τις λαϊκές ανάγκες και όχι τις αστικές τάξεις ή τους ιμπεριαλιστές, που επιδιώκουν καλύτερες θέσεις στον ανταγωνισμό τους με τους υπόλοιπους. ● Μεγάλη έξαρση γνωρίζει στις μέρες μας η όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στη λεγόμενη «παλιά» και «νέα» οικονομία. Στην ουσία πρόκειται για λυσσασμένους ανταγωνισμούς μεταξύ μερίδων και ανάλογων πεδίων δράσης του κεφαλαίου που είχαν τα σκήπτρα και την πρωτοκαθεδρία τις προηγούμενες δεκαετίες και που στις μέρες μας απειλούνται να παραχωρήσουν τη θέση τους, με βάση την κρίση, σε «νέους» και φρέσκους ανταγωνιστές. Φυσικά, τέτοιες ανακατατάξεις δεν είναι καινούριες στον καπιταλισμό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να μας αφήσουν αδιάφορους, διότι το «καινούριο» στοιχείο είναι ότι όλες αυτές οι οι μερίδες, είτε είναι «παλιές» και «παραδοσιακές» είτε καινούριες, έχουν ένα σημείο συνάντησης: την «εξόντωση» του αντιπάλου μέχρις εσχάτων. Και εκείνες που θέλουν να κρατηθούν αλλά και εκείνες οι μερίδες που θέλουν να πάρουν θέση δεν μπορούν παρά να «πατήσουν» πάνω στη «νεκρή φύση» που θα έχει προκαλέσει η επί δεκαετίες επίθεση του κεφαλαίου σε βάρος των δυνάμεων της εργασίας. Πολλές ανακατατάξεις, λοιπόν, ακόμα σαν κι αυτές που σημάδεψαν τις αλλαγές στην Ουάσιγκτον και το Λευκό Οίκο έχουν στη βάση τους τέτοιες αντιθέσεις, παρ' όλο που γίνεται προσπάθεια από τις «νεότερες» και «φιλόδοξες» τάσεις του κεφαλαίου να παρουσιάσουν την εφόρμησή τους σαν «πράσινη» ή «οικολογική» απάντηση στα δεινά που έχει συσσωρεύσει η κυριαρχία της «παλιάς» οικονομίας στον πλανήτη, στο περιβάλλον και στις παραγωγικές δυνάμεις. Οι κίνδυνοι για το λαϊκό και εργατικό κίνημα να εμπλακεί σε αυτές τις αντιθέσεις δεν πρέπει καθόλου να υποτιμάται, ιδιαίτερα αν σκεφτούμε ότι η επίσημη Αριστερά, σε όλες της τις εκδοχές, έχει ήδη ενσωματώσει στις σημαίες της υποτιθέμενης «μεταρρύθμισης» του συστήματος όλα τα συνθήματα και όλες τις κατευθύνσεις της νέας «πράσινης» ή ό,τι άλλο θέλετε οικονομίας. Για να μη δημιουργούνται βέβαια συγχύσεις, δεν εννοούμε την παλιά και νέα οικονομία όπως τις διαχωρίσαμε στην προηγούμενη δεκαετία και που τροφοδότησε τη σημερινή κρίση, αλλά την υπαρκτή πλέον διάσταση μέσα στο πλαίσιο της πραγματικής οικονομίας ανάμεσα στο «παραδοσιακό» και το «φρέσκο». Τα προβλήματα βέβαια δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητα από την πλευρά του συστήματος, που δεν ψάχνει απλώς ανάσες, αλλά, επειδή ακριβώς «κακόμαθε» μετά το '90, αναζητεί λύσεις μακράς πνοής όσον αφορά τη διαιώνιση και την αναπαραγωγή του. • Πρώτον, γιατί η λεγόμενη παραδοσιακή πραγματική οικονομία, παρά τα πλήγματα που της προκάλεσε και αυτή η κρίση, καλά κρατεί και συνεχίζει να έχει μεγάλο μερτικό στην όλη κίνηση του συστήματος, στις σχέσεις του, στην ιεραρχία του. Δεν δείχνει λοιπόν και ιδιαίτερα εύκολο το εγχείρημα της «ομαλής» και «σταδιακής» περιθωριοποίησης της «παραδοσιακής», πραγματικής οικονομίας, ιδιαίτερα όταν αυτή έχει συνδέσει την ύπαρξή της με το υπαρκτό ενεργειακό μοντέλο. Πόσω μάλλον όταν σε μεγάλο βαθμό οι ιμπεριαλιστικές εξορμήσεις και αντιθέσεις έχουν ένα από τα επίκεντρά τους στην επικυριαρχία πάνω σε αυτό το υπάρχον ενεργειακό μοντέλο. • Δεύτερον, οι θυσίες που απαιτούνται από τους λαούς και την εργατική τάξη και για να διασωθεί (όσο διασωθεί) η «παραδοσιακή» οικονομία, αλλά και για να επικρατήσει σε μαζική κλίμακα η «φρέσκια», είναι τόσες πολλές που, όσο και να έχει αποσυγκροτηθεί η εργατική τάξη, όσο και αν οι λαοί έχουν οπισθοχωρήσει, δεν μπορούν να τις δεχτούν. Το σύστημα, δηλαδή, χωρίς να κηρύξει στην κυριολεξία μια κατάσταση ιδιαίτερης έκτακτης ανάγκης (πολύ πιο «απειλητική» από την τρομοκρατία), δεν έχει «νομιμοποιηθεί» στα μάτια των λαών για να προχωρήσει σε αυτά που θέλει. ● Το σύγχρονο επαναστατικό κίνημα, το σύγχρονο εργατικό κίνημα στην πορεία συγκρότησής του δεν πρέπει να έχει αυταπάτες και να περιμένει τα σύγχρονα Νew Deal και τους σύγχρονους Κέινς που θα αναγεννήσουν, όπως λέγεται, τον καπιταλισμό. Είναι μεγάλο ψέμα και σύγχρονη παραλλαγή του δόγματος του καπιταλιστικού μονόδρομου ότι οι εργαζόμενες μάζες, οι άνεργοι, οι ξεπεταγμένοι αγρότες, η νεολαία θα πρέπει να περιμένουν τον καπιταλισμό να «σώσει» τον καπιταλισμό. Ούτε θα πρέπει να υποστείλουν τις αντιστάσεις τους στην επίθεση, διότι δήθεν αυτά τα αμυντικά και μικρής εμβέλειας αιτήματα απλώς υπερασπίζονται παλιές σχέσεις και παλιές δομές. Είναι καπιταλιστικός μύθος και ταυτόχρονα ρεφορμιστική υπηρεσία στο σύστημα η όλη φιλολογία που ζητάει από τους εργάτες να αφεθούν στο έλεος των «αλλαγών», των «εκσυγχρονισμών», διότι ουσιαστικά υπογράφουν τη θανατική τους καταδίκη. Οι διάφορες «νεοτροτσκιστικές», κατ’ ουσία αστικές, ανοησίες ότι ο «καπιταλισμός δεν λειτουργεί» είναι στην ουσία παραινέσεις στα αφτιά μιας ήδη αποσυγκροτημένης εργατικής τάξης να γίνει αδιαμαρτύρητα μια καύσιμη πρώτη ύλη για να λειτουργήσει επιτέλους ο καπιταλισμός. Ο οποίος βέβαια δεν έχει πάψει να λειτουργεί ούτε μια στιγμή, ακόμα και τη στιγμή που δείχνει ότι η κρίση του είναι βαθιά και αγιάτρευτη. Αλλωστε ο καπιταλισμός δεν θα δουλεύει πλέον μόνο όταν σταματήσει να καρπώνεται υπεραξία, μόνο όταν ως σύστημα έχει καταργήσει τον εαυτό του - και αυτό δεν πρόκειται να γίνει αν δεν το αποφασίσει ο άλλος πόλος της κοινωνίας, που δεν είναι άλλος από την εργατική τάξη, στο βαθμό που ξανασυγκροτηθεί ως τάξη για τον εαυτό της. ● Ολα όσα εξελίσσονται στηδιεθνή σκηνή, είτε αυτά αφορούν τους λυσσασμένους ενδοϊμπεριαλιστικούς και ενδοαστικούς ανταγωνισμούς είτε τις ανακατατάξεις στο εσωτερικό αλλά και τις σχέσεις των ιμπεριαλιστών είτε τα αντιδραστικά σχέδια επίθεσης σε βάρος των λαών, επηρεάζουν καθοριστικά τα όσα συμβαίνουν στην περιοχή μας, στη χώρα μας, στις γειτονικές χώρες. Οπως και να 'χει, η χώρα μας είναι ένα σταυροδρόμι όπου η αυτονομία των εξελίξεων σε αυτήν είναι σχετική. Είναι λιγότερο από τη μισή αλήθεια να ισχυριζόμαστε ότι η ρευστότητα και η αβεβαιότητα στο πολιτικό σκηνικό είναι αποκλειστικά δική μας εσωτερική υπόθεση. Οχι, έχουν βάλει για τα καλά το χέρι τους διεθνείς παράγοντες και κέντρα και γι’ αυτό άλλωστε είναι αρκετά πολύπλοκες οι λύσεις και οι «απαντήσεις» που καλείται να δώσει το σύστημα. Αφού έχει να συνυπολογίσει όχι μόνο τις διαθέσεις του ντόπιου κεφαλαίου και του ντόπιου κατεστημένου αλλά και τις επιθυμίες και κόντρες των ιμπεριαλιστών έτσι όπως εκδηλώνονται στη γειτονική μας Τουρκία, στη Μ. Ανατολή και γενικότερα. Η ΕΕ «περιμένει» τον Ομπάμα να πάρει τις πρωτοβουλίες του. «Κοιτάει» επίσης προς Μόσχα, αφού πλέον δεν μπορεί να αγνοήσει αυτόν τον παράγοντα. Ταυτόχρονα, «οχυρώνεται» απέναντι στα πιθανά ντόμινο, με φόντο την κρίση, γι’ αυτό και πιέζει αφάνταστα την Ελλάδα. Η ντόπια αστική τάξη έχει πολλαπλές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις και προς τα μέσα και προς τα έξω. Εχει να συνυπολογίσει «παλιότερες» δεσμεύσεις και «νεότερες» υποχρεώσεις που διαμορφώθηκαν από τα «ανοίγματα» προς τη Ρωσία αλλά και από τις προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν ενόψει εκλογής Ομπάμα. Εχει επίσης να διαχειριστεί τις σίγουρες «αναφορές» της, τις δεσμεύσεις της δηλαδή προς τη Δύση. Κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα, έτσι όπως έχουν δομηθεί, έτσι όπως έχουν διαμορφώσει τις σχέσεις τους με το λαό, δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί εφ’ όλης της ύλης μια πορεία που έχει ανάγκη το σύστημα. Φυσικά και έχει τον τρόπο του να συνεχίζει να κυριαρχεί, ιδιαίτερα όσο η Αριστερά είναι τόσο ακίνδυνη και πρόθυμο δεκανίκι, ιδιαίτερα όσο ο λαός και η εργατική τάξη, παρά τις κατά καιρούς μεγάλες αντιστάσεις τους, δεν μπορούν να συγκροτηθούν ακόμα σε δύναμη προοπτικής μιας άλλης κοινωνίας. Παρ' όλα αυτά, η ανεπάρκεια των δύο κυρίαρχων αστικών μηχανισμών είναι παραπάνω από προφανής, ιδιαίτερα σήμερα που η αγανάκτηση των μαζών έχει φτάσει σε τέτοιον υψηλό βαθμό. Ιδιαίτερα σήμερα που η ένταση των κατασταλτικών μέτρων δεν δείχνει να έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Ιδιαίτερα σήμερα που η άρχουσα τάξη δεν «πείθει» το λαό ότι του έχει διασφαλισμένα διεθνή στηρίγματα. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη νέα σχετικά εξέλιξη έχει η στάση της ΕΕ, που από «αδιαφιλονίκητο στήριγμα» αρχίζει και δείχνει αυτό που πραγματικά είναι. Μια φυλακή κυρίως για τους λαούς και την εργατική τάξη και όχι ένας «παράδεισος» επιδοτήσεων και κοινοτικών προγραμμάτων. Μια φυλακή όπου ο «εθελούσιος» εγκλωβισμός μιας χώρας σε αυτήν, αργά ή γρήγορα, δείχνει τα πραγματικά χαρακτηριστικά που έχει μια τέτοια σχέση εξάρτησης. Μια φυλακή που μόνο δεινά μπορεί να σωρεύει για την εργατική τάξη και την αγροτιά, όπως άρχισαν να δείχνουν και οι πρόσφατοι αγροτικοί αγώνες. Κρίσιμη λοιπόν η φάση που περνάει το σύστημα στη χώρα μας. Ωστόσο, είναι αρκετά ανέτοιμο να παρακολουθήσει τις ραγδαίες εξελίξεις. Κινείται ουσιαστικά με καθυστέρηση. Γι’ αυτό δείχνει να στηρίζεται ξανά στα δύο αστικά κόμματα, παρ' όλο που θα ήθελε κάτι πιο αποτελεσματικό. Γι’ αυτό υποχρεώνεται να μεθοδεύει την πιο αποτελεσματική λειτουργία του «δικομματισμού». Το μέλλον θα δείξει αν θα το πετύχει. Το μέλλον θα δείξει αν αυτή η παρατεταμένη εκλογολογία, εκτός από έκφραση της ρευστότητας, κατάφερε να λειτουργήσει και σαν έμμεσος εκβιασμός του συστήματος για να αποκατασταθούν ισορροπίες που είχαν διαταραχθεί. Το σίγουρο είναι ότι η παρατεταμένη εκλογολογία ήρθε, εκτός των άλλων, σαν απάντηση στα φαντάσματα και τους απόηχους του Δεκέμβρη. Σαν απάντηση στη διαφαινόμενη προοπτική όξυνσης της ταξικής πάλης και όξυνσης της επίθεσης. Το «δόλωμα» που ρίχνεται φαίνεται πως προς το παρόν πέτυχε το στόχο του. Ο Δεκέμβρης δεν ήταν από μόνος του ικανός να διατηρήσει «τη φλόγα της εξέγερσης». Ούτε το δράμα της Κούνεβα ήταν αρκετό να φέρει στο επίκεντρο το δράμα της εργατικής τάξης στο σύνολό της. Η μικρή και η μεγάλη Αριστερά τσίμπησαν κανονικά! Και σκιαμαχούν με τις κάλπες, καλώντας σε κούφιες «Ανταρσίες» και «ανυπακοές», ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ με σχετικά κομμένα φτερά αρκείται να περισώσει κάτι από τις δημοσκοπήσεις και άφησε στην άκρη τα μεγαλεπήβολα περί «αλλαγής του σκηνικού». Αφησε δηλαδή τις μεγάλες υποθέσεις για τους «μεγάλους» και περιορίστηκε στον προθάλαμο. Τα σαλόνια μπορούν να περιμένουν. Και το πιο αντιφατικό είναι ότι όλη αυτή η εκλογολογία και υποτιθέμενη παραλυσία της κυβέρνησης ουσιαστικά έχουν ανάψει το πράσινο φως σε σκληρά μέτρα που πλήττουν την εργατική τάξη, την αγροτιά, αλλά και ευρύτερα μικροαστικά στρώματα της πόλης.
ΥΓ.: Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τη βάση της συζήτησης που θα διεξαχθεί στο ΚΟ του ΚΚΕ(μ-λ) το Σαββατοκύριακο 25-26 Απρίλη. Οι αποφάσεις του ΚΚΕ(μ-λ) για το Μέτωπο Αντίστασης, για τις συμμαχίες, συνεργασίες, για την 7η Συνδιάσκεψη θα δημοσιευτούν και στο επόμενο τεύχος της «ΠΣ», μετά την Πρωτομαγιά. Ηδη σε αυτό το φύλλο δημοσιεύουμε την απόφαση του ΚΚΕ(μ-λ) για τις ευρωεκλογές.
Στις 7/06/09 γίνονται οι ευρωεκλογές. Καλείται ο ελληνικός λαός από το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων να συμμετάσχει. Δηλαδή, και ανεξάρτητα από το πώς το εμφανίζει η καθεμιά, τον καλούν να δώσει κύρος σ’ αυτή την εκλογική φάρσα. Να στηρίξει και να κατοχυρώσει την ύπαρξη και το ρόλο του υποτιθέμενου ευρωκοινοβουλίου. Να νομιμοποιήσει εντέλει τον ιμπεριαλιστικό συνασπισμό της ΕΕ και την πρόσδεση της χώρας μας σ’ αυτόν.
Τι είναι η ΕΕ και ποια η σχέση μας μ’ αυτήν
Το πρώτο και θεμελιώδες που οφείλουμε να 'χουμε καθαρό είναι πως η ύπαρξη της ΕΕ δεν συνιστά μια «Ευρώπη των λαών», όπως προσπαθούν να την εμφανίσουν οι παράγοντες του συστήματος και διάφοροι παρατρεχάμενοι. Η ΕΕ αποτελεί συνασπισμό των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών, ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων μέσω του οποίου στοχεύουν:
Στη θεμελίωση της κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργατική τάξη και με στόχο την απρόσκοπτη εκμετάλλευσή της.
Στη μετατροπή των πιο αδύναμων χωρών της Ευρώπης σε ενδοχώρα των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων.
Στην ενίσχυση της δυνατότητάς τους να ανταγωνιστούν τις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για το ξαναμοίρασμα του κόσμου.
Αυτό που αποτελεί πραγματικά και την ουσία της ΕΕ καθόρισε και τη σχέση της με τη χώρα μας. Μια σχέση που υποστηρίχθηκε και προωθήθηκε από την ντόπια κεφαλαιοκρατική αστική τάξη που επέλεξε το ρόλο του υπεργολάβου του ευρωπαϊκού κεφαλαίου σε βάρος των συμφερόντων του λαού και της χώρας. Μια σχέση που στηρίχτηκε από το σύνολο στην ουσία των πολιτικών δυνάμεων και με διάφορα παραπλανητικά επιχειρήματα. Υποστηρίχτηκε ότι η σύνδεση με την ΕΕ (ΕΟΚ τότε) θα φέρει την ανάπτυξη και την ευημερία. Οτι θα διασφαλίσει την ειρήνη και την ασφάλεια του λαού μας καθώς τα σύνορά μας γίνονται «σύνορα της Ευρώπης». Οτι θα κατοχυρώσει τη δημοκρατία στη χώρα μας καθώς θα στηρίζεται στη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή «δημοκρατική παράδοση». Οτι θα θεμελιώσει και θα αναπτύξει τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα των εργαζομένων καθώς αυτά θα συνδέονται πλέον και θα στηρίζονται στην ύπαρξη του ευρωπαϊκού «κοινωνικού κράτους».
Αυτά που πραγματικά συνέβησαν ήταν:
Η αποβιομηχάνιση της χώρας, η καταστροφή της αγροτικής παραγωγής, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και της βιοτεχνίας, η υποβάθμιση συνολικά των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας. Συνακόλουθα, η συρρίκνωση μιας εσωτερικής αγοράς η οποία θα εδράζεται πρωταρχικά στην εγχώρια παραγωγή. Το συνολικό αποτέλεσμα, η οικονομική -και όχι μόνο- παραρτημοποίηση της χώρας. Οσο για τα περίφημα «πακέτα» της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, δεν ήσαν παρά το «δόλωμα» για την αιχμαλωσία του λαού και της χώρας στο δίχτυ των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών. Σύμφωνα με όλους τους υπολογισμούς, τα κεφάλαια που εισέρρευσαν μέσω αυτών στη χώρα δεν αποτελούν παρά ένα μικρό μέρος των κερδών που αποκόμισε το ευρωπαϊκό ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο από τη χώρα μας όλα αυτά τα χρόνια. Αλλά και αυτά τα κεφάλαια στο μεγαλύτερο μέρος τους διατέθηκαν για τη διαμόρφωση ενός δικτύου συμφερόντων εξαρτημένων από αυτή τη σχέση με ΕΕ (μεγαλοεργολάβοι, ιδιοκτήτες ΜΜΕ, αποδέκτες διαφόρων «χορηγιών» και «αναθέσεων» κ.λπ.).
Στο ίδιο διάστημα, αυτή η «δύναμη ειρήνης» είναι που πρωτοστάτησε στο κομμάτιασμα της γειτονικής Γιουγκοσλαβίας με όλα τα αιματηρά επακόλουθα. Είναι αυτή που μαζί με τους Αμερικανούς βομβάρδιζε επί μήνες τη Σερβία, δολοφονώντας και καταστρέφοντας. Είναι ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός που στο πλευρό του αμερικανικού μετέχει σε κάθε είδους «ειρηνευτικές» επεμβάσεις, κομματιάζοντας χώρες και λαούς σ’ όλο τον κόσμο, σέρνοντας ταυτόχρονα και την ελληνική «συμμετοχή». Ακριβώς επειδή ιμπεριαλισμός και ειρήνη είναι έννοιες ασύμβατες, ακριβώς επειδή η ίδια η ύπαρξη του ιμπεριαλισμού βασίζεται στην επέμβαση, τη βία και τον πόλεμο ενάντια στους λαούς.
Η άποψη που ήθελε τα σύνορά μας να γίνονται «σύνορα της Ευρώπης» έχει και μια δεύτερη πλευρά. Αυτήν που εξέφραζε τις φιλοδοξίες του ελληνικού κεφαλαίου για ενίσχυση του ρόλου του στην περιοχή με ευρωπαϊκή στήριξη. Μόνο που οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις έχουν τους δικούς τους σχεδιασμούς στη βάση των δικών τους συμφερόντων. Σ’ αυτή τη βάση, τα σύνορα των εξαρτημένων χωρών δεν είναι παρά «γραμμές» τις οποίες μπορούν να «μετακινούν» ανάλογα με τους σχεδιασμούς τους. Το είδαμε αυτό στη Γιουγκοσλαβία, το βλέπουμε στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, την Παλαιστίνη, το ζούμε στην Κύπρο και το Αιγαίο.
Οσο για το ευρωπαϊκό «κοινωνικό κράτος», η πραγματικότητά του βρίσκεται στην κατάργηση του δικαιώματος στη δουλειά, με τις ελαστικές σχέσεις εργασίας. Στη μείωση των αμοιβών των εργαζομένων. Στο χτύπημα των ασφαλιστικών δικαιωμάτων, τον περιορισμό του δικαιώματος στην περίθαλψη. Στο χτύπημα των δικαιωμάτων της νεολαίας στη μόρφωση, τη δουλειά, την ελευθερία, τη ζωή. Η πραγματικότητα της «ευαίσθητης» οικολογικής Ευρώπης βρίσκεται στην -από κοινού με τις ΗΠΑ- μόλυνση της γιουγκοσλαβικής γης με απεμπλουτισμένο ουράνιο. Στο γεγονός ότι ο Δούναβης (η υδάτινη αρτηρία της Ευρώπης) είναι ίσως ο πιο μολυσμένος ποταμός του κόσμου. Βρίσκεται στις «τρελές αγελάδες», τις διοξίνες και τα άλλα δηλητήρια που μας ταΐζουν. Η πραγματικότητα της «δημοκρατικής Ευρώπης» βρίσκεται στο Σέγκεν, στους «αντιτρομοκρατικούς» νόμους, στις κάμερες παρακολούθησης. Βρίσκεται στην όλο και μεγαλύτερη ενίσχυση των δυνάμεων καταστολής, ενώ το μέλλον μας το δείχνει η χρησιμοποίηση έως και στρατιωτικών δυνάμεων στην Ιταλία.
Καθόλου τυχαία. Το κεφάλαιο μία και μόνο «ευαισθησία» έχει. Απέναντι στο κέρδος. Στοχεύοντας στην ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων (την πρωταρχική πηγή της κερδοφορίας του) θωρακίζεται απέναντι στις αναπόφευκτες δίκαιες αντιδράσεις των εργαζομένων και της νεολαίας.
Η διέξοδος για το λαό
Ολα αυτά σημαίνουν ότι η απάντηση στο πρόβλημα του λαού και της χώρας δεν βρίσκεται στην ΕΕ, αλλά έξω και ενάντια σ’ αυτήν. Η οικονομική ανάπτυξη ενός λαού και μιας χώρας έχουν πρωταρχική και θεμελιώδη προϋπόθεση την απαλλαγή απ’ όσους εκμεταλλεύονται την εργατική της δύναμη και τις πλουτοπαραγωγικές της πηγές. Συνακόλουθα μπορεί να πραγματοποιείται σε μόνιμη και σταθερή βάση μόνο και εφόσον στηρίζεται κατά πρώτο και κύριο λόγο στις παραγωγικές, δημιουργικές δυνατότητες του λαού και της χώρας.
Αυτό καθόλου δεν αποκλείει -ίσα ίσα- τη συνεργασία, τις συναλλαγές με άλλους λαούς και χώρες. Μόνο που αυτό πρέπει να γίνεται σε βάση ισοτιμίας και αμοιβαίου οφέλους. Κάτι τέτοιο ωστόσο προϋποθέτει ότι κάθε λαός είναι νοικοκύρης στον τόπο του, χωρίς εξαρτήσεις και «προστάτες». Τότε και μόνο μια τέτοια συνεργασία μπορεί να αναπτύσσεται συνεχώς στην πιο πλατιά κλίμακα και σε όλο και μεγαλύτερο βάθος. Αποτελεί πραγματικό τραγέλαφο η αντίληψη που την ειρήνη, την ανεξαρτησία και την ασφάλεια των λαών την εναποθέτει στις διαθέσεις, τις «εγγυήσεις» και την «προστασία» των ιμπεριαλιστών. Δηλαδή των δυνάμεων εκείνων που οι σχεδιασμοί τους έχουν σαν πρώτο στόχο τον περιορισμό ή και την κατάλυση της ανεξαρτησίας των μικρότερων χωρών. Που ο πόλεμος αποτελεί βασικό όργανο προώθησης των σχεδίων τους σε βάρος των λαών, που η μόνη «ασφάλεια» που τους ενδιαφέρει είναι αυτή που αφορά τα συμφέροντά τους.
Αποτελεί εμπαιγμό των λαϊκών μαζών η πολιτική άποψη που τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα των εργαζομένων τα εναποθέτει στις καλές διαθέσεις των δυνάμεων του συστήματος. Δηλαδή των δυνάμεων για τις οποίες η ύπαρξη αυτών των δικαιωμάτων αποτελεί εμπόδιο στην πολιτική που προωθούν. Γι’ αυτό ακριβώς επιχειρούν να τα φαλκιδεύσουν, περιορίσουν ή και καταργήσουν. Αποτελεί αυταπάτη το να αναμένει κανείς την κατοχύρωση της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης από τις δυνάμεις που η ύπαρξη και τα συμφέροντά τους βασίζονται στην αδικία, στην ουσιαστική αναίρεση των ελευθεριών του λαού και της νεολαίας και για τις οποίες η δημοκρατία δεν είναι παρά μια επίφαση.
Ας είναι καθαρό ότι η υπεράσπιση και κατοχύρωση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων μπορεί να πραγματοποιείται μόνο μέσα από τον αγώνα του λαού και της νεολαίας ενάντια στις εκμεταλλευτικές κεφαλαιοκρατικές δυνάμεις. Η ελευθερία, η δημοκρατία, η κοινωνική δικαιοσύνη μπορούν να υφίστανται μόνο σαν κατακτήσεις της πάλης των λαϊκών μαζών ενάντια στις δυνάμεις της αδικίας και της καταπίεσης. Η ειρήνη, η ανεξαρτησία, η ασφάλεια των λαών μπορούν να κατοχυρώνονται μόνο μέσα από τη διαρκή πάλη των λαών της Ευρώπης και όλου του κόσμου ενάντια στις δυνάμεις της βίας, των επεμβάσεων, του πολέμου ενάντια στους ιμπεριαλιστές είτε κινούνται κάτω από την ευρωπαϊκή σημαία είτε κάτω από οποιαδήποτε άλλη. Αυτά είναι που ορίζουν σαν βασικές μας κατευθύνσεις την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλιστικό συνασπισμό της ΕΕ. Τον αγώνα για αποδέσμευση από την κηδεμονία των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, την αποχώρηση από την ΕΕ. Τον προσανατολισμό μας για μια Ελλάδα ανεξάρτητη, δημοκρατική, σοσιαλιστική.
Τι δίδαξε το ξέσπασμα της κρίσης
Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης ανέδειξε και επέτεινε τα αρνητικά χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού, ιμπεριαλιστικού συστήματος τόσο συνολικά όσο και ειδικότερα σε σχέση με την ΕΕ. Εδειξε επίσης ακόμη πιο καθαρά το πώς αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις τις χώρες της ευρωπαϊκής «ενδοχώρας». Κατ’ αρχάς και σε σχέση με την κρίση οφείλουμε να 'χουμε καθαρά ορισμένα πράγματα μια και πολλή σύγχυση δημιουργείται με όσα κυκλοφορούν. Πολύ περισσότερο που αυτή η σύγχυση χρησιμοποιείται για να προωθηθούν πρόσθετα μέτρα ενάντια στις εργαζόμενες λαϊκές μάζες.
Το πρώτο που οφείλουμε να 'χουμε καθαρό είναι πως δεν έχουμε εδώ μια κρίση των παραγωγικών δυνατοτήτων της ανθρωπότητας. Πιο απλά, οι παραγωγικές δυνατότητες που έχει αναπτύξει η ανθρωπότητα είναι σε θέση να παράξουν αυτά που παρήγαγαν χτες και ακόμη περισσότερα. Η κρίση αφορά -και μόνο- τον τρόπο λειτουργίας του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος. Πιο συγκεκριμένα, το φρενάρισμα της παραγωγικής οικονομικής λειτουργίας οφείλεται στο ότι οι κεφαλαιοκράτες αδυνατούν στη φάση αυτή να πραγματοποιούν τα υπερκέρδη στα οποία έχουν συνηθίσει. Οι αιτίες βρίσκονται στο ότι, όπως λειτουργούσαν (υπερεκμετάλλευση εργαζομένων, ασυγκράτητη επιδίωξη του μέγιστου δυνατού κέρδους), «εξάντλησαν» για την περίοδο αυτή τις πηγές, τους παράγοντες, τους όρους κερδοφορίας. Ακριβώς την αποκατάσταση αυτών των όρων κερδοφορίας και την κλίμακα που προσδοκούν επιχειρούν να αποκαταστήσουν με διάφορα μέτρα «αντιμετώπισης της κρίσης».
Ζήτημα ταξικής πάλης
Το δεύτερο -και κρίσιμο- που οφείλουμε να 'χουμε καθαρό είναι πως αυτή η «αντιμετώπιση της κρίσης» δεν είναι καθόλου μια «κοινή υπόθεση», δεν είναι ζήτημα «λογικής» ή «διαλόγου» ή ακόμη αντιμετώπισής της με «επιστημονικά» κριτήρια. Είναι ξεκάθαρα ζήτημα ταξικής πάλης. Το κεφάλαιο δεν έχει καμιά αυταπάτη ως προς αυτό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τα πρώτα μέτρα που προώθησαν όλες οι ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις αφορούσαν την προσπάθεια διάσωσης του τραπεζοπιστωτικού συστήματος. Δηλαδή του μηχανισμού καταλήστευσης, αφαίμαξης κεφαλαίων, ιδιοποίησης και υποθήκευσης του παγκόσμιου πλούτου για λογαριασμό τους.
Το κλείσιμο των «μη αποδοτικών» (στην πραγματικότητα των μη κερδοφόρων) επιχειρήσεων υπηρετεί τη διαδικασία συγκέντρωσης-συγκεντροποίησης του κεφαλαίου και διαμορφώνει το «παρθένο έδαφος» που έχει ανάγκη το κεφάλαιο για τη νέα κερδοφορία του. Ταυτόχρονα, αυτή η καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων αποτελεί και μια διαδικασία μετακύλισης κόστους στην εργατική τάξη, συνολικά στην κοινωνία αλλά και στις αυριανές γενιές. Ενα κόστος το οποίο καλούνται να αντιμετωπίσουν άμεσα οι εργαζόμενες μάζες με τις απολύσεις, την εκτεταμένη ανεργία, τη μείωση των αμοιβών, τις περικοπές στα ασφαλιστικά και κάθε είδους δικαιώματά τους.
Οι εξελίξεις στο πεδίο της κρίσης ανέδειξαν ακόμη πιο καθαρά το χαρακτήρα των σχέσεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις και τις χώρες της ευρωπαϊκής «ενδοχώρας». Ταυτόχρονα έκαναν ορατό διά γυμνού οφθαλμού αυτό που ήδη ήταν γνωστό. Οτι τα κριτήρια επιλογής και ανάδειξης των πολιτικών «ηγεσιών» σ’ αυτές τις χώρες με το μόνο πράγμα που δεν είχαν σχέση ήταν η αξία και η ικανότητα -με την αστική έστω έννοια του όρου- αυτών που τις απαρτίζουν. Η επιβολή του «συμφώνου σταθερότητας» δεν αποτελεί παρά μια απαγόρευση άσκησης δημοσιονομικής και γενικότερα οικονομικής πολιτικής σ’ αυτές τις «ηγεσίες», ώστε να διευκολύνεται η μετακύλιση των συνεπειών της κρίσης από τις μητροπόλεις στην «ενδοχώρα».
Ανερμάτιστοι, αμήχανοι και περιδεείς οι τέτοιου είδους πολιτικοί «ηγέτες» ούτε θέλουν ούτε μπορούν ούτε «γνωρίζουν» άλλο δρόμο από αυτόν της συμμόρφωσης στις «οδηγίες» (που άλλωστε εναρμονίζονται σε σημαντικό βαθμό με τις υπαγορεύσεις του ιθαγενούς κεφαλαίου). Ακόμη μεγαλύτερη λιτότητα λοιπόν. Ακόμη περισσότερη ανεργία. Ακόμη πιο δραστική περικοπή των δικαιωμάτων του εργαζόμενου λαού. Με αυτούς τους όρους, το ζήτημα για τον εργαζόμενο λαό δεν είναι η «αντιμετώπιση της κρίσης» (που άλλωστε δεν είναι κάτι που περνάει από το χέρι του). Είναι η αντιμετώπιση των προσπαθειών του συστήματος να φορτώσει πρόσθετα βάρη στις πλάτες του λαού και της νεολαίας.
Πρόκειται για κάτι εντελώς διαφορετικό από τις αυταπάτες που καλλιεργούνται για «από κοινού αντιμετώπιση». Εχει εντελώς διαφορετικές αφετηρίες και ορίζει διαφορετική κατεύθυνση και στόχους. Ορίζει το στόχο της πάλης ενάντια στις «ελαστικές» σχέσεις εργασίας, ενάντια στις απολύσεις και την ανεργία και για την υπεράσπιση του δικαιώματος στη δουλειά. Ενάντια στη λιτότητα, την περικοπή των μισθών, ενάντια στον περιορισμό των ασφαλιστικών δικαιωμάτων και για την υπεράσπιση όλων των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων και κατακτήσεων των εργαζομένων και της νεολαίας.
Το Ευρωκοινοβούλιο και ο ρόλος του
Ποιος σε όλα αυτά ο ρόλος του Ευρωκοινοβουλίου και των εκλογών που διεξάγονται για την ανάδειξή του; Θα μπορούσαμε να πούμε, κανείς, μια και το Ευρωκοινοβούλιο δεν μπορεί να πάρει καμιά απόφαση πάνω σε σοβαρά ζητήματα της ΕΕ. Οι τέτοιου είδους αποφάσεις παίρνονται από τις κυβερνήσεις των χωρών της ΕΕ (κυρίως στις συνόδους κορυφής), όπου βέβαια ο αποφασιστικός ρόλος και λόγος ανήκει σ’ αυτές των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων. Από την άποψη αυτή, ο ρόλος του θα μπορούσε να θεωρηθεί απλά διακοσμητικός, αλλά δεν περιορίζεται σ’ αυτό.
Η ύπαρξη της Ευρωβουλής τροφοδοτεί και συντηρεί τις αυταπάτες ότι οι λαοί συμμετέχουν (με την ψήφο τους) στη διαμόρφωση των αποφάσεων και της πορείας της ΕΕ. Οι όποιου είδους αποφάσεις και τα ψηφίσματά της χρησιμοποιούνται για να στηρίζουν και να προσδίδουν «κοινοβουλευτικό» κύριος στις πραγματικές αποφάσεις που παίρνονται αλλού και από άλλους. Ιδιαίτερος ο ρόλος της στη διαμόρφωση ιδεολογικού κλίματος που να ευνοεί τα συμφέρονται και τις επιδιώξεις του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου ενάντια στους λαούς.
Χαρακτηριστική από την άποψη αυτή η καταδίκη της ταξικής πάλης μέσα από τα αντικομμουνιστικά ψηφίσματα που προωθούνται τελευταία. Και φυσικά δεν εννοούν καθόλου την ταξική πάλη που το κεφάλαιο διεξάγει με τον πιο ανελέητο τρόπο ενάντια στις εργαζόμενες μάζες. Αυτό που θέλουν να θέσουν «εκτός ευρωπαϊκής νομιμότητας» (μαζί και τον κομμουνισμό που την «υποκινεί» και την οργανώνει) είναι η ταξική πάλη από τη μεριά των εργαζομένων, η αντίστασή τους στη βάρβαρη επίθεση που δέχονται από το κεφάλαιο.
Σημαντικός ο ρόλος όλης αυτής της «κοινοβουλευτικής» διαδικασίας στη διαμόρφωση ενός πλέγματος σχέσεων, διασυνδέσεων, αναθέσεων, χορηγιών μέσα από το οποίο αναπτύσσεται ένας ολάκερος εσμός ΕΟΚανθρώπων, δηλαδή μισθοφόρων του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου.
ΟΧΙ στις αυταπάτες - ΑΠΟΧΗ
Είναι καθαρό ότι η ΕΕ δεν αποτελεί μια «ένωση χωρών» ή πολύ περισσότερο λαών, αλλά έναν συνασπισμό των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων.
Είναι καθαρό ότι αυτός ο ιμπεριαλιστικός συνασπισμός δεν μπορεί να «αλλάξει» και να γίνει κάτι άλλο, ακριβώς επειδή χτίστηκε για να υπηρετεί συγκεκριμένους στόχους και συμφέροντα.
Είναι καθαρό ότι η άποψη της «πάλης μέσα από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς» και το Ευρωκοινοβούλιο δεν αποτελεί παρά μια αυταπάτη που σερβίρεται για να δημιουργεί σύγχυση στον κόσμο και να τον αποπροσανατολίζει.
Είναι καθαρό ότι η συμμετοχή στις Ευρωεκλογές δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ενισχύει τις αυταπάτες και τον αποπροσανατολισμό του κόσμου, καθώς υποτίθεται πως προσφέρει δρόμο «συμμετοχής» στα δρώμενα.
Τα πραγματικά αποτελέσματα της συμμετοχής στις ευρωεκλογές είναι:
Προσδίδει κύρος σε έναν θεσμό που ο μόνος του ρόλος είναι να υπηρετεί τα συμφέροντα του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου ενάντια στους λαούς.
Ενισχύει την προπαγάνδα περί συναίνεσης στα αντεργατικά, αντιλαϊκά μέτρα και πολιτικές που προωθούνται από το κεφάλαιο ενάντια στις εργαζόμενες λαϊκές μάζες και τη νεολαία.
Προσυπογράφει το «δικαίωμα» καταλήστευσης του εθνικού πλούτου από τους ιμπεριαλιστές λύκους.
Νομιμοποιεί την ύπαρξη αυτού του αντιδραστικού συνασπισμού του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου.
Ταυτόχρονα και με τον ίδιο τρόπο:
Προσφέρει άλλοθι στους κυβερνώντες να προωθούν τα αντιλαϊκά μέτρα που έτσι κι αλλιώς θα έπαιρναν στο όνομα της «κοινής ευρωπαϊκής υπόθεσης».
Παρέχει συγχωροχάρτι σε όσους κοροϊδεύουν τον κόσμο ότι τάχα αγωνίζονται για μια «άλλη Ευρώπη» ενώ και οι ίδιοι γνωρίζουν πως τέτοια ούτε υπάρχει ούτε και μπορεί να υπάρξει.
Τροφοδοτεί τις δικαιολογίες εκείνων που καμώνονται ότι μετέχουν στις ευρωεκλογές για να «μεταφέρουν τον αγώνα» (και) μέσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Ενισχύει τις τάσεις και διαθέσεις εκτροπής της λαϊκής πάλης σε δρόμους ανώδυνους για το σύστημα και αδιέξοδους για το λαό.
Είναι καθαρό ότι ο μόνος δρόμος για την υπεράσπιση, προώθηση των λαϊκών συμφερόντων και προσδοκιών είναι αυτός που οδηγεί στη συγκρότηση των λαϊκών δυνάμεων και στα επίπεδα που απαιτούν οι καιροί.
Αυτό μπορεί να πραγματοποιείται μόνο μέσα από την επιμονή, διαρκή και αδιάλλακτη προώθηση, ενίσχυση της ταξικής πάλης η οποία ήδη διεξάγεται καθημερινά με διάφορες μορφές και εκφράσεις. Μια κατεύθυνση που στη συγκεκριμένη περίπτωση εκφράζεται με τη θέση της ΑΠΟΧΗΣ από τη φάρσα των ευρωεκλογών.