Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΑΛΙΝ (από κείμενο του ΚΚΕ(μ-λ) το 1982)

Το κείμενο αυτό το βρήκαμε στο blog Οπορτουνιστική Παρέκκλιση και το ...αρχειοθετούμε και στο δικό μας!

“Η δικτατορία του προλεταριάτου συνδέεται άρρηκτα με την ταξική πάλη. Σε συνθήκες οικοδόμησης του σοσιαλισμού η οποιαδήποτε παραγνώριση της ταξικής πάλης σαν κινητήρια δύναμη και της σοσιαλιστικής κοινωνίας έρχεται να θίξει κύρια και την ίδια τη δικτατορίατου προλεταριάτου. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της πρώτης σοσιαλιστικής χώρας της Σοβιετικής Ένωσης όπου το 1936 επίσημα μέσα στο σοβιετικό Σύνταγμα αναιρείται ουσιαστικά η ταξική πάλη και συνεπώς η δικτατορίατου προλεταριάτου. Μάλιστα στην «Ιστορία του ΚΚΣΕ» που γράφτηκε στην εποχή του Στάλιν αναφέρεται: «Έτσι η ΕΣΣΔ μπήκε σε καινούριο στάδιο ανάπτυξης, το στάδιο της ολοκλήρωσης του χτισίματος της σοσιαλιστικής κοινωνίας, όπου καθοδηγητική αρχή της κοινωνικής ζωής θα είναι η κομμουνιστική αρχή: από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του».

Οι αλλαγές του Συντάγματος του 1924 είχαν ήδη αποφασισθεί από το 7ο Συνέδριο των Σοβιέτ και ειδική Συνταγματική Επιτροπή που συγκροτήθηκε με την προεδρία του Στάλιν, ο οποίος και εισηγήθηκε τις τροποποιήσεις, που έγιναν αποδεχτές στο 8ο Έκτακτο Συνέδριο των Σοβιέτ. Η αιτιολόγηση των τροποποιήσεων ήταν ότι το Σύνταγμα του 1924 είχε διατυπωθεί στην πρώτη περίοδο της ΝΕΠ «τότε που η εξουσία των σοβιέτ ανέχονταν ακόμα την ανάπτυξη του καπιταλισμού δίπλα στην ανάπτυξη του σοσιαλισμού» και ότι «τότε δεν είχε λυθεί ακόμα το ζήτημα ποιος-ποιον». Επίσης ότι «τα κεφαλαιοκρατικά στοιχεία ήδη είχαν ξεκαθαριστεί ολότελα, νίκησε το σοσιαλιστικό σύστημα σε όλους τους τομείς της λαϊκής οικονομίας», ότι «καταργήθηκε για πάντα η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο» κτλ. Διαπιστώνονταν επίσης ότι «έτσι σβήνουν τα ταξικά όρια ανάμεσα στους εργαζόμενους της ΕΣΣΔ, εξαφανίζεται η παλιά ταξική αποκλειστικότητα. Πέφτουν και εξαφανίζονται οι οικονομικές και πολιτικές αντιθέσεις ανάμεσα στους εργάτες, τους αγρότες και τους διανοούμενους . Δημιουργήθηκε η βάση για την ηθικοπολιτική ενότητα της κοινωνίας». Και στο σημείο μάλιστα για την καθολική ψηφοφορία αναφέρονταν: «Αυτό σημαίνει ότι οι πολίτες της ΕΣΣΔ που έκλεισαν τα 18 χρόνια, ανεξάρτητα από τη φυλή και εθνικότητα που ανήκουν, από θρήσκευμα, μορφωτικό επίπεδο, τόπο κατοικίας, κοινωνική προέλευση, περιουσιακή κατάσταση και προηγούμενη δράση, έχουν το δικαίωμα να πάρουν μέρος στην εκλογή των βουλευτών και να εκλεγούν, εκτός από τους τρελούς και όσους έχουν στερηθεί με δικαστική απόφαση τα εκλογικά τους δικαιώματα».

Τα αξιώματα αυτά τα συναντάμε και στα «Ζητήματα Λενινισμού» του Στάλιν και σε άλλες αποφάσεις και κείμενα. Βέβαια ο ίδιος ο Στάλιν όταν έγραφε το 1952 τα «Προβλήματα οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» έμμεσα και απαντώντας στον Γιαροσένκο έρχεται να αναθεωρήσει τη θέση αυτή και να υποστηρίξει τη συνέχιση της ταξικής πάλης μέσα σε συνθήκες οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Αλλά κάτι τέτοιο όπως κι άλλες ανάλογες τοποθετήσεις αδυνατούσαν να θέσουν το ζήτημα στη σωστή του βάση και με όλες του τις συνέπειες, τη στιγμή που για δυο δεκαετίες περίπου ίσχυε και προβάλλονταν επίσημα η ανυπαρξία των τάξεων και της πάλης ανάμεσά τους, μιας και λύθηκε το ζήτημα «ποιος-ποιον», «ξεκαθαρίστηκαν ολότελα τα καπιταλιστικά στοιχεία», «καταργήθηκε για πάντα η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο», δημιουργήθηκε η «ηθικοπολιτική ενότητα της κοινωνίας» μιας κοινωνίας που έχει μόνον πολίτες (κι όχι τάξεις με αντιθετικά συμφέροντα) και στην οποία όλοι ασκούν δικαιώματα, όπως αυτό της ψήφου, πλην των «τρελών» και αυτών που έχουν στερηθεί δικαστικά κάτι τέτοιο.

Πάνω σ’ αυτήν εδώ τη βάση μπορεί να οικοδομηθεί αβίαστα η θεωρία του «παλλαϊκού κράτου» και να γίνεται ακατανόητη η θέση για κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου. Έτσι μας είναι ακατανόητη και αντιφατική η ισχυροποίηση ενός κράτους μέσα σε μια κοινωνία όπου ταξικές αντιθέσεις δεν υπάρχουν και μάλιστα ανταγωνιστικές και η επίκληση του εξωτερικού εχθρού δεν δικαιολογεί κάτι τέτοιο, ίσα – ίσα το ανατρέπει. Το προλεταριακό κράτος, δηλ. η δικτατορία του προλεταριάτου θα ‘ναι μια εξουσία κρατική, που θα βαίνει στην απονέκρωσή του, στο βαθμό που ορισμένες από τις λειτουργίες του καθίστανται μη αναγκαίες.

Με τη θέση για το «στάδιο ολοκλήρωσης του χτισίματος της σοσιαλιστικής κοινωνίας και του βαθμιαίου περάσματος στην κομμουνιστική κοινωνία», ανατρέπεται η σωστή θεωρία του σοσιαλισμού (κι όχι του κομμουνισμού) σε μια χώρα μόνο, η αναγκαιότητα της διεθνιστικής διάστασης του κομμουνιστικού κινήματος, η ύπαρξη του κράτους της δικτατορίας του προλεταριάτου και η συνέχιση της ταξικής πάλης μέχρι την αταξική κοινωνία, η θεωρία του «αδύνατου κρίκου», που πρέπει ωστόσο να τραβήξει ολόκληρη την αλυσίδα, την αναγκαιότητα ενός και μοναδικού σταδίου μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, το στάδιο δηλ. της δικτατορίας του προλεταριάτου, και τέλος την ανάδειξη των παραγωγικών δυνάμεων σε καθοριστικό παράγοντα εξέλιξης της κοινωνίας σε αντίθεση με τις παραγωγικές σχέσεις και της ταξικής πάλης. Ο Μάο Τσε Τουνγκ είναι ο πιο σύγχρονος διανοητής του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος που κατόρθωσε σ’ ένα βαθμό να συνοψίσει την αρνητική πείρα της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών συμπεριλαμβανομένης και της Κίνας, να κωδικοποιήσει ορισμένα βασικά διδάγματα και να τα δοκιμάσει στην πράξη, μέσα στη σύνθετη κινέζικη πραγματικότητα. Η βασικότερη προσφορά του στον τομέα αυτό συνοψίζεται στη διαπίστωση, ή καλύτερα στην επαναβεβαίωση ότι σ’ όλη τη φάση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης υπάρχουν τάξεις, ταξικές αντιθέσεις και ταξική πάλη. Ο Μαρξ μιλάει για «αδιάκοπη επανάσταση σ’ όλη τη μεταβατική περίοδο». Ότι το «ποιος-ποιον» δεν έχει λυθεί για πάντα με την κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο και ότι κίνδυνοι παλινόρθωσης υπάρχουν συνεχώς. Ότι για να αποτραπούν αυτοί οι κίνδυνοι χρειάζονται πολλές Πολιτιστικές Επαναστάσεις, χρειάζεται ν’ αναζητείται η αστική τάξη μέσα στο κόμμα και να διεξάγεται μάχη σ’ όλα τα επίπεδα ανάμεσα στις δυο γραμμές, την προλεταριακή και την αστική. Ότι η προλεταριακή γραμμή πρέπει να στηρίζεται και να κινητοποιεί τις λαϊκές μάζες για να ανατρέψουν την νέα γραφειοκρατική αστική τάξη που διαμορφώνεται στο κράτος, στο κόμμα, παντού. Να βαθαίνει και να επεκτείνεται η δικτατορία του προλεταριάτου, να χτυπιέται το αστικό δίκαιο, να ολοκληρώνει την ηγεμονία της η εργατική τάξη σ’ όλη την κοινωνία.”

Από κείμενο του ΚΚΕ(μ-λ), 1982

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Για την Οκτωβριανή Επανάσταση

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η εισήγηση του ΚΚΕ(μ-λ) στη διεθνή εκδήλωση που οργάνωσε για τα 90χρονα το Δεκέμβρη του 2007

Αγαπητοί Σύντροφοι και Φίλοι,

Συμπληρώθηκαν 90 χρόνια από την Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση. Την επανάσταση που άλλαξε τον κόσμο. Ακριβώς γι’ αυτό η αντιμετώπιση του Οκτώβρη δεν μπορεί να γίνει απλά και μόνο στη βάση ενός ιστορικού γεγονότος, έστω πολύ μεγάλων διαστάσεων και σημασίας. Μπορεί και πρέπει να αντιμετωπισθεί και σαν ένα ΣΗΜΕΡΙΝΟ πολιτικό ζήτημα.

Ο τρόπος που ορίζουμε τα σημερινά προβλήματα του κόσμου και την απάντηση που θεωρούμε ότι πρέπει να δοθεί καθορίζει και την οπτική μας απέναντι στον Οκτώβρη.

Ο τρόπος που εκτιμούμε την Οκτωβριανή Επανάσταση επιδρά με τη σειρά του καθοριστικά στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τα σημερινά προβλήματα.

Βεβαίως όχι όλοι με τον ίδιο τρόπο, αλλά σε συνάρτηση με την ταξική, ιδεολογική και πολιτική σκοπιά που βλέπει κανείς τα πράγματα.

Γι’ αυτό και όλες οι αναλύσεις, τοποθετήσεις, εκδηλώσεις γίνονται με αφορμή αυτήν την επέτειο, αντιμετωπίζουν με ολότελα διαφορετικό τρόπο η κάθε μια την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ακριβώς επειδή με διαφορετικό τρόπο αντιμετωπίζουν και την σημερινή πραγματικότητα.

Ας το δούμε λίγο σε αναφορά με ένα κεντρικό ιδεολογικό, πολιτικό ζήτημα του σήμερα. Την -κυρίαρχη μάλιστα σήμερα- άποψη πως ο καπιταλισμός είναι «μονόδρομος».

Αστοί και κεφαλαιοκράτες διακηρύσσουν σ’ όλους τους τόνους και πάνω απ’ όλα τα μέσα, πως ναι είναι «μονόδρομος». Θα λέγαμε για έναν και μόνο απλούστατο λόγο. Επειδή θέλουν να είναι μονόδρομος. Επειδή θέλουν να αποκλείσουν την πιθανότητα αναζήτησης άλλου δρόμου από αυτόν που διασφαλίζει η κυριαρχία τους και την ανεμπόδιστη εκμετάλλευση και καταπίεση των λαών.

Η εργατική τάξη, οι κολασμένοι της γης, αρνούνται αυτό τον «μονόδρομο» αναζητούν τους δικούς τους δρόμους, αγωνίζονται ενάντια στο καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα, προσβλέπουν στην ανατροπή του και σε μια άλλη -σοσιαλιστική- κοινωνία.

Οι μικροαστοί και κάθε λογής «ενδιάμεσοι» στριφογυρίζουν απεγνωσμένα ταλαντευόμενοι διαρκώς και αναζητώντας τον «σοσιαλισμό» τους μέσα στον καπιταλισμό, υποτασσόμενοι στην πραγματικότητα στον καπιταλιστικό «μονόδρομο».

Αντίστοιχη είναι και η αντιμετώπιση του Οκτώβρη. Για τους εκμεταλλευτές και δυνάστες των λαών υπήρξε ένα «έγκλημα» ακριβώς επειδή έγκλημα αποτελεί γι’ αυτούς κάθε κίνηση που αμφισβητεί που βάζει εμπόδια στη δυνατότητά τους να εκμεταλλεύονται και να δυναστεύουν τον κόσμο. Ακριβώς επειδή μόνο σαν «έγκλημα» θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν μια Επανάσταση που όρθωνε φραγμό στα εγκλήματά τους ενάντια στην ανθρωπότητα.

Για τους κάθε λογής μικροαστούς ρεφορμιστές ο Οκτώβρης προχώρησε πέραν του «επιτρεπτού» και της «καλώς νοούμενης» αλλαγής πραγμάτων. Δηλαδή αυτής που θα της έδινε την θέση και τον ρόλο που θεωρούν πως τους «αξίζει». Ο Οκτώβρης ανατρέποντας μαζί με την φεουδαρχία και την αστική τάξη, παραμέρισε ταυτόχρονα και τους κάθε λογής καιροσκόπους αναδείχνοντας σε πρώτο πλάνο την εργατική τάξη και τις επαναστατικές δυνάμεις. Αυτό ήταν που δεν συγχώρεσαν ποτέ στον Λένιν και τους Μπολσεβίκους.

Για την εργατική τάξη, τους λαούς της γης, του κόσμου της δουλειάς και της βιοπάλης ο Οκτώβρης ήταν η αστραπή που φώτισε τον κόσμο τους. Ο κεραυνός που συνέτριψε τους δυνάστες τους. Η Επανάσταση που άνοιξε την πόρτα της Ιστορίας στους κολασμένους της γης.

Τι ήταν λοιπόν και τι είναι ο Οκτώβρης; Ποιον ρόλο έπαιξε στην πορεία και η εξέλιξη της ταξικής πάλης στην πορεία και την ανέλιξη της Ιστορίας;

Τον Οκτώβρη του 1917 η κόκκινη εργατική φρουρά της Πετρούπολης, οι επαναστατημένοι φαντάροι και ναύτες καταλαμβάνουν με έφοδο τα Χειμερινά Ανάκτορα. Και τίποτα δεν ήταν πλέον όπως πριν. Γιατί ξωπίσω τους κινήσανε τα εκατομμύρια των κολασμένων της γης, αποφασισμένων να πάρουν κι αυτοί μέρος σ’ αυτή την έφοδο στον ουρανό. Κι ένας κόσμος ολάκερος διάβηκε ορμητικά το κατώφλι της Ιστορίας. Ένα παγκοσμίων διαστάσεων απελευθερωτικό κίνημα διαμόρφωνε πλέον νέες πραγματικότητες στον κόσμο.

Το πέρασμα των μαζών στο προσκήνιο της Ιστορίας, η ανύψωσή τους σε ενεργό υποκείμενο της ιστορικής εξέλιξης υπήρξε μια καταλυτικού χαρακτήρα ανατροπή. Αχρήστευσε όλα τα παραδεκτά δεδομένα, τις σταθερές και τις συντεταγμένες με τις οποίες λειτουργούσε μέχρι τα τότε ο κόσμος. Οι εξελίξεις κινούνταν πλέον σ’ ένα εντελώς νέο πεδίο και διαμορφώνονταν στη βάση εντελώς διαφορετικών όρων απ’ ό,τι προηγούμενα. Ο κόσμος ήταν πλέον αλλιώς.

Αυτή την εξέλιξη δεν την αποδέχτηκαν ποτέ οι δυνάμεις του συστήματος. Την πολέμησαν και συνεχίζουν να την πολεμούν.

Και είναι αυτό ακριβώς που επιχειρούν σήμερα.

Να ξαναβάλουν τους λαούς στο περιθώριο.

Χωρίς συνείδηση της υπόστασης και των δικαιωμάτων τους.

Να τσακίσουν κάθε διάθεση και δυνατότητα αντίστασης και πάλης.

Να τους μετατρέψουν σε μια άβουλη, αδρανή και υποταγμένη μάζα.

Να διαμορφώσουν συνολικά τους όρους ενός σύγχρονου Μεσαίωνα.

Είναι αυτές οι σημερινές επιδιώξεις του καπιταλιστικού, ιμπεριαλιστικού συστήματος στη βάση της οποίας διάφοροι «ιστορικοί» αντιμετωπίζουν την Οκτωβριανή Επανάσταση και το σοσιαλισμό στον οποίο αυτή η επανάσταση άνοιξε τον δρόμο. Την πανστρατιά της λάσπης δεν είναι το χτες αυτό που κύρια την απασχολεί. Αυτό που στοχεύουν είναι το ΣΗΜΕΡΑ. Αν προσπαθούν να «διαγράψουν» τον Οκτώβρη, αν προσπαθούν να «εξαφανίσουν» από την ιστορία της ανθρωπότητας την σοσιαλιστική της περίοδο, δεν είναι για να ξαναγράψουν σε κάποια βιβλία -«διορθωμένη»- την ιστορία του χτες. Είναι για να επιδράσουν στην διαμόρφωση των όρων που καθορίζουν τις σημερινές και αυριανές εξελίξεις. Είναι επειδή παρά την παλινόρθωση και την ήττα, οι υποθήκες που άφησε ο Οκτώβρης, η σοσιαλιστική οικοδόμηση, οι κατακτήσεις των λαών, εξακολουθούν να ορθώνουν φραγμούς στους σημερινούς σχεδιασμούς τους.

Όχι δεν είναι άτρωτο, πανίσχυρο και ανίκητο το σύστημα, όπως επιχειρούν σήμερα να το εμφανίσουν προσπαθώντας να διασφαλίσουν την υποταγή των λαών.

Το έχει αποδείξει κιόλας η Οκτωβριανή Επανάσταση συντρίβοντας την εξουσία του κνούτου και μαζί της το προαιώνιο δέος απέναντι στην παντοδυναμία των αφεντάδων. Συνέχισαν να το αποδεικνύουν οι δεκάδες επαναστάσεις που ακολούθησαν το φωτεινό της παράδειγμα.

Όχι δεν είναι ματαιοπονία, δεν είναι ένα αδιέξοδο εγχείρημα το να πάρει ο κόσμος τη δουλειάς την εξουσία. Ότι κάτι τέτοιο μπορεί να υπάρξει μόνο σαν ένα συμπτωματικό γεγονός, σαν μια στιγμιαία «ιδιοτροπία» της Ιστορίας. Οι Ρώσοι εργάτες και η επαναστατημένη φτωχή αγροτιά απέδειξαν ότι μπορεί να κρατηθεί κόντρα στην περικύκλωση και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και τον αποκλεισμό. Πάνω απ’ όλα ότι μπορεί να δημιουργήσει νέες πραγματικότητες.

Όχι δεν είναι νομοτέλεια η εκμετάλλευση. Δεν είναι η αντικειμενική αναγκαιότητα η ανεργία. Δεν υπαγορεύονται από τους «νόμους της οικονομίας» αλλά από την ακόρεστη δίψα του κεφαλαίου για κέρδη, οι «ελαστικές» σχέσεις εργασίας, δηλαδή ο εξαναγκασμός των εργαζομένων να αναζητούν δεύτερη και τρίτη -ανασφάλιστη- δουλειά ώστε να προσφέρουν πολλαπλάσια στο κεφάλαιο.

Το απέδειξε ο σοσιαλισμός που διασφάλισε σταθερή δουλειά για όλους, που καθιέρωσε πριν από 90 χρόνια σε μια φτωχή και καθυστερημένη τότε χώρα το 8ωρο, το 7ωρο, το 6ωρο για τις βαριές και ανθυγιεινές δουλειές.

Όχι, δεν είναι «αναλογιστικό» πρόβλημα «διαχείρισης» η διασφάλιση των απόμαχων της δουλειάς. Δεν οφείλονται σε «ελλείμματα των Ταμείων» οι άθλιες συνθήκες περίθαλψης των λαϊκών στρωμάτων. Δεν οφείλονται σε «στενότητα πόρων» η πείνα και οι αρρώστιες που θερίζουν εκατομμύρια κόσμο σε εκτεταμένες περιοχές του πλανήτη.

Το απέδειξαν οι λαοί της ΣΕ της Κίνας και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών που από την μαύρη καθυστέρηση πέρασαν σύντομα σ’ ένα επίπεδο όπου μπορούσαν να διασφαλίζουν τροφή, ασφάλεια, ίση και δωρεάν περίθαλψη για όλους.

Όχι, δεν είναι προνόμιο μιας μειοψηφίας η μόρφωση και η επιστήμη δεν αφορά μόνο μια ελίτ, η τέχνη ο πολιτισμός.

Το απέδειξε ο σοσιαλισμός εδώ και δεκαετίες πραγματοποιώντας μια μορφωτική επανάσταση μέσα στην Επανάσταση, εξαλείφοντας τον αναλφαβητισμό πολύ πριν τεθεί καν ως ζήτημα στις αναπτυγμένες και υποτίθεται πολιτισμένες καπιταλιστικές χώρες. Το έθεσε σε μια εντελώς νέα βάση ανοίγοντας τις πόρτες της επιστήμης, της τέχνης και του πολιτισμού στα εκατομμύρια των ανθρώπων της δουλειάς.

Όχι, δεν οφείλονται στις «τυφλές δυνάμεις του σύμπαντος» οι πόλεμοι, αυτά τα σφαγεία των λαών. Δεν ήταν επιχείρηση «εκπολιτισμού των αγρίων» η αποικιοκρατία. Δεν ήταν και δεν είναι «ειρηνευτικές» οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις που μακέλεψαν εκατομμύρια. Ήταν και παραμένουν συνειδητές επιλογές ενός συστήματος που είναι θεμελιωμένο πάνω στη βία που ζει και τρέφεται από τον ιδρώτα και το αίμα των λαών.

Το απέδειξε αυτό η Οκτωβριανή επανάσταση καθώς αποτέλεσε την έμπρακτη απάντηση των λαών σ’ αυτή τη βαρβαρότητα.

Όχι δεν είναι ουτοπία, δεν είναι αναίρεση της «φυσικής τάξης πραγμάτων» η ανατροπή εκείνων που θέλει να εμφανίζονται σαν οι μόνοι αρμόδιοι και ικανοί στην διαχείριση των υποθέσεων της κοινωνίας.

Το απέδειξαν αυτό οι εργάτες και οι μουζίκοι που ανέλαβαν να οικοδομήσουν τον σοσιαλισμό αποδείχνοντας στην πράξη ότι η παραγωγή, η οικονομία, η κοινωνία μπορεί να λειτουργήσει και να αναπτυχθεί παραμερίζοντας την εκμεταλλευτική κυρίαρχη τάξη.

Όχι, δεν είναι ανέφικτο όνειρο η απελευθέρωση των λαών από το σιδερένιο εκμεταλλευτικό πλέγμα του καπιταλιστικού, ιμπεριαλιστικού συστήματος.

Το απέδειξε αυτό το γιγάντιο απελευθερωτικό κίνημα που πυροδότησε σε παγκόσμια κλίμακα ο Οκτώβρης. Η πάλη της εργατικής τάξης και των λαών που πήρε νέα και πολύ μεγαλύτερη ορμή. Η συντριβή της ναζιστικής επιδρομής που είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Οι δεκάδες επαναστάσεις που ακολουθώντας το παράδειγμα του Οκτώβρη, συγκλόνισαν και άλλαξαν τον κόσμο.

Όχι, δεν είναι μονόδρομος ο καπιταλισμός.

Το έχει αποδείξει κιόλας το εργατικό κομμουνιστικό κίνημα. Πραγματοποιώντας την Οκτωβριανή Επανάσταση. Οικοδομώντας το σοσιαλισμό. Ανοίγοντας νέους δρόμους για την ανθρωπότητα. Γι’ αυτό και λυσσομανάνε ενάντιά του. Επειδή το εργατικό κομμουνιστικό κίνημα υπήρξε η μεγαλύτερη απειλή που εμφανίστηκε στην ιστορία για τους δυνάστες των λαών, για τις κυρίαρχες και προνομιούχες τάξεις. Ακριβώς επειδή απέδειξε ότι είχε και την αδιαπραγμάτευτη θέληση αλλά και την ικανότητα της συνολικής και έμπρακτης απάντησης.

Γι’ αυτό και δεν κουράζονται να καταριούνται και να συκοφαντούν:

Τον Μαρξ που θεμελίωσε την σύνδεση του εργατικού κινήματος με τη σοσιαλιστική-κομμουνιστική κοσμοαντίληψη.

Τον Λένιν που καθοδήγησε την επανάσταση που ανέτρεψε την κυριαρχία τους.

Τον Στάλιν που θεμελίωσε το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος.

Τον Μάο που καθοδηγώντας της επανάσταση στην Κίνα διαμόρφωσε έναν νέο παγκόσμιο συσχετισμό και που στην συνέχεια επιχείρησε να ανοίξει νέους δρόμους με την Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση.

Ματαιοπονούν ωστόσο.

Το «φάντασμα που προσπαθούνε να ξορκίσουν παίρνει καθημερινά υπόσταση μέσα στη «νέα» πραγματικότητα που επιχειρούν να διαμορφώσουν.

Με την επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη και με στόχο την επαναθεμελίωση της ταξικής τους κυριαρχίας με τον πιο απόλυτο τρόπο.

Με την επέλαση του ιμπεριαλισμού ενάντια στους λαούς και με στόχο την επανακατάτκηση, επαναποικιοποίηση του κόσμου.

Με τον λυσσαλέο ανταγωνισμό των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για το ξαναμοίρασμα του κόσμου και τους κινδύνους που συνεπάγεται αυτό για την ανθρωπότητα.

Με τις επεμβάσεις, τους πολέμους, το μακέλεμα των λαών. Με την ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, την εξαθλίωση εκατομμυρίων, το σύγχρονο δουλεμπόριο. Με την συγκέντρωση του πλούτου σε μια μειοψηφία χωρών και την εξαθλίωση από την άλλη, την ερήμωση ολάκερων χωρών.

Μια πολιτική που δεν οφείλεται παρά στην ίδια τη φύση του καπιταλιστικού, ιμπεριαλιστικού συστήματος. Στην ακόρεστη δίψα του κεφαλαίου για κέρδη. Στην ακατάσχετη ροπή του ιμπεριαλισμού για επέκταση. Στα εγκληματικά χαρακτηριστικά που διαμορφώνουν αυτές οι τάσεις και που με βάση την ανατροπή των συσχετισμών, αναπτύσσονται σήμερα ασυγκράτητα.

Γι’ αυτό και αυτό το σύστημα δεν μπορεί να βελτιωθεί. Δεν μπορεί να διορθωθεί. Δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί. Δεν μπορεί να αλλάξει. Μπορεί μόνο να ανατραπεί.

Αυτή είναι η μόνη πραγματική διέξοδος για τους λαούς που υφίστανται την βαρβαρότητα του συστήματος. Και είναι αυτό που συνδέει τη σημερινή πραγματικότητα με τον Οκτώβρη και το σοσιαλιστικό δρόμο που αυτός άνοιξε. Είναι αυτό που αναδείχνει την αναγκαιότητα ενός νέου Οκτώβρη.

Όχι, δεν εννοούμε καθόλου πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται.

Τουλάχιστον όχι με τον ίδιο τρόπο.

Ο νέος Οκτώβρης, που μπορεί να ‘ναι και Μάρτης ή Δεκέμβρης, θα ‘ρθει από τους δικούς του δρόμους. Θα ‘χει την δική του μορφή. Θα απαντάει στα ίδια κατά βάση προβλήματα. Αλλά με τον δικό του τρόπο. Θα ‘ναι «ίδιος» και ταυτόχρονα θα ‘ναι αλλιώτικος.

Ούτε βέβαια θα αποπειραθούμε να τον «περιγράψουμε». Δεν είναι στις δικές μας συνήθειες κάτι τέτοιο. Μπορούμε ωστόσο να θέσουμε ορισμένα βασικά ζητήματα.

Έχουμε καθαρό ότι η διέξοδος για τους λαούς δεν μπορεί να αναζητηθεί πουθενά αλλού παρά στη σύγχρονη πραγματικότητα. Στις σημερινές αντιθέσεις. Στις δυνάμεις που διαμορφώνονται και αναπτύσσονται στη βάση αυτών των αντιθέσεων. Στη σημερινή ταξική πάλη και τους όρους που αυτή διαμορφώνει.

Θεωρούμε σαν θεμελιακή προϋπόθεση την «εκ νέου» συγκρότηση της εργατικής τάξης σε «τάξη για τον εαυτό της». Επειδή μόνο μια τάξη μπορεί να ανατρέψει μια άλλη τάξη.

Την σε διαλεκτική συνάρτηση με το προηγούμενο ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος στη βάση των απαιτήσεων της εποχής μας. Επειδή όπως απέδειξε η Ιστορία και συνεχίζει να μας δείχνει η πραγματικότητα, η σύνδεση του εργατικού κινήματος με την κομμουνιστική κοσμοαντίληψη ήταν που συγκρότησε το «σώμα» καθολικής και σταθερής άρνησης του καπιταλιστικού συστήματος. Την δύναμη ανατροπής του. Την κοινωνική-πολιτική βάση περάσματος στον σοσιαλισμό.

Την αποκατάσταση και επαναπροβολή της σοσιαλιστικής διεξόδου, του σοσιαλιστικού οράματος στις συνειδήσεις των λαών. Επειδή αποτελεί την μόνη πραγματική και ολοκληρωμένη διέξοδο για τους λαούς. Ταυτόχρονα επειδή μπορεί να ερμηνεύει και να ενοποιεί την πάλη των λαϊκών μαζών.

Αυτή η ανασυγκρότηση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πουθενά αλλού παρά μόνο στο πεδίο της ταξικής πάλης. Έξω απ’ αυτήν μπορεί να γίνονται μόνο σχεδιασμοί επί χάρτου. Μόνο μέσα στην πάλη με την πρωτοπόρα συμμετοχή και δράση των κομμουνιστών, την σύνδεση με τον λαό, τα προβλήματα και τους αγώνες του μπορούν να παίρνουν πραγματική υπόσταση οι όποιες προσπάθειες ανασυγκρότησης σε οποιοδήποτε πεδίο. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους μια θεμελιώδης προϋπόθεση αυτής της κατεύθυνσης είναι η κριτική αποτίμηση, η συναγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων για τις αιτίες και τους όρους της παλινόρθωσης, της ήττας. Ακριβώς για να συνδέσουμε, για να εντάξουμε τα όποια συμπεράσματά μας στη σημερινή γραμμή και πάλη.

Ας έχουμε καθαρό ότι η συγκρότηση του προλεταριάτου σε τάξη για τον εαυτό της έχει σαν βασικό της στοιχείο τη συνείδηση του ιστορικού του ρόλου, σαν φορέα της επαναστατικής ανατροπής και της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Αυτό ωστόσο δεν μπορεί να γίνει χωρίς ουσιαστικές και πειστικές απαντήσεις πάνω στις αιτίες και τους όρους της παλινόρθωσης, της ήττας. Δεν μπορούμε να προσπεράσουμε ιστορικές εξελίξεις τέτοιου συγκλονιστικού χαρακτήρα σαν να μην έχουν αυτές υπάρξει. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις καταλυτικές συνέπειες που είχαν στις συνειδήσεις των μαζών τα ερωτήματα που έχουν γεννήσει, για τον απλούστατο λόγο ότι θα τα βρίσκουμε συνέχεια μπροστά μας. Βεβαίως η ταξική πάλη δεν σταμάτησε ποτέ και ούτε πρόκειται να σταματήσει. Το ποιους δρόμους θα παίρνει ωστόσο, σε ποιες κατευθύνσεις αν διαμορφώνει όρους προοπτικής ή οδηγείται σε αδιέξοδα, αυτό βρίσκεται σε συνάρτηση με το αν και ποιες απαντήσεις θα δίνονται στα ζητήματα που έχουν τεθεί.

Πάνω σ’ αυτό το ζήτημα αναπτύσσεται ήδη μια ολάκερη φιλολογία και από όλες τις πολιτικές πλευρές. Για αναγκαιότητα επανεκτίμησης, επαναπροσδιορισμού, επανίδρυσης, αυτοκριτικής κ.λπ., κ.λπ. Φυσικά από την ταξική και πολιτική σκοπιά της κάθε πλευράς και σε σύνδεση με τις στοχεύσεις της. Από την αστική προπαγάνδα με τα άπειρα μέσα και τους χιλιάδες κονδυλοφόρους της που ακατάπαυτα μιλούν για την «αποτυχία» του εγχειρήματος» για το «αδιέξοδο» στο οποίο οδήγησε, για το «ουτοπικό» σε τελευταία ανάλυση του πράγματος.

Από τους ρεφορμιστές για να αναδείξουν το σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο στο οποίο προσβλέπουν και για να δικαιώσουν την συνδιαλλαγή τους με το σύστημα, την ένταξή τους στον καπιταλιστικό «μονόδρομο». Από τους ρεβιζιονιστές με «αυτοκριτικές» που στην πραγματικότητα αποτελούν άρνηση κάθε αυτοκριτικής καθώς «προσπερνούν» τα πιο ουσιαστικά των προβλημάτων που έχουν τεθεί. Ακριβώς επειδή μια ουσιαστική προσέγγιση αυτών των ζητημάτων όχι μόνο θα αποκάλυπτε και τις δικές τους ευθύνες αλλά πάνω απ’ όλα την εμμονή τους στην ίδια στρεβλή παρωχημένη και αδιέξοδη κατεύθυνση. Από την μικροαστική διανόηση και τους καιροσκόπους διαφόρων διαβαθμίσεων που περιστρέφονται αυτάρεσκα γύρω από τον εαυτό τους αναμασώντας παμπάλαιες μεταφυσικές «εκτιμήσεις» σε μεταμοντέρνα συσκευασία με την φτηνή επιδίωξη «δικαίωσης» των ιδεοληψιών και της κενοδοξίας τους.

Απέναντι σ’ όλα αυτά, το ζητούμενο είναι εκείνη η κριτική αποτίμηση που συγκροτεί την εργατική τάξη, που την επανεξοπλίζει που την ξανακάνει ικανή να κινηθεί στην κατεύθυνση υλοποίησης της ιστορικής της προοπτικής. Αυτό είναι το αποφασιστικό κριτήριο. Και αυτό είναι ένα βασικό καθήκον με το οποίο έχουν να αναμετρηθούν οι κομμουνιστές. Ένα καθήκον που επιχείρησαν ήδη να το αντιμετωπίσουν οι Κινέζοι κομμουνιστές που με επικεφαλής τον Μάο Τσε Τουνγκ πραγματοποίησαν την ΜΠΠΕ. Ένα εγχείρημα που ανεξάρτητα με την τελική του έκβαση, άφησε πολύτιμες παρακαταθήκες στο παγκόσμιο προλεταριάτο. Ταυτόχρονα και ένα καθήκον στο οποίο οφείλει να ανταποκριθεί το κομμουνιστικό κίνημα σήμερα.

Ποιο το αντικείμενό μας

Αντικείμενό μας σε μια τέτοια κατεύθυνση, ο σοσιαλισμός. Αυτός που υπήρξε. Και όπως ακριβώς υπήρξε. Σ’ αυτό το πεδίο, σ’ αυτό το «σώμα» υπάρχουν όλα τα ζητούμενα και πουθενά αλλού. Οι απέραντες δυνατότητες που ανέδειξε η ύπαρξή του. Αλλά ταυτόχρονα και οι αδυναμίες του, οι ανεπάρκειες, τα λάθη. Οι αντιφάσεις που εξελίχθηκαν σε αντιθέσεις. Οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που αποτέλεσαν τους φορείς αυτών των αντιφάσεων, αντιθέσεων. Τα ζητήματα και τα πεδία στα οποία αναμετρήθηκαν.

Σε μια τέτοια βάση, δεν έχει κανένα νόημα για μας μια τέτοια συζήτηση που θα περιστρέφεται γύρω από το αν λ.χ. «εφαρμόστηκε σωστά η θεωρία». Που θα επικεντρώνεται σε «λάθη». Που θα κρίνει αυτό που έχει συντελεστεί σε αναφορά με κάποιο ιδεατό μοντέλο. Που θα περιορίζει την «εξήγηση» μιας τέτοιας ανατροπής στην «προδοσία» κάποιων στελεχών.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 πραγματοποιείται στην ΣΕ μια κρίσιμη ανατροπή. Οι ρεβιζιονιστές παίρνουν το πάνω χέρι και στρέφουν τη ΣΕ σε μια πορεία που το τέρμα της είναι η ολοκληρωτική καπιταλιστική παλινόρθωση. Η ανατροπή αυτή συνδέθηκε -όχι τυχαία- με τον θάνατο του Στάλιν. Αλλά αν το βιολογικό τέλος του Στάλιν εξάλειφε το μεγαλύτερο εμπόδιο στα σχέδια των ρεβιζιονιστών, το πραγματικό ζήτημα είχε ήδη τεθεί πριν και ανεξάρτητα απ’ αυτό.

Η ουσία του πράγματος βρισκόταν στο ότι η πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης είχε φτάσει σ’ ένα σημείο καμπής. Ο σοσιαλισμός έπρεπε να αντιμετωπίσει πλέον τα προβλήματα που έθετε η ίδια του η ανάπτυξη και μετά απ’ αυτά ένα συνολικό πρόβλημα πορείας. Αυτά άλλωστε αποτυπώθηκαν στις συζητήσεις που άνοιξαν την ίδια περίοδο, με πιο σημαντική αυτήν για τα οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού. Συζητήσεις που κατά την άποψή μας δεν αφορούσαν απλά τις διαφορετικές απόψεις κάποιων στελεχών, αλλά αντανακλούσαν και εξέφραζαν πραγματικές αντιφάσεις και αντιθέσεις που ήδη λειτουργούσαν στα πλαίσια της σοβιετικής κοινωνίας. Ταυτόχρονα και τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που ήδη αντιπαρατίθενταν στη βάση αυτών των αντιθέσεων και των διαφορετικών επιλογών που προωθούσαν.

Σε ποιες δυνάμεις αναφερόμαστε και πώς τις εννοούμε.

Η εργατική τάξη, η φτωχή αγροτιά, φαντάροι και ναύτες, με την πολιτική καθοδήγηση των μπολσεβίκων και στη βάση της επαναστατικής στρατηγικής του Λένιν, ανατρέπουν την κυριαρχία του συστήματος και παίρνουν την εξουσία. Οι ίδιες αυτές δυνάμεις αντιμετωπίζουν την αντεπανάσταση, σταθεροποιούν τη σοβιετική εξουσία και προωθούν τους πρωταρχικούς, βασικούς σοσιαλιστικούς μετασχηματισμούς. Σ’ αυτές τις δυνάμεις προστίθεται στην πορεία η -κατά Στάλιν- «εργαζόμενη διανόηση», οι γνωστοί σαν «κόκκινοι ειδικοί». Μια νέα κοινωνική κατηγορία που προέρχονταν από τον λαό και για ένα διάστημα συνέβαλε καθοριστικά στην αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων της σοβιετικής κοινωνίας.

Την ύπαρξη και συλλειτουργία αυτών των δυνάμεων θα πρέπει να την αντιλαμβανόμαστε σε μια ορισμένη βάση. Σαν ένα διαλεκτικά συναρτημένο πλέγμα δυνάμεων που λειτουργούν στη βάση συγκεκριμένων σχέσεων μεταξύ τους αλλά και συγκεκριμένων ρόλων για την κάθε μια απ’ αυτές. Μια σχέση που θέλει την εργατική τάξη σαν την βασική και ταυτόχρονα ηγετική κοινωνική δύναμη. Την εργατοαγροτική συμμαχία σαν κοινωνική βάση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Το κόμμα σαν την πολιτική έκφραση της εργατικής τάξης. Την εργαζόμενη διανόηση σαν υπάλληλη σχέση και το κράτος στην υπηρεσία τους.

Αυτές οι δυνάμεις και στη βάση μιας τέτοιας σχέσης αποτέλεσαν την δύναμη της επαναστατικής ανατροπής και του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Όχι απλά και μόνον με την έννοια της διαμόρφωσης συσχετισμών ισχύος αλλά και σαν μια σχέση στη βάση της οποίας «παράγονταν», προωθούνταν, αναπτύσσονταν η επαναστατική κατεύθυνση. Και εκείνο που χρειάζεται να υπογραμμιστεί εδώ είναι πως μόνο στη βάση αυτών των συγκεκριμένων σχέσεων μπορούσε να επιτελέσει έναν τέτοιο ρόλο.

Η «αποσύνδεση» των παραγόντων αυτού του πλέγματος, οι μεταβολές στις μεταξύ τους σχέσεις, οι ανατροπές σε ρόλους και «ιεραρχίες» αλλοιώνει τον χαρακτήρα του, μας δίνει μια εντελώς διαφορετική σύνθεση. Αυτές οι ανατροπές βρίσκονται και στη βάση της διαμόρφωσης των όρων που «προετοίμασαν» και οδήγησαν στη συνολική ανατροπή.

Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι.

Οι όροι της ανατροπής

Η κοινωνική δύναμη που αποτέλεσε τον φορέα της αντεπαναστατικής στροφής, που άνοιξε το δρόμο στη διαδικασία της παλινόρθωσης ήταν η ιντελιγκέντσια (η «εργαζόμενη διανόηση») που πολιτικά εκφράστηκε με το ρεβιζιονιστικό ρεύμα. Στη βάση ποιων όρων, ωστόσο, η «εργαζόμενη διανόηση» από κοινωνική κατηγορία «υπάλληλος» του επαναστατικού μπλοκ διαμορφώθηκε σε αντεπαναστατικό στρώμα και μάλιστα ικανό να πάρει την εξουσία;

Τον κεντρικό και αποφασιστικής σημασίας ρόλο σε μια τέτοια αρνητική εξέλιξη θεωρούμε πως έπαιξε η σταδιακή αδρανοποίηση της εργατικής τάξης. Η «απενεργοποίησή» της σε αναφορά με τη θέση, το ρόλο, την λειτουργία και τη δυνατότητα ενεργής παρέμβασής της στις εξελίξεις.

Η εργατική τάξη αποτέλεσε την αποφασιστική δύναμη της επανάστασης και τον βασικό κοινωνικό φορέα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Είχε πλήρη και ενεργή συμμετοχή όχι μόνο στην παραγωγή αλλά και στην εν γένει οικονομική λειτουργία, τη διαμόρφωση των κοινωνικών όρων αλλά και των πολιτικών αποφάσεων.

Στην πορεία, ωστόσο, αυτός ο τρόπος λειτουργίας αρχίζει να ατονεί. Όλο και περισσότερο η «αρμοδιότητα» μετατοπίζεται από την εργατική τάξη σε άλλα όργανα και δυνάμεις της σοβιετικής κοινωνίας (Κόμμα, κράτος, ιντελιγκέντσια). Αυτή η μετατόπιση, αυτή η αδρανοποίηση της εργατικής τάξης ήταν που έβγαλε τελικά «εκτός μάχης» τον πιο αποφασιστικό παράγοντα στήριξης της επαναστατικής κατεύθυνσης στην πορεία μετασχηματισμού της σοβιετικής κοινωνίας.

Μια ανάλογη εξέλιξη έχουμε σε σχέση με την λειτουργία και τον ρόλο του κόμματος. Το κόμμα των μπολσεβίκων είχε συγκροτηθεί και λειτουργούσε σε ολόπλευρη διαλεκτική σχέση με την εργατική τάξη και τις λαϊκές μάζες. Αντίστοιχη και η εσωτερική του δομή και λειτουργία από τη βάση μέχρι την κορυφή. Αυτά αποτέλεσαν και τους θεμελιώδεις παράγοντες που το κάναν ικανό να καθοδηγήσει τόσο την επανάσταση όσο και την πορεία των σοσιαλιστικών μετασχηματισμών. Από ένα σημείο και πέρα, ωστόσο, αυτή η λειτουργία αρχίζει και εδώ να ατονεί, ο ρόλος του κόμματος να υποβαθμίζεται.

Στην πραγματικότητα διαμορφώνονται οι όροι ενός «διαχωρισμού». Ανάμεσα στην πλατιά βάση του κόμματος από τη μια και το στελεχικό του δυναμικό από την άλλη. Το δεύτερο, από ένα σημείο και πέρα, λειτουργεί περισσότερο σαν στελεχικό δυναμικό του κράτους παρά του κόμματος. Έτσι δεν είχαμε την -όπως λέγεται από πολλούς- «υποταγή του κράτους στο κόμμα», αλλά την εντελώς αντίθετη εξέλιξη. Μια ανατροπή που αναιρούσε την διαλεκτική σχέση κόμματος-εργατικής τάξης. Απ’ αυτό το σημείο και πέρα, το κόμμα όλο και λιγότερο λειτουργούσε σαν η συμπυκνωμένη -πολιτική- έκφραση της εργατικής τάξης και όλο και περισσότερο σαν πεδίο «μεταφοράς αρμοδιότητας» από την εργατική τάξη στο κράτος (και μέσω αυτού στην ιντελιγκέντσια).

Από την άλλη μεριά έχουμε μια διαρκή ενίσχυση της θέσης και του ρόλου της ιντελιγκέντσιας στα διάφορα πεδία που αυτή λειτουργεί και δραστηριοποιείται. Στην παραγωγή, την εν γένει οικονομική και κοινωνική λειτουργία, στον χώρο της καθ’ αυτής διανόησης, στους θεσμούς, τους μηχανισμούς, το κόμμα, το κράτος. Όλο και περισσότερο διαμορφώνεται στον καθοριστικό παράγοντα που εκτιμά, κρίνει, σχεδιάζει, έχει την πρωτοβουλία κινήσεων, παίρνει τις αποφάσεις ή και υλοποιεί με τον «δικό της τρόπο» τις κεντρικές πολιτικές αποφάσεις.

Ταυτόχρονα, όλο και περισσότερο διαμορφώνεται στα πλαίσιά της μια αντίληψη ιδιαιτερότητας του ρόλου της, μια ιδεολογία ελίτ. Σ’ αυτή τη βάση, την επαναστατική κομμουνιστική κατεύθυνση την αντιλαμβάνονταν όλο και περισσότερο σαν ένα «καταναγκασμό» που την εμπόδιζε να αναπτύξει τις δυνατότητές της και από τον οποίο έπρεπε να «απαλλαγεί». Στην πραγματικότητα, αυτό που κυρίως έπαιρνε υπόσταση στα πλαίσιά της ήταν η ταξικού χαρακτήρα αντίθεσή της με την εργατική τάξη και τις λαϊκές μάζες.

Αυτή η εξέλιξη αρχίζει να παίρνει σοβαρή υπόσταση προς το τέλος της δεκαετίας του ’30 και ενισχύεται στην διάρκεια του πολέμου. Ιδιαίτερα προς το τέλος του και καθώς διαγράφεται η προοπτική της νίκης και η ισχυροποίηση της ΣΕ σε επίπεδα παγκόσμιας υπερδύναμης. Μια τέτοια προοπτική επιδρά στην ισχυροποίηση όλων αυτών των τάσεων και φιλοδοξιών (έως και μεγαλορωσικών). Ταυτόχρονα παροξύνονται η αντίθεσή τους απέναντι στην εργατική τάξη και οι διαθέσεις «απαλλαγής» από μια ιδεολογία που αποτελεί «φρένο» για την υλοποίηση αυτών των φιλοδοξιών.

Σ’ αυτές τις συνθήκες και με αυτούς τους όρους ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε ο ρόλος του κράτους. Με βάση τα αντικειμενικά δεδομένα και τις συνθήκες της περιόδου, έχουμε μια σημαντική συγκέντρωση αρμοδιοτήτων στο κράτος. Αυτό ήταν ως ένα βαθμό αντικειμενική αναγκαιότητα αλλά ταυτόχρονα εμπεριείχε αντιφάσεις, προβλήματα και κινδύνους. Το κράτος σαν οργανισμός δεν είναι κάτι αυθύπαρκτο. Συγκροτείται, υπάρχει και λειτουργεί σε αναφορά και στην υπηρεσία κοινωνικών δυνάμεων. Το σοβιετικό κράτος συγκροτείται από την εργατική τάξη και λειτουργεί σε αναφορά με αυτή και στην υπηρεσία της. Η σε μια πορεία «απενεργοποίηση» της εργατικής τάξης, η κατά μια έννοια «αποσύνδεση» του κράτους απ’ αυτήν δεν σήμαινε και την μετατροπή του σε αυθύπαρκτο οργανισμό. Το κράτος δεν ήταν και δεν θα μπορούσε να παραμείνει ένας «ουδέτερος» και «υπερταξικός» οργανισμός απλής διεκπεραίωσης υποθέσεων. Ο βαθμός «αποσύνδεσής» του από την εργατική τάξη σηματοδοτούσε ταυτόχρονα και τους ρυθμούς μετατροπής του σε κράτος της ιντελιγκέντσιας.

Έτσι έχουμε μια συνολική μετατόπιση του κέντρου βάρους της σοβιετικής κοινωνίας από την εργατική τάξη και την εργατοαγροτική συμμαχία στο νέο ηγετικό στρώμα της ιντελιγκέντσια. Ένα στρώμα που αποκτάει όλο και περισσότερο συνείδηση κοινότητας συμφερόντων και διαμορφώνει μια ιδιαίτερη δική του (ρεβιζιονιστική) ιδεολογία. Συγκροτείται, οργανώνεται και προετοιμάζεται με την επαναστατική κομμουνιστική πτέρυγα του ΚΚΣΕ. Η τελευταία και με επικεφαλής τον Στάλιν αντιδρά σ’ αυτές τις κινήσεις, ο τρόπος ωστόσο που συνολικά αντιμετωπίζει το ζήτημα δεν είναι επαρκής για την ανατροπή μιας κατεύθυνσης που είχε πάρει κιόλας το δρόμο της. Οι ρεβιζιονιστές ελίσσονται, αποφεύγουν την μετωπική αντιπαράθεση ενόσω ζει ο Στάλιν για να περάσουν στην τελική επίθεση μετά τον θάνατό του.

Για τις αιτίες

Ως προς τους όρους και τις αιτίες μιας τέτοιας εξέλιξης, θα μπορούσαμε ίσως να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα σε αντικειμενικές και υποκειμενικές, παρόλο που μια τέτοια διάκριση δεν είναι πάντα και τόσο «ασφαλής» ή ακόμα μπορεί να εμπεριέχει και στοιχεία υποκειμενισμού.

Το πέρασμα από ένα κοινωνικό, οικονομικό σύστημα σ’ ένα άλλο δεν ήταν ποτέ και δεν είναι μια «στιγμή» της ιστορίας. Όπως μας έχουν δείξει οι ιστορικές εξελίξεις, μπορεί να διαρκέσει έως και αιώνες. Από τις δουλοκτητικές στις φεουδαρχικές από τις φεουδαρχικές στον καπιταλισμό. Σ’ αυτή τη βάση ούτε και το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό θα μπορούσε (ή μπορεί) να γίνει εφάπαξ. Θα διαρκέσει και αυτό μια ιστορική περίοδο ανεξάρτητα από το ότι δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε την διάρκειά της.

Ο άλλος βασικός όρος του προβλήματος συνίσταται στο ότι οι σοσιαλιστικές-κομμουνιστικές παραγωγικές, οικονομικές, κοινωνικές κ.λπ. σχέσεις χρειάζονται, καθώς αναφέρει και ο Στάλιν, να «οικοδομηθούν από το μηδέν».

Αυτό είναι ένα πρόβλημα αντικειμενικού χαρακτήρα και συνδέεται με τον τρόπο λειτουργίας του καπιταλισμού, τον οποίο διαδέχεται ανατρέποντάς τον ο σοσιαλισμός. Ένα πρόβλημα που, ας σημειωθεί, δεν αντιμετώπισε ή το αντιμετώπισε σε πολύ μικρότερη κλίμακα ο καπιταλισμός διαδεχόμενος την φεουδαρχία. Η αστική τάξη ακόμη και στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος είχε τη δυνατότητα να διαμορφώνει -ως ένα βαθμό τουλάχιστον- παραγωγικές σχέσεις καπιταλιστικού χαρακτήρα. Αντίθετα στα πλαίσια του καπιταλισμού δεν είναι δυνατό να δημιουργηθούν σε καμία κλίμακα παραγωγικές σχέσεις σοσιαλιστικού χαρακτήρα, με βάση τον τρόπο λειτουργίας του.

Ο άμεσα ενεργός ρόλος της αστικής τάξης και του κεφαλαίου στην παραγωγική, οικονομική διαδικασία το αποκλείει καθώς θα προκαλούσε άμεση, μετωπική και καθολικού χαρακτήρα σύγκρουση. Τέτοια που μπορεί να λυθεί μόνο με την ανατροπή της κυριαρχίας του κεφαλαίου από την εργατική τάξη.

Ανάλογο χαρακτήρα και «όρια» έχει και η συγκρότηση της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη συγκροτείται στα πλαίσια του καπιταλισμού και στη βάση όρων που την φέρναν σε αγεφύρωτη και καθολικού χαρακτήρα αντίθεση με την αστική τάξη. Σαν δύναμη ικανή να ανατρέψει την κυριαρχία του κεφαλαίου και να προχωρήσει στους πρωταρχικούς βασικούς σοσιαλιστικούς μετασχηματισμούς και να ανοίξει έτσι το δρόμο στον συνολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας σε κομμουνιστική κατεύθυνση.

Δεν υπήρχαν, ωστόσο, και δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν όλοι εκείνοι οι όροι που θα κάναν εφικτό τον άμεσο και ολοκληρωμένο μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων, ώστε να πάρουν αυτές την «τελική» κομμουνιστική τους μορφή.

Ακριβώς αυτή η σχέση πραγμάτων είναι που ορίζει την αναγκαιότητα ύπαρξης μιας μεταβατικής περιόδου. Μιας περιόδου, κατά την διάρκεια της οποίας οι παραγωγικές σχέσεις μπορούν και πρέπει να μετασχηματίζονται διαρκώς σε κομμουνιστική κατεύθυνση. Ένα προτσές που μπορεί να αναπτύσσεται μόνο σε διαλεκτική συνάρτηση με την αντίστοιχη ανάπτυξη των δυνατοτήτων της εργατικής τάξης, του αποφασιστικού της ρόλου σε όλα τα πεδία και εκφράσεις της κοινωνικής ζωής από την παραγωγή μέχρι τον …πολιτισμό. Αυτή η διαδικασία ούτε σύντομη μπορεί να είναι ούτε ένα «τεχνικό» πολιτικό πρόβλημα ή ζήτημα «σχεδιασμού». Κατά κύριο λόγο αποτελεί ζήτημα ταξικής πάλης, η οποία συνεχίζεται σ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής περιόδου μετάβασης από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό, πριν αλλά και μετά το πάρσιμο της εξουσίας.

Από υποκειμενική άποψη το εργατικό κομμουνιστικό κίνημα ήταν μέχρις ενός βαθμού προετοιμασμένο στο να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που θα τίθονταν στην πορεία. Βεβαίως το αν αυτό μπορεί να καταταγεί με σιγουριά στους υποκειμενικούς (ή όχι) όρους του προβλήματος είναι ένα ερώτημα, αλλά ας μην μείνουμε σ’ αυτό.

Το κίνημα ήταν έτοιμο να αντιμετωπίσει κατά βάσιν τα ζητήματα για τα οποία το είχε «προετοιμάσει» η ταξική πάλη στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος.

Δεν ήταν στον ανάλογο βαθμό προετοιμασμένο να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που θα ανέκυπταν στην συνέχεια και στη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Τα προβλήματα που θα αναδείχνονταν με βάση τους μετασχηματισμούς που το ίδιο θα πραγματοποιούσε ή για να το πούμε διαφορετικά, δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένο για να «αναμετρηθεί» με το ίδιο το δικό του δημιούργημα.

Βεβαίως υπήρχαν θεωρητικές απόψεις που προϊδέαζαν για τα νέα προβλήματα που θα προκύψουν.

Απόψεις ωστόσο που αντικειμενικά δεν είχαν και δεν θα μπορούσαν να έχουν την πλήρη εποπτεία και συνακόλουθα τον ανάλογο βαθμό διερεύνησης προβλημάτων που θα εμφανίζονταν σε μια επόμενη περίοδο.

Ένα βασικό ζήτημα που αναδείχτηκε έτσι ήταν η αντιμετώπιση της μεταβατικής περιόδου σαν μιας σχετικά βραχυχρόνιας «πολιτικής» περιόδου, στη διάρκεια της οποίας το καθεστώς της δικτατορίας του προλεταριάτου θα μπορούσε να ολοκληρώσει τους σοσιαλιστικούς μετασχηματισμούς, να οδηγήσει στον κομμουνισμό. Άρα θα μπορούσε και να «προγραμματιστεί».

Μια βασική έκφραση αυτής της λογικής μπορούμε να τη δούμε στον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν ο ρόλος του κόμματος, του κράτους και εν γένει των «υποκειμένων» αυτής της πορείας. Αν αυτή η ιστορία μπορεί να «προγραμματιστεί», αυτό σημαίνει ότι κάποια όργανα (υποκείμενα) μπορούν να πραγματοποιήσουν (σχεδιάσουν-καθοδηγήσουν) αυτόν τον προγραμματισμό. Έτσι η τάση ενίσχυσης του ρόλου του κόμματος, του κράτους των μηχανισμών αποκτάει και μια θεωρητική βάση. Μόνο που αυτά τα υποκείμενα (όπως και κάθε τι) δεν βρίσκονται «έξω» και «υπεράνω» αυτής της ιστορικής πορείας και της ταξικής πάλης που διεξάγεται στα πλαίσιά της. Βρίσκονται «μέσα» σ’ αυτήν, δέχονται τις επιδράσεις της και διαμορφώνονται και αυτά με βάση αυτές τις επιδράσεις.

Ταυτόχρονα δεν κατανοούνταν έγκαιρα, ουσιαστικά και σ’ όλες του τις διαστάσεις και συνέπειες, ότι μια τέτοια αντίληψη, και ανάλογες πρακτικές, υποβάθμιζε αντικειμενικά τον ρόλο της εργατικής τάξης σαν της βασικής δύναμης προώθησης, σαν του «αυτουργού» αυτών των μετασχηματισμών. Περισσότερο της «ανέθετε» τον ρόλο στήριξης-υλοποίησης αυτού του προγραμματισμού, των μετασχηματισμών που θα πραγματοποιούνταν στην διάρκεια αυτής της «πολιτικής» μεταβατικής περιόδου. Από την άποψη αυτή μια τέτοια αντίληψη συνέβαλε στην διαδικασία απενεργοποίησης, αδρανοποίησης της εργατικής τάξης με όλα τα αρνητικά επακόλουθα.

Όλα αυτά μαζί και με άλλα που δεν αναφέραμε αποτέλεσαν βασικούς παράγοντες που επέδρασαν στην μετατόπιση κέντρου βάρους της σοβιετικής κοινωνίας από την εργατική τάξη στους μηχανισμούς, το κράτος και σε τελευταία ανάλυση την ιντελιγκέντσια, με όλα όσα αρνητικά επακολούθησαν και τα οποία πλέον όλοι γνωρίζουμε.

Ορισμένα βασικά συμπεράσματα

Θεωρούμε ότι η ανθρωπότητα εξακολουθεί να βρίσκεται στην ιστορική περίοδο μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Μια περίοδος που ανοίγει με την μετατροπή της από δύναμη προόδου σε δύναμη αντίδρασης.

Μια μετάβαση που προωθείται με φορέα την εργατική τάξη συγκροτημένης στη βάση της κομμουνιστικής κοσμοαντίληψης.

Μια πορεία που κορυφώθηκε με την Οκτωβριανή Επανάσταση ανοίγοντας έτσι τους νέους δρόμους για την πορεία του κόσμου.

Η παλινόρθωση, η ήττα δεν αναιρούν τα βήματα και τις κατακτήσεις που έγιναν σ’ αυτή την κατεύθυνση. Δεν αλλάζουν το ότι η κομμουνιστική προοπτική αποτελεί τον «ορίζοντα» προς τον οποίο κινείται ο κόσμος. Θέτουν, ωστόσο, επιτακτικά το ζήτημα της κρίσιμης αποτίμησης αυτής της πορείας, της συναγωγής των απαραίτητων συμπερασμάτων.

Η ένταξη αυτών των συμπερασμάτων στη σημερινή συγκρότηση και γραμμή του κομουνιστικού κινήματος αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική προώθηση της πάλης του και εκπλήρωση των μεγάλων του στόχων.

Ως προς αυτό από τη μεριά μας θα θέλαμε να αναφερθούμε σύντομα σε ορισμένα που θεωρούμε βασικά.

Η επανάσταση, η ανατροπή της κυριαρχίας του καπιταλιστικού συστήματος και της αστικής τάξης αποτελούν τον πρωταρχικό, αναγκαίο και απαράγραπτο όρο για το πέρασμα στην σοσιαλιστική-κομμουνιστική κοινωνία.

Οι πρωταρχικοί σοσιαλιστικού χαρακτήρα μετασχηματισμοί είναι οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την έκφραση αυτής της ανατροπής στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πεδίο.

Αυτοί είναι οι απαραίτητοι πρωταρχικοί και θεμελιώδεις όροι για το άνοιγμα της διαδικασίας συνολικότερων μετασχηματισμών αλλά όχι και οι επαρκείς για την ολοκλήρωσή τους. Ακριβώς επειδή αυτά τα βήματα αντιστοιχούν στο δοσμένο επίπεδο ανάπτυξης και συγκρότησης των δυνατοτήτων της εργατικής τάξης όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί μέσα από την πάλη της στο προηγούμενο διάστημα.

Αυτή άλλωστε η σχέση πραγμάτων είναι που θέτει την αναγκαιότητα για την ύπαρξη μιας μεταβατικής περιόδου συνολικότερων και όλο και πιο προωθημένων μετασχηματισμών σε σοσιαλιστική -κομμουνιστική κατεύθυνση.

Αυτή την περίοδο δεν την αντιλαμβανόμαστε σαν ένα βραχυχρόνιο -«πολιτικό»- διάστημα αλλά σαν μια μακροχρόνια ιστορική περίοδο συνολικών κοινωνικών μετασχηματισμών και ανεξάρτητα από το πόσο αυτή θα διαρκέσει.

Ταυτόχρονα πως αυτός ο μετασχηματισμός δεν γίνεται στη βάση κάποιου μοντέλου προς το οποίο οφείλει να προσαρμοστεί η κοινωνία.

Από τη μεριά μας τον αντιλαμβανόμαστε περισσότερο σαν ανάπτυγμα του σοσιαλιστικού οικονομικού-κοινωνικού σχηματισμού με όλα τα αντιφατικά στοιχεία που αναπόφευκτα θα εμπεριέχει αυτή η εξέλιξη και συνεπώς με όρους ταξικής πάλης.

Γενικότερα θεωρούμε πως αυτή η ιστορική κίνηση δεν μπορεί να υποταχθεί σε κάποιο συνολικό σχεδιασμό, σε κάποιο «τελικό» και «ολοκληρωμένο» πρόγραμμα μετάβασης. Η ιστορία δεν προγραμματίζεται.

Στην ίδια βάση θεωρούμε ότι δεν μπορεί να υπάρξει κάποιο πολιτικό όργανο που να μπορεί να αναλάβει αυτόν τον «προγραμματισμό» και καθοδήγηση αυτής της πορείας από την αρχή μέχρι το ιστορικό της «τέλος». Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι αναιρούμε την αναγκαιότητα διαμόρφωσης προγραμμάτων κίνησης και δράσης, της ύπαρξης κρατικών, οικονομικών, πολιτικών οργάνων και βεβαίως του κόμματος.

Η ταξική πάλη και ανεξάρτητα με ποιες μορφές θα συνεχίζεται και στη διάρκεια αυτής της μεταβατικής περιόδου και ταυτόχρονα θα συνεχίζει να εμφανίζεται «συμπυκνωμένη» στο πολιτικό πεδίο, να εκφράζεται και σαν πολιτική πάλη.

Αυτό σημαίνει ότι η συγκρότηση της εργατικής τάξης θα εξακολουθεί να έχει σαν όρο της την συγκρότησή της και στο πολιτικό επίπεδο, θα συνεχίσει να χρειάζεται το κόμμα της. Ένα κόμμα που θα διαμορφώνεται στη βάση των δεδομένων της ταξικής πάλης αυτής της μεταβατικής περίοδου για όσο διάστημα το χρειάζεται η εργατική τάξη και σε όποια μορφή το χρειάζεται.

Εκείνο που θέλουμε να είναι σαφές είναι πως τα οποιαδήποτε πολιτικά όργανα βρίσκονται «μέσα» σ’ αυτήν την ιστορική διαδικασία, υπόκεινται στους όρους της και διαμορφώνονται ή και αναδιαμορφώνονται με βάση αυτούς. Δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να υπάρξουν όργανα που να βρίσκονται «έξω» και «υπεράνω» αυτής της εξέλιξης.

Τέλος θα θέλαμε να αναφερθούμε σ’ αυτό που θεωρούμε σαν το κρισιμότερο των ζητημάτων και αφορά τον ρόλο της εργατικής τάξης.

Ο μακροχρόνιος, κοινωνικός χαρακτήρας του μετασχηματισμού σημαίνει ότι αυτός μπορεί να είναι έργο κατά κύριο λόγο μιας κοινωνικής τάξης. Ο Λένιν, και σε αναφορά με το ζήτημα της ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος, λέει πως «μια τάξη μπορεί να ανατραπεί μόνο από μια άλλη τάξη» και αυτό είναι απόλυτα σωστό. Πολύ περισσότερο ωστόσο ισχύει αυτό όσον αφορά τον συνολικό μετασχηματισμό μιας κοινωνίας. Μόνο μια τάξη που η ύπαρξη, η λειτουργία και η δράση της μπορεί να καλύπτει καθημερινά, την κάθε στιγμή, όλα τα πεδία, όλους τους αρμούς μιας κοινωνίας μπορεί να πραγματοποιήσει τον συνολικό της μετασχηματισμό. Και μόνο μια τάξη όπως η εργατική μπορεί να προσανατολίσει αυτόν τον μετασχηματισμό σε σοσιαλιστική-κομμουνιστική κατεύθυνση. Αυτό συνδέεται με την φύση της, τη θέση της στην παραγωγή και την κοινωνία, τα χαρακτηριστικά της ως τάξη. Ταυτόχρονα θα πρέπει να είναι κατανοητό ότι και αυτή η κοινωνία θα χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη αντιφάσεων, αντινομιών, αντιθέσεων. Αυτό σημαίνει ότι αυτή η πορεία θα είναι ταυτόχρονα και μια διαδικασία πάλης ταξικού χαρακτήρα.

Το ζήτημα της συγκρότησης της εργατικής τάξης και σε αναφορά με το σύνολο των προβλημάτων που έχει να αντιμετωπίσει. Από τα άμεσα μέχρι αυτό της συνολικής προοπτικής. Το ποια μορφή, ποια χαρακτηριστικά θα έχει αυτή η συγκρότηση, δεν είναι κάτι που μπορεί να προκαθοριστεί θεωρητικά. Εδώ μπορούμε πούμε ότι: Η μορφή συγκρότησης της εργατικής τάξης σε «τάξη για τον εαυτό της» διαμορφώθηκε βασικά στα πλαίσια της ταξικής πάλης ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα και «προεκτάθηκε» στη φάση των πρωταρχικών βασικών σοσιαλιστικών μετασχηματισμών. Η συγκρότηση, στην οποία αναφερόμαστε και ανεξάρτητα από το ποια προηγούμενα στοιχεία θα διατηρήσει, θα γίνει στη βάση των προβλημάτων και δεδομένων της ταξικής πάλης, στα πλαίσια του μεταβατικού σοσιαλιστικού σχηματισμού.

Συνοψίζοντας θα λέγαμε πως αυτοί είναι σε τελευταία ανάλυση οι θεμελιώδεις όροι που προσδιορίζουν την ουσία και το περιεχόμενο της δικτατορίας του προλεταριάτου γι’ αυτήν την περίοδο.

Ή αλλιώς, η δικτατορία του προλεταριάτου πρώτα και πάνω απ’ όλα, είναι υπόθεση του ίδιου του …προλεταριάτου.

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ετοιμάζει το νέο γύρο λεηλασίας των λαϊκών δικαιωμάτων. Συνεχίζουν την επίθεση, να συνεχίσουμε την αντίσταση!

Και ξαφνικά η Ελλάδα βρέθηκε με έλλειμμα 12,5%! Μόλις δυο μέρες μετά τις εκλογές ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Προβόπουλος χτύπησε την καμπάνα του αυξημένου ελλείμματος και ζήτησε διαρθρωτικές αλλαγές, οι οποίες, μάλιστα, ευνοούνται και από την ευρεία νίκη του ΠΑΣΟΚ.

Οι προγραμματικές δηλώσεις της νέας κυβέρνησης λίγες μέρες μετά ήρθαν να επιβεβαιώσουν ότι ο όποιος προεκλογικός λαϊκισμός του ΠΑΣΟΚ δε μπορεί να αφορά την οικονομία. Οτι η κρίση είναι παρούσα και δεν προβλέπεται να ξεπεραστεί εύκολα και σύντομα. Και ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θα υλοποιήσει, με καλύτερους όρους από τη ΝΔ, την επίθεση που ο ίδιος ο Καραμανλής προανήγγειλε ανακοινώνοντας τις εκλογές.

Και λίγες ώρες μετά την ψήφο εμπιστοσύνης, ο νέος υπουργός Οικονομίας Παπακωνσταντίνου ανέλαβε την πρώτη του …ειδική αποστολή: να πείσει την ΕΕ ότι η νέα κυβέρνηση έχει σχέδιο εξόδου από τη λεγόμενη δημοσιονομική κρίση και χρεοκοπία, τέτοιο που δε θα θίξει τα δικαιώματα και το εισόδημα των εργαζόμενων. Μόνο που ούτε η ΕΕ τον πίστεψε, ούτε και ο ίδιος είχε τέτοια πρόθεση. Το ΠΑΣΟΚ παίζει το ίδιο χαρτί που έπαιξε η ΝΔ όταν ανέλαβε την εξουσία: το χαρτί της «καμένης γης» που παρέλαβε και που θα χρειαστεί θυσίες για να ξανακαρπίσει.

Η επίθεση είναι εδώ! Το ΠΑΣΟΚ, όσο κι αν δημαγωγούσε προεκλογικά, γνώριζε πολύ καλά και τι οικονομία παραλαμβάνει και ποια πολιτική σκόπευε να ακολουθήσει. Γνώριζε ότι επιλέχτηκε από τα ντόπια και ξένα κέντρα εξουσίας για να προωθήσει πιο αποτελεσματικά την επίθεση που άφησε στη μέση η φθαρμένη ΝΔ. Γνώριζε ότι οι εκλογές έγιναν γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο!

Και τώρα ήρθε η ώρα να αποδείξει ότι την άξιζε αυτή την επιλογή. Η αντιλαϊκή του πολιτική θα ξεδιπλωθεί το αμέσως επόμενο διάστημα και αυτό δε θα μπορεί να το κρύψει καμιά δημαγωγία.

Ο λαός μας είναι ήδη σε εγρήγορση! Η ψήφος που έδωσε στο ΠΑΣΟΚ ήταν ψήφος καταδίκης της ΝΔ και της πολιτικής της, ψήφος στη λογική του μικρότερου κακού. Και «την έχει στημένη» στη νέα κυβέρνηση. Περιμένει να διαπιστώσει και στην πράξη αυτό που έχει στο πίσω μέρος του μυαλού του: ότι το ΠΑΣΟΚ, το γνωστό ΠΑΣΟΚ, δε μπορεί να είναι φιλολαϊκό, δε μπορεί καν να απαλύνει τις επιπτώσεις της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος και θα βάλει τον ίδιο το λαό να τις πληρώσει.

Οσο σίγουρο είναι ότι το ΠΑΣΟΚ θα ακολουθήσει μια τέτοια πολιτική, άλλο τόσο σίγουρο είναι ότι ο λαός θα βγει ξανά στους δρόμους και θα παλέψει για να την αποκρούσει! Ακόμα και μέσα στη νεκρική σιγή που θα επιβάλλουν οι κυβερνητικές (πλέον) συνδικαλιστικές ηγεσίες, θα είναι η ίδια η επίθεση, η απόγνωση και η οργή που θα τον οδηγήσουν να βρει ξανά το δρόμο της αντίστασης και της μαζικής πάλης. Της μόνης, δηλαδή, πραγματικής διεξόδου του, της μόνης που μπορεί να συγκρατήσει την επίθεση και να του δώσει μια νέα προοπτική!

Προγραμματικές δηλώσεις για την οικονομία

«Πρώτα ο πολίτης» …θα βάλει το χέρι στην (άδεια) τσέπη!

«Είναι δύσκολο να διαφωνήσει κανείς με αυτές τις κατευθύνσεις –που βρίσκονται άλλωστε σε αντιστοιχία με το οικονομικό πλαίσιο αναφοράς του ΣΕΒ (…) Ο ΣΕΒ δηλώνει ετοιμότητα συνεισφοράς και συνεργασίας με την κυβέρνηση στις δύσκολες αποφάσεις που θα διαμορφώσουν το κοινό μας μέλλον».

Τα παραπάνω αποσπάσματα της ανακοίνωσης του ΣΕΒ για τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης για την οικονομία ίσως θα αρκούσαν για να αποδείξουν τον αντιλαϊκό τους χαρακτήρα. Το συλλογικό όργανο του ελληνικού κεφαλαίου διαπιστώνει πολύ εύστοχα ότι η κυβέρνηση κινείται στο δικό του «οικονομικό πλαίσιο αναφοράς», δηλαδή όχι απλώς στον καπιταλισμό, αλλά στη βασική του κατεύθυνση για αντιμετώπιση της κρίσης μέσα από την ένταση της επίθεσης ενάντια στους εργαζόμενους και την κατοχύρωση της πλήρους ασυδοσίας του κεφαλαίου.

Πράγματι η κυβέρνηση έδωσε τα διαπιστευτήριά της. Με τις προγραμματικές της δηλώσεις έκανε τα πρώτα σαφή βήματα από την αντιπολίτευση στη διαχείριση, δηλαδή από τη δημαγωγία στην επίθεση και στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της τάξης που την επέλεξε στον κυβερνητικό ρόλο.

Παπακωνσταντίνου: Ο βραχνάς του ελλείμματος

Με εκτιμήσεις για έλλειμμα στο 12,5% του ΑΕΠ (αντί για 6% που υπολόγιζε η ΝΔ) ο νέος υπουργός Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου έγινε Αλογοσκούφης στη θέση του …Παπαθανασίου! Το ΠΑΣΟΚ έκανε αυτό που έκανε και η ΝΔ όταν ανέλαβε, δηλαδή παρουσιάστηκε «έκπληκτο» από την οικονομία που παρέλαβε, με τους δείκτες της σε πολύ χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι είχε ανακοινωθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση. Ενώ το ίδιο, ως υπεύθυνη δύναμη, παρουσιάζει την αλήθεια στον ελληνικό λαό, ο οποίος οφείλει να γνωρίζει!

Δεν ξέρουμε αν έπεισε κανέναν το κόλπο. Γιατί περί κόλπου πρόκειται. Μην έχοντας τη δυνατότητα να ελέγξουμε τα στοιχεία που μας δίνονται -όχι μόνο εμείς, αλλά ο λαός πρώτα και κύρια- και βλέποντας το έλλειμμα να διπλασιάζεται μέσα σε ένα μήνα και μάλιστα αμέσως μετά την εκλογή της νέας κυβέρνησης και γνωρίζοντας ότι αυξημένο έλλειμμα σημαίνει επώδυνα μέτρα για το λαό, δεν μπορούμε παρά να θεωρήσουμε ότι, ανεξάρτητα με το πραγματικό του ύψος, το έλλειμμα θα χρησιμοποιηθεί ως αιτιολόγηση και νομιμοποίηση της πιο άγριας επίθεσης στα δικαιώματα λαού και νεολαίας.

Τι μας είπε, λοιπόν, ο Παπακωνσταντίνου; Τα 2,5 δισ. ευρώ για τη στήριξη της οικονομίας θα δοθούν, όπως υποσχέθηκαν προεκλογικά. Θα χορηγηθεί έκτακτο επίδομα αλληλεγγύης και αυξήσεις το 2010 πάνω από τον πληθωρισμό. Θα παγώσουν τα τιμολόγια των ΔΕΚΟ για ένα χρόνο και δε θα μπουν νέοι φόροι ή έκτακτες εισφορές. Θα κατεβάσουν νέο φορολογικό νομοσχέδιο με πιο δίκαιη κλίμακα, με κατάργηση του ΕΤΑΚ και επαναφορά του ΦΜΑΠ και του φόρου κληρονομιάς, με κατάργηση χαριστικών φοροαπαλλαγών και με φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις στις επιχειρήσεις. Επιπλέον, θα βγουν …παγανιά οι φοροεισπρακτικοί μηχανισμοί και θα μειωθούν οι δημόσιες δαπάνες, όχι όμως αυτές που αφορούν την υγεία, την παιδεία και τη στήριξη της απασχόλησης.

Με τα μέτρα αυτά, αλλά και άλλα, θα πάει –είπε- στο Ecofin για να ζητήσει παράταση και να ξανακερδίσει τη χαμένη αξιοπιστία της Ελλάδας στην ΕΕ.

Με λίγα λόγια, πρόκειται για μέτρα τα οποία ούτε με ασπιρίνη σε καρκινοπαθή δε μπορούν να παρομοιαστούν! Οπου στη συγκεκριμένη περίπτωση καρκινοπαθής είναι ο εργαζόμενος λαός και η ασπιρίνη είναι οι αυξήσεις του 1-1,5% (αυτό σημαίνει πάνω από τον πληθωρισμό), άντε και κανένα χαρτζιλίκι (αυτό είναι το έκτακτο επίδομα αλληλεγγύης και το πάγωμα των τιμολογίων των ΔΕΚΟ για ένα χρόνο)! Αντε να βάλουμε και την κατάργηση του ΕΤΑΚ!

Τι μαζεύεται απ’ όλα αυτά; Ψίχουλα! Που δε μπορούν να καλύψουν ούτε στο ελάχιστο τις ανάγκες μιας λαϊκής οικογένειας. Και που δε μπορούν ούτε γι΄ αστείο να ισοφαρίσουν τη χασούρα από τα τόσα χρόνια λιτότητας και το σαρωτικό κύμα ακρίβειας και μηδενικών αυξήσεων των τελευταίων χρόνων.

Και σα να μην έφτανε αυτό, περιμένουμε και ένα φορολογικό νομοσχέδιο για το οποίο η κυβέρνηση δε μας λέει και πολλά. Τη δίκαιη φορολογική κλίμακα την έχουμε ξανακούσει, έτσι χαρακτήρισε και αυτή που ισχύει τώρα η ΝΔ. Συνυπολογίζοντας και την αύξηση στους γνωστούς έμμεσους φόρους (ποτά, τσιγάρα, καύσιμα) που ακούγεται, είναι φανερό από πού σκοπεύει να βρει η κυβέρνηση τα λεφτά για να καλύψει το έλλειμμα. Ακόμα, δηλαδή, και να δώσει κάποια ψίχουλα (μένει να το δούμε κι αυτό) θα μας τα πάρει διπλά και τρίδιπλα από την πίσω πόρτα της εφορίας…

Δεν είμαστε οι μόνοι που δεν πείθει η κυβέρνηση για τις καλές της προθέσεις, τις οποίες, όμως, θα δυσκολευτεί να υλοποιήσει επειδή «παρέλαβε χάος» από τη ΝΔ. Το παιχνίδι ήταν από την αρχή στημένο, οι αποφάσεις είχαν παρθεί. Ο λαός θα πληρώσει την κρίση και τα ελλείμματα και αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο και από τη νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, όσο κι αν ακόμα δημαγωγεί, αν και κέρδισε τις εκλογές!

Κατσέλη: Τα πέντε πρώτα νομοσχέδια

Η νέα υπουργός Οικονομίας Λ. Κατσέλη παρουσίασε εκ νέου τα πέντε πρώτα νομοσχέδια των 100 πρώτων ημερών, τα οποία είχε δημοσιοποιήσει και προεκλογικά το ΠΑΣΟΚ και τα οποία στοχεύουν στη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, την αναθέρμανση της οικονομίας και την έξοδο από την κρίση και την παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας.

Συγκεκριμένα, με το πρώτο νομοσχέδιο γίνεται προσπάθεια να διευκολυνθούν οι επιχειρήσεις που δε μπορούν να αποπληρώσουν τα δάνειά τους, ώστε να ενισχυθεί η ρευστότητα στην αγορά. Με το δεύτερο, γίνεται αντίστοιχη προσπάθεια για τους ιδιώτες. Με το τρίτο, επιχειρείται ο έλεγχος στα πιστωτικά ιδρύματα ώστε να προστατεύονται οι καταναλωτές από τις υπερχρεώσεις. Με το τέταρτο, απλοποιούνται οι διαδικασίες ίδρυσης νέων επιχειρήσεων. Και με το πέμπτο, ρυθμίζονται ζητήματα των Βιομηχανικών και Επιχειρηματικών Περιοχών (ΒΕΠΕ). Επιπλέον η υπουργός γενικά αναφέρθηκε στην ανάγκη αξιοποίησης των πόρων του ΕΣΠΑ και του Γ’ ΚΠΣ.

Είναι φανερό ότι το υπουργείο Οικονομίας αναζητά τρόπους να αναθερμάνει την …παγωμένη αγορά. Εδώ πρόκειται για το σημείο εκείνο που κατά κόρον προβάλλει το ΠΑΣΟΚ ως τη βασική του -διαφορετική από της ΝΔ- αντίληψη για έξοδο από την κρίση μέσω της ανάπτυξης. Βέβαια, ανάπτυξη εννοείται η τόνωση της κατανάλωσης, η προσπάθεια να ξεκλειδώσουν οι τράπεζες τα μπαούλα με τα λεφτά, η ενίσχυση της δανειοδότησης και το άνοιγμα νέων επιχειρήσεων.

Δεν έχουμε να κάνουμε, δηλαδή, με οποιουδήποτε είδους τομές στις βασικές οικονομικές επιλογές που έχει κάνει η αστική τάξη συνολικά ή της έχουν επιβληθεί από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να μεταθέσει, ουσιαστικά, για λίγο καιρό τις συνέπειες της κρίσης με δυο βασικούς στόχους: Πρώτον, να διατηρήσει για όσο μεγαλύτερο διάστημα μπορεί τη δυναμική της νίκης στις εκλογές, η οποία ξέρει ότι είναι ευάλωτη στην αντιλαϊκή πολιτική που τελικά θα ακολουθήσει. Δεύτερον, να προσπαθήσει να αντιμετωπίσει το τέλμα και τα αδιέξοδα στα οποία έχει οδηγήσει την οικονομία η κρίση, έστω προσωρινά, ελπίζοντας σε μια αναστροφή του διεθνούς κλίματος.

Σε σχέση με το τελευταίο, είναι φανερό και στην ίδια την κυβέρνηση ότι η φτώχεια και η ανεργία αποτελούν πρόβλημα και για την ίδια, αλλά και για το σύστημα που υπηρετεί. Πρόκειται για μια από τις θεμελιώδεις και άλυτες αντιφάσεις του καπιταλισμού, ο οποίος μειώνει το εισόδημα των εργαζόμενων για να μειώσει το εργατικό κόστος, όμως έτσι μειώνει και την αγοραστική τους δυνατότητα, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να καταναλώσουν και άρα να μη μπορούν οι καπιταλιστές να πραγματώσουν την υπεραξία.

Εκφραση αυτής της βασικής αντίφασης είναι και αυτό που λέγεται «παγωμένη αγορά» και αυτό δείχνει να βάζει το ΠΑΣΟΚ ψηλά στις προτεραιότητές του. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι όλα αυτά δεν είναι απλώς η συνέχεια της προεκλογικής δημαγωγίας, θεωρούμε φανερό ότι στην ουσία του το πρόβλημα δε θα μπορέσει να αντιμετωπιστεί, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κρίσης στην οποία το κεφάλαιο απαιτεί όλο και περισσότερα από το πολιτικό του προσωπικό, το οποίο, φυσικά, ευθυγραμμίζεται πλήρως.

Είναι, τέλος, χαρακτηριστική η δήλωση της Κατσέλη για την απεργία στο λιμάνι, την πρώτη κόντρα που κλήθηκε να δώσει με τους εργαζόμενους: «Η θετική έκβαση δίνει αποστομωτική απάντηση στις Κασσάνδρες και τις συντηρητικές αντιλήψεις που επιδιώκουν την επίλυση θεμάτων με μετωπικές συγκρούσεις». Το μόνο που έχουμε να σχολιάσουμε είναι ότι όντως το ΠΑΣΟΚ έχει …ταλέντο στην αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων, στηριγμένο και στην αυξημένη του εκπροσώπηση στο συνδικαλιστικό κίνημα. Ομως θα έρθει και η μετωπική σύγκρουση. Γιατί εκεί θα καταφύγει όταν θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει τον αγωνιζόμενο λαό και τη νεολαία, όπως το έχει κάνει και ουκ ολίγες φορές στο παρελθόν.

Λοβέρδος: Ανοίγει το ασφαλιστικό

Ο Α. Λοβέρδος, ο νέος υπουργός Εργασίας, ήταν, ίσως, αυτός που περισσότερο απ’ όλους εξέφρασε τη δημαγωγική ρητορική του ΠΑΣΟΚ. Βέβαια, και σε άλλες κυβερνήσεις ο υπουργός Εργασίας παρουσιαζόταν ως ο πλέον φιλολαϊκός (ας θυμηθούμε τον «κόκκινο Πάνο» της ΝΔ), άσχετα αν τα μέτρα που τελικά έπαιρνε ήταν πέρα για πέρα αντιλαϊκά! Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ακόμα και η επαναφορά του παλιού ονόματος του υπουργείου (Εργασίας αντί Απασχόλησης) αυτό το στόχο υπηρετεί.

Πιστός στη συνταγή, λοιπόν, ο Λοβέρδος δήλωσε ότι θα καταργήσει το ασφαλιστικό της Πετραλιά, ότι θα αυξήσει το επίδομα ανεργίας στο 70% του βασικού μισθού, θα αναθεωρήσει τη νομοθεσία για τις ελαστικές μορφές απασχόλησης, θα θεσπίσει κίνητρα για την πρόσληψη νέων και θα βελτιώσει την απόδοση της Επιθεώρησης Εργασίας. Αναφέρθηκε και στην Κωνσταντίνα Κούνεβα, λέγοντας ότι θα ενταχθεί η περίπτωσή της στα εργατικά ατυχήματα και θα της δοθεί το δικαίωμα απόκτησης οικογενειακής στέγης.

Δυο βασικά ζητήματα φαίνεται να ανοίγει το ΠΑΣΟΚ χωρίς, ωστόσο, να αποκαλύπτει τις συγκεκριμένες του προθέσεις. Πρώτο είναι το ασφαλιστικό, για το οποίο φαίνεται ότι η κυβέρνηση πιέζεται ιδιαίτερα και δε θα πρέπει να αποκλείσουμε ακόμα και νομοθετική παρέμβαση αρκετά σύντομα. Καταρχάς πρέπει να δούμε αν το ΠΑΣΟΚ θα καταργήσει ολόκληρο το νόμο Πετραλιά ή μόνο κάποιες ρυθμίσεις του. Προς το παρόν έχουν μιλήσει μόνο για τις ρυθμίσεις για την αύξηση των ορίων ηλικίας και τη μείωση των συντάξεων. Τι θα γίνει με τις εισφορές, με τις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, με τις γυναίκες, με τα βαρέα; Και πέρα από το νόμο Πετραλιά, θα ανοίξει και το ασφαλιστικό των δημοσίων υπαλλήλων;

Τα ζητήματα αυτά είναι έτσι κι αλλιώς ακόμα ανοιχτά και όλά τα οικονομικά στελέχη της κυβέρνησης δεν παραλείπουν να τονίζουν με κάθε ευκαιρία το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας και την άθλια κατάσταση των Ταμείων. Εχοντας την εμπειρία δυο αντιλαϊκών ασφαλιστικών νόμων του ΠΑΣΟΚ, του Γιαννίτση που δεν πέρασε και του Ρέππα που πέρασε, περιμένουμε αντίστοιχες κατευθύνσεις και στο νέο γύρο επίθεσης στα ασφαλιστικά δικαιώματα.

Επιπλέον, οι πιέσεις για ριζικές τομές στο ασφαλιστικό από την ΕΕ εντείνονται συνεχώς, για παράδειγμα στο ζήτημα της εξίσωσης των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης ανδρών και γυναικών. ΤΟ ΠΑΣΟΚ τι θα κάνει γι’ αυτό; Θα μειώσει τα όρια στους άνδρες ή θα τα αυξήσει στις γυναίκες; Η δε θα κάνει τίποτα, κινδυνεύοντας ακόμα και με πρόστιμα από την ΕΕ; Η απάντηση είναι προφανής και πιστεύουμε όχι μόνο σ’ εμάς…

Το δεύτερο βασικό ζήτημα που άνοιξε ο Λοβέρδος είναι αυτό των ελαστικών σχέσεων εργασίας και των ενοικιαζόμενων εργαζόμενων. Εδώ ίσως να έχουμε να κάνουμε μόνο με την κορυφή του παγόβουνου. Αν το ΠΑΣΟΚ όντως σκοπεύει να ανοίξει και πάλι το ζήτημα των εργασιακών σχέσεων, υπάρχουν κι εδώ πολλά που περιμένουν στην ουρά: απολύσεις, συλλογικές συμβάσεις, μονιμότητα, σταθερότητα, ωράριο και κάθε τι που καθόριζε την εργασιακή πραγματικότητα που γνωρίζαμε κάποτε. Μια πραγματικότητα που η ίδια η αγορά έχει ήδη καταργήσει, δημιουργώντας τον εργασιακό μεσαίωνα εναντίον του οποίου εμφανίστηκε λάβρος ο Λοβέρδος στη συνάντησή του με τη ΓΣΕΕ πριν τις προγραμματικές. Το κεφάλαιο θέλει να αποτυπώσει και σε νόμο αυτόν τον εργασιακό μεσαίωνα και αυτό είναι μια παλιά του απαίτηση.

Οι προθέσεις, λοιπόν, είναι σαφείς, όπως σαφές είναι και το ποιανών το μέρος θα πάρει η νέα κυβέρνηση. Το μόνο ζητούμενο είναι ο χρόνος και το βάθος στο οποίο θα ανοίξουν αυτά τα ζητήματα. Κατά τ’ άλλα, μπορεί να αποκτήσουμε έναν «κόκκινο Ανδρέα», ο οποίος θα υπερθεματίζει σε φιλεργατική ρητορική και ταυτόχρονα θα ηγείται του νέου γύρου επίθεσης στα δικαιώματα των εργαζόμενων και των συνταξιούχων.

Ενδιάμεση Εκθεση για τη Νομισματική Πολιτική από την Τράπεζα της Ελλάδος

Επίθεση …χωρίς αυταπάτες!

Η ενδιάμεση Εκθεση για τη Νομισματική Πολιτική, που παρουσίασε ο Διοικητής της Τράπεζα της Ελλάδος Προβόπουλος στις 20/10, περιγράφει με τα πιο μελανά χρώματα την κατάσταση της οικονομίας και αντικατοπτρίζει τις βασικές επιλογές και προτεραιότητες του κεφαλαίου για την αντιμετώπισή της.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Εκθεση ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τις κατευθύνσεις που έχει θέσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, πράγμα που δείχνει ότι σε αυτές η άρχουσα τάξη είναι σχετικά ενοιοποιημένη. Χαρακτηριστικό, επίσης, είναι ότι από την Εκθεση λείπουν οι …ακρότητες στις οποίες μας είχε συνηθίσει ο προκάτοχος του Προβόπουλου, ο πολύς Γκαργκάνας, ο οποίος είχε επιλέξει να εκφράσει τις πιο επιθετικές επιθυμίες του κεφαλαίου, σε μια περίοδο, βέβαια, που η κρίση δεν είχε δείξει ακόμα τα δόντια της.

Αυτό δε σημαίνει, βέβαια, ότι πρόκειται για μια φιλολαϊκή έκθεση. Σημαίνει ότι η κρίση έχει θέσει τα δεδομένα της, από τα οποία το κεφάλαιο δεν μπορεί να ξεφύγει και πρέπει να τα λάβει υπόψη του. Η επιλογή της μετακύλισης της κρίσης στο λαό είναι σαφής, όμως σαφές είναι και ότι το κεφάλαιο αναζητά τους πιο αποδοτικούς τρόπους για να γίνει αυτό, προσπαθώντας να αποφύγει τις ίδιες του τις εγγενείς αντιφάσεις, αλλά και να κρατήσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε ελέγξιμα επίπεδα. Το κατά πόσον αυτό είναι εφικτό μένει να το αποδείξει η ζωή. Εμείς πάντως δεν το πιστεύουμε!

Πρωταρχικό ζήτημα είναι, φυσικά, το έλλειμμα. Διαπιστώνεται ότι ενώ το 2008 το έλλειμμα ήταν στο 5,8% του ΑΕΠ, ήδη μέχρι το Σεπτέμβρη έφτασε το 9,9% και αναμένεται να αυξηθεί ως το τέλος του χρόνου. Αντίστοιχα, το χρέος από 99,2% του ΑΕΠ το 2008 έφτασε το 111,5% στο τέλος Ιουνίου. Να σημειώσουμε ότι σε πρόσφατη έκθεσή του στις 15/10 το Ινστιτούτο Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) εκτίμησε πως αν το Δημόσιο πληρώσει τους προμηθευτές του μέσα στο 2009, το χρέος θα φτάσει το 115%.

Η πρόταση του Προβόπουλου είναι η μείωση του ελλείμματος κατά 5 μονάδες τα επόμενα δυο χρόνια και μετά περαιτέρω μείωση 1,5-2% το χρόνο. Πώς θα γίνει αυτό; Αν και η Εκθεση το προσπαθεί, δεν καταφέρνει να κρύψει ότι ο λαός θα την πληρώσει ξανά. Η βασική κατεύθυνση προτείνεται να είναι ο περιορισμός των δαπανών και όχι η αύξηση των εσόδων. Συγκεκριμένα το έλλειμμα προτείνεται να καλυφθεί κατά τα 2/3 από τη μείωση των εξόδων και μόνο κατά το 1/3 από την αύξηση των εσόδων, η οποία, μάλιστα, αναμένεται όχι από πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση, αλλά από την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης.

Καταρχάς να ξεκαθαρίσουμε ότι η μείωση των δαπανών του δημοσίου σημαίνει, κατά κανόνα, μείωση των όποιων κρατικών παροχών έχουν απομείνει σε όλους τους τομείς. Αν και προτείνεται οι δαπάνες να κατευθυνθούν προς παιδεία, έρευνα και ανάπτυξη και υποδομές, δηλαδή προς αναπτυξιακούς τομείς, λίγο παρακάτω γίνεται λόγος για υπερτροφικό κράτος το οποίο δεν αντέχει άλλους δημοσίους υπαλλήλους, ενώ αλλού τονίζεται ότι η Ελλάδα έχει μεγάλη αύξηση των δαπανών για συντάξεις (τη μεγαλύτερη στην ΕΕ).

Από τη μεριά των εσόδων, την πάταξη της φοροδιαφυγής ας την προσπεράσουμε γιατί την ακούμε εδώ και δεκαετίες και όλο μπροστά μας τη βρίσκουμε! Το άλλο σκέλος, όμως, η διεύρυνση της φορολογικής βάσης έχει να κάνει, κατά βάση, με την αντιμετώπιση της ανεργίας, η οποία επιδιώκεται να βοηθήσει και τα ασφαλιστικά ταμεία. Εδώ η …ελπίδα υπάρχει μόνο στον ιδιωτικό τομέα, τόσο σε νέες επιχειρήσεις όσο και σε παλιές οι οποίες θα πρέπει να βοηθηθούν να διατηρήσουν το προσωπικό τους ακόμα κι αν δεν τα πάνε καλά.

Το ζήτημα της ανεργίας, παρότι σύμφυτο με τον καπιταλισμό και επιθυμητό από αυτόν, στην περίοδο αυτή της κρίσης ξεφεύγει τόσο από τον έλεγχο, που δημιουργεί πρόβλημα και στο ίδιο το σύστημα πια. Το έλλειμμα και τα άδεια ασφαλιστικά ταμεία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από ανέργους που δε φορολογούνται και δεν πληρώνουν εισφορές. Η παγωμένη αγορά δεν μπορεί να ζεσταθεί από τα άδεια πορτοφόλια τους. Το σύστημα τα γνωρίζει αυτά, όμως δεν μπορεί να τα αντιμετωπίσει γιατί έτσι θα αρνιόταν τον ίδιο του τον εαυτό. Το περισσότερο που μπορεί να κάνει είναι να προσπαθήσει να ελέγξει την κατάσταση και να κάνει τονωτικές ενέσεις στην οικονομία. Αυτός είναι ο λόγος που συζητά περί μείωσης της ανεργίας και όχι ότι έχει αποκτήσει φιλολαϊκά χαρακτηριστικά.

Από τους βασικούς στόχους της οικονομικής πολιτικής πρέπει να είναι η προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Εκεί στοχεύει η όλη συζήτηση περί σταθερού φορολογικού περιβάλλοντος, ανταγωνιστικότητας, διαφάνειας και αξιοπιστίας. Στις γενικές του γραμμές η Εκθεση προσπαθεί να περιγράψει ακριβώς ένα τέτοιο περιβάλλον, μήπως και δώσει μια αχτίδα φωτός στο ταλαιπωρημένο από την κρίση ελληνικό κεφάλαιο.

Και βέβαια, η εμπειρία του ίδιου του λαού λέει ότι περιβάλλον ευνοϊκό για επενδύσεις είναι περιβάλλον εχθρικό για τα λαϊκά δικαιώματα! Η Εκθεση το περιγράφει ζητώντας ευελιξία στην αγορά εργασίας και αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας. Να το πούμε αλλιώς; Απελευθέρωση των απολύσεων, κατάργηση της μόνιμης και σταθερής σχέσης εργασίας και του σταθερού ωραρίου, εντατικοποίηση και μείωση των μισθών… Είναι οι περίφημες διαρθρωτικές αλλαγές…

Οσο είναι φανερό ότι η Εκθεση θεωρεί δεδομένο ότι πρέπει προς τα εκεί να κινηθεί η κυβέρνηση, άλλο τόσο αβέβαιο είναι ότι οι επενδύσεις θα έρθουν, ειδικά μέσα σε μια περίοδο κρίσης την οποία οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις θα προσπαθήσουν να κρατήσουν έξω από τα σύνορά τους, μετακυλίοντας τις επιπτώσεις της προς τις εξαρτημένες χώρες.

Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά υπάρχει στο ασφαλιστικό, το οποίο, μετά από τόσες παρεμβάσεις με αντιλαϊκούς νόμους, παραμένει ένα από τα σημαντικότερα ανοιχτά ζητήματα. Ο Προβόπουλος εδώ θυμίζει πολύ περισσότερο τις εποχές Γκαργκάνα, όταν προτείνει τολμηρά βήματα στην αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος, η οποία έχει ήδη καθυστερήσει.

Η Εκθεση Προβόπουλου δίνει τον τόνο για την πολιτική που θα πρέπει να περιμένουμε από το ΠΑΣΟΚ. Κάνοντας πιο συγκεκριμένες τις βασικές της κατευθύνσεις, αλλά και τις προτεραιότητες, αποτελεί μέρος του συνολικού σχεδίου του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου για τη συνέχιση της επίθεσης.

Συνεδρίαση του Ecofin

Ασφυκτικές οι πιέσεις, στο λαό ο λογαριασμός

Ζούμε μέρες του 2004! Οχι τις «ένδοξες» μέρες των Ολυμπιακών Αγώνων ή του …«σήκωσέ το». Αλλά τις μέρες της απογραφής του Αλογοσκούφη, ο οποίος διαπίστωνε ότι η προηγούμενη κυβέρνηση του Σημίτη μαγείρευε τα νούμερα και παρουσίαζε μικρότερο έλλειμμα, τ’ άκουγε από τους Ευρωπαίους για την αναξιοπιστία των στατιστικών στοιχείων, μαχόταν –υποτίθεται- στο Ecofin για να καταλαγιάσει τον Αλμούνια και υποσχόταν «ήπια προσαρμογή» για να βουλώσουν οι τρύπες του προϋπολογισμού χωρίς ...βάρβαρα μέτρα.

Το πόσο βάρβαρη ήταν για το λαό η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ το καταλάβαμε στο πετσί μας τα επόμενα πέντε χρόνια. Δύο φορές η ελληνική οικονομία μπήκε σε επιτήρηση από την ΕΕ και ο λαός γνώρισε μέρες φτώχειας, ακρίβειας και μηδενικών αυξήσεων στο όνομα της αντιμετώπισης των ελλειμμάτων, ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες της κρίσης.

Ο Γ. Παπακωνσταντίνου, στην πρώτη του συμμετοχή σε Ecofin και Eurogroup έκανε ακριβώς τα ίδια! Με απανωτές εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, του ΙΟΒΕ και της Στατιστικής Υπηρεσίας για διψήφιο έλλειμμα το 2009 (το οποίο η Eurostat τελικά εκτίμησε στο 7,7% για το 2008 και στο 12,5% για το 2009) κλήθηκε να εξηγήσει στους Ευρωπαίους πώς είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοιο μπάχαλο με τα στατιστικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας!

Το ζήτημα, βέβαια, δεν είναι τεχνικό και δεν οφείλεται ούτε στην …ανικανότητα της ΝΔ, ούτε στις αποδιοργανωμένες κρατικές υπηρεσίες. Κατά καιρούς ακούμε διάφορα νούμερα και εκτιμήσεις από ελληνικούς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς. Νούμερα που μπορεί σε μια νύχτα να εκτοξευθούν ή να μειωθούν στο μισό, συνήθως χωρίς εξήγηση ή, το πολύ πολύ, με τη …γνωστή εξήγηση ότι η προηγούμενη κυβέρνηση έλεγε ψέματα! Το πιο ξεδιάντροπο είναι ότι ανοιχτά μας ομολογούν ότι επιδίδονται σε κάθε είδους λογιστικές αλχημείες, μεταφέροντας έσοδα και έξοδα από τη μια χρονιά στην άλλη για να τους βγουν τα νούμερα!

Το αποτέλεσμα, όμως, είναι πάντα το ίδιο: μεγαλύτερη λιτότητα και πιο δυσβάσταχτα μέτρα για τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους, οι οποίοι μονίμως καλούνται να κλείσουν τις μαύρες τρύπες από το πενιχρό τους εισόδημα, σφίγγοντας το ζωνάρι πολύ παραπέρα από την τελευταία τρύπα!

Το ζήτημα είναι καθαρά πολιτικό. Αν τα νούμερα έχουν μια αξία είναι για να μας δείξουν το μέγεθος της επίθεσης που πρέπει να περιμένουμε. Κι αν η σαρωτική επίθεση της κυβέρνησης της ΝΔ ξεκίνησε από ένα έλλειμμα του 7%, τι θα σημαίνει άραγε το 12,5% που αντιμετωπίζουμε σήμερα;

Ενα δύσκολο ταξίδι στις Βρυξέλλες, για ποιον όμως;

Οπως συνήθως, οι Ευρωπαίοι έδωσαν τις κατευθύνσεις τους. Ο Αλμούνια ουσιαστικά απαίτησε συγκεκριμένα μέτρα δηλώνοντας ότι «η υιοθέτηση ενός φιλόδοξου δημοσιονομικού προγράμματος σταθεροποίησης για τα επόμενα χρόνια, που να συνοδεύεται από ένα συνολικό πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της χώρας, αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα για την Ελλάδα. Ελπίζω πραγματικά ότι η προετοιμασία του προϋπολογισμού του 2010, θα αποδεικνύει αυτή την αποφασιστικότητα για την αποκατάσταση των δημοσίων οικονομικών σε βιώσιμο δρόμο».

Και ο Παπακωνσταντίνου πήρε το μήνυμα: «Ο στόχος μας είναι να μειώσουμε το έλλειμμα με μόνιμα και όχι έκτακτα μέτρα, με ένα ισορροπημένο μείγμα στα έσοδα και τις δαπάνες, και να τα συνοδεύσουμε με ένα σημαντικό πρόγραμμα διαρθρωτικών αλλαγών».

Ο υπουργός προσπάθησε να πάρει παράταση για τη μείωση του ελλείμματος, παρουσιάζοντας ένα πρόγραμμα εξυγίανσης, το οποίο ήταν αρκετά γενικόλογο, αλλά δεν απέκλεισε το δανεισμό και, γενικώς, τη λήψη κατάλληλων μέτρων, ώστε τουλάχιστον του χρόνου να πέσει το έλλειμμα πάλι σε μονοψήφιο αριθμό.

Πάντως, οι οριστικές αποφάσεις υποτίθεται ότι θα ληφθούν σε επόμενο Ecofin (το Δεκέμβρη έλεγαν αρχικά, το Φλεβάρη ή το Μάρτη έλεγαν αργότερα). Ενώ το Γενάρη η κυβέρνηση θα παρουσιάσει στην ΕΕ ένα νέο τριετές Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, με το κυβερνητικό σχέδιο για μείωση του ελλείμματος και έξοδο από την κρίση.

Τα παζάρια πρέπει να έδωσαν και να πήραν και είναι φανερό ότι και ο χρόνος και το περιεχόμενο των τελικών αποφάσεων θα κριθούν από τις γενικότερες πολιτικές παραμέτρους της κρίσης, σε διεθνές, ευρωπαϊκό και εσωτερικό επίπεδο. Και ως τότε, οι πιέσεις θα παραμένουν ασφυκτικές, άμεσα προς την κυβέρνηση, αλλά ουσιαστικά προς τον ίδιο το λαό…

Πίσω στην πατρίδα με νέα μέτρα στις αποσκευές…

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα ο Παπακωνσταντίνου έδωσε το πρώτο δείγμα γραφής για τα μέτρα που προτίθεται να πάρει. Πέρα από τη στάχτη στα μάτια που ρίχνει με την ανεξαρτητοποίηση της Στατιστικής Υπηρεσίας από το υπουργείο Οικονομικών (λες και αυτό θα εμποδίζει την κυβέρνηση να παραγγέλνει «μαγειρεμένα» στοιχεία!), ιδιαίτερο βάρος δίνεται στο νέο φορολογικό νομοσχέδιο που αναμένεται στο πρώτο τρίμηνο του 2010.

Καταρχάς μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι γιατί για τους επόμενους δυο μήνες (ως το τέλος του χρόνου) δε θα επιβληθούν νέοι φόροι, έχουμε αυτούς της ΝΔ (όπως το ΕΤΑΚ) και αυτοί φτάνουν! Μέχρι τόσο αντέχει το …φιλολαϊκό ΠΑΣΟΚ, γιατί μετά τα πράγματα σκουραίνουν…

Φαίνεται πως θα γίνει ένα ανακάτεμα της …τράπουλας σε μια σειρά έκτακτους φόρους της ΝΔ, τους οποίους το ΠΑΣΟΚ δεν καταργεί, απλά βελτιώνει σε κατεύθυνση κοινωνικά δικαιότερη, όπως λένε. Αυτό αφορά την έκτακτη εισφορά, τα τέλη κυκλοφορίας (πράσινα και μη), τα σκάφη αναψυχής, τους ημιυπαίθριους, τους φόρους στα τυχερά παιχνίδια και τις off-shore εταιρίες. Μένει να δούμε μήπως και το ΠΑΣΟΚ φορολογήσει το κεφάλαιο, ικανοποιώντας έτσι ένα πάγιο αίτημα τμημάτων της αριστεράς!

Το πιο σημαντικό, όμως, ζήτημα στο νέο φορολογικό νομοσχέδιο είναι, φυσικά, η φορολογική κλίμακα, για την οποία τηρείται σιγή ιχθύος, ήδη από πριν από τις εκλογές. Οπως, επίσης, και η αντικατάσταση του ΕΤΑΚ από νέο φόρο και η επαναφορά του φόρου κληρονομιάς και γονικών παροχών, φόροι για τους οποίους υπόσχονται υψηλά αφορολόγητα όρια, αλλά δε μας λένε πόσο ψηλά. Εδώ θα φανεί ξεκάθαρα ποιον ευνοεί και ποιον όχι η νέα κυβέρνηση και από ποιον σκοπεύει να ζητήσει το λογαριασμό για την έξοδο από την κρίση.

Η ελπίδα στους αγώνες!

Το ΠΑΣΟΚ κάνει εμπόριο ελπίδας για καλύτερες μέρες. Το θέμα είναι πως δε βρίσκει …αγοραστές, όχι μόνο γιατί έχει βεβαρημένο παρελθόν, αλλά και γιατί στην ουσία δεν έχει δεσμευτεί σε κανένα φιλολαϊκό μέτρο, παρά μόνο σε μέτρα προσωρινού, έστω, κατευνασμού της λαϊκής οργής που εκφράστηκε στις κάλπες στις 4 Οκτώβρη. Μιας οργής που το έφερε, μεν, στην εξουσία, όμως μπορεί να στραφεί εναντίον του ανά πάσα στιγμή.

Το ΠΑΣΟΚ έχει να λύσει ένα πρόβλημα τόσο άλυτο, όσο ο …τετραγωνισμός του κύκλου: Από τη μια να φανεί συνεπές στις δεσμεύσεις του απέναντι στο κεφάλαιο που το στήριξε και το στηρίζει και να ικανοποιήσει τις πιέσεις εντός και εκτός συνόρων και, από την άλλη, να διατηρήσει το προνόμιο του «μικρότερου κακού» απέναντι στη ΝΔ (που ήταν επίσης καθοριστικό για να κερδίσει τις εκλογές) και το οποίο κινδυνεύει να στραπατσαριστεί αν προχωρήσει άμεσα σε βαθιά αντιλαϊκά μέτρα.

Το πώς και πότε θα απαντήσει αυτό το πρόβλημα η νέα κυβέρνηση δε μπορούμε να το ξέρουμε. Το σίγουρο είναι πως η απάντηση θα είναι ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα και πως δε θα αργήσει και πολύ να δοθεί, δεδομένου ότι οι πιέσεις, αλλά και οι δεσμεύσεις είναι πολύ έντονες. Το ΠΑΣΟΚ είναι διαχειριστής της αστικής εξουσίας στην Ελλάδα και αυτόν του το ρόλο θα τον τιμήσει καθαρά και ξάστερα, όπως το έχει κάνει και στο παρελθόν.

Η ελπίδα, λοιπόν, για το λαό και τη νεολαία δε μπορεί να βρίσκεται ούτε στην προσμονή των καλύτερων ημερών (που κανένας δεν τις τάζει καν πια), ούτε στην επόμενη ευκαιρία που θα δοθεί για να τιμωρηθεί η αντιλαϊκή πολιτική σε μια κάλπη. Η ελπίδα βρίσκεται μόνο στους αγώνες, μόνο στην πάλη του λαού και της νεολαίας. Μια πάλη που είναι πιο επιτακτική από ποτέ, μια πάλη που ο λαός μας έχει ήδη ξεκινήσει και δε δείχνει να τη σταματά. Μια πάλη στη δουλειά, στη γειτονιά, στο σχολείο, στη σχολή. Μια πάλη με απαιτήσεις, αλλά και με προοπτική, με πισωγυρίσματα, αλλά και ξεσπάσματα, αποσπασματική, αλλά και συνολική. Εκεί να δώσουμε τις δυνάμεις μας κι εκεί να επενδύσουμε τις ελπίδες μας!

Από την εκδήλωση του ΚΚΕ(μ-λ) στο Γκίνη

Πλούσια η συζήτηση, έντονος ο προβληματισμός και οι αντιπαραθέσεις στην εκδήλωσή μας στην Αθήνα. Διευρυμένη και η παρουσία αλλά και η συμβολή στον διάλογο των αντιπροσωπειών οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Και για το πολιτικό περιβάλλον και όπως αυτό διαμορφώνεται μετά τις εκλογές. Και στα ζητήματα που αφορούν στα μέτωπα πάλης που αναδεικνύει η επίθεση του συστήματος και τα οποία θα αναδειχθούν ακόμη εντονότερα με τη διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Αλλά και σε σχέση με τη δυνατότητα κοινής δράσης πάνω σε αυτά τα μέτωπα της Αριστεράς.

Παραθέτουμε αποσπάσματα από τις δύο εισηγήσεις της οργάνωσής μας:

«Για την περίοδο και τα μέτωπα πάλης»

Το ΠΑΣΟΚ δεν ήρθε στην εξουσία για να υπηρετήσει τα λαϊκά συμφέροντα, αλλά για το ακριβώς αντίθετο: για να υπηρετήσει τα συμφέροντα του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου, να υλοποιήσει τις υπαγορεύσεις των ιμπεριαλιστικών κέντρων. Η σκανδαλώδης πριμοδότησή του από το κεφάλαιο τους τρεις τελευταίους μήνες, η προβολή του από τα αστικά ΜΜΕ, το πολιτικό «λίφτινγκ» του Γιωργάκη που μέσα σε λίγες εβδομάδες μάς προέκυψε ικανότερος, καταλληλότερος και χαρισματικός, είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που αποδεικνύουν πως τα κέντρα εξουσίας θέλησαν να επιβάλουν κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ. Και τα κατάφεραν! Σε τέτοιο βαθμό που οι εκλογές (αυτός ο –κατά τα άλλα– δημοκρατικός θεσμός) ήταν έως και περιττές, αφού η βεβαιότητα της εκλογής του ΠΑΣΟΚ ήταν απόλυτη πριν ακόμη πέσει στις κάλπες το πρώτο ψηφοδέλτιο!

(…) Ωστόσο, αυτή η επιτυχία του συστήματος είναι σχετική. Κι αυτό γιατί, όπως αναφέραμε, συνοδεύτηκε από τον καταποντισμό της ΝΔ, του άλλου δηλαδή στυλοβάτη του κεφαλαίου στη χώρα και του πιο καθαρόαιμου εκφραστή του συστήματος. Καταποντισμός που σίγουρα δημιουργεί πονοκεφάλους στην αστική τάξη, καθώς βάζει σε περιπέτειες το πετυχημένο μέχρι τώρα μοντέλο της εναλλαγής των δύο πόλων του πολιτικού συστήματος. Ωστόσο, αυτό που αυτή τη στιγμή είχε μεγαλύτερη σημασία για τα ιμπεριαλιστικά κέντρα ήταν μια κυβέρνηση με φρέσκια «εντολή» και ισχυρή αυτοδυναμία, ικανή να προωθήσει εκ νέου, με το μικρότερο δυνατό πολιτικό κόστος, την επόμενη, πιο σφοδρή φάση της αντιλαϊκής επίθεσης. Και το ΠΑΣΟΚ έδωσε ήδη τα πρώτα δείγματα γραφής.

(…) Και εδώ έχει αξία να ξαναθέσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της συγκυρίας:

* Πρώτον, ότι βρισκόμαστε σε μία περίοδο αναδιάταξης δυνάμεων σε παγκόσμια κλίμακα. Αναδιάταξη που έχει την αφετηρία της στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και η οποία –παρ' ότι φάνηκε να βρίσκει τη λύση της την περίοδο 1989-91 με τις καταρρεύσεις στο Ανατολικό Μπλοκ– συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Αναδιάταξη που τα πάντα αποδεικνύουν πως όχι μόνο δεν θα ολοκληρωθεί με ομαλό τρόπο, αλλά με όρους τραγικά επικίνδυνους για τους λαούς.

* Το δεύτερο χαρακτηριστικό έχει να κάνει με την προσπάθεια του, ιμπεριαλιστικού κυρίως, κεφαλαίου να διαμορφώσει τους όρους μιας νέας κερδοφορίας. Διαδικασία που περνάει τόσο μέσα από την ένταση του καπιταλιστικού ανταγωνισμού όσο, φυσικά, και μέσα από την επίθεση στην εργατική τάξη και τα δικαιώματά της.

* Τρίτον, ότι όλα αυτά γίνονται σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής κρίσης η οποία έχει άμεση σχέση με όλα τα παραπάνω, τα τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από αυτά.

Ας αναλογιστεί, λοιπόν, κανείς τι περιθώρια ελιγμών έχει, σε μία τέτοια συγκυρία, μία χώρα σαν την Ελλάδα. Μία χώρα στην οποία η εξάρτηση αποτελεί συστατικό στοιχείο της ντόπιας αστικής τάξης.

(…) Η «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» που ανακοίνωσε ο Παπανδρέου και οι προγραμματικές δηλώσεις του ΠΑΣΟΚ αποδεικνύουν ότι η αντιλαϊκή πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης όχι μόνο θα συνεχιστεί ακατάπαυστα, αλλά θα ενταθεί σε όλα τα επίπεδα:

- Στο χτύπημα του δικαιώματος στη σταθερή και πλήρη δουλειά.

- Στη μετατροπή των εργαζομένων σε «απασχολήσιμους».

- Στην επέκταση των ελαστικών μορφών εργασίας.

- Στην ακόμη πιο ληστρική επίθεση στο λαϊκό εισόδημα μέσω των αυξήσεων-κοροϊδία στους μισθούς και της νέας φοροεπιδρομής.

- Στη συρρίκνωση του δικαιώματος στην ασφάλιση και στην περίθαλψη, αλλά και των όποιων κοινωνικών παροχών.

- Στη συνέχιση των ιδιωτικοποιήσεων και της ληστρικής επέκτασης του ιδιωτικού κεφαλαίου. Τρανό παράδειγμα, η ουσιαστική αποδοχή της ληστρικής παραχώρησης του ΣΕΜΠΟ στο λιμάνι του Πειραιά.

- Στη συνέχιση της αποβιομηχάνισης αλλά και του χτυπήματος της αγροτιάς και της αγροτικής παραγωγής.

- Στην επίθεση στη νεολαία και στα δικαιώματά της. Με την αποδοχή και εφαρμογή του νόμου-πλαισίου, με τη νομιμοποίηση των ιδιωτικών κολεγίων, με την ένταση των ταξικών φραγμών και τη μείωση της πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

- Στην επίθεση στα δημοκρατικά δικαιώματα και στις ελευθερίες, όπως αποδεικνύουν τα αστυνομοκρατούμενα Εξάρχεια, το χτύπημα των εργατών της Ζώνης, τα δακρυγόνα και οι συλλήψεις στη Νίκαια, αλλά και η επαναφορά του ζητήματος του πανεπιστημιακού ασύλου.

- Στην παραπέρα καταστροφή του περιβάλλοντος με τη λεγόμενη «πράσινη ανάπτυξη» να αποτελεί το άλλοθι –μέσα σ’ όλα τ’ άλλα– για την ερήμωση ολόκληρων περιοχών.

(…) Το ΚΚΕ(μ-λ) θα επιμείνει και θα εντείνει τις προσπάθειές του στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της κοινής δράσης των αγωνιστικών, αριστερών, επαναστατικών δυνάμεων πάνω στα πραγματικά μέτωπα πάλης που αναδεικνύει η επίθεση του συστήματος και τα οποία θα αναδειχθούν ακόμη εντονότερα με τη διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

* Στο μέτωπο της υπεράσπισης των εργασιακών δικαιωμάτων.

Του δικαιώματος στη σταθερή και πλήρη δουλειά. Ενάντια στο μοντέλο του απασχολήσιμου. Ενάντια στις ελαστικές σχέσεις εργασίας και στον εργασιακό μεσαίωνα που μας επιβάλλουν.

Για την υπεράσπιση των συλλογικών συμβάσεων και της συλλογικής διεκδίκησης. Ενάντια στην ατομική διαπραγμάτευση και την πολυδιάσπαση της εργατικής τάξης.

Ενάντια στη λαίλαπα των απολύσεων, της αποβιομηχάνισης και των ιδιωτικοποιήσεων. Χωρίς αυταπάτες για το ρόλο του κράτους και των κυβερνήσεών του, υπερασπιζόμενοι το δικαίωμα στη δουλειά.

Για την υπεράσπιση του δικαιώματος στην ασφάλιση, για την κατάργηση των αντιασφαλιστικών νόμων και την απόκρουση της νέας επίθεσης που έχει υποσχεθεί το ΠΑΣΟΚ στα ντόπια και ξένα κέντρα εξουσίας.

Για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μεταναστών ως κομματιού της εργατικής τάξης της χώρας και όχι με λογικές φιλανθρωπίας.

Ενάντια στην εργοδοτική αυθαιρεσία και τρομοκρατία.

Το ΚΚΕ(μ-λ) θεωρεί ότι οι κοινές πρωτοβουλίες της προηγούμενης περιόδου σε μια σειρά ζητήματα, όπως αυτό των απολύσεων ή του κινήματος αλληλεγγύης στην Κ. Κούνεβα, παρά τις διάφορες αστοχίες και τις λαθεμένες αντιλήψεις, αποτελούν μία καλή μαγιά για το προχώρημα της κοινής δράσης και στα ζητήματα που αναφέραμε.

(…) Το ΚΚΕ(μ-λ) θέλει να απευθύνει ανοιχτή πρόταση προς όλες τις συλλογικότητες, όλες τις οργανώσεις, αλλά και τους ανεξάρτητους αγωνιστές, για τη συγκρότηση πρωτοβουλίας ενάντια στις απολύσεις και τις ιδιωτικοποιήσεις.

* Στο μέτωπο της υπεράσπισης των δημοκρατικών δικαιωμάτων.

Ενάντια στην κρατική τρομοκρατία και την ενίσχυση του κλίματος και των μηχανισμών καταστολής.

Ενάντια στην ενίσχυση των μεθόδων παρακολούθησης και φακελώματος κάθε πολιτικής ή κοινωνικής δραστηριότητας.

Ενάντια στην ποινικοποίηση των αγώνων και τη στοχοποίηση αυτών που αγωνίζονται και αντιστέκονται.

Ενάντια στους τρομονόμους και τα ιδιώνυμα.

Ενάντια στην καταπάτηση του ασύλου και των μεθοδεύσεων που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη ενόψει του φετινού γιορτασμού του Πολυτεχνείου αλλά και της συμπλήρωσης ενός χρόνου από την νεολαιίστικη εξέγερση του Δεκέμβρη.

* Στα μέτωπα της διεκδίκησης ενός ανθρώπινου τρόπου διαβίωσης.

Ενάντια στις πόλεις-τέρατα, με τους τόνους τσιμέντου και το ανύπαρκτο πράσινο.

Στους αγώνες που ξεσπούν στις γειτονιές και στους δήμους ενάντια στη συνεχιζόμενη υποβάθμιση των όρων ζωής, με τα μολυσμένα νερά, τους τεράστιους σκουπιδότοπους, τις κεραίες κινητής τηλεφωνίας, τους αχανείς αυτοκινητόδρομους, τα πάρκα που αφανίζονται και ένα σωρό άλλα.

* Στο μέτωπο της υπεράσπισης των δικαιωμάτων της νεολαίας.

Ενάντια στους ταξικούς φραγμούς και την αποθάρρυνση της νεολαίας από το να συνεχίσει τις σπουδές της.

Ενάντια στη συνεχιζόμενη μετακύλιση του κόστους της εκπαίδευσης στις πλάτες των λαϊκών οικογενειών, από τους παιδικούς σταθμούς μέχρι τα πανεπιστήμια.

Ενάντια στο χτύπημα του ελεύθερου φοιτητικού συνδικαλισμού και της υπονόμευσης των οργάνων του φοιτητικού κινήματος, όπως προβλέπει ο νόμος-πλαίσιο και όπως συνηγορεί η λαθροχειρία της ανασύστασης της ΕΦΕΕ πίσω από τις πλάτες των φοιτητών.

Ενάντια στην προσπάθεια να γίνει η νεολαία πολιορκητικός κριός για την κατάργηση των εργασιακών δικαιωμάτων, μέσω της ανασφάλιστης εργασίας ή της εφαρμογής στις πλάτες της των νέων αντεργατικών μοντέλων.

«Αριστερά, κοινή δράση, Μέτωπο Αντίστασης»

Οι απαντήσεις στις αντιδραστικές και επικίνδυνες εξελίξεις μπορούν να δοθούν μόνο από τις αντιστάσεις και τους αγώνες του λαού μας.

Το ζήτημα κλειδί για το ΚΚΕ(μ-λ) είναι η συγκρότηση των λαϊκών δυνάμεων και σε επίπεδα που θα τις καθιστούν ικανές να αναμετρηθούν με το σύστημα της εκμετάλλευσης.

Τι χρειάζεται σύντροφοι και φίλοι αυτή την περίοδο;

Καταρχήν να αποκαλυφθεί ο ταξικός, ο αντιδραστικός χαρακτήρας των πολιτικών που προωθεί το ιμπεριαλιστικό-καπιταλιστικό σύστημα, η άρχουσα τάξη και το πολιτικό της προσωπικό. Συνολικά. Για τα λεγόμενα εθνικά ζητήματα και τους όρους εξάρτησης του ντόπιου κατεστημένου από τους ιμπεριαλιστές, για την εργασία, την ανεργία, την παιδεία, την υγεία, τους μετανάστες, τις δημοκρατικές ελευθερίες, το περιβάλλον. Να αναδειχτεί ακόμη πιο ξεκάθαρα το δίκιο των εργαζομένων και της νεολαίας. Να ξετιναχτούν οι συκοφαντίες. Να αποκαλυφθούν οι αυταπάτες για το ΠΑΣΟΚ, ότι με αριστερή πίεση θα απομονωθούν τα νεοφιλελεύθερα στελέχη του και θα αναδειχθεί η σοσιαλδημοκρατική του πτέρυγα.

Τι χρειάζεται:

Η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης αυτής της ταξικής, πολιτικής αντιπαράθεσης με το σύστημα από τις δυνάμεις της Αριστεράς.

Οι κυρίαρχες δυνάμεις στην Αριστερά ΚΚΕ και ΣΥΝ όχι μόνο δεν αναλαμβάνουν μια τέτοια ευθύνη, αλλά, αντίθετα, κάνουν ό,τι μπορούν για να αποπροσανατολίσουν, να φρενάρουν, να μπλοκάρουν τις διαθέσεις του κόσμου. (…) Το σύστημα απ' τη μεριά του βγάζει τα δικά του συμπεράσματα. Βλέπει τι έχει πραγματικά απέναντί του. Επαναεπιβεβαιώνει με τι είδους Αριστερά έχει να «αναμετρηθεί». Και έχει έτσι το πράσινο φως για την κλιμάκωση της επίθεσης ενάντια στον λαό. Και την οποία φυσικά το σύστημα συνεχίζει χωρίς να ανησυχεί και χωρίς να δίνει καμία σημασία στις ρητορικές αντιδράσεις αυτής της πλευράς.

Αυτό που χαρακτηρίζει τη στάση των δυνάμεων της υποτιθέμενης Αριστεράς είναι μια τάση «φυγής» από το πραγματικό πρόβλημα που έχει τεθεί και με την καπιταλιστική κρίση σε πλήρη εξέλιξη. (…) Η ανάσχεση της επίθεσης στα μέτωπα πάλης της προηγούμενης περιόδου αντί να θεωρηθεί η μαγιά των επόμενων αγώνων και αντιπαραθέσεων δεν ενισχύθηκε και σε κάποιες περιπτώσεις πουλήθηκε κανονικά.

Η συνισταμένη όλων αυτών είναι να θεωρείται χωρίς αξία η απόκρουση μιας επίθεσης που τσακίζει δικαιώματα και κατακτήσεις του λαού, που τον φορτώνει με νέα και δυσβάσταχτα βάρη.

Η στρέβλωση αυτής της πολιτικής σκέψης έχει φτάσει σε τόσο εκτρωματικά επίπεδα ώστε να μπορεί θρασύτατα να διατυπώνει απόψεις για «αναποτελεσματικότητα» και «ματαιότητα» των αγώνων.

Όταν απαιτείται να ενισχυθεί ο δρόμος της αντίστασης, της πάλης, της αντιπαράθεσης με το σύστημα, οι ρεφορμιστές στρέφουν τα πράγματα σε άλλη κατεύθυνση και εφορμούν με λαϊκές εξουσίες, αριστερές διακυβερνήσεις και ένα σωρό από προτάσεις και προγράμματα για «μια άλλη παιδεία και υγεία», για ένα «άλλο ασφαλιστικό σύστημα», για «εθνικοποιήσεις», κ.λπ. (...)

Και, δεύτερον, μας γεμίζουν με αυταπάτες ότι στ' αλήθεια μπορεί να υπάρξει «άλλη» παιδεία ή «άλλο» ασφαλιστικό σύστημα ή ακόμα η «άλλη» κοινωνία μέσα «σ' αυτό», δηλαδή στο ιμπεριαλιστικό-καπιταλιστικό σύστημα.

(…) Αυτές οι πολιτικές αντιλήψεις συναντιούνται στην ίδια κοίτη. Γι’ αυτούς ο καπιταλισμός είναι «μονόδρομος». Επόμενο είναι να παραιτούνται από την προοπτική της αναμέτρησης με το σύστημα και αναδεικνύουν σαν κύριο άξονα της πολιτικής τους την αναζήτηση ρόλων σε αυτόν τον καπιταλιστικό «μονόδρομο».

Φυσικό, λοιπόν, για αυτούς είναι να προσδιορίζουν σαν κύριο πεδίο «πάλης» τον κοινοβουλευτικό δρόμο και τις κάθε φορά εκλογές. Γύρω απ’ αυτόν τον άξονα περιστρέφονται και σ’ αυτόν συγκλίνουν όλες οι προσπάθειές τους.

Αναπόφευκτο είναι, λοιπόν, να είναι πάντα ανοικτή η κουβέντα για τη δυνατότητα αξιοποίησης του κοινοβουλευτικού δρόμου ή, όπως το ορίζουμε εμείς, των κοινοβουλευτικών αυταπατών.

(…) Η τάση φυγής της ρεφορμιστικής Αριστεράς εκφράζεται με τη μορφή των εύκολων και «άμεσων» διεξόδων που είναι φυσικά αδιέξοδοι.

Το ταμείο έχει από όλα

Αυταπάτες για έναν καπιταλισμό με «ανθρώπινο πρόσωπο», προγραμματικές αντιπολιτεύσεις, αριστερές λύσεις ,γελοιότητες του τύπου «Αντεπίθεση τώρα», διεκδικήσεις για κατώτατο μισθό 1.400 ευρώ, προτάσεις για σύνταξη στα 60, τα 58, τα 55. (…) Διατυπώνονται συνοδευτικά «προγράμματα» που θέτουν «εδώ και τώρα» εθνικοποιήσεις τραπεζών, λιμανιών και λοιπών φορέων, εργατικοί έλεγχοι, δίκαιο φορολογικό σύστημα και έλεγχος της φοροδιαφυγής.

Να την πληρώσει το κεφάλαιο, όπως βαρύγδουπα λένε.

Και πώς θα γίνουν αυτά; Το κράτος, λένε, μπορεί να τα αναλάβει αυτά. Με τους κεφαλαιοκράτες στην εξουσία και τον λαό στο περιθώριο; –ρωτάμε εμείς.

Ναι έτσι απλά το κράτος στον καπιταλισμό θα αναλάβει τις ευθύνες του να φορολογήσει το κεφάλαιο και όλα τα υπόλοιπα. Να λοιπόν που το καπιταλιστικό κράτος είναι και φιλολαϊκό. Με την παρουσία των ρεφορμιστών στους θεσμούς και σε κυβερνητικές θέσεις, βεβαίως. Με την ψήφο στο ΚΚΕ και στον ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή.

(…) Το ταμείο έχει και άλλα. Αντικαπιταλιστικούς πόλους, «ενότητες» του ποδαριού και άλλες τέτοιες «χρήσιμες» εφευρέσεις. Άνευ νοήματος φιλολογία περί «αμυντικών» και «επιθετικών» διεκδικήσεων.

(…) Η λεγομένη αντικαπιταλιστική Αριστερά γράφει αναλύσεις επί αναλύσεων πάνω στην αναγκαιότητα πρόταξης «προωθημένων» (έως και σοσιαλιστικού ή και κομμουνιστικού χαρακτήρα) διεκδικήσεων στη θέση των διεκδικήσεων περιορισμένης –κατ' αυτούς– εμβέλειας που θέτει κάθε φορά το κίνημα.

Αυτά τα σχέδια, επί χάρτου ουσιαστικά, προβάλλονται σαν ζύμωση και προπαγάνδα ή σαν άμεσα διεκδικήσιμοι στόχοι; Αν είναι για ζύμωση, τότε τζάμπα κουβέντα κάνουμε. Η ζύμωση και η προπαγάνδα, η προβολή της μελλοντικής κοινωνίας στην οποία προσβλέπουμε εμείς οι Αριστεροί είναι κάτι που γινόταν, γίνεται και θα συνεχίσει να γίνεται. Αν όμως είναι άμεσα διεκδικήσιμοι στόχοι, τότε υπάρχει πρόβλημα και μάλιστα σημαντικό.

Όταν τίθενται σαν άμεσα διεκδικήσιμοι οι στόχοι σοσιαλιστικού χαρακτήρα, τότε αυτό πολύ απλά σημαίνει ότι αυτοί μπορεί να πραγματοποιηθούν στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Και επειδή όσο και αν ψάχνουμε δεν μπορούμε να βρούμε σε τι διαφέρει αυτή η άποψη από την παραδοσιακή ρεφορμιστική των ΚΚΕ και ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ, καταλήγουμε στο μόνο δυνατό συμπέρασμα. Ότι δεν διαφέρει σε τίποτα παρά μόνο στο περιτύλιγμά της.

(…)

Όλες οι πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς επικαλούνται την ενότητα. (…) Όλες οι δυνάμεις της Αριστεράς, εκτός από το πλασάρισμά τους στην επικοινωνιακή πασαρέλα της ενότητας, επικαλούνται (και σωστά) το βάθος, την έκταση και τα χαρακτηριστικά της επίθεσης του συστήματος.

Διαπιστώνονται τα στοιχεία μιας πρώτης ενότητας στο πλαίσιο του λαού και στην κατεύθυνση αντίστασης στην πολιτική του συστήματος [ναι, η αντίσταση στην επίθεση δεν χρησιμοποιείται πλέον μόνο από το ΚΚΕ(μ-λ)].

Ενώ, λοιπόν, όλοι δηλώνουν ενωτικοί, αυτό που ζούμε καιρό τώρα είναι η πιο μεγάλη, η πιο βαθιά, η πιο απογοητευτική, η πιο παραλυτική για το κίνημα περιχαράκωση των διαφόρων πολιτικών σχηματισμών στο πλαίσιο της Αριστεράς.

Το ερώτημα είναι ανοικτό. Θα συνεχίσει η αδιέξοδη τακτική της αναπαραγωγής της ιδιαίτερης συγκρότησης της κάθε μιας δύναμης, με βασικούς σταθμούς καταγραφής τις προηγούμενες και επόμενες εκλογές, ή θα αφουγκραστούμε την αγωνία του κόσμου για ενότητα, που θα υπηρετήσει τη λαϊκή υπόθεση, τις λαϊκές και εργατικές αντιστάσεις, την πραγματική κοινή δράση μπροστά στα πολλά και απαιτητικά μέτωπα που δημιουργεί η βάναυση επίθεση του συστήματος;

(…)

Αυτή η κατάσταση είναι επικίνδυνη γιατί ενισχύει το μεγάλωμα της αναξιοπιστίας της Αριστεράς στον κόσμο που υποφέρει και θέλει να αντισταθεί με την Αριστερά στο πλευρό του και όχι πάνω στο σβέρκο του.

(…)

Δεσμευόμαστε ότι θα πάρουμε όσο περνά από το χέρι μας πρωτοβουλίες για να σπάσουμε αυτό το νοσηρό κλίμα περιχαράκωσης.

(…)

Μπαίνει από μεριάς μας σαν άμεσο και επιτακτικό καθήκον η στήριξη, η ανάπτυξη και ο πολλαπλασιασμός των εστιών αντίστασης, άρα και των μορφών συγκρότησης που υπηρετούν αυτήν την κατεύθυνση.

Θεωρούμε πως αυτή η κατεύθυνση είναι μονόδρομος για το προτσές ανασυγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων σαν σώματος αντιπαράθεσης με το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα, αλλά και ανάσχεσης, απομόνωσης της ρεφορμιστικής παράλυσης.


Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται και η άποψη μας ότι απαιτείται όχι σαν τακτικισμός, αλλά σαν πάγια κατεύθυνση των κομμουνιστών η Κοινή Δράση όλων των δυνάμεων που θέλουν πραγματικά να υπηρετήσουν τον λαό και να αντιπαρατεθούν στο σύστημα.


Σύντροφοι, για να βγουν οι μάζες στο προσκήνιο και να βάλουν τη σφραγίδα τους στις εξελίξεις πρέπει να συγκροτήσουν ένα πλατύ και πολύμορφο Μέτωπο Αντίστασης εργαζόμενων και νεολαίας, απέναντι στην επίθεση του συστήματος.

(…)

Επιμένουμε στην κοινή δράση των οργανώσεων και των κομμάτων που ισχυρίζονται ότι θέλουν να υπηρετήσουν το κίνημα πάνω σε κοινούς στόχους. Δεν υποχωρήσαμε και επιμέναμε ακόμα και όταν μετά από τις εκλογές του 2007 αντιμετωπίσαμε μικροαστική ζηλοτυπία και ζώνες απομόνωσης.

Μπορεί με την αποφασιστική μας στάση όλη τη δεκαετία που διανύουμε να μην πριμοδοτούμε τη φιλολογία περί «ενότητας», να γινόμαστε δυσάρεστοι. Είναι και αυτό μέσα στο λογαριασμό, ιδιαίτερα όταν σαν συλλογικότητα συγκρούεσαι με συνήθειες, όταν πας κόντρα στο ρεύμα.

Είναι και αυτό ένα από τα ζητήματα που σε αυτές τις εκλογές δεν καταφέραμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά και είχαμε εκλογική πτώση.

Το έργο μας, οι κοπιώδεις προσπάθειες των μελών και των στελεχών μας στα μέτωπα πάλης δεν αναδείχτηκαν. Οι απόψεις μας, οι επιλογές μας δεν στηρίχτηκαν, δεν επιχειρηματολογήθηκαν όσο απαιτούσαν οι συνθήκες.

Δεν υποστηρίξαμε μέσα από μια σειρά μέτωπα αντιπαράθεσης τις αποφάσεις μας. Θεωρήσαμε ίσως ότι το στίγμα και η φυσιογνωμία του ΚΚΕ(μ-λ), μέσα από την πολυετή συμμετοχή στους αγώνες και τις πολλαπλές συμμετοχές στις βουλευτικές εκλογές, είναι ριζωμένα στην εκλογική και πολιτική μας επιρροή.

Το ΚΚΕ(μ-λ) δεν απογειώθηκε το 2007 γι’ αυτό και σήμερα δεν μιλά για προσγείωση και μάλιστα ανώμαλη.

Εμείς γνωρίζουμε και δεν κρύβουμε το πρόβλημά μας. Ξέρουμε πόσο επηρεάζει την όλη μας δράση, τη δυνατότητά μας να παρεμβαίνουμε στο κίνημα, η σοβαρή αναντιστοιχία μεταξύ της πολιτικής μας επιρροής και της οργανωτικής στήριξης αυτής της επιρροής. Θέλουμε και μπορούμε να το λύσουμε, όχι κυρίως για να πηγαίνουμε καλά σε εκλογικά ποσοστά. Αλλά για να μπορούμε από καλύτερους όρους να στηρίζουμε την κοινή δράση και το ΜΕΤΩΠΟ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ. Για να μπορέσουμε να δυναμώσουμε την τάση που εκπροσωπούμε μέσα στο κίνημα.

(…)

Πιστεύουμε πως η Αριστερά θα αρχίσει πραγματικά να παίζει ρόλο στις εξελίξεις, θα γίνει χρήσιμη για τον λαό, θα αποκαταστήσει την αξιοπιστία της, αν η κάθε συνιστώσα της ευνοήσει στην πράξη την ανάγκη της κοινής δράσης του ευρύτερου δυνατού δυναμικού των οργανωμένων και ανένταχτων αγωνιστών στην κατεύθυνση της δημιουργίας και ενίσχυσης των μετώπων αντίστασης που αναδεικνύει κάθε φορά η επίθεση του συστήματος.

Αυτό είναι το πιο προωθημένο καθήκον της εποχής μας. Γιατί αυτό έχει ανάγκη η εργατική τάξη, η νεολαία και ο λαός μας που υποφέρει όλο και περισσότερο από τη βαρβαρότητα του καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού.

Στο τέλος των εισηγήσεων θέσαμε από τη μεριά μας την ανάγκη να προχωρήσουμε από κοινού με όλες τις οργανώσεις, συλλογικότητες, επιτροπές κατοίκων σε συγκέντρωση διαδήλωση ενάντια στην απίστευτη αστυνομοκρατία που είναι σε εξέλιξη στα Εξάρχεια.

Από τις τοποθετήσεις των εκπροσώπων των οργανώσεων που συμμετείχαν στην εκδήλωσή μας, διαπιστώσαμε ότι με σοβαρότητα αντιμετωπίζουν την κατάσταση που διαμορφώνεται και πως θα ανταποκριθούν στην ανάγκη της κοινής μας δράσης στα μέτωπα πάλης της περιόδου. Βέβαια γνωρίζουμε καλά πως άλλο είναι να δηλώνεις πρόθεση και διαφορετικό να παίρνεις ή να ανταποκρίνεσαι σε πρωτοβουλίες κοινής δράσης. Αυτό θα το δούμε.

Παραφωνία στο περιεχόμενο της εκδήλωσής μας ήταν η επιμονή του εκπροσώπου του ΜΛΚΚΕ να μην αναγνωρίζει την ανάγκη του κοινού κινηματικού βηματισμού των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.