Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Στην οικονομία του κεφαλαίου οι εργαζόμενοι δεν είναι εταίροι αλλά εκμεταλλευόμενοι

Οι εργαζόμενοι σε πτώχευση

Με απεργίες και κινητοποιήσεις να αντισταθούμε

Σε εξαθλίωση και ανεργία οδηγούνται με απόφαση της ΕΕ και της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ οι εργαζόμενοι, που γι' άλλη μια φορά συνειδητοποιούν τα παιχνίδια που παίζουν στην πλάτη τους οι ιμπεριαλιστές, το κεφάλαιο και η κυβέρνηση που επιλέχθηκε από αυτούς για να προχωρήσει τις μεταρρυθμίσεις τους.

Πάγωμα των μισθών στο δημόσιο δεν σημαίνει απλώς ο ίδιος μισθός αλλά πραγματική μείωση και αφαίμαξη των εργαζομένων και των συνταξιούχων. Παράλληλα, οι "συμφωνίες" που επιβάλλονται στο δημόσιο αποτελούν απλησίαστη οροφή και στην πραγματικότητα οδηγό νέας αφαίμαξης για τον ιδιωτικό τομέα. Η επίσπευση της υπογραφής της νέας συλλογικής σύμβασης μεταξύ ΓΣΕΕ και εργοδοσίας, που ζητάει ο ΣΕΒ, έρχεται να επικυρώσει ακριβώς αυτή την απόφαση των βιομηχάνων να παγώσουν τους γλίσχρους μισθούς και τα μεροκάματα που ισχύουν με το τέλος της προηγούμενης επαχθούς διετούς συμφωνίας.

Πίσω από τις απειλές για "χρεοκοπία της χώρας" και έναν προϋπολογισμό "προ πτώχευσης" βρίσκονται οι ακόρεστες διαθέσεις του κεφαλαίου για ακόμη μεγαλύτερη επίθεση στην εργατική τάξη και μεγαλύτερα κέρδη για το ίδιο. Τόσο η επιτήρηση των ιμπεριαλιστικών λύκων της ΕΕ όσο και οι προτάσεις του ΟΟΣΑ για "διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στο δημοσιονομικό τομέα, στις συντάξεις, στην υγεία και στην παιδεία", για "μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας και μεγαλύτερη ευκινησία" αλλά και για "πάταξη της διαφθοράς και μείωση των δαπανών" μεταφράζονται σε απολύσεις, κόψιμο των συντάξεων, κατάργηση της δωρεάν περίθαλψης αλλά και ξεπέταγμα της νεολαίας των φτωχώτερων στρωμάτων από τη δημόσια παιδεία.

Οι εκβιασμοί αυτοί των "αρνητικών" αριθμών (χρέους, ελλείμματος, ανάπτυξης κ.λπ.) καταλήγουν στην "εθνική έκκληση” να επιμερισθούν οι "κοινωνικοί εταίροι" τις ευθύνες και τα καθήκοντα για μια "εθνική ανόρθωση" της οικονομίας, για ξεπέρασμα της κρίσης με ...επιμερισμό των υποχρεώσεων.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απάτη και ψέμα από αυτές τις εκκλήσεις. Οι εργαζόμενοι δεν είναι κοινωνικοί εταίροι σε μια εθνική οικονομία. Είναι η οικονομία του κεφαλαιοκρατικού συστήματος που βρίσκεται σε κρίση, ακριβώς επειδή απαιτεί μεγαλύτερο ξεζούμισμα των εργαζομένων αλλά και νέα ανακατανομή των αγορών για το κεφάλαιο. Οι εργαζόμενοι βρίσκονται στην άλλη όχθη. Στην πλευρά των εκμεταλλευόμενων, στην πλευρά αυτών που ξεζουμίζονται σαν λεμονόκουπα για να ξεπεράσει το σύστημα την κρίση του. Δεν υπάρχουν, λοιπόν, κοινοί στόχοι και συμφέροντα παρά μόνο ταξικά.

Καμία, λοιπόν, συμφωνία δεν μπορεί να γίνει στη λογική των "κοινωνικών εταίρων". Καμία έκπτωση στα μισθολογικά και εργατικά δικαιώματα δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή από τους εργαζόμενους, ακόμη κι αν οι εργατοπατέρες -όπως κάνουν πάντα- ξεπουλήσουν κάθε εργατική κατάκτηση. Οι μεταρρυθμίσεις τους σημαίνουν για τους εργαζόμενους νέα βάρη και μεγαλύτερη φτώχεια.

Ας οικοδομήσουμε σε κάθε χώρο, με κάθε τρόπο, αντιστάσεις στην αδίστακτη επίθεση που έχει εξαπολύσει το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο και οι ντόπιοι υπηρέτες του. Τα συμπτώματα του πολυκερματισμού που εμφανίζονται σε εργατικές κινητοποιήσεις (π.χ., stage, συμβασιούχοι) μπορεί να ικανοποιούν μικροκομματικούς ανταγωνισμούς, όμως δεν οφελούν τους εργαζόμενους.

Ο νέος προϋπολογισμός, το νέο φορολογικό, η νέα συλλογική σύμβαση που επιδιώκεται να συμφωνηθεί εσπευσμένα, τα νέα μέτρα κατάργησης, ουσιαστικά, των συντάξεων, οι νέοι νόμοι που επεξεργάζονται για σχολεία και ΑΕΙ πρέπει να βρουν τους εργαζόμενους και τη νεολαία στους δρόμους. Για να αποκτήσει πραγματικό, πολιτικό νόημα η εξέγερση του Δεκέμβρη. Για να ξεσπάσουν νέες εξεγέρσεις εργαζομένων και νεολαίας.

Αυτά που έρχονται είναι αυτά που έχουμε να αντιπαλέψουμε

Πολύ νωρίτερα απ’ όσο οι περισσότεροι υπολόγιζαν, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πέταξε τα προεκλογικά φτιασίδια και έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο. Ετσι, προχώρησε στις απολύσεις των εργαζομένων στα stage και ανοίγει το δρόμο και σε άλλες. Ετοιμάζει πραγματική φορολογική επιδρομή. Παγώνει –στην ουσία- τους μισθούς από τη μια, ενώ από την άλλη οι τιμές παίρνουν την ανηφόρα. Προγραμματίζει, λέει, περιστολή της σπατάλης, ετοιμάζει «σφιχτό» προϋπολογισμό με ήδη γνωστό το ποιους αφορούν αυτές οι περικοπές. Αναγγέλλεται η επίθεση στον εκπαιδευτικό χώρο και τη νεολαία, ετοιμάζεται το «άνοιγμα» του ασφαλιστικού και έπονται πολλά.

Οι εξηγήσεις, η δικαιολόγηση αυτών των μέτρων είναι ανάλογη του χαρακτήρα της πολιτικής που τα υπαγορεύει και των δυνάμεων που τα προωθούν. «Δεν γνώριζαν», λέει, τα πραγματικά δεδομένα όταν έκαναν τις προεκλογικές τους εξαγγελίες. Το μέγεθος του ελλείμματος. Το χρέος. Υφιστάμεθα, άλλωστε, και τις συνέπειες της κρίσης. Τις πιέσεις της ΕΕ.

Δεν γνώριζαν; Το πρώτο είναι ότι όφειλαν να γνωρίζουν. Το αληθινό είναι ότι γνώριζαν και πολύ καλά μάλιστα. Το έλλειμμα; Ποιο, πώς και γιατί. Το ελληνικό κεφάλαιο έχει πραγματοποιήσει τεράστια κέρδη κατά την τελευταία εικοσαετία. Από την ασύδοτη εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και συνολικά του ελληνικού λαού. Από τη θηριώδη εκμετάλλευση εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών. Από τα επιχειρηματικά ανοίγματα στις βαλκανικές και παραδουνάβιες χώρες κ.α. Από τη διαρπαγή των οικονομιών ενός κόσμου με το μεγάλο κόλπο του χρηματιστηρίου. Πώς έλλειμμα δηλαδή;

Το χρέος; Αλήθεια σε ποιον και γιατί χρωστάει ο εργαζόμενος των 1.000 ευρώ; Ο συνταξιούχος των 700; Ο αγρότης με το εκμηδενισμένο εισόδημα; Ο άνεργος με το μηδενικό; Σε ποιον χρωστάνε όλοι αυτοί που εργάζονται μια ζωή παράγοντας πλούτο και αντί να πληρώνονται πληρώνουν; Οσο για την κρίση και τις πιέσεις της ΕΕ, εδώ θα θυμίσουμε καταρχάς ένα πράγμα. Η επίθεση στον εργαζόμενο λαό αναπτύσσεται εδώ και πολλά χρόνια και πολύ πριν εκδηλωθεί η κρίση.

Αυτό δίνει και μια πρώτη απάντηση στο άλλο παραμύθι. Οτι τα μέτρα αυτά είναι προσωρινά. Οτι αφορούν μια προσπάθεια ανασυγκρότησης, ανάκαμψης, που θα διαρκέσει, λέει, δύο-τρία χρόνια. Δεν είναι απλώς ένα ακόμη ψέμα. Είναι η προσπάθεια συγκάλυψης της κατάστασης που έχουν να αντιμετωπίσουν οι εργαζόμενες λαϊκές μάζες τα επόμενα χρόνια. Την επίθεση που θα δεχτούν στη βάση μιας πολιτικής συνολικού εξανδραποδισμού και που θα εκτείνεται σε βάθος χρόνου. Αλλωστε, με έναν τρόπο το ομολογούν και οι ίδιοι οι παράγοντες του συστήματος όταν λένε ότι έρχεται μεν η ανάκαμψη αλλά με αύξηση της ανεργίας. «Παράδοξο»; Οχι ακριβώς. Αλλά θα αναφερθούμε παρακάτω.

Πώς και γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Πώς γίνεται, αλήθεια, η ανθρωπότητα να έχει αναπτύξει τις παραγωγικές της δυνατότητες σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι, λ.χ., πριν από 20 ή 30 χρόνια, να έχει αυξηθεί ανάλογα ο παγκόσμιος πλούτος και ταυτόχρονα να εξαπλώνεται σε τεράστια κλίμακα η φτώχεια, η αθλιότητα, η δυστυχία;

Τη βασική, την πρωταρχική αιτία θα πρέπει να την αναζητήσουμε στο ίδιο το σύστημα. Το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα είναι ένας οργανισμός που δεν «χορταίνει» ποτέ. Αντίθετα, όσο πιο πολλά κέρδη σωρεύει τόσο ανοίγει η όρεξη για περισσότερα, όσες περιοχές καταπίνει τόσο θεριεύει η τάση του για μεγαλύτερη λεία. Εναν και μόνο φραγμό γνωρίζει! Αυτόν που μπορεί να ορθώσει η αντίσταση, η πάλη των λαών. Είναι το μόνο που υπολογίζει και φοβάται.

Εδώ, μ’ αυτό το ζήτημα συνδέεται και η εξέλιξη που «έλυσε» τα χέρια του συστήματος. Η υποχώρηση, η ήττα του εργατικού, επαναστατικού, κομμουνιστικού κινήματος και η παλινόρθωση στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Συνακόλουθα η αποδιοργάνωση, αποσύνθεση της δύναμης αντίστασης των λαών, η εξάλειψη της απειλής που αισθανόταν το σύστημα. Ασυγκράτητες, πλέον, οι δυνάμεις του συστήματος ανέπτυξαν σε μεγάλη έκταση και βάθος την επίθεση στην εργατική τάξη. Στόχος, η επαναθεμελίωση των ταξικών σχέσεων και σε βάση απόλυτης κυριαρχίας του κεφαλαίου. Ετσι ώστε να διασφαλίζεται η δυνατότητα απρόσκοπτης εκμετάλλευσης και σε βάθος χρόνου.

Οι καταρρεύσεις του ’89-91 έδωσαν την ευκαιρία στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (καταρχάς της Δύσης) να προχωρήσουν σε μια εκστρατεία επανακατάκτησης, απαναποικιοποίησης του κόσμου. Στόχος και αποτέλεσμα, η ένταση της εκμετάλλευσης, η καταλήστευση, η οικονομική ερημοποίηση σειράς χωρών. Πρόκειται για κατευθύνσεις που αναπτύσσονται επί πολλά χρόνια πριν από την κρίση και που, φυσικά, συνεχίζονται και μετά απ’ αυτήν. Ας έρθουμε όμως και σ’ αυτό το θέμα.

Η κρίση δεν είναι ένα «φυσικό» φαινόμενο ούτε ένα «κακό» που μας βρήκε ξαφνικά και απροσδόκητα. Αποτελεί αναπόφευκτη έκφραση της ίδιας της φύσης και της λειτουργίας του συστήματος. Οφείλεται κατά πρώτο λόγο στον παράγοντα που «κινεί» το σύστημα: το κέρδος. Η ακόρεστη αναζήτηση του μέγιστου δυνατού κέρδους είναι αυτή που στερεύει τις πηγές του κέρδους. Η ασύδοτ εκμετάλλευση των πλατιών λαϊκών μαζών είναι που περιορίζει τη δυνατότητα «πραγμάτωσης» -και πάλι- του κέρδους. Η ασυγκράτητη τάση υφαρπαγής υπεραξίας (ακόμη και μεταξύ τους) είναι που ενισχύει την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου, τη δημιουργία και το γιγάντωμα της «φούσκας». Το σκάσιμό της ανέδειξε τους όρους της κρίσης, συμπαρασύροντας όλες τις λειτουργίες του συστήματος.

Η άμεση απάντηση ήταν η προσπάθεια διάσωσης του χρηματιστικού-τραπεζικού συστήματος, αυτού του μηχανισμού ληστείας και υφαρπαγής με ενέσεις δισεκατομμυρίων. Συνακόλουθα, τόσο σαν σύστημα συνολικά όσο και, κυρίως, σαν κάθε ιμπεριαλιστικός σχηματισμός ξεχωριστά, η προσπάθεια διαμόρφωσης όρων νέας κερδοφορίας για το κεφάλαιο. Με την ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Τη διεύρυνση των όρων καταλήστευσης των εξαρτημένων χωρών. Με την όξυνση του ανταγωνισμού ανάμεσά τους και τις μεθοδεύσεις υφαρπαγής υπεραξίας του ενός από τον άλλο.

Ωστόσο ούτε αυτά αρκούν. Χωρίς πραγματική μεγέθυνση στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας όλα αυτά είναι απλώς στον αέρα. Αλλωστε, με έναν τρόπο το αποκαλύπτουν και οι ίδιοι και ακριβώς εκεί που προσπαθούν να δημιουργήσουν κλίμα αισιοδοξίας. Οταν διακηρύσσουν ότι έρχεται η ανάκαμψη αλλά –«δυστυχώς»- με αύξηση της ανεργίας. Αλλο ένα «παράδοξο» του συστήματος; Ναι, αλλά όχι ακριβώς.

Πραγματική ανάκαμψη σημαίνει μόνο πραγματική ανάπτυξη στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας. Συνακόλουθα αυτό σημαίνει μεγαλύτερη ζήτηση εργατικών χεριών και –αυτονόητα- περιορισμό της ανεργίας. (Ας συμπληρώσουμε εδώ ότι αύξηση της ανεργίας –παρ’ όλη την «ανάκαμψη»- σημαίνει ταυτόχρονα παραπέρα μείωση του μεριδίου της εργατικής τάξης, περιορισμός των ασφαλιστικών και άλλων δικαιωμάτων). Οσο και αν φλυαρούν οι «οικονομολόγοι» του συστήματος, ανάκαμψη δεν σημαίνει το «φούσκωμα» των μετοχών με κεφάλαια από το... μέλλον. Αντίθετα, με μια τέτοια πρακτική αυξάνονται οι κίνδυνοι μιας νέας και ακόμα πιο επικίνδυνης φούσκας, μιας και το σύστημα έχει εξαντλήσει τις νομισματικές –και όχι μόνο- εφεδρείες του για την αντιμετώπιση της προηγούμενης. Στην πραγματικότητα, το σύστημα έχει πιάσει τά όρια των όρων στη βάση των οποίων λειτουργεί και των συσχετισμών στο πλαίσιο των οποίων κινείται.

Με βάση αυτά, η «διέξοδος», δηλαδή το πέρασμα σε μια άλλη φάση, προϋποθέτει είτε μια νέα (οικονομική) εκτίναξη είτε μια ανακατανομή των αγορών που με βάση τα πραγματικά δεδομένα το ένα προϋποθέτει το άλλο. Με αυτούς τους όρους η επίθεση στην εργατική τάξη και συνολικά στους λαούς παίρνει όλο και περισσότερο τα χαρακτηριστικά μιας διαδικασίας «πρωταρχικής συσσώρευσης». (Στην Κίνα, λ.χ., αυτό είναι ολοφάνερο). Ωστόσο, και πέρα από το τι σημαίνει αυτό για τη διάρκεια της επίθεσης ενάντια στους λαούς, ούτε αυτό αρκεί. Μια τέτοιου είδους συσσώρευση συνεπάγεται ανάλογης κλίμακας επενδύσεις που με τη σειρά τους προϋποθέτουν τη διασφάλιση ανάλογου –πλανητικού- εύρους αγορών.

Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η πάντα υπαρκτή πολιτική διάσταση του ζητήματος (η «συνάντηση» της οικονομίας με την πολιτική, όπως έχουμε αναφερθεί παλιότερα). Η ανακατανομή των αγορών ήταν πάντα και παραμένει ένα κυρίως πολιτικό ζήτημα. Και εδώ ερχόμαστε σε ένα άλλο κεφάλαιο.

Εδώ και χρόνια συντελείται μια διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων. Η αφετηρία της βρίσκεται στο «τέλος» του μεταπολεμικού (αναφερόμαστε στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο) κόσμου. Το σημείο καμπής ήταν οι ανατροπές που συντελέστηκαν στην περίοδο '89-91 και έδωσαν –σε πρώτη ανάγνωση- τον κύριο ρόλο στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Δύσης με επικεφαλής τις ΗΠΑ.

Ηταν έτσι, αλλά όχι ακριβώς. Οι πραγματικοί συσχετισμοί στον κόσμο δεν ήταν αυτοί που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του ’90 - και αυτό φαίνεται ολοένα και περισσότερο. Η Δύση δεν είναι τόσο ενιαία όσο πιστευόταν και, πέρα από Ρωσία, Κίνα, βγαίνουν στο προσκήνιο και άλλες δυνάμεις (Ινδία, Βραζιλία), ενώ στα «ρήγματα» που διαμορφώνονται «διεισδύουν» και μικρότερες δυνάμεις, αναζητώντας ρόλους.

Για να περιοριστούμε στα πλέον ουσιώδη: Συντελείται εδώ και καιρό μια διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων που εξελίσσεται με όρους ενός όλο και πιο άγριου ανταγωνισμού σε όλα τα πεδία. Οικονομικό, πολιτικό, στρατιωτικό, στρατηγικό, στο πεδίο των συμμαχιών. Για να το πούμε όσο γίνεται πιο απλά: Πρόκειται για μια εξέλιξη που διαμορφώνει τη νέα διάταξη –τη νέα «ιεραρχία»-δύναμης στον κόσμο και στην οποία η θέση τής κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης δεν είναι καθόλου δεδομένη. Είναι παραπάνω από καθαρό ότι δεν πρόκειται για ένα ζήτημα που μπορεί να απαντηθεί με διά βίου λύσεις και στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Πρόκειται για ένα ζήτημα που θα λυθεί (ή θα «λυθεί») στη βάση του πιο άγριου ανταγωνισμού, ακόμη και αναμετρήσεων, έμμεσων ή και άμεσων, με όλους τους κινδύνους που συνεπάτεται κάτι τέτοιο για τον κόσμο.

Αυτή η κατάσταση ασκεί μια μεγάλη πίεση και στις αστικές τάξεις των μικρότερων εξαρτημένων χωρών. Οταν η ΕΕ πιέζει για περισσότερα μέτρα, αυτό που διεκδικεί είναι η διασφάλιση και διεύρυνση των όρων εκμετάλλευσης του ελληνικού λαού και των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας. Οταν οι ΗΠΑ πιέζουν, εκβιάζουν και απειλούν, αυτό που απαιτούν είναι η μεγαλύτερη ευθυγράμμιση στους επιθετικούς ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς τους. Απέναντι σ’ αυτά, η αστική μας τάξη (όπως και άλλων εξαρτημένων χωρών), όντας εκμεταλλευτική από τη φύση της και αντιλαϊκού χαρακτήρα, ούτε το μπορεί αλλά ούτε καν το διανοείται να στηριχτεί στο λαό και να αντιδράσει. Αντίθετα, προσπαθεί να περισώσει ό,τι μπορεί από την κυριαρχία της (πάνω στο λαό) και τα εκμεταλλευτικά της προνόμια, συμμορφούμενη στις ιμπεριαλιστικές υπαγορεύσεις και πάντα σε βάρος του λαού και της χώρας.

Εδώ ακριβώς βρίσκονται οι εξηγήσεις για την πολιτική που προωθεί το ΠΑΣΟΚ και που κάλλιστα θα μπορούσε να ήταν πολιτική της ΝΔ αν αυτή κέρδιζε τις εκλογές.

Τα συμπεράσματα που εμείς βγάζουμε με όλα αυτά. Η επίθεση ενάντια στον εργαζόμενο λαό και τη νεολαία θα συνεχιστεί για όλη την επόμενη περίοδο και θα ανακοπεί μόνο και εφόσον η λαϊκή αντίσταση και πάλη αναπτυχθεί στο επίπεδο που να μπορεί να την... ανακόψει. Οι επεμβάσεις, οι επιδρομές, τα μακελέματα των λαών από τους ιμπεριαλιστές θα αποτελούν την πραγματικότητα της επόμενης περιόδου και για όσο διάστημα δεν ορθωθεί φραγμός ένα παγκόσμιο μέτωπο πάλης των λαών. Ο κίνδυνος ενός γενικευμένου πολέμου θα συνεχίσει να απειλεί τον κόσμο μέχρις ότου η ανατροπή αυτού του συστήματος και το πέρασμα στο σοσιαλισμό επιβάλλει το σεβασμό στην ειρήνη, τον άνθρωπο, τη φύση.

Αυτές οι προοπτικές είναι που ορίζουν και τις βασικές αναγκαιότητες και κατευθύνσεις πάλης. Την κατεύθυνση συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων και σε επίπεδο που να είναι ικανές να αναμετρηθούν αποτελεσματικά με τις δυνάμεις του συστήματος. Κεντρική θέση σ’ αυτό έχει η αναγκαιότητα της «εκ νέου» συγκρότησης της εργατικής τάξης σε «τάξη για τον εαυτό της». Σε διαλεκτική συνάρτηση μ’ αυτό, ο προσανατολισμός στην κατεύθυνση ανασύστασης, ανασυγκρότησης του εργατικού, επαναστατικού, κομμουνιστικού κινήματος.

Αμεση αναγκαιότητα η ανάπτυξη της αντίστασης στην επίθεση του συστήματος και στην κατεύθυνση συγκρότησης ενός πλατιού και πολύμορφου Μετώπου Αντίστασης μέσα από την Κοινή Δράση. Οχι μόνο γιατί κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο για την αντιμετώπιση των άμεσων προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο λαός αλλά και γιατί αποτελεί το μόνο πεδίο στο οποίο μπορούν να διαμορφώνονται οι όροι συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων.

Αυτές οι κατευθύνσεις θα πρέπει να κατανοούνται πρώτα και πάνω απ' όλα σαν κατευθύνσεις πάλης. Μιας πάλης που θα αναπτύσσεται όχι μόνο απέναντι στις δυνάμεις του συστήματος αλλά και θα αντιμετωπίζει αυταπάτες, καιροσκοπισμούς και λαθεμένες αντιλήψεις στο πλαίσιο του κινήματος.

Είναι ζήτημα πάλης η «αναγνώριση» της πραγματικότητας όπως αυτή έχει απέναντι στην ωραιοποιημένη εικόνα που πλασάρει το σύστημα αλλά και στις κάθε είδους αυταπάτες που καλλιεργούνται από άλλες πλευρές.

Είναι ζήτημα πάλης η απόρριψη της άποψης πως ο καπιταλισμός είναι «μονόδρομος». Απψη την οποία άλλοι αποδέχονται, άλλοι υποτάσσονται σ’ αυτήν και άλλοι συμμορφώνονται στους όρους της παρά τις περί του αντιθέτου ρητορείες τους.

Είναι ζήτημα πάλης η υλοποίηση της κατεύθυνσης συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων, επειδή κάτι τέτοιο αναιρεί την πρωτοκαθεδρία του «κοινοβουλευτικού δρόμου» που έχουν σαν άξονα κίνησής τους οι δυνάμεις της υποτιθέμενης Αριστεράς και τους ωθεί στην κατεύθυνση πραγματικής αναμέτρησης με το σύστημα.

Είναι ζήτημα πάλης ο προσανατολισμός στην κατεύθυνση ανασύστασης, ανασυγκρότησης του εργατικού, επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος, επειδή οι ίδιες αυτές δυνάμεις και ανεξάρτητα με το αν βολεύονται με «ορθόδοξα» ή «μεταμοντέρνα» σχήματα ούτε θέλουν ούτε μπορούν να σταθούν απέναντι στα πραγματικά προβλήματα που έχει αναδείξει η ταξική πάλη.

Είναι ζήτημα πάλης η προώθηση της Κοινής Δράσης και για την οικοδόμηση του Μετώπου Αντίστασης. Η «απροθυμία» ή και το σαμποτάρισμα μιας τέτοιας κατεύθυνσης δεν οφείλεται απλώς σε «στενοκεφαλιά» ή ανύπαρκτη θεώρηση των πραγμάτων και των αναγκαιοτήτων που θέτουν. Γίνεται κυρίως επειδή η υλοποίηση μιας τέτοιας κατεύθυνσης θα εξέθετε –και με όρους κινήματος- τις πραγματικές ιδεολογικές απόψεις και πολιτικές κατευθύνσεις αυτών των δυνάμεων.

Βασίλης Σαμαράς

Βάση του 10: Το ταξικό φράγμα

Δημοσιεύτηκαν τα συμπεράσματα της έρευνας που έκανε το ΚΑΝΕΠ (Κέντρο Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής) της ΓΣΕΕ σχετικά με το μέτρο της βάσης του 10 για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. 3 χρόνια μετά την εφαρμογή του μέτρου, τα συμπεράσματα της έρευνας επιβεβαιώνουν την εκτίμηση που έχει διατυπωθεί πολλές φορές από τις στήλες της ΠΣ: ότι αποτελεί ένα πολύ σκληρό ταξικό μέτρο που προστέθηκε στο σύνολο των ταξικών φραγμών στην εκπαίδευση, με σκοπό να πετάξει βίαια μεγάλο αριθμό παιδιών λαϊκών οικογενειών έξω από τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ.

Σε απόλυτους αριθμούς, η βάση του 10 έχει αφήσει κενές συνολικά περισσότερες από 60.000 θέσεις, ενώ από τον πρώτο κιόλας χρόνο εφαρμογής πέταξε εκτός τριτοβάθμιας εκπαίδευσης το 43,6% των αποφοίτων. Επιπλέον, ο αριθμός των υποψηφίων που δεν υπέβαλλαν καν μηχανογραφικό μετά τις πανελλαδικές εξετάσεις πενταπλασιάστηκε από το 2004 ως το 2008 (από 5.034 σε 25.108), πράγμα που σημαίνει ότι ένας στους τρεις περσινούς υποψηφίους δε διεκδίκησε καν μια θέση. Με τέτοια προοπτική (ή καλύτερα έλλειψη προοπτικής), είναι δεδομένο ότι στα παραπάνω μεγέθη προστίθεται ένας απροσδιόριστος αριθμός μαθητών που οδηγήθηκαν νωρίτερα εκτός Ενιαίου Λυκείου, είτε σε επαγγελματικές σχολές είτε απ’ ευθείας στην αγορά εργασίας.

Στα συμπεράσματα της έρευνας φάνηκε καθαρά και ποια κομμάτια του λαού χτυπήθηκαν περισσότερο με τη βάση του 10: στους νομούς Ροδόπης, Ξάνθης και Δωδεκανήσου περισσότεροι από τους μισούς υποψηφίους έμειναν εκτός, ενώ ελάχιστα χαμηλότερα είναι τα ποσοστά στις περιοχές της Δυτικής Αττικής και του Πειραιά. Τα παιδιά των φτωχότερων λαϊκών οικογενειών στερήθηκαν το δικαίωμά τους στις σπουδές και μαζί τις δυνατότητες διεκδίκησης δουλειάς με τους όρους που δίνει ένα πτυχίο.

Οι ερευνητές της ΓΣΕΕ, βεβαίως, δεν αμέλησαν να κάνουν κάθε δυνατή προσπάθεια να συσκοτίσουν το ξεκάθαρο βασικό συμπέρασμα που προέκυψε από την έρευνά τους. Σε δηλώσεις τους μίλησαν για «χιλιάδες φοιτητών με βαθμό λίγο ή και πολύ πάνω από αυτή τη βάση» που είναι «ανεπαρκείς για σπουδές ακαδημαϊκού περιεχομένου», ρίχνοντας λίγο-πολύ την ευθύνη στους μαθητές. Μαθητές, οι οποίοι από τα πρώτα κιόλας χρόνια στο σχολείο τρέχουν διαρκώς από μάθημα σε φροντιστήριο και τανάπαλιν, βλέποντας την προοπτική του πτυχίου και μιας αξιοπρεπούς δουλειάς να εξαφανίζεται.

Από την άλλη (όψη του ίδιου νομίσματος), η υπουργός Παιδείας Αννα Διαμαντοπούλου δήλωσε ότι μελετάται η κατάργηση του μέτρου. Το πότε το προσδιόρισε μόνο ποιοτικά: όταν υπάρξουν οι ανάλογες προϋποθέσεις. Αυτό που εννοεί, μιλώντας εκ μέρους συνολικά του συστήματος, είναι ότι το μέτρο αυτό έπαιξε και διατηρεί ένα βασικό ρόλο στη διαμόρφωση της παιδείας για «λίγους κι εκλεκτούς» που ετοιμάζεται εδώ και χρόνια. Κατεύθυνση στην οποία κινούνται όλες οι απόψεις που ακούγονται στα πλαίσια της «επιτροπής Μπαμπινιώτη», με δηλωμένο στόχο την αναδιάρθρωση συνολικά της εκπαίδευσης έτσι ώστε η μεγάλη πλειοψηφία των μαθητών να μη φτάνει καν να διεκδικεί θέση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Είναι γεγονός ότι το σύστημα ακόμα ψάχνει τα συγκεκριμένα μέτρα που θα υπηρετήσουν καλύτερα το δεδομένο αυτό σκοπό. Η βάση του 10 έχει αποδείξει την «αποτελεσματικότητά» της και επομένως θα διατηρηθεί μέχρι να στηθεί το σκηνικό που θέλουν να επιβάλλουν.

Ο μεγάλος Οκτώβρης και η έφοδος στον ουρανό

(Οι παρευρισκόμενοι σηκώνονται όρθιοι και χαιρετούν τον σύντροφο Λένιν με θυελλώδη παρατεταμένα χειροκροτήματα)
«Συνερχόμαστε σήμερα –άρχισε ο σύντροφος Λένιν- σε δεκάδες και εκατοντάδες συγκεντρώσεις για να γιορτάσουμε την επέτειο της Οκτωβριανής επανάστασης. Για κείνους που από καιρό μετέχουν στο εργατικό κίνημα, που από παλιά συνδέονται με τις μάζες των εργατών, που είχαν στενή επαφή με το εργοστάσιο –για όλους αυτούς είναι ξεκάθαρο ότι ο χρόνος που πέρασε ήταν χρόνος αληθινής προλεταριακής δικτατορίας….
Η εργατική τάξη έδειξε ότι είναι σε θέσει να οργανώσει τη βιομηχανία χωρίς τη διανόηση και χωρίς τους κεφαλαιοκράτες. Πολλά έχουν γίνει αλλά και πολλά ακόμα έμειναν να γίνουν στο μέλλον. Προχωρήστε σύντροφοι πιο θαρραλέα μπροστά στο δρόμο που βαδίσατε ως τώρα, τραβήξτε στη δουλειά ολοένα και καινούριες μάζες! Δώστε τη δυνατότητα σ’ όλους τους εργάτες κι ας είναι και αγράμματοι, άπειροι, αμαθείς αρκεί να έχουν δεσμούς με τη μάζα, να θέλουν ειλικρινά να στεριώσει το καθεστώς, δώστε σ’ όλους αυτούς και στους κομματικούς και στους εξωκομματικούς τη δυνατότητα να δουλεύουν και να διδάσκονται στο νέο προλεταριακό κράτος, να διευθύνουν και να δημιουργούν τα πλούτη…

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ – ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 2009: Η νεολαία να ξαναπιάσει το νήμα της αντίστασης και του αγώνα

Με μια μαζική διαδήλωση, στην οποία η συμμετοχή της νεολαίας ήταν κυρίαρχη, στην επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ο λαός έστειλε μήνυμα προς το σύστημα και τους πολιτικούς του εκφραστές ότι οι διαθέσεις για αντίσταση και αγώνα παραμένουν ζωντανές.
Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των διαφόρων παραγόντων της αστικής τάξης, των κάθε λογής ιδεολογικών μηχανισμών και των προθυμότατων ΜΜΕ να διατηρήσουν τον αέρα της «ανανέωσης» και των «προσδοκιών» για τη νέα κυβέρνηση, είναι προφανές ότι ο λαός και η νεολαία δεν έχουν αυταπάτες. Και, πρώτα και κύρια, λόγω της ίδιας της πραγματικότητας, που χρωματίζεται από τις μαύρες προβλέψεις για την επιδείνωση της κρίσης, αλλά κυρίως από τα ακόμη πιο μαύρα και αντιλαϊκά μέτρα που το ΠΑΣΟΚ μεθοδεύει για το άμεσο μέλλον. Μια σειρά μέτρα που μοναδικό στόχο έχουν να μετακυλήσουν τις συνέπειες της κρίσης στις πλάτες της εργατικής τάξης και του λαού και παράλληλα να προχωρήσουν παραπέρα την αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης.
Το πέταμα στο δρόμο, σαν στυμμένες λεμονόκουπες, εκατοντάδων χιλιάδων σύγχρονων δουλοπάροικων (εργαζόμενοι stage αρχικά και ακολουθούν οι συμβασιούχοι στη συνέχεια) δεν μπορεί να αφήσει καμιά αυταπάτη στη σπουδάζουσα και μη νεολαία για το μέλλον που της ετοιμάζει το σύστημα. Το νέο κύμα δυσβάσταχτων φόρων, που θα τσακίσει το ήδη καταρρακωμένο βιοτικό επίπεδο της μέσης ελληνικής οικογένειας και θα εξανεμίσει τα όνειρα της νεολαίας για σπουδές ή για μια αξιοπρεπή ζωή στο μέλλον, έρχεται να υπενθυμίσει στη νεολαία και στους γονείς της ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο της κρίσης του καπιταλισμού.
Την ίδια ώρα ο πρόεδρος του ΣΕΒ καλεί τους εργαζόμενους να σταθούν «υπεύθυνα» στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης για τη νέα Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που επίκειται και, «αναλογιζόμενοι όλοι τις ευθύνες μας, να συμβάλουμε στην έξοδο της χώρας από την κρίση». Ποιοι δηλαδή; «Πρώτα ο πολίτης» κραυγάζει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και σπεύδει να απαντήσει υλοποιώντας το προεκλογικό της σύνθημα με το πάγωμα των, έτσι κι αλλιώς πενιχρών, μισθών (έως και πραγματική μείωση καταλήγει να είναι) στο δημόσιο τομέα. Κλιμακώνεται έτσι η καταιγίδα αντιλαϊκών μέτρων από το πολιτικό προσωπικό της αστικής τάξης, προκειμένου να ικανοποιήσει την απαίτηση της Ε.Ε. και του κεφαλαίου για επιτάχυνση της επίθεσης και αφαίμαξη περισσότερου πλούτου από τους εργαζόμενους, ώστε να απαντηθεί η κρίση.
Ολα τα παραπάνω μέτρα διαμορφώνουν τον πυρήνα, το υπόβαθρο και την ουσία της πολιτικής των ταξικών φραγμών στην εκπαίδευση. Είναι αυτή η πολιτική της φτώχειας, της ανεργίας και της λιτότητας που διαμορφώνει το έδαφος της ταξικότητας στην εκπαίδευση, ώστε να έρθουν, ως βασικό θεσμικό πλαίσιο, όλα εκείνα τα, κατεξοχήν εκπαιδευτικά, μέτρα και νόμοι που θα υλοποιήσουν και θα ολοκληρώσουν το ταξικό φιλτράρισμα της νεολαίας μέσα από συγκεκριμένους φραγμούς.
Σε αυτές τις συνθήκες, μόνο τυχαία δεν είναι η απαίτηση από το κεφάλαιο προς την κυβέρνηση, μέσω του ΕΒΕΑ, για υλοποίηση των μέτρων και στην εκπαίδευση (βλ. σχετικό άρθρο της «Π.Σ.»). Εφαρμογή όλων των ρυθμίσεων του νόμου πλαίσιο, υλοποίηση της αξιολόγησης ΑΕΙ–ΤΕΙ, εμπέδωση της διά βίου εκπαίδευσης–κατάρτισης, «απελευθέρωση»-ιδιωτικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Παράλληλα, το υπουργείο εξετάζει την αλλαγή του συστήματος εισαγωγής στην Γ' βαθμίδα.
Είναι σαφές ότι το φοιτητικό αλλά και το μαθητικό κίνημα βρίσκονται μπροστά σε νέες προκλήσεις αλλά και εν μέσω μιας όλο και επιδεινούμενης κατάστασης, που θα κάνει τόσο τις σπουδές όσο και την ίδια την επιβίωση ακόμα δυσκολότερη. Για το λόγο αυτό και θα πρέπει να μπει ξανά σε τροχιά αντίστασης και αγώνα, προκειμένου να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, τη ζωή και το μέλλον του. Είναι σαφές ότι η διαδικασία αυτή ούτε απλή είναι ούτε αυτονόητη. Περνάει μέσα από την επίμονη προσπάθεια για την επαναλειτουργία των μαζικών, συλλογικών διαδικασιών των φοιτητικών συλλόγων, για τη σύγκρουση με τις δυνάμεις του συστήματος στα ΑΕΙ–ΤΕΙ, που, έχοντας πάρει και αυτοί τα διδάγματά τους, θα επιχειρήσουν να σπείρουν την απογοήτευση, την ηττοπάθεια και την τρομοκρατία. Ωστόσο, είναι μια διαδικασία που έχει ήδη πραγματοποιηθεί στο πρόσφατο παρελθόν από το φοιτητικό κίνημα, με μαζικούς, αγωνιστικούς και πολιτικούς όρους (διετία 2006–2007). Και επίσης είναι μια διαδικασία που έχει φέρει και υλικές πραγματικές νίκες (αναστολή της αναθεώρησης του συντάγματος και του άρθρου 16). Με αυτήν την έννοια, το επόμενο διάστημα και ενόψει και της επετείου από τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, είναι επιτακτική ανάγκη να απλωθεί μέσα στους φοιτητικούς συλλόγους και μέσα στα σχολεία η πολιτική προπαγάνδα και ζύμωση ενάντια στην κυβερνητική πολιτική, επαναφέροντας στο προσκήνιο τους πολιτικούς εκείνους στόχους που μπορούν να συσπειρώσουν τη νεολαία σε αγώνα ενάντια σε αυτήν την πολιτική. Παράλληλα να πειστεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερο τμήμα των φοιτητών ότι μόνο η δική του μαζική κίνηση και δράση μπορεί να φέρει αποτέλεσμα, όπως άλλωστε φάνηκε στο παρελθόν.
Σε αυτήν την κατεύθυνση, οι Αγωνιστικές Κινήσεις θα πρέπει να παλέψουν με όλες τους τις δυνάμεις, θέτοντας αυτή τη γραμμή πάλης μέσα στους φοιτητές και παράλληλα συντονίζοντας τη δράση τους από κοινού με τις υπόλοιπες αγωνιστικές, αριστερές δυνάμεις, όπου αυτό είναι εφικτό, στη βάση ενός μίνιμουμ πολιτικού πλαισίου αγώνα.
36 χρόνια μετά τον ηρωικό Νοέμβρη, το σύνθημα «Οι εξεγέρσεις δεν μπαίνουν σε μουσεία, εμπρός για της γενιάς μας τα Πολυτεχνεία» μάς δείχνει το δρόμο.
1 χρόνο μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου και το ξέσπασμα του περσινού Δεκέμβρη, το σύνθημα «Με αγώνες τιμάμε τους νεκρούς μας» μας κάνει πιο αποφασιστικούς.

«ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ»


Τι θα μπορούσε να είναι ένα έργο που αναφέρεται στην περίοδο του εμφυλίου; Πόσες πλευρές θα μπορούσε να αναδείξει;

Παρακολουθώντας το έργο του Π. Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά» έχουμε πιθανές απαντήσεις στο ερώτημα.

Θα μπορούσε, π.χ., ένα τέτοιο έργο να ήταν μια ικανοποιητική απόδοση της φρίκης του πολέμου και κάθε πολέμου (έτσι τουλάχιστον όπως δίνεται από τις αρχές της ταινίας) ειδικά όταν απευθύνεται σε νέους που έχουν «εθιστεί» στη βία και την εξ ασφαλούς αποστάσεως φρίκη της εικονικής πραγματικότητας. Η ωμότητα της πολεμικής βίας σε προσγειώνει. Πραγματικά το έργο αποδίδει με ικανοποιητικό (έως σοκαριστικό) τρόπο αυτή τη διάσταση…

Θα μπορούσε ακόμη να έδειχνε ότι η στάση των αριστερών μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού είχε ανώτερη ηθική και ιδεολογική βάση, πράγμα που εκδηλώνεται στον τρόπο που εμψυχώνονται, που πολεμούν, που ταυτόχρονα ζουν και γλεντούν, που αντιμετωπίζουν περήφανα την ανάκριση και τον θάνατο. Και αυτή τη διάσταση καλύπτει η ταινία, αν και απλοϊκά όσον αφορά τον τρόπο που εμψυχώνουν οι καπετάνιοι και οι ιδεολογικοί καθοδηγητές τους μαχητές.

Αλλά, κομμάτια να γίνει, έχουν γραφτεί, απεικονιστεί και ειπωθεί πολύ χειρότερα και πολύ εχθρικότερα πράγματα για την «πλευρά» με την οποία ο σκηνοθέτης, όπως τουλάχιστον δηλώνει, είναι περισσότερο ταυτισμένος. Και όχι πως απλοποιήσεις, προσωποποιήσεις και ενθαρρύνσεις που βασίζονταν σε προσδοκίες από τη μεγάλη πατρίδα του σοσιαλισμού δεν είχαν καλλιεργηθεί και εκφραστεί από την ηγεσία του κινήματος. Το ζήτημα είναι πού εντάσσει κανείς μια τέτοια κριτική θεώρηση.

Ομως η ταινία δεν «μένει» εκεί, προσπερνά αυτές τις νύξεις και αλλού κατευθύνεται… Δεν είναι μια ταινία αριστερής ή «αριστερής»αυτοκριτικής. Είναι έκδηλη η τάση του σκηνοθέτη και της σεναριογράφου να προσπεράσουν με νύξεις κάθε είδους σημαντικά ζητήματα και πλευρές.

Θα μπορούσε ακόμη η ταινία, αφού επιλέχθηκε να μεγεθυνθεί η προσωπική πλευρά (δηλαδή η ιστορία δύο αδελφών που αντικειμενικοί λόγοι και όχι λόγοι επιλογής τούς εντάσσουν σε διαφορετικά στρατόπεδα), να παραμείνει στους χαρακτήρες, να δώσεις εξηγήσεις ευκρινέστερες γιατί ο ένας βρέθηκε «εδώ» και ο άλλος «εκεί». Ούτε αυτό όμως απασχολεί το σκηνοθέτη, αν και την ταινία διατρέχει η διαρκής συγκίνηση και η συνεχής επίκληση στο θυμικό του θεατή από την προσπάθεια των δύο αδελφών να επικοινωνήσουν εν μέσω «αδελφοκτόνου» πολέμου. Η ταινία ακουμπά όλες αυτές τις διαστάσεις χωρίς καμία διάθεση εμβάθυνσης.

Θα μπορούσε, τέλος, μία κριτική της ταινίας να περιοριστεί σ' αυτές τις «αδυναμίες». Αδυναμίες που ήδη έχουν επισημανθεί από το σύνολο του Τύπου ως «επιφανειακή προσέγγιση», αδυναμίες έκδηλες ακόμα και σ' εκείνους τους κριτικούς που καλλιέργησαν προσδοκίες πριν από την προβολή της ταινίας.

Κατά τη γνώμη μου, η «επιφανειακή προσέγγιση» είναι το αποτέλεσμα της βασικής στόχευσης της ταινίας, που εκφράζεται ευκρινέστατα στο τελευταίο γράμμα της χαροκαμένης μάνας καθώς διαγράφεται το τέλος του πολέμου και αφού έχει εκτελεστεί –εν αγνοία της- ο μικρός γιος που είχε προσχωρήσει στο Δημοκρατικό Στρατό: «Τελειώνει το κακό. Μια φορά φεύγει το κεφάλι από το σώμα».

Συγνώμη, ποιο «κακό» τελειώνει; Και, το σημαντικότερο, ποιο... «καλό» ξεκινά μετά το τέλος του «κακού»; Η μετεμφυλιακή Ελλάδα των παιδοπόλεων, της αστυφιλίας, της φτώχειας και της αναγκαστικής μετανάστευσης, των διαρκών ανοιχτών ή καλυμμένων πραξικοπημάτων, των εξοριών και των εκτελέσεων. Γιατί ο εμφύλιος (όπως κάθε πόλεμος και περισσότερο όπως κάθε εμφύλιος πόλεμος) έχει δεδομένο χαρακτηριστικό την αγριότητα και την αιματοχυσία. Πως όμως φτάσαμε ως εκεί.

Γιατί προηγήθηκε μια μεγάλη ιστορική περίοδος (τέσσερα χρόνια αντίστασης, ένα ένοπλο λαϊκό κίνημα, του Δεκέμβρη, δύο χρόνια συστηματικών διώξεων της Αριστεράς και παραβιάσεων των συμφωνιών της Βάρκιζας και άλλα τρία χρόνια εμφύλιου πολέμου) μέχρι το μικρό απόσπασμα του καπετάνιου Ντούλα να βρεθεί απομονωμένο και στριμωγμένο ανάμεσα στο Γράμμο και το Βίτσι.

Δεν έχει σημασία ποιος νίκησε, φαίνεται να μας λέει η ταινία στην τελευταία σκηνή, όταν πέφτουν τα πυροτεχνήματα πίσω από τα βουνά και ο επιζήσας αδελφός περιθάλπει την επιζήσασα μικρή αντάρτισσα. «Μάλλον νίκησαν οι δικοί μας», λέει η τελευταία, εμείς όμως ως θεατές γνωρίζουμε την πλάνη της… Ζημιώθηκε ο «τόπος».

Η γραμμή της «εθνικής συμφιλίωσης» (βασική συνιστώσα γραμμή της ταινίας) εκφράζεται και όταν αποδίδεται η διστακτικότητα των αστών πολιτικών να συναινέσουν στη γραμμή της «τελικής και ολοκληρωτικής» συντριβής και των στρατιωτικών για τη χρησιμοποίηση –σε παγκόσμια πρώτη- των βομβών Ναπάλμ. Οπως σε παγκόσμια πρώτη εφαρμόστηκε και η πολιτική του «σύρματος», όπου προσωρινώς ζει η μητέρα των παιδιών, δηλαδή η πολιτική της εκκένωσης των χωριών και της συγκέντρωσης των κατοίκων σε ειδικές ζώνες αποκλεισμού για να στερήσουν τη βάση ανανέωσης του Δημοκρατικού Στρατού. Δισταγμοί που πιθανώς εκφράστηκαν αλλά δεν αποκαθαίρουν την αστική τάξη της χώρας ως όργανο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (πρώτα των Αγγλων και μετά των Αμερικάνων) για το ρόλο τους στη συντριβή του αριστερού δημοκρατικού κινήματος.

Τέτοιους δισταγμούς και απόπειρες διαφοροποίησης και «γκρίνιες» έχουμε συναντήσει στην ταραχώδη μεταπολεμική πορεία της χώρας ουκ ολίγες. «Ξεπλένεται», π.χ., ο Παπάγος ή ακόμα και ο δικτάτορας Παπαδόπουλος όταν σε ανάλογης πίεσης ιστορικές στιγμές είχαν εκφράσει –και το πλήρωσαν- τις δικές τους διαφοροποιήσεις;

Αντίθετα, η επέμβαση διέσωσε το πολιτικό προσωπικό της αστικής τάξης και το στρατό της που εξακολουθούσε να ηττάται (παρά την τεράστια στρατιωτική βοήθεια, όπως και η ταινία δείχνει), αντιμετωπίζοντας τους ελιγμούς και τις στρατιωτικές κινήσεις του Δημοκρατικού Στρατού, και ας βρίσκονταν σε διαδικασία στρατηγικής υποχώρησης.

Το γενικόλογο και επιφανειακό «φταίνε οι ξένοι» εφαρμόζεται και για το στρατόπεδο του Δημοκρατικού Στρατού, όπου υιοθετείται η γνωστή στερεότυπη κριτική για την πολιτική «μη επέμβασης» της Σοβιετικής Ενωσης μέσα από τα λόγια απογοήτευσης που εκφράζουν οι μαχητές του. Στερεότυπο που εντάσσεται σε μια ιδιότυπη, σχιζοειδούς τύπου, κριτική στη σοβιετική ηγεσία που εγκαλείται για δύο αντιφατικά, τελικά, πράγματα. Οτι έπρεπε να «επέμβει» ή λάθος έκανε που «επενέβη»;

Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο που απομονώνεται το περιστατικό των δύο αδελφών, όπως απομονώνεται και ένα άλλο πιθανώς υπαρκτό περιστατικό όπως εκείνο της καταφυγής στρατιωτών από τα αντίπαλα στρατόπεδα σε μια καλύβα εν μέσω του χιονιά. Περιστατικά και τα δύο από διαφορετικό τόπο και χρόνο (και τα δύο μάλλον στα Αγραφα στις αρχές του εμφυλίου). Θα ήταν μικρή η «ζημιά». Επιτρέπεται στην τέχνη να κάνει τις δικές της μεγεθύνσεις και τις, συμβολικού χαρακτήρα, μεταφορές και χρονικές αντιμεταθέσεις.

Το ζήτημα εδώ είναι σε ποιο πλαίσιο εντάσσονται αυτές οι μεγεθύνσεις και ποιο σκοπό υπηρετούν. Οπως εκφράστηκαν αντιρρήσεις και για τον ίδιο τον τίτλο του έργου, καθώς η «ψυχή βαθιά» φαίνεται να είναι προσφώνηση της ελασίτικης περιόδου. Ενας ακόμη λόγος αν έχουν έτσι τα πράγματα.

Ο Βούλγαρης δεν παίρνει το «συγχωροχάρτι» από τη συνείδησή του ως αριστερός (;), ούτε εκφράζει την εκλεκτική του συγγένεια –έστω συναισθηματική- με μία από τις πλευρές του εμφυλίου υιοθετώντας ως τίτλο την προσφώνηση «ψυχή βαθιά». Γιατί αυτή την αδιάσπαστη ενότητα της βαθιάς ψυχής ενός λαού που μέσα σε εννέα χρόνια παρήγαγε τρία ένοπλα λαϊκά κινήματα η ταινία δεν την έκφρασε. Και δεν πρόκειται για σεναριογραφική ή σκηνοθετική αποτυχία. Θα ήταν αν στοιχειωδώς επεδίωκε κάτι τέτοιο. Ομως άλλη ήταν η στόχευσή της…

Δημήτρης Μάνος

ΥΓ.: Γράφτηκαν -όχι άδικα- αρκετά πράγματα για τις ομοτράπεζες συντροφιές του σκηνοθέτη με την καραμανλική ηγεσία, τα καλά λόγια για τον Καραμανλή, τη γενναία χρηματοδότηση από το Εθνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Πόσο διαφορετική στάση ζωής σε σχέση, π.χ., με τις επιλογές της Ελλης Παππά, όπως γράφτηκε στο μικρό αφιέρωμα για το θάνατό της στο προηγούμενο φύλλο!

Ομως η Ε.Π. αποτελεί σχεδόν μοναδική περίπτωση σε μια διανόηση που ομόθυμα εκφράζει την πίκρα της και τις «διαφωνίες» της για το ότι τα πράγματα δεν ακολούθησαν το δρόμο της «δημοκρατικής ομαλότητας». «Κουράστηκα να σε κρατώ πόνε από το χέρι» έγραφε ο Δ. Χριστοδούλου και μελοποιούσε ο Θεοδωράκης με αποδέκτες τότε και μέσα στην Αριστερά. Για να μην πούμε για το τραγούδι «του νεκρού αδελφού», μότο που δανείζεται και η ταινία του Βούλγαρη.

Οπως γράφτηκε στον Τύπο, πριν πεθάνει η ΕΠ είχε δώσει επιστολή που αφορά την εκτέλεση του Μπελογιάννη. Η ίδια είχε επανειλημμένα εκφράσει την κριτική της στη ζαχαριαδιακή ηγεσία και την υποστήριξή της σε αυτό που αργότερα εμφανίστηκε ως «ανανεωτική ηγεσία» του κινήματος. Οπως όμως έγραφε και ο Γιάννης Χοτζέας, οι «ανανεωτικοί» (ανάμεσά τους και ο Κύρκος) ήταν από τους βασικούς λυσσώδεις αρνητές στο να περιληφθεί ο Μπελογιάννης στα εκλογικά ψηφοδέλτια. Προς τι λοιπόν αυτή η εμμονή;

Το μέγα ζήτημα που αναδεικνύεται εδώ (ακόμα και για περιπτώσεις σαν της Ε.Π. που δεν αντάλλαξαν τη γραφίδα τους με θέσεις εντός του συστήματος και ομοτράπεζες παρέες κάθε είδους) είναι η θέση και οι προσδοκίες της διανόησης από το κίνημα.

Δεν μας προσδιορίζουν όμως ποια θα ήταν η ρεαλιστική μετεξέλιξη αυτής της ενιαίας ιστορικά εννιάχρονης ανάτασης του κινήματος σε δημοκρατική μορφή; Πώς θα ήταν η διαφορετική εξέλιξη; Πώς θα είχε αποφευχθεί το «κακό»;

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ 2009: Ανεκπλήρωτα οράματα-ανεκπλήρωτα συνθήματα


ΕΞΩ ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ - ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ - ΛΑΟΚΡΑΤΙΑ

26 χρόνια μετά οι Αμερικανοί δεν κρύβουν τη χαρά τους και συγχαίρουν πρώτοι από όλους το Γιώργο Παπανδρέου για την ανάδειξη στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Οι αμερικάνικες βάσεις όχι μόνο παραμένουν, αλλά και αναβαθμίζονται. Την ίδια στιγμή που η κουβέντα για την αντιπυραυλική ασπίδα «εκσυγχρονίζεται», ο αγωγός φυσικού αέριου οδεύει προς «επαναδιαπραγμάτευση», δειλά δειλά και… οικολογικά ξανανοίγει η κουβέντα για την ειρηνική πυρηνική ενέργεια. Ολα αυτά σε μια περίοδο που στα Βαλκάνια, παρά τη φαινομενική ηρεμία, υποβόσκει ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός, ενώ το Ιράκ και το Αφγανιστάν καλά κρατούν.
Οι σχέσεις με την Τουρκία «εξομαλύνονται» και ξαναζωντανεύουν οι «κουμπαριές» ενόψει νέων ρόλων της τελευταίας στην περιοχή.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το σκηνικό συμπληρώνεται με τη ΝΔ στην αντιπολίτευση να ετοιμάζεται να εκλέξει αρχηγό με διλήμματα ανάμεσα στην Μπακογιάννη και το Σαμαρά, πρόσωπα με διαπιστευτήρια και πολλαπλές υπηρεσίες στους Αμερικανούς.
Οσο για τον άλλο ιμπεριαλιστικό πυλώνα της εξάρτησης της χώρας, την Ευρώπη, αφού ξεκλήρισε την αγροτιά, αφού αποσυγκρότησε και αποδιάρθρωσε ό,τι παραγωγικό υπήρχε σε αυτή τη χώρα, προωθεί με τη συμφωνία των κυβερνήσεων την παραπέρα παραρτημοποίησή της και μετατροπή της σε διαμετακομιστικό κέντρο. Μεγάλα έργα που δεν είναι τίποτε άλλο παρά δρόμοι για να διαβαίνει η πραμάτεια τους, ιδιωτικοποιήσεις και ξεπούλημα της χώρας σε ξένους εκμεταλλευτές με αποικιοκρατικές συμβάσεις για να μπορούν να εισπράττουν οι ντόπιοι τα μεσιτικά και να χρεώνεται ο λαός για να πληρώνει νέους τόκους και δάνεια με υποθήκη, τι άλλο, ξανά τη χώρα. Παροχή υπηρεσιών και τουρισμού, να το νέο όραμα του ντόπιου κεφαλαίου. Αυτό που κάποτε, στα χρόνια της μεταπολίτευσης, λέγαμε, ότι «γίναμε τα γκαρσόνια της Ευρώπης», σήμερα αποτελεί τον κομπασμό για τη νέα… τουριστική βιομηχανία.

ΨΩΜΙ-ΠΑΙΔΕΙΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Με τους Ευρωπαίους να απαιτούν πλέον και να κερδίζουν όχι απλά την εφαρμογή των αντιλαϊκών τους πολιτικών αλλά και την απευθείας επιτήρησή τους μιας και η ντόπια αστική τάξη δεν εμφανίζεται αρκετά, όσο απαιτούν δηλαδή, αξιόπιστη. Η κρίση και η απόπειρα του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου να τη φορτώσει στις πλάτες των λαών κάνει τα πράγματα να λειτουργούν πιο σφιχτά και στο παρασκήνιο ετοιμάζονται νέες ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις, νέα χτυπήματα στο δικαίωμα στη δουλειά, στο δικαίωμα για σταθερή, πλήρη εργασία. Νέα φορομπηχτική πολιτική, νέες ανατροπές στο ασφαλιστικό, νέα παγώματα και μειώσεις μισθών.
Τραγική φιγούρα σε όλα αυτά, η νεολαία. Ανησυχεί για το μέλλον της ανεργίας, νιώθει την πίεση του βαλάντιου που συνεχώς συρρικνώνεται να πηγαίνει χέρι χέρι με τη σκλήρυνση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, με τελικό αποτέλεσμα να χτυπιέται το δικαίωμά της στη μόρφωση, να απορρίπτεται, να ταλαιπωρείται στα κανάλια της τεχνικής εκπαίδευσης και να οδεύει σιγά σιγά στα δύσκολα μονοπάτια της ανεργίας και της εργασιακής περιπλάνησης. Τα STAGE, οι συμβασιούχοι, η μερική απασχόληση, η προσωρινή εργασία, οι ανασφάλιστοι, ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι είναι οι λέξεις που περιγράφουν το σύγχρονο δουλεμπόριο.
Στην τρίτη βαθμίδα της εκπαίδευσης, για όσους κατορθώσουν να περάσουν τους σκοπέλους των πανελλαδικών εξετάσεων, αμφισβητείται η δωρεάν παιδεία, το πλαίσιο σπουδών δυσκολεύει, η αμφίβολη προοπτική και η εργασιακή ανασφάλεια τσακίζουν κόκαλα, η επαγγελματική αποκατάσταση αναζητείται μετά τα τριάντα και αν…

Και η δημοκρατία; Εκείνο το ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ, που ξάνοιγε δρόμους για δικαιώματα και κατακτήσεις, για διεύρυνση των ελευθεριών; Σήμερα όλα αυτά θεωρούνται παρωχημένα, η ΑΣΦΑΛΕΙΑ αποτελεί το νέο αντίβαρο στα δικαιώματα, το νέο ιδανικό! Η ασφάλεια τίνος όμως; Μα, δίχως άλλο, των κυβερνήσεων του κεφαλαίου, του ίδιου του κεφαλαίου και των παρατρεχάμενών του, όλων αυτών που φοβούνται τον εχθρό λαό και γέμισαν τον κόσμο με αντιτρομοκρατικούς νόμους, με ΜΑΤ και ποικιλώνυμες ομάδες με ονόματα από διάφορα αρχικά της αλφαβήτου, για να μας επιτηρούν στις γειτονιές, στο κέντρο και στις συνοικίες. Ομάδες που, εξοπλισμένες σαν αστακοί , τρομοκρατούν, συλλαμβάνουν, αποκλείουν περιοχές, όπως τότε, τον παλιό καλό καιρό...

ΓΙΑΤΙ, ΑΡΑΓΕ, τι φοβούνται; Μήπως την Αριστερά; Αυτήν που τότε, το '73, αποτελούσε αναφορά για όλους; Mα, πλήθος τα μηνύματα που στέλνει ότι δεν αποτελεί κίνδυνο. Πρόσφατα μάλιστα προθυμοποιήθηκε να διαδηλώσει… για την προστασία του συστήματος που δήθεν κινδυνεύει από τους διάφορους αξιοθρήνητους στην καλύτερη των περιπτώσεων κουμπουροφόρους. Την Αριστερά της συμμετοχής στον άτυπο κοινωνικό διάλογο με την εξουσία μέσω των διαφόρων εποικοδομητικών προτάσεων –σήμερα για το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης, χθες για τη διάσωση των ασφαλιστικών ταμείων, αντιπροχθές για την αναβάθμιση της παιδείας-, την Αριστερά με ολίγον από κρατικό καπιταλισμό, την Αριστερά του εκλογικού κρετινισμού και των κοινοβουλευτικών αυταπατών, την Αριστερά της περιχαράκωσης, την Αριστερά του κινηματικού κυβερνητισμού, την Αριστερά που δεν θέλει και δεν μπορεί να πάει παραπέρα. Οπως τότε, το '73, που ετοιμαζόταν να προσφέρει τις υπηρεσίες της στη φιλελευθεροποίηση της χούντας.
Οχι, οπωσδήποτε όχι αυτήν την Αριστερά.
ΚΑΙ όμως, ΚΑΤΙ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ!
Φοβούνται τα ξεσπάσματα που θα έρθουν. Φοβούνται τους νέους Δεκέμβρηδες της νεολαίας. Εκεί που ένα πρωί, σαν έτοιμοι από καιρό, χιλιάδες μαθητούδια σε κάθε γωνία της χώρας έδειχναν τη γλώσσα τους στην εξουσία. Οπως τότε, το '73…
Φοβούνται τη νεολαία των αγώνων που απέτρεψε την αναθεώρηση του άρθρου 16, των αγώνων που καθυστέρησε το νόμο πλαίσιο.
Γιατί αυτά είναι μηνύματα, είναι χελιδόνια από την άνοιξη που έρχεται, γατί καταλαβαίνουν ότι η νεολαία είναι αυτή που κουβαλάει τον παλμό της κοινωνίας ολάκερης, το μίσος και την αγανάκτηση των εργαζόμενων για τη ζωή που τους κλέβουν κάθε μέρα. Γιατί καταλαβαίνουν ότι, όταν εξεγείρεται η νεολαία, στην πραγματικότητα έχει από πίσω της όλο το λαό, ότι με αυτόν ουσιαστικά έχουν να κάνουν, ότι αυτός ή θα νικηθεί ή θα νικήσει, έτσι όπως ακριβώς έγινε στο Πολυτεχνείο του '73. Οπου ο λαός, με μπροστάρη τη νεολαία, κατάφερε συντριπτικό πλήγμα στη χούντα.
Γιατί φοβούνται ότι αυτή η πάλη θα βγάλει μέρες σαν και αυτές του ασφαλιστικού, των αντιπολεμικών συλλαλητηρίων, της απεργίας των δασκάλων, της μαζικής αποχής από τις ευρωεκλογές.
Γιατί φοβούνται ότι ο λαός θα ξανανακαλύψει τους δρόμους που οδηγούν στην εξέγερση.
Γιατί φοβούνται ότι οι μέρες του '73 δεν ήρθαν ακόμα...

Μετά την «αγαθοεργία»… Φοροληστεία και σκληρή ευρωεπιτήρηση

Το προσχέδιο του προϋπολογισμού έδωσε μια πρώτη αλλά σαφή εικόνα της «αναδιανομής εισοδήματος» που θέλει να κάνει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ: 4,5 δισ. ευρώ είναι οι πρόσθετοι φόροι που για το 2010 σκοπεύει να αρπάξει η κυβέρνηση από τον λαό! Το ποσό αυτό πρέπει βέβαια να προστεθεί στα αντίστοιχα άλματα φοροκαταλήστευσης που έκανε όλα τα προηγούμενα χρόνια η κυβέρνηση της ΝΔ ώστε να γίνει πιο κατανοητό το σημείο συμπίεσης στο οποίο οδηγείται το λαϊκό εισόδημα. Αλλά η καταλήστευση προωθείται πλέον ακόμα και με την άμεση φορολόγηση καθώς η παρέμβαση της κυβέρνησης στη φορολογική κλίμακα σκοπεύει να βάλει σε ετήσια εισοδήματα των 40.000 € φόρο 40%! Από την άλλη, η «αναδιανομή» προβλέπει «αυξήσεις» έως 1,7%, που στον βασικό μισθό σημαίνουν λιγότερο από 0,5 € την ημέρα!
Πριν από την ανακοίνωση του προσχεδίου του προϋπολογισμού η κυβέρνηση επιχείρησε ένα επικοινωνιακό μπαράζ ανακοινώνοντας το λεγόμενο «επίδομα αλληλεγγύης» το οποίο αποτελούσε «προεκλογική υπόσχεση» του ΠΑΣΟΚ και το οποίο πραγματοποιείται «παρά τις πιέσεις από την ΕΕ». Κατ’ αρχήν, το ίδιο το «επίδομα» αποτελεί μια ανατριχιαστική ομολογία εκτεταμένης εξαθλίωσης, η οποία παραμένει και επεκτείνεται. Για παράδειγμα, 1.500 οικογένειες με 6 ή περισσότερα παιδιά και με ετήσιο εισόδημα μέχρι 21.500 € θα πάρουν «επίδομα» 1.300 €! Αυτό είναι και το μέγιστο ποσό που δίνεται στο πλαίσιο του επιδόματος καθώς άνεργοι, συνταξιούχοι του ΕΚΑΣ και του ΟΓΑ και άλλες κατηγορίες εκατοντάδων χιλιάδων εξαθλιωμένων… φιλοδωρούνται με 300 ή με 400€!
Το πιο σημαντικό ωστόσο είναι ότι σύμφωνα με την πασοκική κατασκευή, η κυβέρνηση αφού πραγματοποίησε την «αγαθοεργία» της και υλοποίησε το «φιλολαϊκό» σκέλος του προγράμματός της, μπορεί και «δικαιούται» πλέον να ασχοληθεί με τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή να υλοποιήσει τις επιταγές του κεφαλαίου και της Κομισιόν! Αυτό ακριβώς ήταν και το νόημα της «αγέρωχης» στάσης του Παπακωνσταντίνου απέναντι στον Αλμούνια και σε όσα η Κομισιόν ανέδειξε ως δεδομένα για την οικονομία της χώρας: έλλειμμα στο 12,7%, δημόσιο χρέος που κινείται προς το 135% και ανεργία που καλπάζει προς το 11%! Με αυτά τα δεδομένα λοιπόν η Κομισιόν απεφάνθη ότι απαιτείται το πέρασμα της χώρας από τον Γενάρη σε «στενή επιτήρηση», δηλαδή σε «διαρθρωτικά μέτρα». Σε αυτή τη γραμμή ήταν και η ομιλία του Παπανδρέου κατά την παρουσίαση του προσχεδίου του προϋπολογισμού.
Δεν γνωρίζουμε αν οι χειρισμοί κατασκευής «φιλολαϊκού αποθέματος» θα αντέξουν ως τον Γενάρη ή αν ακόμα μέχρι και την κατάθεση του προϋπολογισμού θα προστεθούν και άλλες αποκαλύψεις της κυβερνητικής ρότας. Τηρουμένων των αναλογιών, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, διανύει μια περίοδο σαν εκείνη της κυβέρνησης Καραμανλή κατά την οποία προσπαθούσε να πείσει τον λαό ότι αυτό που θα του… συμβεί θα είναι μόνο μια «ήπια αναπροσαρμογή». Αλλά βέβαια η κατάσταση σήμερα είναι πολύ πιο άγρια. Γιατί η καπιταλιστική κρίση έχει ήδη εξελιχθεί και, με την καθυστέρηση που πάντα εμφανίζουν χώρες με την (μη) παραγωγική συγκρότηση της Ελλάδας, φτάνει πλέον και σφίγγει σαν βρόχος τη χώρα και τους εργαζόμενους. Αλλά και γιατί ο λαός και η νεολαία βρίσκονται ήδη σε πολύ δύσκολη θέση και κάθε νέο χτύπημα στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις τους είναι ιδιαίτερα επώδυνο. Γι' αυτό ακριβώς τα κυβερνητικά τεχνάσματα μπορεί κάποιους να τους θαμπώνουν –επειδή θέλουν να θαμπωθούν–, αλλά δεν πείθουν ούτε μπερδεύουν τον λαό, που έχει σαν μέτρο τη δικιά του κατάσταση, τα δικά του μεγάλα προβλήματα. Αυτή την υποβόσκουσα κοινωνική-ταξική οξύτητα τη γνωρίζουν βέβαια τα κέντρα του συστήματος και γι' αυτό με τόση επιμέλεια σιγοντάρουν και υποθάλπουν την κυβέρνησή τους. Τη γνωρίζει και η κυβέρνηση που στήνει όλη αυτή την πολιτική προετοιμασία μαζί με τα μέτρα τρομοκρατίας και καταστολής που παίρνει, όπως με τα «κρούσματα» των εισαγγελέων στις μαθητικές καταλήψεις. Τέλος τη γνωρίζουν πολύ καλά οι συνδικαλιστικές ηγεσίες των κυρίαρχων δυνάμεων, που όχι μόνο δεν αναλαμβάνουν να συγκροτήσουν τα μέτωπα πάλης ενάντια σε αυτή την πολιτική, αλλά λειτουργούν και σαν απολογητές-υπερασπιστές της.
Είναι λοιπόν αναγκαίο να σπάσει αυτό το κλίμα απαγόρευσης των αγώνων, να ανατραπεί η πολιτική «συνωμοσία» που επιδιώκει άνωθεν να επιβάλει καθεστώς υποταγής. Ο Νοέμβρης και ο Δεκέμβρης της νεολαίας, το δίκιο του εργάτη, το συμφέρον του εργαζόμενου, πρέπει να βγουν έξω, στον δρόμο του αγώνα και της μαζικής πάλης!

Κάθε «απάντηση» χωρίς το λαό είναι ενάντια στο λαό

Ζούμε σε μια περίοδο που οι δυνάμεις του συστήματος επιτίθενται ανελέητα ενάντια στις εργαζόμενες λαϊκές μάζες σ’ όλο τον κόσμο (εννοείται και στη χώρα μας).
Που οι ιμπεριαλιστές εκστρατεύουν ενάντια στους λαούς κομματιάζοντας χώρες και μακελλεύοντας κόσμο.
Ταυτόχρονα, όλα τα δεδομένα δείχνουν πως αυτή η κατάσταση θα συνεχίζει να χαρακτηρίζει την πορεία των πραγμάτων για πολύ μεγάλο διάστημα. Στην πραγματικότητα, θα συνεχίζεται για όσο διάστημα οι λαοί δεν θα μπορούν να ορθώσουν το δικό τους ανάστημα απέναντι στις κυρίαρχες τάσεις και δυνάμεις.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα, σ’ αυτό και η απάντησή του.
Αυτή η κατεύθυνση μπορεί ν’ αντιστραφεί μόνο και εφ’ όσον οι λαοί προχωρήσουν στη συγκρότηση των δυνάμεών τους και σε επίπεδο που να είναι ικανές να αντιπαρατεθούν αποτελεσματικά και νικηφόρα στις δυνάμεις του συστήματος. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος και οτιδήποτε άλλο λέγεται ή προβάλλεται ως προς αυτό δεν αποτελεί παρά –και στην καλύτερη περίπτωση- αυταπάτη.
Και δεν υπάρχει άλλος τρόπος για την υλοποίηση μιας τέτοιας κατεύθυνσης, από την ανάπτυξη της μαζικής λαϊκής αντίστασης και πάλης την κάθε ώρα, την κάθε στιγμή και σε κάθε ζήτημα.
Εδώ αναδείχνεται η άλλη, και κρίσιμη, πλευρά του ζητήματος. Η υποχώρηση, η ήττα του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος έχει εξουδετερώσει τη βασική δύναμη προωθησης μιας τέτοιας κατεύθυνσης.
Το «κενό» που έχει έτσι διαμορφωθεί, οι δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά ούτε θέλουν ούτε και μπορούν να το καλύψουν. Στο μεγαλύτερο μέρος τους παραμένουν σταθερά προσανατολισμένες σε μια κατεύθυνση αποδοχής του καπιταλιστικού «μονόδρομου» και αναζήτησης ρόλου στα πλαίσιά του.
Βεβαίως, υπάρχουν και εκείνες οι περιπτώσεις, όπως των επαναστατικών κομμουνιστικών (Μαοϊκών) δυνάμεων στο Νεπάλ και στην Ινδία που προωθούν τον ένοπλο μαζικό λαϊκό επαναστατικό αγώνα, καθώς και άλλες δυνάμεις σε άλλες περιοχές του κόσμου.
Υπάρχουν οι αγώνες των εργαζομένων και της νεολαίας σε κάθε γωνιά της γης. Ωστόσο, στο μεγαλύτερο μέρος του, το πρόβλημα παραμένει ακόμη αναπάντητο. Αυτή η κατάσταση είναι που δίνει τη δυνατότητα σε αστικές ή ακόμη και φεουδαρχικές δυνάμεις (που εκμεταλλεύονται και καταπιέζουν τους λαούς τους) να αξιοποιούν την αντίθεση των λαϊκών μαζών στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό για δικό τους λογαριασμό. Δυνάμεις που την ίδια στιγμή που υποτίθεται ότι αντιπαρατίθενται στις δυνάμεις του συστήματος, την ίδια και συναλλάσσονται μαζί τους διαπραγματευόμενες τη θέση και το ρόλο τους.
Μια τέτοια κατάσταση (συνολικά παρμένη) ούτε στα λαϊκά προβλήματα και ανάγκες απαντάει ούτε και δίνει διέξοδο στις προσδοκίες των λαών. Απέναντι σ’ αυτό το αδιέξοδο, η συσσωρευμένη αγανάκτηση, η συμπυκνωμένη οργή, οι αγωνιστικές διαθέσεις που δε βρίσκουν διέξοδο και τρόπους να εκφραστούν είναι που οδηγούν έναν κόσμο στο να αναζητάει άλλους δρόμους. Δρόμους που φαίνονται επαναστατικοί, δυναμικοί και άμεσα αποτελεσματικοί!
Μόνο που ένα αδιέξοδο δεν απαντιέται με ένα άλλο αδιέξοδο. Ακόμη χειρότερα, οι όροι αδιεξόδου που χαρακτηρίζουν τέτοιες κατευθύνσεις διαμορφώνουν το έδαφος «παρέμβασης» -εξαρχής ή στην πορεία- δυνάμεων και «υπηρεσιών» κάθε είδους.
Δε λέμε κάτι καινούριο. Εδώ και δεκαετίες έχει διαμορφωθεί ένα παγκοσμίου «κάλυψης» πλέγμα, όπου διασταυρώνονται κάθε είδους δυνάμεις. Μυστικές υπηρεσίες, εμπόριο όπλων, υπόκοσμος, εμπόριο ναρκωτικών, διακίνηση και ξέπλυμα μαύρου χρήματος, «τρομοκράτες» τέτοιοι και αλλιώτικοι. Ενα πλέγμα που προσφέρει ανθρώπους, χρήμα και υλικά για «μαύρες επιχειρήσεις» κάθε είδους και όπου το τελικό αποτέλεσμα, και ανεξάρτητα απο το τι φαίνεται αρχικά, πιστώνεται πάντα στο λογαριασμό του συστήματος.
Ας δούμε, ωστόσο, το ζήτημα όπως τίθεται πλέον στη χώρα μας μετά τις πρόσφατες εξελίξεις.
Η επίθεση του συστήματος προκαλεί την όλο και πιο μεγάλη αγανάκτηση των εργαζομένων και της νεολαίας. Ξεσπούν μια σειρά αγώνες που δείχνουν τις αγωνιστικές διαθέσεις του κόσμου. Οι δυνάμεις της υποτιθέμενης Αριστεράς όχι μόνο δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις που θέτει η κατάσταση, αλλά, αντίθετα, κάνουν ό,τι μπορούν για να εκτρέψουν αυτούς τους αγώνες, να τους αποδυναμώσουν, να αδρανοποιήσουν τον κόσμο. Στην πραγματικότητα «καίνε τα χαρτιά τους» χρεοκοπώντας στη συνείδηση του κόσμου και ιδιαίτερα της νεολαίας.
Με αυτούς τους όρους, ο Δεκέμβρης ήταν από τη μια ένα μαζικό ξέσπασμα οργής της νεολαίας απέναντι στο σύστημα και, ταυτόχρονα, μια κίνηση παράκαμψης της «παραδοσιακής» (ρεφορμιστικής) Αριστεράς και των λογικών της.
Το κλίμα που διαμορφώνεται τροφοδοτεί τάσεις ακόμη «δυναμικότερων» ενεργειών (γκαζάκια, αυτοσχέδιες βόμβες) και σε ευρεία κλίμακα.
Αυτή η –αναγκαστικά- σύντομη αναφορά, δε θέλει να υποκαταστήσει την αναγκαιότητα βαθύτερης ανάλυσης των ζητημάτων που τίθενται. Αυτό που θέλει να επισημάνει είναι ότι «μέχρις εδώ» έχουμε ένα ζήτημα μιας τάξης που, έτσι ή αλλιώς, θα απασχολήσει το κίνημα. Το ζήτημα είναι ότι κάποιες δυνάμεις θεώρησαν ότι δημιουργείται και το κατάλληλο έδαφος για κινήσεις (ή «επιχειρήσεις») άλλου χαρακτήρα.
Ας έρθουμε, λοιπόν, σ’ αυτό, δηλαδή στις ένοπλες δολοφονικές επιθέσεις. Ας ξεκινήσουμε με μια υπόθεση εργασίας: Μπορούν, άραγε, στις δοσμένες συνθήκες, τέτοιες ενέργειες να πυροδοτήσουν την ανάπτυξη ενός μαζικού, ένοπλου επαναστατικού κινήματος; Ούτε αυτοί που τις επιχειρούν πιστεύουν κάτι τέτοιο. Αλλωστε, η περιφρόνηση που δείχνουν στο λαό –και όχι μόνο με τον τρόπο δράσης τους- δείχνει πως ούτε καν τους απασχολεί κάτι τέτοιο. Η μήπως έχουν την αφέλεια να πιστεύουν ότι οι αστυνομικοί θα «αρχίσουν να υποβάλλουν μαζικά τις παραιτήσεις τους» όπως τους παροτρύνουν; Οτι δηλαδή το σύστημα θα αφοπλιστεί από μόνο του; Η αποτυχία, το αδιέξοδο μιας τέτοιας κατεύθυνσης είναι από τώρα δεδομένα και αυτό δεν είναι το χειρότερο και δεν είναι καν «μυστικό».
Αυτό που ήδη συμβαίνει είναι ότι οι εν ψυχρώ δολοφονίες προκαλούν (και καθόλου αδικαιολόγητα) την αποστροφή του κόσμου. Κανείς σ’ αυτή τη χώρα (και όχι μόνο) δεν μπορεί να αποδεχτεί το «δικαίωμα» κάποιων να σκοτώνουν έναν άνθρωπο επειδή αναζήτησε τη λύση στο πρόβλημα της ανεργίας εντασσόμενος στην αστυνομία. Ούτε παραγνωρίζουμε, ούτε έχουμε αυταπάτες για το ρόλο των δυνάμεων καταστολής. Αλλά το δικαίωμα ζωής και θανάτου που αρνούμαστε στους φονιάδες των λαών, δεν το αναγνωρίζουμε και σε κανέναν άλλο.
Μια τέτοια πρακτική είναι ήδη καταδικασμένη στη συνείδηση του κόσμου. Οχι μόνο δεν θα βρει στήριξη σ’ αυτόν, αλλά, αντίθετα, θα συναντήσει την αποστροφή, την απομόνωση. Ακόμη χειρότερα: Θα ενισχύσει τις τάσεις απόρριψης αγωνιστικών, μαχητικών πρακτικών και κινήσεων. Υπάρχει ήδη μακρόχρονη εμπειρία του πώς τέτοιου είδους ενέργειες «μουδιάζουν», αδρανοποιούν τον κόσμο. Είναι μακρύς ο κατάλογος ενεργειών που, είτε σχεδιασμένα είτε αντικειμενικά, προβόκαραν, ματαίωσαν αγωνιστικές κινητοποιήσεις και μάλιστα για σημαντικά ζητήματα.
Αντίθετα, βοηθούν το σύστημα να διευρύνει τη βάση στήριξής του. Τη «νομιμοποίηση» της σκλήρυνσης των μεθόδων και μέτρων καταπίεσης και καταστολής. Το διευκολύνουν -και με πρόσχημα- τις τέτοιου είδους ενέργειες να τις «χρεώσει» συνολικά στο κίνημα και ανάλογα να το αντιμετωπίζει. Ακόμη περισσότερο, προσφέρουν από τώρα άλλοθι σε «τυχαίες εκπυρσοκροτήσεις» αστυνομικών όπλων, που θα γίνουν είτε εσκεμένα είτε απλώς υπό το κράτος πανικού.
Είναι καθαρό πως μια κατεύθυνση που δεν ακουμπάει στο λαό, που δεν έχει ρίζες στο λαό και δε στηρίζεται απ’ αυτόν είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Αυτό ειναι πέρα από κάθε συζήτηση. Υπάρχει, όμως, και μια άλλη, επίσης σοβαρή πλευρά. Η στήριξη στο λαό, η «επικοινωνία» με το λαό δεν είναι μόνο παράγοντας δύναμης, ανανέωσης και συνέχειας. Είναι ταυτόχρονα και καθοριστικός παράγοντας διαμόρφωσης του χαρακτήρα ενός αγώνα, διαφύλαξης και περιφρούρησής του.
Η δυνατότητα των υπηρεσιών του συστήματος να διαβρώνουν τέτοιου είδους κινήσεις (εξαρχής ή στην πορεία) δεν βρίσκεται τόσο στις –αναμφισβήτητα υπαρκτές- δυνατότητες και μέσα που διαθέτουν. Βρίσκεται, κατά κύριο και αποφασιστικό λόγο, στο ότι τις βρίσκουν αποκομένες από τις ρίζες που μόνο αυτές μπορούν να τις θρέφουν και να τις προφυλάσσουν.
Το πρόβλημα είναι υπαρκτό και θα το ‘χουμε για καιρό μπροστά μας με αυτή ή την άλλη μορφή. Οσο η αγανάκτηση και η οργή του κόσμου δε βρίσκει δρόμους να εκφραστεί ολοκληρωμένα και αποτελεσματικά, θα έχουμε και τέτοια φαινόμενα. Οσο αυτό που εμφανίζεται ως Αριστερά θα κυριαρχείται από τα χαρακτηριστικά που γνωρίζουμε, θα συνεχίσει «να πληρώνει τις αμαρτίες της».
Ετσι ή αλλιώς, ωστόσο, η επιλογή είναι μία: η επιμονή στην κατεύθυνση συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων μέσα στην πάλη και σε διαλεκτική συνάρτηση με τον προσανατολισμό ανασύστασης, ανασυγκρότησης του εργατικού, επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος.

Πρώτη Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ για τον Παπανδρέου Αναζητώντας στήριξη

Η Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ, που έγινε στις Βρυξέλλες στις 29 και 30 Οκτώβρη, ήταν η πρώτη του Παπανδρέου ως πρωθυπουργού. Σε μια, από πολλές απόψεις, κακή συγκυρία προσπάθησε να αναζητήσει διεξόδους στα προβλήματα της οικονομίας, των ελληνοτουρκικών και των μεταναστών.
Περί λύσεων, ούτε λόγος, φυσικά! Στη φάση αυτή της κρίσης και με δεδομένη τη θέση της χώρας μας στην ΕΕ, αλλά και τα χαρακτηριστικά της άρχουσας τάξης, το πολύ που μπορεί να περιμένει μια κυβέρνηση είναι μια ευνοϊκότερη μεταχείριση από τους ισχυρούς, γνωρίζοντας, ωστόσο, ότι αυτοί κοιτούν πρώτα και μόνο τα συμφέροντα τους και δε θα διστάσουν να θυσιάσουν λαούς και χώρες στο βωμό τους.
Αδιέξοδο και μοιρολατρία; Ισως, για μια κυβέρνηση που υπηρετεί μια τάξη η οποία έχει αποφασίσει ότι έχει μέλλον μόνο εξαρτώμενη από τις μεγάλες δυνάμεις του κόσμου. Γι’ αυτό και όσο σωστό είναι να βλέπουμε τις πιέσεις που δέχεται, άλλο τόσο σωστό είναι όχι μόνο να μην της χαριζόμαστε, αλλά, αντίθετα, να τη βάζουμε στο στόχαστρο γι’ αυτή τη βασική της επιλογή και όλα τα δεινά που φέρνει στο λαό μας.
Ποιο ήταν το διακύβευμα για τη νέα κυβέρνηση, λοιπόν, στις Βρυξέλλες; Αυτό που σκόπιμα αόριστα και γενικόλογα επαναλάμβανε συχνά ο Παπανδρέου προεκλογικά: η αποκατάσταση του διεθνούς κύρους της χώρας και η αναβάθμισή της στα πλαίσια της ΕΕ. Πράγμα που σημαίνει επαναδιαπραγμάτευση μιας σειράς ανοιχτών και καυτών ζητημάτων, επαναπροσδιορισμό βασικών κατευθύνσεων, πάντα με βάση τις επιταγές των ιμπεριαλιστών. Και μάλιστα με την ιδιαιτερότητα του ανακατέματος των Αμερικάνων στις σχέσεις της Ελλάδας με την ΕΕ.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε δυσάρεστο ξεκίνημα στις ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις, με τις …δύσκολες ώρες που πέρασε ο Παπακωνσταντίνου στο ECOFIN πριν λίγες μέρες. Με τους Αλμούνια, Μπαρόζο και Τρισέ να δηλώνουν ξανά και ξανά ότι στα οικονομικά η Ελλάδα τα έχει κάνει …μαντάρα και να απειλούν ανοιχτά ότι αν δε φανούν άμεσα σημάδια διόρθωσης της κατάστασης οι επιπτώσεις θα είναι σοβαρές. Οι απειλές απευθύνονται, βέβαια, πρώτα και κύρια στον ελληνικό λαό, στον οποίο οι Ευρωπαίοι ξεκαθαρίζουν ότι δεν πρόκειται να βγει από την κρίση και να δει άσπρη μέρα σύντομα…
Σε αυτό το κλίμα, ο Παπανδρέου πήγε στη Σύνοδο και επανέλαβε τη γνωστή του θέση για ξεπέρασμα της κρίσης μέσω της πράσινης ανάπτυξης, φτάνοντας μέχρι και το …φόρο Τόμπιν! Δείχνει, λοιπόν, να ακολουθεί πιστά το …πράσινο ρεύμα της εποχής, το οποίο βασικά προσπαθεί να ανοίξει κάποιες δουλειές και να σπείρει αυταπάτες περί των καλών προθέσεων ενός καταπιεστικού συστήματος.
Αυτό που έκανε εντύπωση, ωστόσο, ήταν ότι, στις θέσεις του αυτές, επέλεξε να συμπλεύσει με το Γκόρντον Μπράουν. Με τον ηγέτη μιας χώρας, δηλαδή, που δεν είναι στη ζώνη του ευρώ, που αποτελεί μόνιμη ενόχληση προς το λεγόμενο γαλλογερμανικό άξονα και που στις κρίσιμες στιγμές δείχνει τη σαφή προτίμησή της στη αγγλοσαξωνική, παρά την ευρωπαϊκή της ταυτότητα…
Η τελική απόφαση που εκδόθηκε ήταν, βέβαια, προσγειωμένη στην πραγματικότητα! Συμφωνώντας με το ECOFIN, μιλάει για συνεκτική εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας και επαναλαμβάνει ότι στις ειδικές περιπτώσεις (στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η Ελλάδα) οι αντίστοιχες χώρες θα πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να πάρουν μέτρα! Δηλαδή, καλά μας τα λες κύριε Γιωργάκη για φόρους Τόμπιν και …πράσινα άλογα, αλλά κοίτα να μαζέψεις κανένα φράγκο πρώτα!
Στο μεταναστευτικό, υποτίθεται ότι ο Παπανδρέου ήταν σκληρός απέναντι στην Τουρκία, ζητώντας από την ΕΕ να έχει ξεκάθαρη θέση απέναντί της σε ό,τι αφορά τον έλεγχο των συνόρων και τη λειτουργία της δύναμης FRONTEX, την οποία κατήγγειλε ότι συχνά οι Τούρκοι παρενοχλούν.
Το κείμενο της σουηδικής προεδρίας, όμως, δεν είναι αυτό που θα ήθελε ο πρωθυπουργός στο συγκεκριμένο ζήτημα. Γιατί όχι μόνο δεν απαιτεί από την Τουρκία συμμόρφωση (στα πάντα!) αλλά βλέπει και «ενισχυμένο διάλογο για τη μετανάστευση ανάμεσα στην ΕΕ και την Τουρκία». Φυσικά μιλάει για ενίσχυση της FRONTEX, όμως είναι σαφές ότι οι όποιες κορώνες του Παπανδρέου με αφορμή το μεταναστευτικό, ουσιαστικά αγνοήθηκαν.
Αναζήτησε, λοιπόν, στήριξη ο Παπανδρέου, ή, τουλάχιστον, αποδοχή ορισμένων, έστω, από τις βασικές κατευθύνσεις της πολιτικής του. Και τον μόνο που κατάφερε ήταν τον Μπράουν, του οποίου οι μέρες στην εξουσία φαίνεται να είναι μετρημένες!
Η ΕΕ έκανε για άλλη μια φορά σαφές προς τη νέα κυβέρνηση της Ελλάδας ότι απαιτεί συγκεκριμένα πράγματα από αυτήν και μάλιστα άμεσα. Μέχρι να παρουσιάσει συγκεκριμένο έργο και αποτελέσματα δε θα πρέπει να περιμένει ούτε στο ελάχιστο ευνοϊκή μεταχείριση, όχι μόνο στα οικονομικά, αλλά σε οποιοδήποτε ζήτημα. Γιατί όλα τα ζητήματα θα χρησιμοποιούνται για να πιέζουν προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση του ακόμα μεγαλύτερου ξεζουμίσματος του ελληνικού λαού.
Είναι, βέβαια, δύσκολο να εκτιμήσει κανείς την εξέλιξη αυτών των πιέσεων, γιατί αυτή εξαρτάται και από γενικότερες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις και στην Ευρώπη και στον κόσμο. Με δεδομένο, πάντως, ότι η κρίση καλά κρατεί, μπορούμε να θεωρούμε σίγουρο ότι οι πιέσεις αυτές θα παραμένουν για πολύ καιρό ακόμα και θα φορτώνονται στις πλάτες του λαού. Αυτό ο λαός το έχει καταλάβει και γι΄ αυτό θα πρέπει να αρχίσει να παίρνει κι αυτός τα μέτρα του…

Αλήθεια, ποιος καθορίζει το ποιος θα είναι ο νέος αρχηγός της ΝΔ;

Η συντριπτική ήττα που υπέστη η ΝΔ και ο Καραμανλής στις βουλευτικές εκλογές του Οκτώβρη οδήγησε ταυτόχρονα και στην παραίτηση του αρχηγού του κόμματος αυτού. Βεβαίως σε αυτές τις συνθήκες τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να πάρουν διαφορετική τροπή. Η διαχείριση της ήττας φάνηκε από την πρώτη στιγμή ότι δεν είναι καθόλου εύκολη και αυτό τόσο από την προηγούμενη ηγεσία όσο και από τα επιτελεία των υποψήφιων αρχηγών. Έτσι ο απολογισμός για τις αιτίες της ήττας της συντηρητικής παράταξης παρακάμπτεται και είναι βέβαιο πως θα επανέλθει αργότερα.
Το άνοιγμα ενός τέτοιου ζητήματος πριν από την ανάδειξη του νέου αρχηγού τους θα υποχρέωνε τους υποψήφιους αρχηγούς (και όχι μόνο) να φορτώσουν την εκλογική τους ήττα στον Κ. Καραμανλή και στο επιτελείο του. Μια τέτοια επιλογή θα πυροδοτούσε εκρηκτικές καταστάσεις τόσο στο κόμμα της ΝΔ όσο και ευρύτερα, διαμορφώνοντας πιθανότατα ανεξέλεγκτες συνθήκες και με δυσάρεστα αποτελέσματα συνολικά για την παράταξη αυτή. Και όχι μόνο αποφεύγουν το παραπάνω ζήτημα, τον απολογισμό δηλαδή, αλλά και υποχρεώνονται να υπερασπίζουν τον Κ. Καραμανλή και τις επιλογές του στη βάση ωφελιμιστικών σκοπιμοτήτων των υποψήφιων αρχηγών και των επιτελείων τους -και τα οφέλη δεν περιορίζονται μόνο σε ψηφοθηρικούς λόγους.
Την κατάσταση στο εσωτερικό της ΝΔ την κάνει περισσότερο εκρηκτική το γεγονός ότι ανταγωνίζονται για την αρχηγία της ΝΔ δύο υποψήφιοι που κουβαλάνε μέχρι σήμερα μια διαδρομή συγκρουσιακού χαρακτήρα μεταξύ τους. Διαδρομή διανθισμένη με ηγετικές φιλοδοξίες, με προσωπικές αντιθέσεις, καθώς και με αντιπαραθέσεις σε μια σειρά πολιτικά ζητήματα που φτάνουν και στα λεγόμενα εθνικά θέματα αλλά και σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Πάντα βέβαια στο πλαίσιο που καθορίζει η εξάρτηση της χώρας από τους ιμπεριαλιστές και στη βάση της όποιας αυτονομίας κινήσεων επιτρέπει αυτό το πλαίσιο εξάρτησης. Αυτό ισχύει για τη συνολική πολιτική που εφαρμόζει η αστική τάξη της χώρας και που καλούνται τα κυρίαρχα κόμματά της να υπηρετήσουν είτε ως κυβέρνηση είτε σαν αντιπολίτευση και αυτό πράγματι κάνουν.
Με δυο λόγια, το ποια πολιτική θα ακολουθήσει η χώρα και θα υπηρετήσουν τα κόμματα του κεφαλαίου, τόσο στο οικονομικό και πολιτικό επίπεδο όσο και στην εξωτερική πολιτική, αυτό έχει κατά βάση κριθεί από τα ξένα και ντόπια πολιτικά και οικονομικά κέντρα. Αυτό που κρίνεται κάθε φορά στις εκλογές είναι ποιο από τα δύο κόμματα της αστικής τάξης θα προωθήσει και θα εφαρμόσει την πολιτική αυτή από κυβερνητικές θέσεις και ποιο θα τη στηρίξει από τη θέση της αποκαλούμενης αντιπολίτευσης.
Θα αναρωτηθεί κάποιος, ποια σχέση έχουν τα παραπάνω με το ποιος θα είναι ο νέος αρχηγός της ΝΔ σήμερα, του ΠΑΣΟΚ χθες και ξανά τα ίδια αργότερα. Θα λέγαμε πως κυρίως με αυτά τα ζητήματα έχει σχέση και να εξηγήσουμε:
Οι εξαρτημένες χώρες, και γενικά οι αδύνατες, αποτελούν πεδίο άγριου ανταγωνισμού των ισχυρών ιμπεριαλιστικών χωρών και η Ελλάδα είναι μια από τις παραπάνω αδύνατες και εξαρτημένες. Και η εξάρτησή της, οικονομική, πολιτική και στρατιωτική είναι βασικά από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Κυρίαρχα εργαλεία τους, το ΝΑΤΟ και η ΕΕ. Υπάρχουν και άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που παίζουν κάποιο ρόλο στη χώρα και φιλοδοξούν να παίξουν στην πορεία μεγαλύτερο, π.χ. Ρωσία, αλλά εδώ μιλάμε γι’ αυτές που διαδραματίζουν για πολλές δεκαετίες κυρίαρχο ρόλο. Επιγραμματικά να υπογραμμίσουμε πως σε όλη αυτή την περίοδο επικρατεί ένας συμβιβασμός μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης που εξασφαλίζει τα συμφέροντά τους στην Ελλάδα παράλληλα με τη χρησιμοποίησή της σαν χώρο εξόρμησης σε άλλες περιοχές.
Αντίστοιχος είναι και ο συμβιβασμός ανάμεσα στην ίδια την αστική τάξη της χώρας σχετικά με την εξάρτησή της από τις, παραπάνω κυρίως, ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Και αυτό στη βάση των ενδοαστικών ανταγωνισμών. Συνεπώς και τα κόμματα της αστικής τάξης της χώρας υποχρεώνονται εκ των πραγμάτων να υπηρετούν στην εξωτερική τους πολιτική και στο εσωτερικό της χώρας αυτόν τον συμβιβασμό. Το αν ο συμβιβασμός θα γέρνει περισσότερο προς όφελος των ΗΠΑ ή προς όφελος των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών, αυτό είναι –και πάντα ήταν– ζήτημα συσχετισμών ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές, και αυτός ο συσχετισμός κατά καιρούς αλλάζει.
Στη βάση αυτού του συμβιβασμού είναι υποχρεωμένα να λειτουργούν τα κυρίαρχα κόμματα της άρχουσας τάξης, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Αυτό σημαίνει πως στο εσωτερικό κάθε κόμματος από τα παραπάνω συνυπάρχει αυτός ο συμβιβασμός και οξύνονται η αντίφαση και η αντίθεση όσο οξύνεται η ενδοϊμπεριαλιστική αντίθεση ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Έτσι βλέπουμε κατά καιρούς στα κόμματα αυτά στελέχη και των δυο τους να υπερασπίζονται, για παράδειγμα, το σχέδιο Ανάν στην Κύπρο, και άλλα στελέχη, πάντα και των δύο κομμάτων, να διαφωνούν. Το ίδιο ισχύει και για τις «λύσεις» που προτείνουν οι ΗΠΑ για το όνομα –και όχι μόνο– της ΠΓΔΜ, όσο και για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και για πολλά ακόμη.
Παράδειγμα: Στα παραπάνω ζητήματα ο Γ. Παπανδρέου, σε όλη την περίοδο που ήταν υπουργός Εξωτερικών, αλλά και η Ντ. Μπακογιάννη στο ίδιο υπουργείο είχαν ακριβώς ίδιες θέσεις. Είχαν επίσης την ίδια θέση για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και για το σχέδιο των ΗΠΑ στη Μ. Ανατολή. Το ίδιο συμβαίνει και αντίστροφα: Κάποια στελέχη και των δύο κομμάτων να έχουν κοινή θέση διαφοροποίησής τους από αυτές της Ντ. Μπακογιάννη και Γ. Παπανδρέου. Ίσως να μην είναι και τόσο συμπτωματικό οι τελευταίοι υπουργοί Εξωτερικών της χώρας να είναι και αρχηγοί των κομμάτων τους. Και αυτό με την προϋπόθεση να επιβεβαιωθούν οι σημερινές τάσεις που υπάρχουν στο εσωτερικό της ΝΔ.
Επανερχόμενοι στα της ΝΔ σχετικά με την ανάδειξη του νέου αρχηγού της, στην ουσία ούτε τα μέλη της ΝΔ μπορούν να το αποφασίσουν. Αυτοί που το αποφασίζουν είναι τα οικονομικά και πολιτικά κέντρα εντός και εκτός της χώρας. Είναι οι διασυνδέσεις στελεχών και ομάδων με αυτά τα κέντρα και η φιλοδοξία τους να τα υπηρετήσουν. Είναι οι σχέσεις που έχουν διαμορφώσει όλο το προηγούμενο διάστημα οι δεσμεύσεις και οι εξετάσεις που έχουν δώσει. Και επειδή αυτά τα κέντρα τόσο στο συνολό τους όσο και χωριστά δεν λειτουργούν μόνο ενιαία αλλά και σε αντιπαράθεση, τα πράγματα δεν φαίνονται τόσο εύκολα. Και ένας παράγοντας που τα κάνει ακόμη πιο δύσκολα σχετίζεται με το μέγεθος της ήττας της ΝΔ στις εκλογές και την αδυναμία τους να καταλογίσουν ευθύνες, τις οποίες μεταθέτουν για αργότερα. Αυτό σημαίνει ότι και το πραγματικό πρόβλημα που έχει δεν μπορεί να λυθεί, όποιον πρόεδρο και αν εκλέξει.
Οι φοβέρες τού Κ. Καραμανλή ότι «όποιος δεν στηρίξει τον νέο πρόεδρο θα έχει να κάνει μαζί μου» δεν παίρνονται στα σοβαρά, γιατί είναι ολοφάνερο ότι έχει χάσει τη δυνατότητα να απειλεί.
Συνοψίζοντας θα λέγαμε πως η ΝΔ βρίσκεται σε κρίση όχι μόνο σαν συνέπεια της συντριπτικής ήττας της αλλά και για τις αιτίες που οδήγησαν σε αυτή την κρίση και όλα αυτά καθιστούν τις λύσεις της δύσκολες και χωρίς να αποκλείονται και τα απρόοπτα.

ΕΕ: Η επικύρωση της «Συνθήκης της Λισαβόνας» Και η πραγματικότητα που την ακυρώνει

«Αν χρειαστώ την Ευρώπη δεν ξέρω σε ποιον να τηλεφωνήσω». Με αυτήν την τόσο ειρωνική ατάκα όσο και επιτηδευμένη αμηχανία ο διαβόητος υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ στη δεκαετία του '70 Χένρι Κίσιντζερ περιέγραφε μια ουσιώδη παράμετρο της πρώιμης Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αν και πέρασαν αρκετές δεκαετίες, η ουσία δεν άλλαξε στο ελάχιστο. Ή, για να ήμαστε ακριβείς, ελάχιστα πράγματα άλλαξαν. Πάντως, από εδώ και πέρα ίσως να μην μπορεί ο σημερινός ή ο αυριανός ομόλογός του να εκφέρει ανάλογες ατάκες και να εκδηλώνει παρόμοιες αμηχανίες. Αλλά μέχρις εδώ. Και ο λόγος; Η Ε.Ε. θα έχει πλέον «πρόεδρο» και «υπουργό Εξωτερικών» και αυτό θα συμβεί με την εφαρμογή της «Συνθήκης της Λισαβόνας»! Ποια λοιπόν είναι στην πραγματικότητα η εξέλιξη που γύρω της ορθώνεται μια τεράστια φιλολογία για το μέλλον τα ης Ε.Ε.;
Ως γνωστόν, στις 13 Δεκέμβρη του 2007 υπογραφόταν από τους 27 η «Συνθήκη της Λισαβόνας» η οποία αντικαθιστούσε τη «Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ενωση», το γνωστό Ευρωσύνταγμα το οποίο καταψηφίστηκε σε διάφορα δημοψηφίσματα, με σημαντικότερο αυτό της Γαλλίας. Η σημερινή εξέλιξη -που αποτελεί τροποποίηση της ιδρυτικής συνθήκης της Ρώμης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων- είχε στόχο να τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου του 2009 με προϋπόθεση την κύρωσή της από τα 27 κράτη-μέλη της Ε.Ε. Υπήρξε όμως το «όχι» των Ιρλανδών στο πρώτο δημοψήφισμα που περιέπλεξε τα πράγματα. Ακολουθούν η Πολωνία και η Τσεχία οι οποίες, επικαλούμενες την άρνηση της Ιρλανδίας, δηλώνουν ως προϋπόθεση πλέον την κατάφαση, εάν και όποτε γίνει, από τους Ιρλανδούς. Από κοντά και η Βρετανία, που στο μεταξύ την έχει επικυρώσει τη Συνθήκη από το κοινοβούλιό της. Διά στόματος Ντέιβιντ Κάμερον, αρχηγού των συντηρητικών και πιθανό πρωθυπουργό στις εκλογές της άνοιξης του 2010, δηλώνεται ότι αν και εφόσον παραμένει αυτή η εκκρεμότητα από τους άλλους τότε θα ζητήσει δημοψήφισμα ως πρωθυπουργός και θα ηγηθεί του «όχι».
Τελικά οι πιέσεις αποδίδουν και στο δεύτερο δημοψήφισμα -πρόσφατα, στις 2 του Οκτώβρη- οι Ιρλανδοί λένε το πολυπόθητο «ναι». Ακολουθούν οι Πολωνοί λίγες μέρες μετά, στις 10 του ίδιου μήνα, και τέλος οι Τσέχοι, δηλαδή ο πρόεδρος Βάτσλαβ Κλάους, γιατί το Κοινοβούλιο την είχε επικυρώσει, βάζει την υπογραφή του στις 3 Νοέμβρη για την τελική έγκριση της Συνθήκης. Ο τελευταίος πέτυχε να εξαιρεθεί η χώρα του από κάποιες διατάξεις του «χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων» που υπάρχει στη Συνθήκη -όπως έγινε το 2007 με τη Βρετανία και την Πολωνία– με στόχο να αποτραπούν στο μέλλον διεκδικήσεις αποζημιώσεων από τους Γερμανούς για κατασχεθέντα περιουσιακά στοιχεία μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ετσι θεωρητικά άνοιξε πλέον ο δρόμος για την εφαρμογή της «Συνθήκης της Λισαβόνας» και πλέον μπαίνουμε στην ουσία του πράγματος. Από ό,τι όμως δείχνουν τα πράγματα, τώρα θα αρχίσουν τα δύσκολα και η προηγούμενη φάση πρέπει να χαρακτηριστεί μάλλον διαδικαστική.
Κατ' αρχήν και σε ό,τι αφορά τις επίμαχες διατάξεις και τις θεσμικές καινοτομίες που εισάγει: Σε γενικές γραμμές αφορούν τη διαμόρφωση ενός πλαισίου όπου οι ισχυροί της Ε.Ε. ισχυροποιούνται περισσότερο σε βάρος των αδυνάτων. Αυτό όμως ταυτόχρονα διαμορφώνει νέους όρους όξυνσης των μεταξύ τους ανταγωνισμών και είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει εντάσεις και αντιπαραθέσεις στη διανομή ρόλων και πλεονεκτημάτων. Οι δύο νέες θέσεις που θεσπίζονται, του «μόνιμου» προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου με θητεία 2,5 ετών (κάτι σαν πρόεδρος κράτους) και του «ύπατου εκπροσώπου της Ενωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής (κάτι σαν υπουργός Εξωτερικών), μπορεί να μην έχουν στην ουσία αντίστοιχο ρόλο και βαρύτητα με αυτόν που υπάρχει στα εθνικά κράτη, σίγουρα όμως διαμορφώνουν ένα νέο πλαίσιο που μελλοντικά, και σε συνδυασμό και με άλλες εξελίξεις, η κατοχή ή ο έλεγχος αυτών των θέσεων μπορεί να βαραίνει αποφασιστικά στους εσωτερικούς συσχετισμούς της Ε.Ε.
Μία από τις βασικότερες διατάξεις αναφέρεται στο νέο καθεστώς λήψης αποφάσεων, όπου φαίνεται πλέον καθαρά η μετατόπιση της διαδικασίας προς όφελος των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών. Το περίφημο βέτο -που καταργείται- το αντικαθιστούν δύο σχετικές πλειοψηφίες. Το 55% των κρατών, τα οποία όμως θα πρέπει να αντιπροσωπεύουν το 65% του πληθυσμού. Τέλος, υπάρχουν και δύο νέες ρυθμίσεις στις οποίες φαίνεται η καθοριστική συμβολή των Γαλλογερμανών. Τίθεται ουσιαστικά τέλος στην όποια διεύρυνση στο άμεσο μέλλον αφού προωθείται πλέον η «ανάπτυξη προνομιακών σχέσεων με τις γειτονικές χώρες» και παρέχεται η δυνατότητα «αποχώρησης κράτους-μέλους από την Ε.Ε. σύμφωνα με τους εσωτερικούς συνταγματικούς του κανόνες»! Αυτές οι δύο ρυθμίσεις -σε συνδυασμό πάντα- είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσουν μια σειρά από εντάσεις και τριβές (και ενδεχομένως να εκβιάσουν κάποιες καταστάσεις) μέσα και γύρω από την Ε.Ε. Η «ρήτρα εθελούσιας εξόδου» στη βάση συνταγματικών προσαρμογών ή όχι μιας σειράς κρατών της Ε.Ε. διαμορφώνει ένα ευρύ πεδίο πιέσεων και εκβιασμών από τις ιμπεριαλιστικές ευρωπαϊκές δυνάμεις προς τις αδύνατες. Η ρύθμιση που αναφέρεται στις «προνομιακές σχέσεις» με μη μέλη, στη γενικότητά της και στην προοπτική της, δεν αποκλείει σαν πιθανή κατάσταση τη μετάθεση σε αυτήν την κατηγορία κάποιου σημερινού μέλους!
Τυπικά λοιπόν η συνέχεια των πρόσφατων εξελίξεων στην Ε.Ε. είναι λίγο πολύ προδιαγεγραμμένη. Σύμφωνα με το άρθρο 6 της εν λόγω συνθήκης, η ισχύς της ξεκινά «την πρώτη μέρα του μήνα που ακολουθεί την κατάθεση του εγγράφου κύρωσης του υπογράφοντος κράτους που προέβη τελευταίο (στην περίπτωση η Τσεχία) στη διατύπωση αυτή». Αρα από την 1η του Δεκέμβρη πρέπει να τεθεί σε ισχύ. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, δεν υπάρχει αυστηρό χρονοδιάγραμμα και μάλλον δεν θα μπορούσε να υπάρχει με τόσες εκκρεμότητες που αφορούν βασικά τις επιλογές προσώπων για τα δύο νέα αξιώματα.
Στο ζήτημα αυτό το αλισβερίσι είναι πολύ εκτεταμένο και ακούγονται πολλά και διαφορά ονόματα. Από τον πασίγνωστο Τόνι Μπλερ (που τον πρότεινε ο Σαρκοζί για να… συγχύσει τη Μέρκελ) μέχρι τον άγνωστο Πέτερ Μπαλκενέντε (σημερινό πρωθυπουργό της Ολλανδίας). Σε ό,τι αφορά λοιπόν τα πρόσωπα που έχουν «πέσει στο τραπέζι» (γύρω στα 15), μπορεί να διακρίνει κανείς, από την ιδιαίτερη σχέση (επιρροή) που ασκούν οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές σε αυτά, την προώθηση και διασφάλιση των ιδιαίτερων στόχων για τον καθένα χωριστά. Ωστόσο, και με βάση τα γενικότερα και ουσιαστικότερα ζητήματα που τρέχουν αυτή τη στιγμή, τόσο στην Ευρώπη όσο και διεθνώς, η διατήρηση των ισορροπιών στη φάση αυτή φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο.
Οτι το παρασκήνιο θα ενταθεί σε όλο αυτό το διάστημα είναι βέβαιο, από την άλλη όμως το πιο πιθανό είναι (και σε αυτό το συμπέρασμα συγκλίνουν διάφοροι πολιτικοί αναλυτές) στην πρώτη αυτή θητεία στις θέσεις αυτές (αφού απαιτείται άλλωστε ομοφωνία από τους 27) να έχουμε «άχρωμους» και «φαιούς τεχνοκράτες» για ηγέτες της Ε.Ε., ως εκφραστές και της μεταβατικότητας του πράγματος ή καλύτερα του ρόλου που πραγματικά θα αποδοθεί στις θέσεις αυτές στη σημερινή συγκυρία.
Με βάση τα πολλά και διάφορα ενδεχόμενα, η νέα συνθήκη θα κινηθεί αναγκαστικά σε ένα σκηνικό αβεβαιότητας, αφού κυριαρχεί και υπερισχύει ο άγριος ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστών. Και αυτή είναι η μοναδική και αδήριτη πραγματικότητα σε ό,τι αφορά τα ιδιαίτερα συμφέροντα του κάθε ιμπεριαλιστή. Μια συνθήκη που συντάχθηκε, και θα συνεχίσει να κόβεται και να ράβεται όχι, όπως επίσημα λέγεται, για να βελτιώσει τη λειτουργία των οργάνων της Ε.Ε. και να διευκολύνει τη λήψη αποφάσεων, αλλά για να διαμορφώσει εκείνο το πλαίσιο όπου οι ιμπεριαλιστές της Ε.Ε. θα έχουν (δυνητικά και πραγματικά) τη δυνατότητα στη συνέχεια να προωθήσουν ο καθένας για λογαριασμό του (ή και στη βάση κάποιων συμμαχιών) τους ιδιαίτερους στόχους τους.
Βλέπουμε λοιπόν για μια ακόμη φορά να τίθεται ζήτημα γαλλογερμανικού άξονα με μια νέα συνθήκη φιλίας και συνεργασίας. Ο ανανεωμένος αυτός άξονας που προτάσσεται περιέχει και καινοτομίες. Οπως το ενδεχόμενο να περιλαμβάνει και μόνιμη αποστολή υπουργών στα υπουργικά συμβούλια αμφότερων των χωρών. Αυτός ο άξονας έχει τόσες φορές ανακινηθεί ως ζήτημα, που πλέον δεν αποτελεί είδηση. Το ότι Γαλλία και Γερμανία τα τελευταία, και όχι μόνο, χρόνια παίρνουν μια σειρά κοινές θέσεις σε διάφορα ζητήματα δεν σημαίνει ότι είναι έτοιμες και για ένα τέτοιο άλμα. Γιατί για τέτοιο θα πρόκειται, αν συμβεί. Πάντως, σε κάθε προσπάθεια αναθέρμανσης των μεταξύ τους σχέσεων πάντα ο ένας από τους δύο είναι λιγότερο ενθουσιασμένος. Αυτή τη φορά η διστακτικότητα, καθώς λέγεται, είναι από τη μεριά της Γερμανίας.
Το ότι για τους ιμπεριαλιστές της Ευρώπης η Ε.Ε. δεν είναι τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από ένα σημαντικό όχημα για να ασκούν και να δυναμώνουν την επιρροή τους σε άλλους είναι το μόνο βέβαιο. Συμφωνούν στην εκμετάλλευση και την υποταγή των άλλων χωρών, προωθούν συμμαχίες και εκβιαστικές σχέσεις, ισορροπούν σε τεντωμένο σκοινί, μέχρι να τεθούν τα ουσιαστικά ζητήματα και τα πραγματικά διλήμματα μέσα σε ένα ολοένα και περισσότερο ανταγωνιστικό διεθνές πλαίσιο. Αν δούμε, για παράδειγμα, το πώς κινήθηκαν και κινούνται σε απάντηση της κρίσης τον τελευταίο χρόνο, μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε το πώς εννοούν την, κατά τα άλλα, κοινή ευρωπαϊκή προσπάθεια.
Το πρωτόγνωρο εγχείρημα της Ε.Ε. εξακολουθεί να είναι πρωτόγνωρο. Αμφισβήτηση υπάρχει στο κατά πόσο είναι και εγχείρημα πλέον και μάλιστα με τις προδιαγραφές που τίθενται από τις διάφορες συνθήκες που για αλλού ξεκινούν και αλλού η ζωή τις πάει. Η Συνθήκη της Λισαβόνας επικυρώθηκε από όλους. Δεν υπάρχουν πλέον δύστροποι και «μαύρα πρόβατα» ως προς αυτό το ζήτημα. Το θέμα όμως είναι σε τι συνίσταται το πραγματικό αντίκρισμα σχετικά με αυτό που η φέρουσα φιλολογία ορίζει ως «εμβάθυνση» και «πολιτική ολοκλήρωση» της Ενωσης. Η πραγματικότητα για μια ακόμα φορά θα έρθει να ακυρώσει όσα οι διάφορες σκοπιμότητες εξύφαναν ως προοπτική της Ε.Ε. Γιατί και στην περίπτωση αυτή όλα δείχνουν πως ώδινεν όρος και έτεκε μυν.

Η κρατική καταστολή και η δυστοκία της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς

Είχαμε αναφερθεί και στο προηγούμενο φύλλο της εφημερίδας μας για το όργιο της τρομοκρατίας που ξεδίπλωσε το κράτος στο κέντρο της Αθήνας και ιδιαίτερα στην περιοχή των Εξαρχείων και που ξεκίνησε αμέσως μετά τις εκλογές και κράτησε περίπου μέχρι πριν δεκαπέντε μέρες (σε μεγάλη έκταση). Μαζική αστυνομική παρουσία που συνοδευόταν από προπηλακισμούς, ξυλοδαρμούς και εξευτελιστικούς ελέγχους πολιτών. Που κατέληξε σε πάνω από εκατό προσαγωγές και οκτώ συλλήψεις.
Συμβολικό αποκορύφωμα της εκστρατείας αυτής ήταν η εισβολή τριάντα κρανοφόρων αστυνομικών (να ποιοι είναι… κουκουλοφόροι) σε χώρο βιβλιοπαρουσίασης στην πλατεία των Εξαρχείων. Στην –καθόλα «καθωσπρέπει» εκδήλωση- παρουσιαζόταν λογοτεχνικό βιβλίο σχετικό με την Αριστερά με διάφορους επώνυμους καλεσμένους, ανάμεσα στους οποίους τη Δαμανάκη (!) και πολλά στελέχη του ΣΥΝασπισμού, στους οποίους περιλαμβανόταν κι ο Τσίπρας.
Λίγα λεπτά μετά την αναχώρηση των πιο «επώνυμων», οι αστυνομικές δυνάμεις εισέβαλαν και αφού αντιμετώπισαν τις διαμαρτυρίες των θαμώνων συνέλαβαν δύο δημοσιογράφους που αποθανάτιζαν τα γεγονότα και κατόπιν τον Δ. Παπαχρήστο που διαμαρτυρήθηκε.
Η κίνηση αυτή της κυβέρνησης αποτέλεσε μια κλιμάκωση της καταστολής. Όχι βέβαια γιατί η αξιοπρέπεια κάποιων επώνυμων (και απολύτως εντός των θεσμών προσώπων) αξίζει περισσότερο από την αξιοπρέπεια των χιλιάδων απλών πολιτών και νέων που δέχονταν για δύο βδομάδες την ωμή παραβίαση των πιο στοιχειωδών δικαιωμάτων τους. Αλλά γιατί η κυβέρνηση με την κίνηση αυτή ήθελε να δείξει ότι δεν έχει φραγμό στη γενίκευση της κρατικής καταστολής. Ηθελε επίσης να στείλει μήνυμα στο ΣΥΝασπισμό, το πρώτο μετά τις εκλογές.
Η αλήθεια είναι ότι ο ΣΥΝασπισμός το πήρε. Στην πορεία που έγινε την Πέμπτη 22 Οκτώβρη για να συνολικά απαντηθεί η κατοχή του κέντρου της Αθήνας από τις δυνάμεις καταστολής, ο λαλίστατος ΣΥΝασπισμός (αλλά και ο Συριζα με εξαίρεση το «Κόκκινο») έλαμψε δια της απουσίας του – παρά το γεγονός ότι ήταν ο άμεσα θιγμένος. Για τα μηνύματα που έλαβε όμως το κόμμα αυτό, αναφερόμαστε σε διπλανή στήλη.

Το κακό είναι ότι τα αντίστοιχα μηνύματα ΔΕΝ έλαβαν οι δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Τα αντανακλαστικά που διέθεταν παλιότερα οι οργανώσεις απέναντι σε διάφορες εξελίξεις και ιδιαίτερα σε ζητήματα δημοκρατικών δικαιωμάτων δείχνουν να μην υπάρχουν πια. Στην ανοιχτή εκδήλωσή τη Δευτέρα 19 Οκτώβρη, το ΚΚΕ(μ-λ) πρότεινε σε όλες τις δυνάμεις να αναληφθεί πρωτοβουλία για το ζήτημα. Οι απαντήσεις ήταν ξεκάθαρα θετικές. Παρόλα αυτά στο ραντεβού για τη συγκεκριμενοποίηση της πρωτοβουλίας αυτής, η ανταπόκριση ήταν σχεδόν μηδενική (παραβρέθηκε μόνο το ΝΑΡ). Στην πορεία της 22/10 που είχε καλεστεί από την Κοινή Δράση Αλληλεγγύης (βασικές συνιστώσες η Αντιπολεμική Διεθνιστική Κίνηση και η Αντεξουσιαστική Κίνηση) εκτός από το ΣΥΡΙΖΑ έλειπε και η Ανταρσυα! Παρόλα αυτά πάνω από 1500 διαδηλωτές πορεύτηκαν στο κέντρο της Αθήνας σε μια καλή πορεία καταγγελίας της κρατικής τρομοκρατίας.
Μια βδομάδα αργότερα στις 29/10 αντίστοιχη πορεία κάλεσε Επιτροπή Κατοίκων των Εξαρχείων με μικρότερη μαζικότητα καθώς το γεγονός είχε γνωρισει μερική αποκλιμάκωση.

Οι χαμένες ευκαιρίες

Σε απανωτά γεγονότα του τελευταίου χρόνου υπάρχει πλήρης απαξίωση δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς στην κοινή δράση. Υπάρχει, επίσης, μια ανησυχητική δυστοκία στην ανάληψη πρωτοβουλιών μαζικής απάντησης σε σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν. Θυμίζουμε μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις: πογκρόμ μεταναστών μετά τις ευρωεκλογές, ξεπούλημα λιμανιού, δολοφονία πακιστανού στη Νίκαια, κρατική καταστολή στο κέντρο της Αθήνας, απολύσεις εργαζομένων και τόσα άλλα. Όμως κενό δεν υπάρχει… Αν η εξωκοινοβουλευτική αριστερά συνεχίζει να μην ανταποκρίνεται στις ανάγκες πολλών αγωνιστών να αντισταθούν, θα προκύψουν σοβαρά προβλήματα τόσο για τις οργανώσεις αυτές όσο και για το ίδιο το κίνημα αντίστασης που θα είναι πιο ευάλωτο σε ροφορμιστικές ή άλλες αδιέξοδες λογικές.
Σε ένα μήνα κλείνει ένας χρόνος από τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Οι δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς πρέπει να συζητήσουν και να συντονίσουν το βηματισμό τους για αγωνιστικές πρωτοβουλίες που πρέπει να παρθούν για το ζήτημα αυτό. Αλλιώς, θα εγγράψουν μια ακόμα χαμένη ευκαιρία

Η αντίσταση των λιμενεργατών σε κυβέρνηση-Cosco-συμβιβασμένους συνδικαλιστές πρέπει να γίνει κοινή δράση του ταξικού εργατικού κινήματος.

Το 15νθήμερο της αναστολής της απεργίας στο λιμάνι, που αποδέχτηκε η Ομοσπονδία των λιμενεργατών (ΟΜΥΛΕ) και η Ενωση Λιμενεργατών Πειραιά, παρήλθε και οι εργαζόμενοι, αφού εισέπραξαν την κοροϊδία και την αδιαφορία της κυβέρνησης, αποφάσισαν εκ νέου 48ωρη απεργία τη Δευτέρα το βράδυ.
Με νεότερη απόφασή τους μετά τη λήξη της 48ωρης, την Τετάρτη, αποφάσισαν νέα 48ωρη για την Παρασκευή. Και έπεται συνέχεια.
Από το προηγούμενο φύλλο της «Π.Σ.» είχαμε επισημάνει ότι αυτή η 15νθήερη αναβολή δεν πρέπει να οδηγήσει σε αυταπάτες τους εργαζόμενους και ότι δεν έχουν να περιμένουν τίποτε από την «επαναδιαπραγμάτευση». Οτι ουσιαστικά η κυβέρνηση προσπαθεί να κερδίσει χρόνο και να αποπροσανατολίσει τους λιμενεργάτες, κάτι το οποίο επιβεβαιώθηκε, και δείχνει να ανοίγει ένας δεύτερος γύρος κινητοποιήσεων.
Στο ξεκίνημα της απεργίας, την 1η Οκτωβρίου, τα βασικά αιτήματα των λιμενεργατών ήταν να μην ιδιωτικοποιηθεί το λιμάνι, να μην ισχύσει η υπογραφείσα συμφωνία με την Cosco και στη νέα συμφωνία να διασφαλιστεί η εργασία των 1500 λιμενεργατών με τις υπάρχουσες σχέσεις εργασίας. Αιτήματα τα οποία είχε «αποδεχτεί» προεκλογικά το ΠΑΣΟΚ.
Σήμερα, η κυβερνηση ΠΑΣΟΚ, δια στόματος της υπουργού Λούκας Κατσέλη, έκανε ξεκάθαρο ότι η συμφωνία είναι νόμιμη και δεν ανατρέπεται. Δηλαδή, επί της ουσίας, είναι ψεύτικη όλη αυτή η διαδικασία διαλόγου που επικαλέστηκε για το 15νθήμερο πάγωμα της εισόδου της Cosco στο λιμάνι, ενόψει επαναδιαπραγμάτευσης.
Μάλιστα, ο πρόεδρος της Cosco Γονέι Τζιαφού έρχεται στην Ελλάδα εσπευσμένα την άλλη εβδομάδα για να «ξεκαθαρίσει» τις αμφισβητήσεις της κυβέρνησης και να επιβάλλει τους όρους του.
Η πρόταση της κυβέρνησης, μετά την απορία της για τη νέα απεργία, ήταν η συνέχιση του ανύπαρκτου διαλόγου για τεχνικής φύσης ζητήματα και όχι για την ουσία, την οποία, πλέον, δήλωσε ότι έχει αποδεχτεί ως συμφωνία. Για το λόγο αυτό διόρισε και νέο διευθυντή του ΟΛΠ τον Γ. Ανωμερίτη, δείχνωντας ανοιχτά τις προθέσεις της να προχωρήσει στη λειτουργία της συμφωνίας με την Cosco.
Στο πλάι της κυβέρνησης συντάσσεται ο ΕΒΕΑ, με πρόεδρο τον γνωστο Μίχαλο, ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιά και άλλοι αντιδραστικοί επιχειρηματικοί σύνδεσμοι, απειλώντας τους εργαζόμενους με δίκες και πρόστιμα. Η πρόταση όλου αυτού του συρφετού είναι ένα νέο «πάγωμα» δύο μηνών της ανάληψης του λιμανιού από την Cosco. Να περάσουν, δηλαδή, οι γιορτές με ανοιχτό το λιμάνι και τους εργαζόμενους χωρίς κινητοποιήσεις και μετά να αναλάβει η κυβέρνηση, αφού έχει καλλιεργηθεί ένα κλίμα κατασυκοφάντησης και τρομοκράτησης των εργαζομένων, να ξεκαθαρίσει με τον τρόπο που γνωρίζει (δικαστικά ή με καταστολή).
Ομως και οι θέσεις της ΟΜΥΛΕ και του σωματείου έχουν διαφοροποιηθεί σε σχέση με τα αρχικά αιτήματα. Η μη ιδιωτικοποίηση του λιμανιού, η ακύρωση της συμφωνίας και η διασφάλιση των εργαζομένων με τους υπάρχοντες όρους εργασίας στη νέα συμφωνία έχουν μετατραπεί σε εξασφάλιση του δημοσίου ελέγχου και σε εξασφάλιση εργιασιακών σχέσεων που δεν έχουν τον αποικιοκρατικό χαρακτήρα της υπογραφείσας συμφωνίας.
Είναι φανερό ότι τόσο η Ομοσπονδία, όσο και το Σωματείο, που ελέγχονται αντίστοιχα από ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ, επιδιώκουν την εκτόνωση της κατάστασης εις βάρος των λιμενεργατών. Η εξαγγελία των κινητοποιήσεων είναι αποτέλεσμα της πίεσης του εργατόκοσμοου και αυτό φαίνεται από την πρόταση που κάνουν στην κυβέρνηση: 2μηνο «πάγωμα» της συμφωνίας με την Cosco και έναρξη ουσιαστικού διαλόγου. Στην ουσία η απεργία δε γίνεται, απ’ την πλευρά των συνδικαλιστικών ηγεσιών που ελέγχουν Ομοσπονδία και Σωματείο, για τα ουσιαστικά αιτήματα -τα οποία παραπέμπουν σε διάλογο- αλλά για το νέο «πάγωμα» της συμφωνίας. Ενα πάγωμα που, οικονομικά, λίγο πλήττει την Cosco, αφού μπορεί να μην εισπράττει μέσω του ΟΛΠ, αλλά το κάνει για λογαριασμό της η θυγατρική της κινέζικης πολυεθνικής ΣΕΠ ΑΕ (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε θίγεται ουσιαστικά απ’ την πλευρά της κατοχύρωσης και της εφαρμογής της δικής της πολιτικής στο χώρο).
Απόδειξη για το πόσο συμβιβασμένη και πρόθυμη να ξεπουλήσει τον αγώνα των λιμενεργατών είναι αυτή η συνδικαλιστική ηγεσία αποτελεί η επιλογή του προέδρου της ΟΜΥΛΕ, Γ. Γεωργακόπουλου, που αποδέχτηκε και η πλειοψηφία, να ορίσει μεσολαβητή με την κυβέρνηση, για να πετύχει το 2μηνο πάγωμα, τον πρόεδρο του ΕΒΕΑ, Μίχαλο!
Ο μόνος παράγοντας, η μόνη δύναμη που δείχνει να πιέζει ακόμη τις εξελίξεις σε μια κατεύθυνση ανατροπής είναι οι 1.500 λιμενεργάτες. Και αυτό είναι το σηματικότερο.
Η αγανάκτηση, η αποφασιστικότητα μπροστά σ’ αυτό που τους επιφυλλάσει το ανύπαρκτο μέλλον τους, η οργή που τους πλημμυρίζει, εξαναγκάζει όλους αυτούς (κυβέρνηση, εργοδοσία και συνδικαλιστές) να σέρνονται σε επιλογές που δε θα ήθελαν, αναζητώντας χρόνο και τρόπο για να εκτονώσουν την κατάσταση. Αυτούς, τους λιμενεργάτες φοβούνται και δεν έχουν πάρει πιο δραστικά μέτρα.
Σ’ αυτή την κρίσιμη φάση για το εργατικό κίνημα το ερώτημα που τίθεται είναι: η Αριστερά πού βρίσκεται; Και η μεν επίσημη έχει πάρει ήδη την πεπατημένη. Ο ΣΥΡΙΖΑ ανοιχά μιλά για δίμηνο πάγωμα και ουσιαστικό διάλογο, όπως τον θέτει η κυβέρνηση και αποδέχονται Ομοσπονδία και Σωματείο, δηλαδή συμπράττει.
Το ΚΚΕ, προβάλλοντας την άποψη για δημόσια λιμάνια στην υπηρεσία του λαού και του τόπου, όπως, άλλωστε, και για τόσα άλλα ζητήματα, οδηγείται σε μια μικροκομματική παρέμβαση, όντας μειοψηφία στο λιμάνι. Χρησιμοποιεί τους μεταλλεργάτες στη Ναυπηγοεπισκευασική Ζώνη και τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά για να πραγματοποιήσει μια στενή παρέμβαση διαμαρτυρίας, μέσω του ΠΑΜΕ, με απώτερο σκοπό όχι την ανατροπή της σύμβασης, αλλά την αύξηση των ερεισμάτων του στο χώρο του λιμανιού. Γιατί δε χρειάζεται ιδιαίτερη πολιτική και συνδικαλιστική ικανότητα για να αντιληφθείς ότι ένα τόσο σημαντικό ζήτημα απαιτεί τη συγκρότηση ενός πολύ πλατύτερου εργατικού και πολιτικού κινήματος, που δεν μπορεί να περιοριστεί στα πλαίσια του ΠΑΜΕ. Και όταν δεν αναλαμβάνει αυτή την πρωτοβουλία η δύναμη που έχει αυτή την υποκειμενική δυνατότητα, τότε γίνεται σαφώς κατανοητό ότι δεν τον θέλει, δεν είναι στις επιδιώξεις της αυτός ο στόχος της ανατροπής αλλά και η προσπάθεια συγκρότησης της εργατικής τάξης.
Ομως και η άλλη Αριστερά, η εκτός των τειχών, που θέλει να αναφέρεται στην ταξική της αντίληψη των αγώνων, στην ανατροπή και την προβολή μαζικών, κινηματικών διαδικασιών πού βρίσκεται; Πώς σκοπεύει να απαντήσει στην κυβέρνηση, να συμπαρασταθεί στον αγώνα των λιμενεργατών;
Στον πρώτο γύρο των απεργιών, μετά βίας κατάφερε προς το τέλος να συγκροτήσει μια πορεία διαμαρυρίας και συνμπαράστασης στους απεργούς του Πειραιά. Και έμεινε σ’ αυτό! Χωρίς να προχωρήσει σε καμμία συγκρότηση πρωτοβουλίας που να δίνει συνέχεια. Γιατί άραγε; Ελπιζε ότι το ΠΑΣΟΚ θα δώσει λύση ή ότι ο αγώνας θα κλείσει και δεν έχει νόημα; Μήπως βρίσκεται πίσω απ’ τις διαθέσεις του εργατόκοσμου και δεν μπορεί ν’ αφουγκραστεί την οργή και την αγανάκτηση με την οποία είναι φορτωμένος; Η μήπως τρέφει αυταπάτες για την κυβέρνηση. Η καθηλώνεται σε απόψεις για ρετιρέ εργαζομένων με υψηλά μεροκάματα, υπεργολαβίες με μόνιμους, συμβασιούχους και έκτακτους και, άρα, αστούς στην απώλεια της βόλεψής τους; Οπότε ας ασχοληθούμε με τους προλετάριους επιστήμονες των 700 ευρώ ή, στην καλύτερη περίπτωση, με τη στυγνή εκμετάλλευση των καθαριστριών και να συγκροτήσουμε πανελλαδικά πρωτοβουλίες και επιτροπές (που καλώς γίνονται), αλλά για 1.500 λιμενεργάτες δεν αξίζει τέτοια κινητοποίηση; Μ’ αυτό τον τρόπο θα απαντήσει πάλι σ’ αυτό τον γύρο απεργιών στο λιμάνι; Ισως με μια εκ νέου διαδήλωση στον Πειραιά ή ίσως και να το προσπεράσει τελείως;
Γιατί να μην αποτελέσει αυτός ο νέος απεργιακός γύρος των λιμενεργατών μια ευκαιρία για αυτή την Αριστερά, πέρα από τη συμπαράσταση, να επιδιώξει να συνδεθεί μ’ αυτό τον εργατόκοσμο, να τον στηρίξει, να αποκτήσει δεσμούς μαζί του και να βοηθηθεί και η ίδια να καταλάβει.
Ανεξάρτητα από το τι θεωρεί ο καθένας ότι θίγεται από τα ιδιαίτερα συμφέροντα ενός κομματιού της εργατικής τάξης, με το οποίο μπορεί να συμφωνεί ή όχι, αυτό που πρέπει να αναδειχτεί και αποτελεί κεντρικό στόχο είναι ότι απολύονται μαζικά εργαζόμενοι, χάνουν το δικαίωμα στη μόνιμη και σταθερή δουλειά, διαλύονται οι εργασιακές σχέσεις σε ευρύτερο κομμάατι εργαζομένων και ξεπουλιέται στο κεφάλαιο ένας ακόμη τομέας του δημοσίου. Αυτά τα ζητήματα δεν αφορούν μόνο τους λιμενεργατες, αλλά όλους τους εργαζόμενους.
Ομως η αντίσταση σήμερα γίνεται εκεί, στο λιμάνι με τους λιμενεργάτες. Κόντρα σε κυβέρνηση, εργατοπατερες, ξεπουλημένους συνδικαλιστές οι οποίοι μηχανορραφούν για να κάμψουν αυτή την αντίστασή τους. Γιατί τους φοβούνται.
Ε λοιπόν, η θέση της Αριστεράς είναι εκεί! Δίπλα τους! Και η απουσία της είναι αισθητή και καταγράφεται στις συνειδήσεις των εργαζομένων.
Εχει δικαίωμα η Αριστερά να είναι εκεί. Και έχει άποψη. Να υπερασπιστεί, να συμπαρασταθεί, να διδαχθεί! Γι αυτό η παρουσία της πρέπει να είναι μαζική, ενωτική.
Πρέπει να ξανασυζητήσει και να προσπαθήσει να συγκροτήσει μια πρωτοβουλία αλληλεγγύης στους λιμενεργάτες. Αμεσα!