Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Η επίθεση οδηγεί στην εξαθλίωση, η αντίσταση είναι όρος ζωής!

Η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι, η νεολαία και ο λαός βρίσκονται μπροστά σε μια ολομέτωπη επίθεση από τη μεριά των δυνάμεων του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου, της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και των υπόλοιπων αστικών κομμάτων (ΝΔ, ΛΑΟΣ), της Ευρωπαϊκής Ενωσης και όλων των ιμπεριαλιστικών (ληστρικών) οργανισμών (ΔΝΤ, ΟΟΣΑ κ.λπ.). Η επίθεση αυτή αφορά τη λυσσαλέα προσπάθεια όλων των δυνάμεων του συστήματος να επιβάλουν στο λαό πλήθος αντεργατικών–αντιλαϊκών μέτρων που θα τον οδηγήσουν στην απόλυτη εξαθλίωση και το ξεθεμελίωμα κάθε δικαιώματος και κατάκτησης προηγούμενων περιόδων. Μάλιστα η θρασύτητα και η ωμότητα των αντιδραστικών δυνάμεων φθάνει στο σημείο να ζητάνε όλα τα αντεργατικά μέτρα να παρθούν με τη «σύμφωνη γνώμη» του εργαζόμενου λαού, και για να… πείσουν χρησιμοποιούν όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις (ΜΜΕ, εργατοπατέρες, ΜΑΤ και καταστολή). Είναι δυσμενείς οι συσχετισμοί για τους εργαζόμενους μέσα σε αυτή τη λαίλαπα της επίθεσης που απειλεί να μην αφήσει «πέτρα πάνω στην πέτρα» στο όνομα της «σωτηρίας της χώρας» και της «αποκατάστασης της εθνικής κυριαρχίας» που κινδυνεύει από τα ελλείμματα και το δημόσιο χρέος. Η ανατροπή τους ξεκινάει από την οργάνωση των εργατικών αντιστάσεων, από την οικοδόμηση των όρων για ένα μαχητικό, μαζικό εργατικό κίνημα πάλης.

Το διάγγελμα του Γ. Παπανδρέου και τα μέτρα μείωσης των μισθών

Μετά την κατάθεση του προϋπολογισμού για το 2010 και την «περιφορά» του στην Κομισιόν, το ECOFIN και όλους τους «αρμόδιους» φορείς για την έγκρισή του, μετά την ανοικτή παρέμβαση του πρέσβη των ΗΠΑ που απαίτησε την κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και την άμεση λήψη μέτρων, μετά την κερδοσκοπική επίθεση απέναντι στα κρατικά ομόλογα και την αύξηση του επιτοκίου δανεισμού του ελληνικού κράτους, μετά τη σύνοδο κορυφής της ΕΕ, όπου οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές απαίτησαν την επιβολή σκληρών μέτρων, ο πρωθυπουργός στις 15 Δεκέμβρη σε μια συμβολική συνεδρίαση της ΟΚΕ (Οικονομική & Κοινωνική Επιτροπή) στην οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι «όλων των παραγωγικών τάξεων» και στην οποία πρόεδρος είναι ο Χρ. Πολυζωγόπουλος, στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, πρώην πρόεδρος ΓΣΕΕ, έδωσε τις κατευθύνσεις του πακέτου της επίθεσης σε όλα τα μέτωπα με στόχο να ικανοποιήσει τις «αγορές» και τους ιμπεριαλιστές πάτρωνες.

Τα περισσότερα από τα μέτρα που ανακοίνωσε ο Παπανδρέου ήταν ήδη γνωστά για τον αντεργατικό-αντιλαϊκό τους χαρακτήρα, είτε από τον προϋπολογισμό, είτε από την έναρξη του «κοινωνικού διαλόγου» για το ασφαλιστικό, είτε από τις επιμέρους ανακοινώσεις για την «αναμόρφωση» του φορολογικού, είτε από τις αυξήσεις στους έμμεσους φόρους. Αυτό όμως που για πρώτη φορά και ανοιχτά ανακοίνωσε ο Γ. Παπανδρέου είναι η μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων. Μέσα από τη μείωση κατά 10% των επιδομάτων που συγκροτούν το μισθό του δημόσιου υπαλλήλου, με ομολογία του υπουργού Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου σε «ξένους θεσμικούς επενδυτές» στο Λονδίνο, θα υπάρξει μείωση των μισθών κατά 4%. Και αυτό είναι «φυσικό» όταν τα επιδόματα των δημοσίων υπαλλήλων αποτελούν το 30-100% του βασικού τους μισθού. Η «οριστικοποίηση» των μηδενικών αυξήσεων για μισθούς πάνω από δύο χιλιάδες (μικτών αποδοχών) και «αυξήσεις» για τους υπόλοιπους στα όρια κάλυψης του πληθωρισμού ολοκληρώνουν την εικόνα των αντιλαϊκών μέτρων στην εισοδηματική πολιτική. Αποκαλύπτεται έτσι ότι οι «διαβεβαιώσεις» του Γ. Παπανδρέου ότι δεν θα γίνουν μειώσεις μισθών, όπως στην Ιρλανδία, ήταν μια προσπάθεια κάλυψης των αντεργατικών σχεδίων και μέτρων, μια προσπάθεια αποπροσανατολισμού του λαού. Ταυτόχρονα γίνεται προσπάθεια να καλυφθεί το μέτρο μέσα από μια γενικότερη «μείωση» των επιδομάτων, των μπόνους και των μισθών βουλευτών, στελεχών τραπεζών, δικαστικών και άλλων στελεχών του συστήματος με στόχο την κοινωνική αποδοχή ότι «όλοι πληρώνουν για να βγούμε από την κρίση». Αλλά όλοι γνωρίζουν ότι αυτό που «χάνουν» τα στελέχη του συστήματος μπορούν να το αναπληρώσουν με χίλιους τρόπους, αλλά αυτό που χάνει ο εργαζόμενος όχι μόνο δεν αναπληρώνεται αλλά βυθίζει τη ζωή του στην εξαθλίωση.

Η πολιτική της επίθεσης στο εισόδημα των δημοσίων υπαλλήλων ανάβει το πράσινο φως στο κεφάλαιο για να περικόψει ακόμα περισσότερο τους μισθούς και τα μεροκάματα στον ιδιωτικό τομέα μέσα σε συνθήκες οικονομικής και εργασιακής ασφυξίας για την εργατική οικογένεια. Η μείωση των μισθών και των μεροκάματων που επέβαλαν όλο το προηγούμενο διάστημα οι εργοδότες «λόγω κρίσης» νομιμοποιείται από την εισοδηματική πολιτική της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και θα πάρει νέες διαστάσεις με την απαίτηση για κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και του βασικού μισθού-μεροκάματου.

Η αστική «τεκμηρίωση» της αντιλαϊκής πολιτικής

Τόσο στο τελευταίο του διάγγελμα όσο και σε όλες τις δηλώσεις του ο Γ. Παπανδρέου, υπερασπιζόμενος τις αντεργατικές του κατευθύνσεις, προσπαθεί να δικαιολογήσει τα μέτρα σαν «εθνική υπόθεση» και

«αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας». Είναι προκλητικοί οι ηγέτες των αστικών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) να μιλούν για εθνική κυριαρχία τη στιγμή που έχουν ξεπουλήσει στους ιμπεριαλιστές τη γη, τη θάλασσα και τον αέρα της χώρας, που έχουν αλυσοδέσει οικονομικά, στρατιωτικά και πολιτικά το λαό με τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα για να μεγαλώνουν τα κέρδη της ντόπιας αστικής τάξης και να «αναβαθμίζεται» ο ρόλος της στους διεθνείς συσχετισμούς. Η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική εξάρτηση από τους ιμπεριαλιστές είναι αυτή που οδηγεί το λαό στη χρεοκοπία μέσα από την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, από την αποβιομηχάνιση, από τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς, από τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων με τα τεράστια χρέη που μας φόρτωσαν, από την καταστροφή της μικρομεσαίας αγροτιάς και της αγροτικής παραγωγής, από τη φορολογική ασυλία στο ξένο και ντόπιο κεφάλαιο, από την ανοικτή και καλυμμένη επιδότησή του. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πρόσφατη συνάντηση του Γ. Παπακωνσταντίνου με το γερμανό υπουργό Οικονομικών για το διακανονισμό των χρεών σε γερμανικές εταιρείες συζητήθηκε και η προμήθεια αεροπλάνων Γιουροφάιτερ, κάνοντας φανερό ότι το «πάγωμα» των εξοπλισμών είναι μόνο για εσωτερική κατανάλωση.

Οι κραυγές αγωνίας του Γ. Παπανδρέου για «εθνική κυριαρχία» δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι κραυγές αγωνίας της ντόπιας αστικής τάξης για το «στρίμωγμά» της από τους ιμπεριαλιστές και την «υποβάθμισή» της στα πλαίσια του φορτώματος των βαρών της κρίσης στις πλάτες των εξαρτημένων χωρών. Η ασική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι η οικονομική «υποβάθμισή» της θα έχει σαν συνέπεια την πολιτική της υποβάθμιση σε όλα τα ανοικτά ζητήματα της περιοχής (Βαλκάνια, Κύπρος, ελληνοτουρκικά) και αυτό θα σημαίνει μείωση της κυριαρχίας της.

Τα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού, το εξωτερικό χρέος και ο δανεισμός δεν ήταν αποτέλεσμα της «πλούσιας» και «σπάταλης» ζωής του εργαζόμενου λαού, όπως γίνεται προσπάθεια να μας πείσουν κυβέρνηση, αντιπολίτευση και διάφοροι παράγοντες του συστήματος. Είναι αποτέλεσμα του καπιταλιστικού χαρακτήρα της οικονομίας που στερεί από τους εργαζόμενους τα πάντα και τα προσφέρει στο κεφάλαιο και ο λαός καλείται να πληρώνει μόνο τα χρέη που η ίδια η αστική τάξη δημιουργεί για να αυξάνει τα δικά της κέρδη. Η πρόκληση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ να καλεί τους εργαζόμενους σε «συμφωνία» για να αποδεχθούν τα αντιλαϊκά της μέτρα βρίσκει στήριγμα στους εργατοπατέρες των ηγεσιών της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ. Είναι αποκαλυπτική η δήλωση του Γ. Παπακωνσταντίνου ότι «το ΠΑΣΟΚ είναι πιο κοντά στα συνδικάτα, είναι πιο εύκολο να κερδίσει τη συγκατάθεσή τους». Η πλήρης υποταγή των εργατοπατέρων στις αντεργατικές πολιτικές της κυβέρνησης αποτελεί ένα ακόμη «όπλο» που έχει να επιδείξει συνολικά το αστικό πολιτικό σύστημα προς τους ιμπεριαλιστές για να τους «καθησυχάσει» ότι τα μέτρα θα έχουν την αποδοχή του λαού. Αυτό που φοβίζει τα κέντρα του συστήματος μέσα και έξω από τη χώρα είναι οι αντιδράσεις του κόσμου της δουλειάς και της νεολαίας στη νέα αντιλαϊκή καταιγίδα. Και γι’ αυτό οι κατασταλτικοί μηχανισμοί έδειξαν όλη τους την αγριότητα πάνω στη νεολαία στις κινητοποιήσεις τής 6ης και 7ης Δεκέμβρη σαν ακόμα μία «εγγύηση» για το πέρασμα των αντεργατικών μέτρων όταν ο λαός δεν πείθεται να τα αποδεχθεί.

Η συνάντηση των πολιτικών αρχηγών επισφραγίζει την αντιλαϊκή κατεύθυνση

Ο σχεδιασμός του ΠΑΣΟΚ είναι σε άρρηκτη σχέση με την «εθνική συναίνεση», τον «κοινωνικό διάλογο» και σε αυτό βρίσκει πρόθυμε τόσο τις ηγεσίες των υπόλοιπων αστικών κομμάτων όσο και τις ηγεσίες των ρεφορμιστικών κομμάτων της Αριστεράς που μία μέρα μετά την ανακοίνωση των αντιλαϊκών-αντεργατικών μέτρων από τον Γ. Παπανδρέου πήγαν να συζητήσουν κάτω από τη «θεσμική» ομπρέλα του Κ. Παπούλια για τη «διαφθορά του δημόσιου βίου και τα μέτρα διαφάνειας». Η προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ να πείσει τους εργαζόμενους ότι η κρίση, τα ελλείμματα και τα χρέη δεν είναι αποτέλεσμα της ίδιας της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος αλλά της «διαφθοράς στο Δημόσιο» περνάει μέσα από συνεννοήσεις στο υψηλότερο επίπεδο, που δίνουν το μήνυμα της «εθνικής ομοψυχίας», μακριά από αγώνες, αντιστάσεις και κοινωνικές εκρήξεις. Οι ηγέτες των αστικών κομμάτων έχουν κάθε συμφέρον να δείξουν την «ομοψυχία» τους στην «πάταξη» της διαφθοράς (που οι ίδιοι δημιουργούν), οι θλιβερές ηγεσίες των ρεφορμιστών το μόνο που αποδεικνύουν, μία ακόμα φορά, είναι η υποταγή τους στην αστική νομιμότητα, που ιδιαίτερα αυτήν την περίοδο κρίνεται πολύ αυστηρά μέσα και έξω από τη χώρα, και καμία «διευκρίνιση» δεν μπορεί να βγάλει από πάνω τους το βάρος που αναλαμβάνουν να παίξουν στο παιχνίδι της αστικής τάξης και των κομμάτων της. Εξάλλου έχουν «προτάσεις» τόσο για την οικονομία όσο και για τη διαφθορά και… κάπου πρέπει να τις κάνουν. Μία απορία μάς μένει μόνο: πώς θα αισθάνονται άραγε τα μέλη του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ που «εμπόδισαν» τον κοινωνικό διάλογο στο ασφαλιστικό ή απέκλεισαν, συμβολικά πάντα, το υπουργείο Οικονομικών, μετά τις δηλώσεις του Γ. Παπανδρέου, βλέποντας την Αλέκα Παπαρήγα να προσέρχεται στην «ανώτερη μορφή» διαλόγου; Οσον αφορά την ηγεσία του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, ο «διάλογος» είναι μέσα στην «κουλτούρα» της από πέρσι το Δεκέμβρη, όταν ο Αλαβάνος συναντούσε τον Καραμανλή, μέχρι τον φετινό Δεκέμβρη οπότε ο Τσίπρας είχε μόνιμη τηλεφωνική σύνδεση με τον Χρυσοχοϊδη.

Τα αδιέξοδα της αντεργατικής πολιτικής και το εργατικό κίνημα

Η πολιτική της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ κινείται σε αδιέξοδη κατεύθυνση, κάτι που και αστοί οικονομολόγοι ομολογούν, αφού το σύνολο των αντιλαϊκών μέτρων που παίρνει θα έχουν μοναδικό αποτέλεσμα το ξεζούμισμα του εργαζόμενου λαού, χωρίς από την άλλη αυτό να μειώσει σημαντικά τα ελλείμματα και το δημόσιο χρέος. Γιατί πολύ απλά αυτοί που σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος των φορολογικών εσόδων του κράτους, οι εργαζόμενοι δηλαδή, θα έχουν μεγάλη μείωση εισοδήματος. Αυτό το γνωρίζει πολύ καλά το κυβερνητικό επιτελείο, γι’ αυτό προβάλλει σαν διέξοδο τη λεγόμενη «πράσινη ανάπτυξη» και καλεί το λαό να αποδεχθεί το αντιλαϊκό πακέτο σήμερα με σκοπό την «ανάπτυξη» αύριο! Αλλά ακόμα και αυτή η «πράσινη ανάπτυξη» θα γίνει με δανεικά και επιδοτήσεις στο μονοπωλιακό κεφάλαιο για τις επενδύσεις του (αλλάζει και ο αναπτυξιακός νόμος), πράγμα που θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο όλα τα αρνητικά μεγέθη της οικονομίας. Ετσι η πολιτική της φτώχειας, της ανεργίας και της καταστολής θα αποτελεί την κυρίαρχη πολιτική της αστικής τάξης και των κυβερνήσεών της όχι μόνο για τέσσερα χρόνια που λέει το ΠΑΣΟΚ αλλά σε μεγάλο βάθος χρόνου.

Από την άποψη αυτή, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο συναίνεσης και αναμονής από τη μεριά των εργαζόμενων και της νεολαίας. Κάθε καθυστέρηση στην οργάνωση αντιστάσεων στην αντεργατική λαίλαπα θα σημαίνει ακόμη μεγαλύτερη μετατόπιση των συσχετισμών προς το δυσμενέστερο. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο εκβιασμός του ΠΑΣΟΚ και της αστικής τάξης περί «βουλιάγματος» της χώρας αν δεν παρθούν τα αντιλαϊκά μέτρα αποτελεί την κάλυψη όλων των οικονομικών και πολιτικών δυνάμεων του συστήματος, των δικών τους ευθυνών για τη σημερινή κατάσταση. Η προσπάθεια να συρθούν οι εργαζόμενοι σε «συμφωνία» γίνεται με όλους τους τρόπους που έχει στη διάθεσή της η αστική πολιτική. Από τα επιδόματα ελεημοσύνης που θα δώσει σε δύο δόσεις σε φτωχούς και άνεργους, από τη λεγόμενη «έκτακτη εισφορά» σε μονοπώλια και τράπεζες, με τη σύμφωνη γνώμη του ΣΕΒ, από την υπονομευτική δράση των εργατοπατέρων της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ μέχρι τις ορδές των ΜΑΤ που χτύπησαν τις διαδηλώσεις της νεολαίας και του λαού. Ανοικτή όλη η αντιλαϊκή «βεντάλια» της συναίνεσης και της υποταγής απέναντι στο λαό, για το φόρτωμα όλων των βαρών στις πλάτες του.

Ο δρόμος της μαζικής αντίστασης μοναδική διέξοδος

Απέναντι στην ολομέτωπη επίθεση που δέχονται σήμερα οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να αποτελέσουν απάντηση ούτε η υποταγμένη ηγεσία των εργατοπατέρων, που με τη συμμετοχή τους στον «κοινωνικό διάλογο» για το γκρέμισμα της κοινωνικής ασφάλισης και την πλήρη αδράνειά τους απέναντι στον αντιλαϊκό προϋπολογισμό διευκολύνουν την κυβέρνηση και το κεφάλαιο, υποτάσσοντας τα συμφέροντα των εργαζόμενων στο δικό τους ρόλο. Δεν μπορούν να αποτελούν απάντηση οι συμβολικές καταλήψεις του ΠΑΜΕ σε υπουργεία, που ουσιαστικά αφήνουν τους εργαζόμενους στη γωνία, θεατές των «θεαματικών» ενεργειών τους, ούτε βέβαια «τουφεκιές στον αέρα» -όπως η απεργία της 17ης Δεκέμβρη- που αντικαθιστούν τις εθιμοτυπικές απεργίες της ΓΣΕΕ κάθε Δεκέμβρη. Πολύ περισσότερο όταν το ΚΚΕ απείχε από όλες τις διαδηλώσεις της 6 και 7 Δεκέμβρη και οργάνωσε τη δική του απάντηση στις 10 Δεκέμβρη. Δεν μπορούν να αποτελέσουν απάντηση ούτε οι «προτάσεις» του ΣΥΡΙΖΑ, όπου εκπρόσωπός του (Λαφαζάνης) έφτασε στο σημείο να καλεί την κυβέρνηση να εκδώσει «λαϊκά ομόλογα» για εσωτερικό δανεισμό, έτσι ώστε να μειωθεί ο εξωτερικός και οι πιέσεις που ασκούνται στη χώρα, ενώ πρότεινε «απεργία» στις 21 Δεκέμβρη (!!!) απέναντι στη «διασπαστική» πολιτική του ΠΑΜΕ, δημιουργώντας ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση και απογοήτευση στους εργαζόμενους.

Η υπόθεση της ανάπτυξης εργατικών αντιστάσεων είναι υπόθεση ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος μέσα από το ζωντάνεμα των διαδικασιών του (συνελεύσεις, συσκέψεις, συγκεντρώσεις), μέσα από την υιοθέτηση ενός ταξικού προσανατολισμού ανυποχώρητου, μαζικού και μαχητικού, πραγματικά επικίνδυνου για το σύστημα. Αυτό σημαίνει μαζική συμμετοχή των εργαζόμενων, όχι αποκλεισμό τους και διάσπασή τους. Η υπόθεση των αντιστάσεων και της ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος είναι υπόθεση του κόσμου της δουλειάς, που πρέπει να πάρει την τύχη στα χέρια του.

Πού το πάει το ΠΑΜΕ; Οι εργαζόμενοι να οικοδομήσουν την αντίστασή τους

Με αφορμή την απεργία του ΠΑΜΕ στις 17 Δεκέμβρη, έρχονται ξανά στην επιφάνεια τα χρονίζοντα προβλήματα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Ερχονται μάλιστα με ιδιαίτερη ένταση και οξύτητα σαν συνέπεια της κρίσης και της αυξανόμενης κλιμάκωσης της επίθεσης, αλλά και στη βάση της αδυναμίας της εργατικής τάξης και όλων των λαϊκών στρωμάτων να οργανώσουν την αντίστασή τους. Να μπορέσουν, με δυο λόγια, να υπερασπίσουν τα δικαιώματα και τις κατακτήσεις που είχαν αποκτήσει μια προηγούμενη περίοδο στη βάση άλλων συνθηκών και συσχετισμών δύναμης.

Ταυτόχρονα, ο κόσμος της δουλειάς, η νεολαία, ολόκληρος ο λαός πλημμυρίζει από οργή και θυμό και είναι ολοφάνερο πως δεν έχει τα δικά του όργανα πάλης για να οργανώσει την αντίστασή του. Αυτό το κενό δεν μπορούν και δεν θέλουν να το καλύψουν οι εργατοπατέρες των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, το ίδιο δεν θέλει και δεν μπορεί η ρεφορμιστική ηγεσία του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ. Συνοπτικά να πούμε πως δεν μπορούν και δεν θέλουν να δημιουργήσουν πραγματικά και ουσιαστικά όργανα πάλης των εργαζομένων αυτοί που τα διέλυσαν, αυτοί που για δεκαετίες κυριαρχούσαν σε αυτά. Δεν μπορούν αυτοί που έχουν οδηγήσει τους εργαζόμενους έξω από τα συνδικάτα, αυτοί που αντιμετωπίζουν τους εργαζόμενους όχι σαν πρωταγωνιστές της πάλης τους αλλά σαν ψηφοφόρους για συνδικαλιστική και βουλευτική εκπροσώπηση.

Σε τίποτε επίσης δεν διαφέρουν τα συνδικάτα που βρίσκονται είτε στα χέρια του ΠΑΜΕ είτε σε εκείνα των ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, ΣΥΝ. Στο σύνολό τους δεν λειτουργούν, και αυτό γιατί δεν συμμετέχουν οι εργαζόμενοι σε αυτά, αυτή είναι η αλήθεια. Και όσοι έχουν κάποια σχέση, αυτή την έχουν μόνο τις μέρες των αρχαιρεσιών - και αποτελούν ένα μικρό κομμάτι των εργαζομένων. Και μάλιστα αυτό το… επίτευγμά τους το πετυχαίνουν όταν οι εκλογές στα συνδικάτα διαρκούν 10, 20, 30 και περισσότερες μέρες. Αλλά και αυτό στις αστικορεφορμιστικές ηγεσίες και κυρίως του ΠΑΜΕ δεν είναι αρκετό. Φτάνουν στο σημείο να μεταφέρουν την κάλπη από χώρο σε χώρο, ασκώντας ασφυκτική πίεση στους εργαζόμενους για να τους πάρουν την ψήφο. Αυτός δεν είναι ελεύθερος συνδικαλισμός, αλλά αναγκαστικός, υποχρεωτικός. Εκεί έχουν καταντήσει το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα οι εργατοπατέρες που κυριαρχούν για χρόνια τώρα στο συνδικαλιστικό κίνημα.

Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν γίνονται γενικές συνελεύσεις και, όταν γίνονται κάποιες, είναι άμαζες, δεν έχουν απαρτία. Αυτή είναι η πραγματική εικόνα των σημερινών συνδικάτων, αυτή είναι η πραγματική σχέση που έχουν οι εργαζόμενοι με τα συνδικάτα. Αυτό είναι και το πραγματικό έργο των εργατοπατέρων της ΓΣΕΕ και του ΠΑΜΕ. Και όμως, προς τα έξω, δηλαδή έξω από τους χώρους δουλειάς και τα συνδικάτα, προσπαθούν να δημιουργήσουν ή πιο σωστά να εμφανίσουν μια διαφορετική εικόνα με στόχο να καλύψουν όσο μπορούν τις ευθύνες τους. Σε αυτό το στόχο εντάσσονται κατά καιρούς και οι αγωνιστικές κορόνες, τα μεγάλα λόγια, οι βερμπαλισμοί των εργατοπατέρων της ΓΣΕΕ στα ΜΜΕ ότι, αν η κυβέρνηση πάρει αυτό ή εκείνο το μέτρο, θα αποτελέσει για τα συνδικάτα αιτία πολέμου. Και όταν παίρνονται αυτά τα μέτρα σφυρίζει αδιάφορα! Αντίστοιχους… πολέμους έχει κατά καιρούς κηρύξει και το ΠΑΜΕ και τα αντεργατικά και αντιλαϊκά μέτρα περνούν κατά κύματα.

• Η πρόσφατη απεργία που κήρυξε το ΠΑΜΕ εντάσσεται σε μια διαφορετική κατεύθυνση από προηγούμενες που είχε κηρύξει στη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από τη ΝΔ.

Η ηγεσία του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ εκτιμάει -και σωστά θα λέγαμε- πως η ηγεσία των εργατοπατέρων της ΓΣΕΕ, αν την περίοδο που κυβερνούσε η ΝΔ προχωρούσε αναγκαστικά και με το ζόρι σε κάποιες απεργίες, σήμερα, με κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ και σε συνθήκες κρίσης, θα προσπαθήσει όσο μπορεί να τις αποφύγει.

Στη βάση μιας τέτοιας πιθανής εκδοχής θα υπάρξει ένα κενό απεργιακό, κεντρικού χαρακτήρα, και η πίεση θα μεταφερθεί προς το ΠΑΜΕ. Επιπλέον θα οξυνθεί στο ΚΚΕ και στο ΠΑΜΕ η διάσταση λόγων και έργων. Γνωρίζοντας επίσης ότι η ΝΔ θα στηρίζει ανεπιφύλακτα τα αντεργατικά και αντιλαϊκά μέτρα της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ελπίζει να παρουσιαστεί στον κόσμο σαν λαϊκή αντιπολίτευση. Και στη βάση τέτοιων υπολογισμών η ηγεσία του ΚΚΕ δοκιμάζει να επιχειρήσει το ΠΑΜΕ να παίξει ρόλο ΓΣΕΕ. Ακριβώς τέτοιο ρόλο και χαρακτήρα έδωσε στην απεργία, καλώντας σε συμμετοχή όλους τους εργαζόμενους, ανεξάρτητα αν απεργεί το σωματείο τους.

Γράφει ο «Ριζοσπάστης» στις 17 Δεκέμβρη: «Μέρα πανεργατικής απεργίας σήμερα και οι εργαζόμενοι σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα έχουν μια πρώτης τάξης ευκαιρία να φοβίσουν αυτούς που προσπαθούν να τους τρομοκρατήσουν». Σε αυτό το πνεύμα κινήθηκε η απεργία του ΠΑΜΕ, επιχειρώντας να αποκτήσει τη δυνατότητα της απευθείας διαπραγμάτευσης με την αστική τάξη στο όνομα των εργατικών συμφερόντων ή τουλάχιστον να αποτελέσει έναν πόλο αναβαθμισμένο στο πολιτικό σκηνικό. Η αγωνία του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ βρίσκεται στην αναζήτηση ενός τέτοιου ρόλου και πάντα στο πλαίσιο της αστικής νομιμότητας.

• Η επίθεση των εργατοπατέρων της ΓΣΕΕ προς το ΠΑΜΕ οφείλεται αποκλειστικά στην αμφισβήτηση του ρόλου της να αποτελεί τη μόνη δύναμη διαπραγμάτευσης με την αστική τάξη. Καθώς οι εργαζόμενες μάζες είναι εξοργισμένες με τον άθλιο ρόλο που παίζουν χρόνια τώρα οι κρατικοδίαιτοι συνδικαλιστές, οι ανησυχίες τους από το ρόλο που διεκδικεί το ΠΑΜΕ είναι πραγματικές. Πιθανότατα οι νέοι καβγάδες και αντιπαραθέσεις μεταξύ ΓΣΕΕ και ΠΑΜΕ και αντίστοιχα ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ θα ενταθούν στο επόμενο διάστημα.

Ενταση και αντιπαράθεση πάντα σε επίπεδο κορυφής, έξω και χωρίς τους εργαζόμενους.

• Οι καιροί είναι δύσκολοι και ταυτόχρονα επικίνδυνοι για τον κόσμο της δουλειάς και τη νεολαία, για όλα τα λαϊκά στρώματα. Είναι ολοφάνερο ότι έρχονται για το λαό χειρότερες μέρες. Η φτώχεια, η ανέχεια και η ανεργία βρίσκονται πλέον σε κάθε εργατική και λαϊκή οικογένεια και το αύριο προβάλλει όλο και πιο εφιαλτικό. Οι δυνάμεις του συστήματος θα φορτώσουν νέα βάρη στο λαό, δυσβάσταχτα και οδυνηρά, με απίστευτα δραματικές συνέπειες.

Η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος αποκτά στις σημερινές συνθήκες πρωταρχική και επείγουσα σημασία και δεν επιτρέπει καμία αναβολή και καθυστέρηση.

Οι λαϊκές μάζες είναι πραγματικά οργισμένες και θυμωμένες και επιθυμούν να αντισταθούν και να ανατρέψουν την επίθεση. Επιθυμούν να υπερασπίσουν τα συμφέροντά τους και να διεκδικήσουν το δίκιο τους. Δεν έχουν ωστόσο τα δικά τους όργανα πάλης για να συμμετέχουν οι ίδιες στην πάλη και να γίνει η αντίσταση δική τους υπόθεση. Να μπει τέλος στη γραμμή της συνδικαλιστικής και πολιτικής εκπροσώπησης όπου κάποιοι δήθεν ειδικοί θα έχουν ρόλο και θα ορίζουν τις τύχες των μαζών και της νεολαίας.

Η κοινή δράση όλων των πραγματικών αριστερών και αγωνιστικών δυνάμεων μπορεί να ανοίξει το δρόμο.

Νεολαιίστικο ποτάμι αντίστασης ο Δεκέμβρης

Κανένα από τα συνήθη πολιτικά δεδομένα δεν μπορούσε να ερμηνεύσει ολοκληρωμένα τη μαζικότητα και τη μαχητικότητα των συγκεντρώσεων και των διαδηλώσεων του φετινού Δεκέμβρη.

Ένας χρόνος από τη θλιβερή επέτειο της 6ης Δεκέμβρη, που ο μπάτσος Κορκονέας δολοφόνησε εν ψυχρώ τον δεκαπεντάχρονο μαθητή Αλέξη και χιλιάδες διαδηλωτές ξεχύθηκαν στους δρόμους, σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας.

Κυρίως νέοι άνθρωποι, μαθητές, σπουδαστές, νέοι εργαζόμενοι και άνεργοι ήταν ο κορμός αυτών των διαδηλώσεων. Εδώ θα μπορούσε να πει κάποιος ότι συνοψίζεται ο βασικός απολογισμός του Δεκέμβρη του 2009.
Στο σοβαρό και ελπιδοφόρο μήνυμα ότι το κίνημα όχι μόνο δεν τέλειωσε, αλλά θα έχει τον πρώτο λόγο, διατηρώντας και αυξάνοντας τις εφεδρείες του στην αντιπαράθεσή του με την αντιδραστική πολιτική του καπιταλιστικού συστήματος που θέλει να μετατρέψει τη ζωή της νεολαίας και του κόσμου της δουλειάς σε κόλαση.

Η οργή, ο θυμός, η αγανάκτηση, η ανάγκη συμμετοχής, η διάθεση αντίστασης, η μαζική συμμέτοχη στις διαδηλώσεις προσπέρασαν το βουβό κλίμα της περιόδου μετά την εκλογή της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και υπενθύμισαν σε όλους ότι η εποχή μας είναι εποχή όξυνσης της αντιπαράθεσης ανάμεσα στο σύστημα και στο κίνημα που αναζητεί με κάθε ευκαιρία τρόπους και δρόμους να βάλει τη δική του σφραγίδα στις εξελίξεις.

Χιλιάδες, κυρίως νέοι, άνθρωποι έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια μύρια όσα εμπόδια και με αφορμή τον ένα χρόνο από τη δολοφονία του Αλέξη δήλωσαν με σαφή τρόπο στο σύστημα ότι είναι παρόντες και απέναντι.

Καταρχήν αντιμετώπισαν την πρωτοφανή πολιτική προετοιμασία του αστικού μπλοκ, της κυβέρνησης και των ΜΜΕ, που επί ημέρες έστηναν ένα απίστευτο κλίμα τρομοκράτησης ώστε να αποτραπεί η συμμετοχή της νεολαίας και των εργαζομένων στις διαδηλώσεις.

Η συνταγή της κυβέρνησης, με μαέστρο τον αμερικανοπαρασημοφορημένο Χρυσοχοϊδη, ήταν ένα μείγμα μηδενικής ανοχής, προληπτικής καταστολής και συλλήψεων, ασφυκτικής παρουσίας χιλιάδων πάνοπλων αστυνομικών (ομάδων Α, Β, Δ κ.λπ.) με ή χωρίς στολή. Με εφόδους σε κοινωνικοπολιτικά στέκια, με πολιορκίες σε σχολές και με άλλες, φασιστικού τύπου ενέργειες. Μέρες πριν από την 6η Δεκέμβρη ένα σύννεφο τρόμου κάλυψε όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις της χώρας.

Το πιο σοβαρό εμπόδιο όμως ήταν το πολιτικό κλίμα τής περιόδου των δυο μηνών διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Η «νέα» κυβέρνηση διέθετε τώρα περισσότερους συμμάχους σε σχέση με την κυβέρνηση της ΝΔ στην αντιπαράθεσή της με το κίνημα. Όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα συμφωνούν ότι η οικονομική κρίση πρέπει να αντιμετωπιστεί και στην πραγματικότητα δίνουν λεύκη επιταγή στο ΠΑΣΟΚ να μας βγάλει από αυτή, δηλαδή να μας βγάλει τα έντερα από την πρωτοφανή επίθεση που σχεδιάζει και που είναι άλλωστε και ο βασικός λόγος που επιλέχτηκε να αντικαταστήσει τη ΝΔ και με τόσο ηχηρό τρόπο.
Συναίνεση ζήτησε ο Παπανδρέου για να αντιμετωπιστεί η κρίση. Ακούσαμε ότι η χώρα θα μπει στην εντατική. Και εννοούσε πως οτιδήποτε μπει εμπόδιο στην επιχείρηση να ρημάξουν τον λαό για να διασωθεί και να αναπαραχθεί το σύστημά τους θα παταχτεί πάραυτα.

Μαζί με τα περί πτώχευσης και πιέσεων (υπαρκτών) από την ΕΕ θέλουν να βάλουν στον πάγο κάθε μορφή και έκφραση λαϊκής αντίστασης που μπορεί να χαλάσει τα μακιαβελικά τους σχέδια. Γι' αυτό αντιμετωπίστηκε έτσι ο Δεκέμβρης. Δεν δικαιολογείται αλλιώς πώς μια επέτειος βρήκε απέναντί της λυσσασμένα σκυλιά που αλυχτούσαν και δάγκωναν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Ήταν ο φόβος της σπίθας που μπορούσε να βάλει φωτιά στα μπατζάκια τους και να αλλάξει σε λίγες ώρες το κλίμα παγερής ησυχίας που προσπαθούσαν να επιβάλουν.

Το ΠΑΣΟΚ έπαιζε σε άδειο γήπεδο με τους πολιτικούς του «αντιπάλους» σε απόσυρση στα αποδυτήρια. Η ΝΔ έψαχνε τον νέο αρχηγό της μετά την πανωλεθρία των εκλογών. Βέβαια μέσα στην εσωπροεκλογική της παραζάλη τόνιζε πεντακάθαρα πως κάθε μορφή αντίστασης με αφορμή τον Δεκέμβρη πρέπει να παταχτεί και έδινε την αμέριστη στήριξή της στις επιλογές Χρυσοχοϊδη. Το ΛΑΟΣ συμπλήρωνε το μαύρο αστικό μέτωπο με πιο αντιδραστικές απόψεις. Η μετατόπιση της Δεξιάς δεξιότερα πιέζει τον Καρατζαφέρη που τις μέρες πριν από τις διαδηλώσεις τα δίνει όλα για άσυλο, για συλλήψεις κ.λπ.

Η κατάσταση πριν την 6η Δεκέμβρη ανέδειξε και τη γύμνια, την υποταγή στα αστικά κελεύσματα και τις νομιμότητες που απαιτούν, της κοινοβουλευτικής Αριστεράς, ΚΚΕ και ΣΥΝ.

Για το ΚΚΕ τι να πούμε; Απείχε τελείως από τις διαδικασίες του κινήματος και από την όποια προετοιμασία για τις συγκεντρώσεις και τις διαδηλώσεις για τον ένα χρόνο από τη δολοφονία του Αλέξη. Φρόντισε να θυμηθούμε πάλι πώς είχε αντιμετωπίσει τα γεγονότα του περσινού Δεκέμβρη. Με την επίσκεψη της γραμματέως του κόμματος στο κάλεσμα της κυβέρνησης Καραμανλή για κοινή αντιμετώπιση των διαδηλωτών και της εξέγερσης. Τις εμετικές δηλώσεις της μετά την σύσκεψη, για προβοκάτορες. Την απουσία του κόμματος αυτού στη διαμόρφωση όρων συγκρότησης πολιτικοποιημένου και οργανωμένου κινήματος τις μέρες της εξέγερσης. Την πίεση που ασκήθηκε στο ΚΚΕ από μεγάλο κομμάτι της νεολαίας που ελέγχει που ανάγκασαν την ηγεσία του κόμματος αυτού να αναφερθεί σε τρεις γραμμές (για να ξεμπερδεύει) στα ντοκουμέντα του 18ου συνεδρίου του, ότι το κίνημα του Δεκεμβρίου δεν ήταν μόνο ένα απλό ξέσπασμα αλλά διάθεση για γενικότερο αγώνα της νέας γενιάς για τα δικαιώματά της.
Το ΚΚΕ απείχε από τις διαδηλώσεις στις 6 Δεκέμβρη και την επόμενη ημέρα πήγε να σώσει την παρτίδα με την παρουσία μερικών συνδικαλιστών στο μεγάλο πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο. Στο φοιτητικό συλλαλητήριο της Πέμπτης που ακολούθησε, επέλεξε τη ξεχωριστή συγκέντρωση και πορεία. Με πρόφαση την προπαγάνδιση της απεργίας της 17ης Δεκέμβρη, στα σχολεία, στις σχολές, στη νεολαία δεν τέθηκε καθόλου το ζήτημα των κινητοποιήσεων σε σχέση με την επέτειο της δολοφονίας του Αλέξη.
Οι του ΚΚΕ δεν επιθυμούσαν όξυνση της αντιπαράθεσης που σε κάθε περίπτωση θα ευνοούσε και το ξεμούδιασμα των εργαζομένων. Του κόσμου που υποφέρει και είναι στο έλεος των ξεδιάντροπων ηγεσιών ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ κ.λπ. που κάνουν τεμενάδες (και όχι μόνο) στην κυβέρνηση. Στις 17 το ΚΚΕ θέλει μια δική του κομματική συγκέντρωση, περιφρουρημένη, νόμιμη από αστική σκοπιά, και οι «προβοκάτορες» μπορεί να τους χαλάσουν τα σχέδια. Απευθύνεται με τον δικό του τρόπο στο εκλογικό σώμα για να θερίσει καρπούς στις επόμενες εκλογές (ή θύελλες;).

Ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ αναζήτησε το εμβόλιο για τον ιό του Δεκέμβρη που τόσο ταλαιπώρησε το αδύνατο ανοσοποιητικό του από τις επιθέσεις του συστήματος.
Ο ΣΥΝ στη γραμμή της προγραμματικής αντιπολίτευσης και με νωπές τις μνήμες από τις αστικές πιέσεις, στην πράξη απείχε από τον Δεκέμβρη. Ο συγκεκριμένος πολιτικός προσανατολισμός της ηγεσίας του ΣΥΝ (γιατί ΣΥΡΙΖΑ δεν φαίνεται να παίζει πλέον) συνηγορούσε σε μια τέτοια στάση. Έχοντας αυτά υπόψη, το σύστημα και τα παπαγαλάκια του δεν ενόχλησαν στην ουσία το κόμμα αυτό, μια και που φέτος έδειξε να έχει πάρει το μήνυμα τι σημαίνει να είσαι σε δυο βάρκες. Και με το κίνημα και με το σύστημα δεν βγαίνει, και μάλιστα σε περιόδους έντασης της καπιταλιστικής επίθεσης και ταυτόχρονης αφύπνισης και ριζοσπαστικοποίησης, ιδιαίτερα της νεολαίας.
Επιλέχτηκε λοιπόν η σίγουρη για τους ρεφορμιστές βάρκα του συστήματος. Για να αφήσει ναυαγούς τους λοιπούς συνοδοιπόρους του που περισσότερο ενδιαφερθήκαν την περίοδο που μεσολάβησε μέχρι τον Δεκέμβρη να πάρουν κάρτες μέλους στον ΣΥΡΙΖΑ παρά να οργανώσουν το παραμικρό για το κίνημα.

Δεν μένει απέξω από το λογαριασμό και η λεγόμενη εξωκοινοβουλευτική Αριστερά. Οι αδυναμίες της, η μικρή σχέση με τις μάζες, οι ιδιαίτερες μικροκομματικές στοχεύσεις που είναι και αντικρουόμενες μέσα σε διαφημιζόμενα ενωτικά και μετωπικά σχήματα, διαμόρφωσαν όρια στην παρέμβασή τους, στη δυνατότητά τους να δώσουν άλλη δυναμική στις κινητοποιήσεις.
Από νωρίς έγινε σαφές πως θα πάμε στον Δεκέμβρη όχι με γνώμονα τις απαιτήσεις της ταξικής πάλης και μάλιστα σε εχθρικό τοπίο, με απίστευτα δυσμενή πολιτικό συσχετισμό υπέρ του αστικού συστήματος. Αλλά με τη λογική του σπονσαρίσματος των εκλογικών σχημάτων. Έτσι αποδείχτηκε εντελώς αδύνατο να παρθεί η παραμικρή πρωτοβουλία κοινής δράσης που θα υπηρετούσε αποτελεσματικότερα τις κινηματικές ανάγκες.
Ακόμα και σε κρίσιμες φάσεις, όπως στη διαδήλωση της Τρίτης 8 Δεκέμβρη που κανένας δεν περίσσευε για να απαντηθεί η πρόκληση της πολιορκίας των Προπυλαίων από τις δυνάμεις καταστολής, φάνηκαν τα πολιτικά και οργανωτικά όρια αυτού του δυναμικού που μπορεί να βαδίζει με στρατιωτικό αποφασιστικό βήμα στις κορυφές των διαδηλώσεων, αλλά στα ζόρικα δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι πρέπει να πάμε αλλιώς.

Αξίζει τέλος να γίνει μια αναφορά στη μεγάλη φούσκα που έσκασε με θόρυβο και που ακούει στο όνομα αναρχία-αυτονομία. Είναι η αδυναμία της Αριστεράς, το προβοκάρισμά της (και δικαίως), ιδιαίτερα στη νεολαία, που γέμισε προσωρινά με αέρα τα πανιά αυτού του χώρου. Οι δηλώσεις ότι «ο Δεκέμβρης μας ανήκει» ηχούν, μετά τα τελευταία, κενές περιεχομένου. Αφού αποδείχτηκε περίτρανα ότι η αναρχία-αυτονομία δεν μπόλιασε με την πολιτική της πρόταση το κίνημα επειδή ακριβώς δεν είχε καμία πολιτική πρόταση.Οι βερμπαλισμοί, οι κινήσεις εντυπωσιασμού, οι ελεγχόμενες συγκρούσεις με την αστυνομία πίσω από τις πλάτες των διαδηλωτών δεν αποτελούν πρόταση διεξόδου για το κίνημα.
Είναι η απόλυτη αποκαθήλωση τη μια μέρα να υψώνεις τη σημαία σου στον ιστό των Προπυλαίων και την επομένη αυτά να έχουν καταληφθεί από μπάτσους και εσύ να είσαι άφαντος και να κάνεις την πάπια για την εξωφρενική πρόκληση του συστήματος στα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού. Η φωτογραφία βεβαίως βγήκε και κατέκλυσε τα blogs, αλλά τέτοια και μεγαλύτερα πανό έχει αναρτήσει και το ΚΚΕ, στην Ακρόπολη μάλιστα, και αυτό δεν βοήθησε σε τίποτα τους αγώνες μας.

Πολλά τα εμπόδια, οι τρικλοποδιές, οι αντιφάσεις, τα φανερά και πισώπλατα χτυπήματα που αντιμετώπισε η νεολαία. Βγήκε όμως. Μαζικά. Φώναξε και για τον άδικο χαμό του Αλέξη και για τις δικές της αγωνίες για τη ζωή της.
Έχουμε υποχρέωση και καθήκον να αφουγκραστούμε αυτό το βουβό ποτάμι που σε κάθε ευκαιρία φουσκώνει και κλυδωνίζει τις αστικές και όχι μόνο ισορροπίες. Να συμβάλουμε να ενωθεί με τον βασικό κορμό του κόσμου της εργασίας και με έναν στόχο.
Την αντίσταση και, σε μια πορεία, ανατροπή τής πολιτικής τού σάπιου καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Όμως για να γίνει η πολιτική πρόταση της επαναστατικής Αριστεράς για ανατροπές ορατή και αποδεκτή από τις μάζες πρέπει από κοινού με την ενιαία δράση μας να δίνουμε διέξοδο στις αντιπαραθέσεις και στις αντιστάσεις του καιρού μας. Να γίνουμε αποτελεσματικοί, σήμερα, που η πολιτική του ΠΑΣΟΚ θα επιχειρήσει να πάει τα δικαιώματα και τις εργατικές και λαϊκές κατακτήσεις δεκαετίες πίσω.

Κοπεγχάγη. Αγωνία για το κλίμα ή για κέρδη και ιμπεριαλιστική κυριαρχία;

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές μένουν οι δύο πιο κρίσιμες μέρες για να κλείσει η διαρκείας δύο εβδομάδων διάσκεψη του ΟΗΕ για το κλίμα. Μέχρι στιγμής η ειδησιογραφία μιλάει για αποτυχία της διάσκεψης και όλοι πλέον αναμένουν τον Ομπάμα που θα εμφανιστεί στη λήξη της διάσκεψης. Μαζί με τους άλλους ηγέτες των ιμπεριαλιστικών κρατών του πλανήτη ίσως καταφέρουν έστω στη γλώσσα της διπλωματίας να σώσουν την παρτίδα και να μην αποκαλυφθούν στα μάτια των λαών σαν αυτό που πραγματικά είναι όλοι αυτοί: εκπρόσωποι του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου, των πιο ισχυρών μερίδων του, που κυριαρχούν σε κάθε χώρα, με έκδηλη την αδηφαγία και την αγωνιώδη αναζήτηση διεξόδων κερδοφορίας.

Ιδιαίτερα σε μια φάση που οι δείκτες της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας αποδεικνύονται πολύ ευαίσθητοι, είναι αλήθεια πως χρειάζονται λεπτοί χειρισμοί και όχι μόνο για την καλλιέργεια και τη συντήρηση αυταπατών στους λαούς…

Γιατί πέρα από τα ζητήματα που δεν συζητήθηκαν καν στην Κοπεγχάγη από τους 30.000 κυβερνητικούς αξιωματούχους επί τόσες μέρες, κάποια πράγματα συζητήθηκαν, κατά την άποψή μας, κάποια χαρτιά ανοίχτηκαν. Το κρίσιμο ζήτημα που παίχτηκε στη διάσκεψη της Κοπεγχάγης είναι η επιβολή των όρων των ισχυρών της Δύσης με δεδομένο και τον μεταξύ τους ανταγωνισμό στην παγκόσμια καπιταλιστική ανάπτυξη. Δεν διανοούνται οι παραδοσιακοί ιδιοκτήτες του πλανήτη να αφήνονται ελεύθεροι στην ελεύθερη αγορά τους παίχτες σαν την Κίνα, την Ινδία ή τη Βραζιλία, π.χ., και να συμπεριφέρονται σαν τους ίδιους… Δεν διανοείται επίσης καμιά δύναμη να περιορίσει τους ρύπους σε βάρος της ανάπτυξης όποιου χρώματος.

Την ελευθερία της αγοράς και του κόσμου τους γενικότερα την εννοούν για τον εαυτό τους και στη βάση της δυνατότητάς τους να την επιβάλλουν με κάθε τρόπο...

Στη συγκεκριμένη περίπτωση επιστρατεύτηκε η ευαισθησία για το κλίμα. Στο προηγούμενο φύλλο της Π.Σ. και σε παλιότερα άρθρα έχουμε αναφερθεί αναλυτικά στην ιστορία του πράγματος. Στην υποκρισία, στο θράσος, την επικινδυνότητα και την καταστροφική φύση του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος που τελευταία νοιάζεται, τάχα, για το περιβάλλον…

Όπως τότε που νοιάζονταν για το άπλωμα της δημοκρατίας στα Βαλκάνια και στο Αφγανιστάν που ακόμη επιμένουν. Ή τότε που σκορπούσε σοκ και δέος στον πλανήτη για να μας σώσει από τα επικίνδυνα όπλα του Σαντάμ που τελικά δεν είχε, αλλά δεν πειράζει…

Για την πράσινη οικονομία

Η επιδίωξη του ανοίγματος ενός νέου κύκλου κερδοφορίας, μέσα από πράσινες επενδύσεις, κυρίως στην παραγωγή ενέργειας και στην αντιρρυπαντική τεχνολογία γενικότερα ( κτίρια, αυτοκίνητα κ.λπ.), είναι ένα πραγματικό ζητούμενο. Ήταν εκφρασμένη η απαίτηση τέτοιων συμφερόντων να υπάρξει δέσμευση στην Κοπεγχάγη για αμετάκλητους αριθμούς στους στόχους μείωσης των ρύπων προκειμένου να επενδύσουν με σιγουριά. Οι καπιταλιστές και οι πράσινες επιχειρήσεις τους πρώτοι και καλύτεροι δεν εμπιστεύονται τον καπιταλισμό και τις ευαισθησίες του και ας ψάχνουν αγωνιωδώς για επενδύσεις. Η καινοτομία και το οικολογικό προφίλ είναι αποδοτικά όταν η ιμπεριαλιστική ισχύς διασφαλίζει τα κέρδη. Η αγωνία για διεξόδους κερδοφορίας από τη μια εν μέσω κρίσης, μα και το κάψιμο στην κολοκύθα από την άλλη, τους κάνει να φυσάνε και το γιαούρτι. Η ΕΕ βεβαίως και ιδιαίτερα η Γερμανία έχουν ήδη προχωρήσει και έχουν διαμορφώσει κιόλας όρους ύπαρξης μιας πράσινης κονόμας μέσα από το εμπόριο των ρύπων που θέσπισαν στο Κιότο. Έχουν υπάρξει και σημαντικές επενδύσεις καθώς φαίνεται από τις γερμανικές και από μια σειρά ευρωπαϊκές επιχειρήσεις με στόχο και τη μείωση της ενεργειακής τους εξάρτησης από τρίτους. Γι’ αυτό άλλωστε το ζήτημα κλίμα-ενέργεια αντιμετωπίζεται ενιαία ιδιαίτερα από την ΕΕ.

Αυτός ήταν και ο λόγος του θυμού της Μέρκελ απέναντι στις υπεκφυγές Κίνας και ΗΠΑ να δεσμευτούν συγκεκριμένα σε αριθμητικούς στόχους μείωσης των ρύπων που θα έδιναν εξασφαλισμένα περιθώρια πράσινης ανάπτυξης με σίγουρα κέρδη.

Η προσπάθεια των οικολόγων του εγγλέζικου ιμπεριαλισμού, που πιέζουν να υπάρξει σύμπνοια και συνεννόηση στις δύο όχθες του Ατλαντικού, ιδιαίτερα τώρα με τον Ομπάμα, για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, ανεξάρτητα από τι πιθανότητες έχει να προχωρήσει, ωστόσο πατάει ήδη σ’ ένα έδαφος συγκεκριμένων συμφερόντων. Η «Ομάδα επικεφαλής επιχειρήσεων για την κλιματική αλλαγή» στηρίζεται από 500 επιχειρήσεις και αλληλοϋποστηρίζεται με την εκστρατεία του πρίγκιπα Καρόλου. Μεταξύ των επιχειρήσεων είναι μια σειρά ισχυρές πολυεθνικές, κυρίως της Ευρώπης, σαν τη SHELL και διάφορες άλλες πετροχημικές, την TESCO, τη γερμανική ασφαλιστική ALLIANZ και τη διεθνή ένωση αερομεταφορών IATA κ.λπ.

Αντίστοιχα, αλλά όχι υποχρεωτικά σε πλήρη σύμπνοια, κινούνται μια σειρά κολοσσιαίες επιχειρήσεις (γνωστοί καταστροφείς του πλανήτη) στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, σπόνσορες της εκστρατείας του Αλ Γκόρ που παρεμπιπτόντως κάποιοι μάλλον τορπίλισαν την αξιοπιστία των επιστημονικών δεδομένων που παρέθεσε στην Κοπεγχάγη για το λιώσιμο των πάγων και δεν ήταν τόσο η γκάφα του που τον εξέθεσε. Ανάλογο ερώτημα γεννιέται και για τα κλεμμένα e-mail επιστημόνων, που αποκαλύφθηκε και φάνηκε ότι τα στοιχεία για το κλίμα διογκώνονται από την «επιστημονική κοινότητα».

Ξανά μια παρένθεση

Δεν νομίζουμε ότι οι λαοί έχουν ανάγκη τη σοφία των σκεπτικιστών που θεωρούν ότι δεν υπάρχει φαινόμενο θερμοκηπίου για να εφησυχάσουν ή των διαφόρων εκστρατειών του Αλ Γκορ ή του πρίγκιπα Καρόλου για να αφυπνιστούν. Την καταστροφή της φύσης τη βιώνουν οι εργαζόμενες μάζες καθημερινά και σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Κυρίως γιατί οι εργαζόμενες λαϊκές μάζες ζουν πλέον, σε όλο τον πλανήτη, στοιβαγμένοι σε παραγκουπόλεις ή στην καλύτερη περίπτωση σε τσιμεντουπόλεις-τέρατα. Τερατουπόλεις όπου καίγονται ήδη από την υπερθέρμανση του τσιμέντου και της πίσσας, πνίγονται και στερούνται τον καθαρό αέρα. Την ίδια ώρα τα ποτάμια και οι λίμνες δηλητηριάζονται, τα δάση καίγονται γιατί είναι αδιάφορο στο σύστημα η κατάσβεση της φωτιάς ή γιατί απλά το κάψιμο ή η αποψίλωση και η αλλαγή χρήσης γης θα φέρει κέρδη. Όλα αυτά είναι μια ολοφάνερη οξυμένη πραγματικότητα που δεν κρύβεται και που δεν αναφέρονται σε αυτήν οι μεσσιανικές αποκαλύψεις του Αλ Γκορ και των ΜΚΟ.

Αυτή η πραγματικότητα υπάρχει ήδη ανεξάρτητα αν το φαινόμενο του θερμοκηπίου υφίσταται ή όχι σαν μελλοντική απειλή. Κλείνοντας την παρένθεση θα τονίσουμε πως από αυτήν την πραγματικότητα, μα και από το όποιο πρόβλημα του θερμοκηπίου (όπως αποκαλύπτεται στην Κοπεγχάγη) και συνολικά στο ζήτημα του περιβάλλοντος, κάθε άλλο παρά μπορούμε να ελπίζουμε σε λύσεις από το καπιταλιστικό σύστημα που επιτείνει το πρόβλημα την ίδια ώρα που καμώνεται πως νοιάζεται για τη λύση του. Η λύση και αυτού του προβλήματος της ζωής των εργαζομένων μαζών βρίσκεται στη σύγκρουση με το σύστημα και με τις πολιτικές του στην προοπτική της ανατροπής

Σε αυτή την κατεύθυνση είναι ανάγκη να αποκαλύπτονται οι κάθε είδους αυταπάτες για την πραγματική φύση του συστήματος και της όποιας πράσινης πολιτικής του.

Τι κυρίως «παίχτηκε» στην Κοπεγχάγη

Επιστρέφοντας σε αυτό που κυρίως «παίχτηκε» στην Κοπεγχάγη και ρισκάροντας και κάποιες εκτιμήσεις δύο μέρες πριν κλείσει η διάσκεψη, καταρχήν θα τονίσουμε πως η επιδίωξη των πράσινων κερδών μέσα από τη δημιουργία εδάφους για πράσινες επενδύσεις (αφήνουμε έξω πόσο πράσινα είναι, π.χ., τα πυρηνικά εργοστάσια και όχι μόνο) δεν ήταν το μόνο ζητούμενο των διαπραγματεύσεων. Στη διάσκεψη του ΟΗΕ και συνολικά στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό στο ζήτημα κλίμα ή κλίμα-ενέργεια ή κλιματική αλλαγή-ανάπτυξη όπως λέγεται τελευταία, σημαντικό ρόλο για τις ΗΠΑ, την ΕΕ και άλλους έχει η εγκαθίδρυση πλαισίου δράσης της λεγόμενης πράσινης οικονομίας. Το πρόσφατο κάλεσμα του Ομπάμα προς τις τράπεζες να δώσουν ρευστό συνδυάζεται με την έκθεση του αντιπροέδρου των ΗΠΑ για πακέτο 80 δισ. δολ. σε επιχειρήσεις με στόχο τον διπλασιασμό παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ). Κυριως όμως στην Κοπεγχάγη, όπως και σε μια σειρά σταθμούς σε αυτή τη διακρατική διαβούλευση που διεξάγεται με τις γνωστές λυκοσυμμαχίες που χαρακτηρίζουν τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, έγινε προσπάθεια από κάθε πλευρά να φορτωθεί λιγότερα από τα αδιέξοδα που γεννά η κρίση. Και ακόμη περισσότερο εντέχνως η Δύση με προεξάρχουσες τις ΗΠΑ να επιδιώκουν (χωρίς να δεσμεύονται ουσιαστικά οι ίδιες με τα κόλπα του Κιότο η ΕΕ ή με την αοριστία οι ΗΠΑ), να στριμώξουν τους άξεστους και καθυστερημένους της Κίνας, της Ινδίας και όλες τις αναπτυσσόμενες χώρες.

Η Κίνα μίλησε για βρόμικο παιχνίδι, ενώ, όπως είπε γλαφυρά εκπρόσωπός της στην Κοπεγχάγη, τα 10 δισ. που τόσο «γενναιόδωρα» δίνουν οι αναπτυγμένες χώρες στις αναπτυσσόμενες (όταν πρόσφατα έδωσαν τρισ. για τις τράπεζές τους) αντιστοιχούν με ένα καφέ στην Κοπεγχάγη για κάθε κάτοικο του πλανήτη. Και βέβαια αυτό που έχουν ανάγκη οι φτωχές χώρες του πλανήτη δεν είναι τα φιλοδωρήματα των ιμπεριαλιστών, είναι η απαλλαγή από την καταλήστευση που υφίστανται από τη λεηλασία του πλούτου τους και του πολυπληθούς εργατικού τους δυναμικού είτε από ντόπιους εκμεταλλευτές σε αυτές τις χώρες είτε από τους ιμπεριαλιστές, κατά κανόνα σε αγαστή συνεργασία οι μεν με τους δε…

Υπάρχει και η περίπτωση της ιμπεριαλιστικής Κίνας κυρίως, αλλά και της Ινδίας, της Βραζιλίας, που με ή χωρίς τη Ρωσία είναι πλέον μια υπολογίσιμη ποσότητα. Ίσως γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να τους κοπεί ο αέρας με κάθε τρόπο. Ίσως σε λίγο π.χ. στην ελεύθερη αγορά του ιμπεριαλισμού τα προϊόντα τους να δασμολογούνται επειδή είναι προϊόντα ρυπογόνων βιομηχανιών…

Θα δούμε πως θα απαντήσει η Κίνα, και όχι μόνο, σε αυτό το βρόμικο παιγνίδι. Όταν ήδη θα κυκλοφορεί η Π.Σ. θα έχει φανεί αν τελικά η Ρωσία σώσει το προφίλ του ειρηνιστή Ομπάμα με υπογραφή συμφωνίας μείωσης των πυρηνικών εξοπλισμών. Θα δούμε και τι άλλο θα έχει το μενού του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού το επόμενο διάστημα. Αν θα υπάρξουν συμμαχίες ποιες και προς ποια κατεύθυνση και τι άλλο επιφυλάσσει στους λαούς η ακατάσχετη τάση του καπιταλισμού για κέρδη που διασφαλίζονται μόνο με ιμπεριαλιστικό έλεγχο και κυριαρχία στους όρους του παιχνιδιού.

Σε κάθε περίπτωση θα αποκαλύπτονται ολοένα και περισσότερο (ενίοτε οδυνηρά για τους λαούς) διάφοροι μύθοι που στήνονται με στόχο τον αποπροσανατολισμό της λαϊκής οργής που είναι η μόνη απειλή που νιώθουν το κεφάλαιο και ο ιμπεριαλισμός.

Για την ώρα και αυτοί που δεν παρακολούθησαν ιδιαίτερα τη διάσκεψη πήραν το μήνυμα των διαθέσεων των ιμπεριαλιστών με τις συνολικά 1.500 προληπτικές συλλήψεις διαδηλωτών που κρατήθηκαν σε κλουβιά ή δεμένοι επί ώρες στους παγωμένους δρόμους της Κοπεγχάγης.

Αναρχοαυτονομία και κίνημα: Υπόκλιση σε αδιέξοδες πολιτικές αντιλήψεις και πρακτικές ή αντιπαράθεση με αυτές;

Τις μέρες του φετινού Δεκέμβρη ζήσαμε ένα πρωτοφανές κύμα αστυνομοκρατίας και καταστολής, με αθρόες «προληπτικές» προσαγωγές σχεδόν χιλίων νεολαίων σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας, με την καταπάτηση και παραβίαση του ασύλου, τις προσπάθειες για διάλυση των διαδηλώσεων (Θεσσαλονίκη). Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και ο υπουργός της, Χρυσοχοϊδης, είχαν έτσι κι αλλιώς κάνει σαφές από την αρχή πως συνεχίζουν στο δόγμα Πολύδωρα, της μηδενικής ανοχής. Ακόμα πιο σαφές είναι, για όποιον θέλει να μη βλέπει το... δάκτυλο, πως αυτή η εκτεταμένη επιχείρηση τρομοκράτησης έχει να κάνει με το επόμενο κύμα άγριας αντιλαϊκής επίθεσης που επιτάσσει το ξένο και ντόπιο κεφάλαιο και εξαπολύεται ήδη από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με τη συμφωνία τόσο της ΝΔ όσο και του ΛΑΟΣ.

Το πώς στέκονται λοιπόν οι αγωνιζόμενοι νέοι και νέες, οι λαϊκοί αγωνιστές, οι οργανώσεις, οι διάφορες συλλογικότητες απέναντι στην πολιτική της καταστολής των αγώνων και της τρομοκράτησης της αγωνιζόμενης νεολαίας αποτελεί ένα σημαντικό κριτήριο για τη συμβολή τους στην ανάπτυξη κινήματος.

Από αυτή την άποψη είναι εξόχως προβληματική για το κίνημα η στάση των διαφόρων συσπειρώσεων του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού/ελευθεριακού χώρου.

Αφορμή για τις παρακάτω γραμμές στάθηκε η πολιτική στάση, οι επιλογές και οι πρακτικές μερίδων του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού/ελευθεριακού χώρου (από δω και πέρα α/α/ε χώρος) στη διαδήλωση της Κυριακής 6 Δεκέμβρη στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στα γεγονότα γύρω από το άσυλο. Για μας αυτά δεν είναι παρά ακόμη μία έκφραση της γενικότερης στάσης που χαρακτηρίζει αυτόν τον πολυμορφικό χώρο απέναντι στο κίνημα και στους όρους ανάπτυξής του.

Έτσι την Κυριακή 6 Δεκέμβρη γίναμε μάρτυρες από την αρχή ακόμη της διαδήλωσης και πριν καλά καλά αυτή ξεκινήσει από την Καμάρα, του γνωστού κλεφτοπόλεμου μεταξύ μερικών δεκάδων «μπάχαλων» και των δυνάμεων καταστολής. Αυτή η συμπεριφορά μεταφέρθηκε στη συνέχεια μέσα στο μπλοκ των φοιτητικών συλλόγων και είτε στηρίχθηκε έμπραχτα είτε δόθηκε η αναγκαία ανοχή από τα υπόλοιπα τμήματα του χώρου αυτού στον κλεφτοπόλεμο που γινόταν πάνω στις «πλάτες» των φοιτητικών συλλόγων. Με τις δυνάμεις καταστολής να έχουν συγκεκριμένο σχέδιο και εντολές, αυτή η στάση έδωσε το πρόσχημα για μια άγρια επίθεση με χημικά στο μπλοκ των φοιτητικών συλλόγων που είχε σαν αποτέλεσμα τον κατακερματισμό και τη διάλυσή του. Κατακερματισμός που τον ακολούθησε μια επίσης άγρια επιχείρηση τρομοκράτησης των φοιτητών-διαδηλωτών, αποκοπή τμήματος που κατάφερε να φτάσει κοντά στο υπουργείο και εγκλωβισμός του από τις δυνάμεις καταστολής οι οποίες άρχισαν να κάνουν προσαγωγές απο τον «σωρό». Αντίστοιχος κλεφτοπόλεμος διεξήχθη και στους πανεπιστημιακούς χώρους, με αποτέλεσμα να έχουμε συλλήψεις εντός του ασύλου και πολλαπλή παραβίασή του από τις δυνάμεις καταστολής. Επειδή τα γεγονότα περιγράφονται αναλυτικά σε άλλες στήλες τις εφημερίδας, ας μείνουμε στα παραπάνω για να θέσουμε τα ζητήματα που κατά τη γνώμη μας πρέπει να τεθούν και να αποτελέσουν ένα από τα πεδία συζήτησης αλλά και αντιπαράθεσης μεταξύ των αγωνιστών του κινήματος.

Κοινωνικά αδιέξοδα, πολιτικές αποδοχής του συστήματος

Κατ’ αρχήν ούτε που μας περνάει από το νου πως πρέπει να αναιρέσουμε τα κοινωνικά αίτια αυτής της συμπεριφοράς και στάσης. Γατί γνωρίζουμε καλά πως ακόμα και οι δυνάμεις του α/α/ε χώρου να έλειπαν, η γενικότερη κατάσταση της επίθεσης του συστήματος, η αποκοπή οποιασδήποτε διεξόδου και προοπτικής σε πλατιά τμήματα νεολαίας σε συνδυασμό με την ανυποληψία της υποταγμένης Αριστεράς και την έλλειψη μιας μαζικής επαναστατικής Αριστεράς, δημιουργεί συνθήκες ασφυξίας στη νεολαία, παράγει απόγνωση και απελπισία, και αυτά θα διοχετεύονται περισσότερο ή λιγότερο σε τέτοιου είδους στάσεις και συμπεριφορές. Οπότε η διέξοδος, και για τους νεολαίους αυτούς, βρίσκεται στο δυνάμωμα της αριστερής, κομμουνιστικής επαναστατικής κατεύθυνσης στο κίνημα και σε σχέση διαρκούς αλληλοτροφοδότησής με αυτό. Τέτοιας (αλληλοτροφοδότησης) που θα είναι ικανή να χαράζει μέσα στη λαϊκή και νεολαιίστικη πάλη τους δρόμους και να διαμορφώνει τους όρους της συνολικής ανατροπής του συστήματος της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης και της πάλης για μια σοσιαλιστική κοινωνία.

Αλλά ας περάσουμε στα προκείμενα. Είναι φανερό πως αυτές οι συμπεριφορές και αυτη η ψυχολογία βασίζονται (αρχικά) στην ανάδειξη των ένστολων υπαλλήλων (μπάτσων) των δυνάμεων καταστολής του αστικού κράτους σε πρωταρχικό και καθοριστικό (αν όχι μοναδικό) πεδίο αντιπαράθεσης. Έτσι οι κατασταλτικοί μηχανισμοί, από εκεί που είναι υπηρέτες ενός εκμεταλλευτικού και καταπιεστικού συστήματος, μετατρέπονται σε διαμορφωτές της πολιτικής κατάστασης, σε αυτοδύναμοι μηχανισμοί που λειτουργούν στη βάση των δικών τους αναγκών. Αυτό διαμορφώνει στη πορεία τον παραλογισμό πως γίνεται καταστολή για την καταστολή και, με την αναγόρευση των μπάτσων στον κύριο αντίπαλο, έχει τελικά σαν αποτέλεσμα οι δυνάμεις καταστολής να αναγορεύονται σε παράγοντα που του (παρα)δίνεται η δυνατότητα να έχει βαρύνοντα ρόλο στο εάν θα γίνει μια διαδήλωση ή όχι. Τους δίνεται (στις δυνάμεις καταστολής) το πρόσχημα για να επιβάλλουν το κλίμα όχι μόνο σε μια διαδήλωση, αλλά συνολικά μέσα στον λαό και στη νεολαία, υπηρετώντας έτσι τις κάθε φορά ανάγκες και επιταγές της κυβερνητικής πολιτικής και των στοχεύσεών της.

Συνακόλουθο αυτών των αντιλήψεων είναι να θεωρούν «κλιμάκωση» της πάλης το μέγεθος (ή και τη διάρκεια) του κλεφτοπόλεμου που κάνουν με τις δυνάμεις καταστολής. Και αν αυτό επιφέρει σταδιακά ή και απότομα τη συρρίκνωση των αγωνιστών που διαδηλώνουν (όπως έγινε τη Δευτέρα 7 Δεκέμβρη στη Θεσσαλονίκη), ίσως τόσο το καλύτερο γι' αυτές τις δυνάμεις, μια και θα έχει «ξεσκαρτάρει» το πράγμα από τις «κότες», τους «κρυφοβολεμένους», τις «ανίδεες» μάζες και θα έχουν απομείνει μόνο οι «μυημένοι» στον «ταξικό πόλεμο». Βέβαια θα θέλαμε να κάνουμε δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη είναι πως σε μια τέτοια περίπτωση οι πρώτοι που λείπουν την «επόμενη μέρα» είναι συνήθως οι ίδιοι, αλλά ας το ξεπεράσουμε. Η δεύτερη αφορά το γεγονός πως τα προηγούμενα δεν αποτελούν παρά μια παραλλαγή της αντίστοιχης αντίληψης υποτίμησης του λαού και «παραδειγματισμού» του, που διέπει πολλές από τις πρακτικές της ΚΝΕ και του ΚΚΕ (τρανταχτό παράδειγμα οι συγκεντρώσεις 50-100 μελών στο λιμάνι στης Θεσσαλονίκης το 1999 ενάντια στη ΝΑΤΟϊκή επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία, χωρίς να το γνωρίζει κανείς και φυσικά χωρίς καμιά προσπάθεια κινητοποίησης σωματείων, συλλόγων). Αυτές λοιπόν οι αντιλήψεις που τις συναντούμε διάσπαρτες στον α/α/ε χώρο αποτελούν έκφραση παραδοχής πως το σύστημα είναι ανίκητο και παντοδύναμο. Πως ο λαός και η νεολαία είναι ανάξιοι να αντισταθούν και να ανατρέψουν πλευρές των πολιτικών του συστήματος έως να φτάσουν στο επίπεδο να ανατρέψουν το ίδιο το σύστημα. Αυτοπεριορίζονται έτσι σε λογικές παραδειγματισμού της «βολεμένης κοινωνίας», εκτονώνουν την οργή και τον θυμό τους απέναντι σε ένα σύστημα που δεν νικιέται. Ασκούν πολλές φορές μια μικροαστική κριτική στις εργαζόμενες μάζες με συνθήματα («Όταν οι μπάτσοι σκοτώσουν τα παιδιά σας, τότε θα βγείτε και σεις απ’ τα κλουβιά σας») ή και με πράξεις (το κάψιμο ενός ΑΤΜ που χτυπάει τον καταναλωτισμό των «βολεμένων» εργαζόμενων -και όλα αυτά σε συνθήκες σκληρής λιτότητας). Όσοι προσπαθούν να μιλήσουν και να πράξουν πιο πολιτικά και να πάνε πέρα από την έκφραση του θυμού και της οργής, οδηγούνται στον στόχο του «περιορισμού της κυριαρχίας» του συστήματος μέσω της δημιουργίας «ελευθεριακών» νησίδων όπου υποτίθεται οι συμμετέχοντες θα βιώνουν έστω και λαθραία και μέσα στον καπιταλιστικό ωκεανό μια άλλη κοινωνική κατάσταση. Τίποτε πιο μικροαστικό από αυτό, τίποτε πιο ρεφορμιστικό από αυτό, τίποτε πιο αδιέξοδο από αυτό!

Αυτές οι αντιλήψεις και πρακτικές αδυνατούν να συνδεθούν με τους όρους της ταξικής πάλης όπως αυτή διεξάγεται στην πραγματική ζωή και όχι στο κεφάλι του καθενός. Αδυνατούν επομένως να σκεφτούν πως πραγματική κλιμάκωση μιας αγωνιστικής κινητοποίησης είναι η είσοδος ολοένα και περισσότερων από αυτούς «που δεν έχουν φωνή», των εργαζόμενων μαζών, στο προσκήνιο της ταξικής πάλης, στην επόμενη διαδήλωση. Πως κλιμάκωση ενός αγώνα είναι η ολοένα και πιο συνειδητή δράση ολοένα και περισσότερων μαζών για να υπερασπίσουν ή και να κατακτήσουν δικαιώματα. Πω, συνεπώς, όποιος με τη στάση του και την πρακτική του υπονομεύει αυτήν την προοπτική λειτουργεί αντικειμενικά ενάντια στο κίνημα και στην ανάγκη να αναπτυχθεί.

Και η Αριστερά;

Από το προηγούμενο πηγάζει το δικαίωμα αλλά και το καθήκον των δυνάμεων που παλεύουν για την μαζικοποίηση-πολιτικοποίηση του κινήματος να έχουν διαρκές πολιτικό μέτωπο κόντρα σε αυτές τις αντιλήψεις-πρακτικές. Και είναι σε αυτό το επίπεδο που υπάρχουν σημαντικά προβλήματα. Όσον αφορά το ΚΚΕ, η αναχώρησή του από την πραγματική πάλη αλλά και οι αντίστοιχες λογικές που το διέπουν (ασχέτως της διαφορετικής μορφής) προσδιορίζουν όχι μόνο το βάρος και την αποτελεσματικότητα των κριτικών που κατά καιρούς κάνει, αλλά κυρίως το γεγονός πως ξεκινούν από λάθος αφετηρία και καταλήγουν σε λάθος συμπεράσματα. Όσο για τον ΣΥΡΙΖΑ και τις συνιστώσες του, αυτό που καθόριζε την ανοχή του στις αδιέξοδες πρακτικές του α/α/ε χώρου σε μια προηγούμενη φάση, ήταν το στοιχείο του οπορτουνισμού και του ψαρέματος στα θολά νερά για εκλογική κεφαλαιοποίηση. Από κει και πέρα και σαν αποτέλεσμα της ιδεολογικής και πολιτικής όσμωσης των απόψεων του α/α/ε με τις απόψεις μερίδων (κύρια νεολαιίστικων-βλέπε ΕΑΑΚ κ.λπ., αλλά όχι μόνο) δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς έχουμε μια εκκωφαντική ανοχή σε αντίστοιχες πρακτικές.

Τα επιχειρήματα είναι πολλά με υποτίθεται το «βαρύτερο» να είναι πως «δεν θα γίνουμε μπάτσοι του κινήματος». Αν και δεν θα θέλαμε να μιλήσουμε με τέτοιους όρους στο πλαίσιο του κινήματος, είναι μπάτσος αυτός που υπερασπίζει το δικαίωμα του φοιτητικού συλλόγου ή ενός σωματείου να διαδηλώσει αντικυβερνητικά και δεν είναι μπάτσος αυτός που με το έτσι θέλω σαν οργανωμένος χώρος επιβάλλει στον σύλλογο ή το σωματείο μια «σύγκρουση» με τους κρανοφόρους που δεν έχει αποφασίσει. Και που φανερά προσφέρουν έτοιμο στο πιάτο στην κυβέρνηση και στο κράτος το πρόσχημα να διαλύουν μαζικές διαδηλώσεις και να τρομοκρατούν τη νεολαία και τον λαό. Ποιος από τους δύο λειτουργεί τελικά και συμπεριφέρεται με ιδιοκτησιακές λογικές απέναντι στο κίνημα και αντιδημοκρατικά απέναντι στους αγωνιστές;

Γι' αυτό το φαινόμενο υπάρχουν εξηγήσεις. Για εμάς, η κύρια πλευρά βρίσκεται στο πεδίο της όσμωσης των ιδεολογικών και πολιτικών απόψεων των δύο χώρων. Στο φόντο ενυπάρχει η απαξίωση και ο μηδενισμός της ιστορικής πορείας του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος του προηγούμενου αιώνα. Η εναντίωση και η απαξίωση σε κάθε τι που έχει παράξει σαν θετική εμπειρία αυτό το κίνημα, εμπειρία που αφορά και τα ζητήματα οργάνωσης, συγκρότησης και ανάπτυξης λαϊκού και νεολαιίστικου κινήματος. Νομίζουν έτσι οι θιασώτες των αντιλήψεων αυτών πως είναι απαλλαγμένοι από τα βαρίδια της ήττας ενώ στην πραγματικότητα κινούνται σε κατευθύνσεις (ιδεολογικές, πολιτικές, οργανωτικές) που την αναπαράγουν.

Στο πολιτικό πεδίο οι αντιλήψεις και πρακτικές του α/α/ε χώρου συναντιούνται με τις αντιλήψεις του «κομμουνισμού εδώ και τώρα», της άμεσης ανατροπής των... πάντων, τις απογειώσεις από καιρό σε καιρό με την αναγωγή κάθε κινηματικής έξαρσης σε προεπαναστατική περίοδο, της «στρατιωτικοποίησης» της αντιπαράθεσης με το σύστημα, τις εκτός τόπου και χρόνου εκφράσεις αυτών των αντιλήψεων. Διότι τελικά πόσο απέχουν οι απόψεις δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς που ονομάτιζαν τις πορείες «κηδείες» εάν δεν έκαναν το δίλεπτο «τζατζάρισμα» με τα ΜΑΤ (και ύστερα ο σώζων εαυτόν σωθήτω) ή εάν δεν τράνταζαν τις πόρτες ενός υπουργείου (κάποτε έφτασαν και στην «κατάληψή» ενός και από καταληψίες βρέθηκαν καταλαμβανόμενοι) από τις πρακτικές αλλά και τη λογική (της απελπισίας και του αδιεξόδου) που διακατέχει τον α/α/ε χώρο; Τι εκφράζει το γεγονός ότι κεντρικά (πλήρως απολίτικα ή λανθασμένα πολιτικά) συνθήματα του α/α/ε χώρου υιοθετούνται όχι από τον πιτσιρικά που εκφράζει την οργή του, αλλά από ολόκληρους πολιτικούς χώρους;

Η συζήτηση, ο προβληματισμός και η αντιπαράθεση έχει ήδη ανοίξει στο μαζικό κίνημα. Και πρέπει να συνεχιστεί. Όχι για την αυτοεπιβεβαίωση της μιας ή της άλλης δύναμης, αλλά για την οικοδόμηση αντιλήψεων και πρακτικών που να συμβάλλουν στην οργάνωση και την ανάπτυξη αγωνιστικού λαϊκού και νεολαιίστικου κινήματος ενάντια στο καθεστώς της εξάρτησης, της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και της τρομοκρατίας.

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009

Να πάμε στο Δεκέμβρη με ΜΑΖΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΚΙΝΗΜΑ

Καθημερινά αναπαράγεται πιο οξύ, πιο άγριο, το σχήμα των εκβιασμών και των απειλών που σφίγγει σαν θηλιά τη χώρα, τους εργαζόμενους και τη νεολαία. Η αφετηρία τους βρίσκεται στα ίδια τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, που στις συνθήκες της κρίσης αντιμετωπίζουν τη χώρα όχι «απλώς» σαν πεδίο καταλήστευσης - όπως πάντα έκαναν. Αλλά ακόμα και σαν αναλώσιμο πιόνι σε έναν ανταγωνισμό που απαιτεί εκκαθαρίσεις και συσσωρεύσεις κλίμακας για να ξεπεραστεί η κρίση, δηλαδή το μπλοκάρισμα της κερδοφορίας του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου και ταυτόχρονα για να στηθεί το νέο «σχήμα» του ιμπεριαλιστικού-κεφαλαιοκρατικού κόσμου, πιο άγριο και «αυθεντικό» μετά τις ανατροπές και τις «νοθεύσεις» που του επέβαλε το κομμουνιστικό κίνημα και η λαϊκή πάλη στον προηγούμενο αιώνα.

Εγχώρια βάση αναφοράς και στήριξης αυτής της θηλιάς είναι οι τραπεζίτες, το ντόπιο κεφάλαιο, η εργοδοσία, η αστική τάξη της χώρας. Αυτοί που τη γέννησή τους και την ύπαρξή τους τη στηρίζουν και την οφείλουν στους ιμπεριαλιστές πάτρωνές τους. Αυτοί που, ακόμα και όταν βλέπουν πως η παραγωγική αποσυγκρότηση της χώρας, η παραρτημοποίησή της φτάνει όπως τώρα στα ύψη, γίνονται ακόμα πιο παρασιτικοί, ακόμα πιο ληστρικοί και βάρβαροι. Γιατί δεν έχουν άλλο δρόμο, δεν έχουν άλλον τρόπο για την αναπαραγωγή τους από αυτόν της πλήρους συμμόρφωσης στους ιμπεριαλιστές αφέντες. Γιατί μόνον έτσι μπορούν να σώσουν τη δυνατότητά τους να θησαυρίζουν από τα «μεγάλα έργα», τις χρηματιστηριακές τράμπες, τα ευρωπαϊκά πακέτα, τις αρπαχτές στα Βαλκάνια, το ξεζούμισμα των εργαζομένων Ελλήνων και μεταναστών στη χώρα.

Αυτοί είναι που με όλο το τεράστιο δίκτυο των σφουγγοκωλάριών τους παπαγαλίζουν καθημερινά και σε όλους τους τόνους τους ιμπεριαλιστικούς εκβιασμούς, τις απειλές της πτώχευσης, της κατάρρευσης της οικονομίας, των ασφαλιστικών ταμείων, της έκρηξης των ελλειμμάτων και του χρέους. Την ίδια στιγμή γνωρίζουν βέβαια πολύ καλά πως ακριβώς ο δικός τους ρόλος, η δικιά τους σχέση με το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο, η δικιά τους παρασιτική και αεριτζίδικη σχέση με τον πλούτο της χώρας είναι η βασιλική οδός της χρεοκοπίας, είναι η εγγύηση για τη διάλυση όλων των όρων ύπαρξης της χώρας σαν αυτόνομου οικονομικοκοινωνικού σχηματισμού. Ο κυνισμός τους είναι τέτοιος και τόσος ώστε να ομολογούν δημόσια πως «…(η ευρωπαϊκή εποπτεία) θα παραπέμπει στην προ εκατονταετίας εποχή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου και του εντιμότατου Εδουάρδου Λω, ο οποίος επέβαλλε και εισέπραττε υπέρ των δανειστών μας τους φόρους του περιβόητου μονοπωλίου στον καπνό, στο οινόπνευμα, στο αλάτι και στα σπίρτα» (ΒΗΜΑ 29/11/09).

Αυτός ο κυνισμός είναι η δημόσια ομολογία της συνείδησης του πλιατσικολόγου και ταυτόχρονα είναι η πιο ξεδιάντροπη και προκλητική -αλλά ειλικρινής- διακήρυξη στοχεύσεων της αστικής τάξης: Θα ξεπουλήσουμε καθετί που απέμεινε στη χώρα. Θα πνίξουμε το λαό στην ανέχεια, την ανεργία. Θα υποθηκεύσουμε για άλλη μια εκατονταετία το μέλλον των εργαζομένων και της νεολαίας για να αντέχουμε την αύξηση του spread, για να εισπράττουμε το πλούσιο μπαξίσι της σύγχρονης ιμπεριαλιστικής Πύλης.

Βέβαια αυτή η ομολογία στην κυρίαρχη και καθημερινή φιλολογία δεν κατατίθεται σαν τέτοια. Εκεί έχουμε την πιο απόλυτη αναστροφή της πραγματικότητας, όπου ο υπεύθυνος των προβλημάτων και των κινδύνων είναι ο «κακομαθημένος λαός». Εκεί η λύσσα για πλιάτσικο ενδύεται την ιερή οργή ενάντια στους «αναχρονισμούς», στο δικαίωμα στη μόνιμη και σταθερή δουλειά, στην ασφάλιση, στη σύνταξη, στην υγεία, στη μόρφωση, στην ελευθερία… Ολα αυτά δηλαδή που δεν συνάδουν με την ιμπεριαλιστική επέλαση, όλα αυτά που υπονομεύουν το καθεστώς της νόμιμης, μαζικής, άγριας ληστείας του λαού που πρέπει να εγκατασταθεί για να μη διαταραχθεί η σχέση του πλιάτσικου. Φτάνοντας λοιπόν εκεί επιστρατεύονται τα πάντα. Από τις εμβριθείς αναλύσεις για την ανάγκη να υπερασπιστούμε το «σκληρό ευρώ, για να έχει η ΕΕ φτηνές πρώτες ύλες και ενέργεια» (!) μέχρι τα άλλα γνωστά ξεδιάντροπα για τα «ιερά και τα όσια του έθνους που είναι το ποσοστό αναπλήρωσης και τα όρια συνταξιοδότησης». Τόσο απελευθερωμένα καγχάζουν οι άρπαγες των δισεκατομμυρίων, οι μεγάλοι απατεώνες, για τη λαϊκή «καθυστέρηση» που επιμένει να αγωνιά για τη σύνταξή της…

Η πολιτική διάσταση του ζητήματος

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επιλέχτηκε και στηρίζεται από τα κέντρα του συστήματος για να προωθήσει ακριβώς όλα τα παραπάνω. Με απόσταση σχεδόν έξι χρόνων από την προηγούμενη εικοσαετή κυβερνητική θητεία της, με «νέο» πρόσωπο και ένα κάρο «επικοινωνιακά» κατασκευάσματα, είναι σήμερα η καλύτερη επιλογή για το σύστημα. Η Ν.Δ. εγκαταλείπει τη φιλολογία του «μεσαίου χώρου» και με πρόεδρο τον Α. Σαμαρά δηλώνει έτοιμη να στηρίξει από πιο δεξιές θέσεις και με ένα πιο σκληρό προφίλ την αντιδραστική επίθεση. Το ΛΑΟΣ οξύνει διαρκώς τα ακροδεξιά, αντιδραστικά χαρακτηριστικά του και καταθέτει τις πιο ακραίες προθυμίες του στην υπηρεσία του συστήματος. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες συνομιλούν με το… σύστημα και νουθετούν στην κατεύθυνση της φρόνιμης υποταγής τους εργαζόμενους. Ο ΣΥΝ αναζητά τρόπους εφαρμογής της «προγραμματικής αντιπολίτευσης» και το ΚΚΕ τρόπους διαφυγής από τους κινδύνους που ενέχει η εμπλοκή στην… ταξική πάλη.

Ποιο είναι λοιπόν –με έναν τέτοιο συσχετισμό- το πρόβλημα για το σύστημα και την πολιτική που θέλει να εφαρμόσει; Γιατί διαρρέει μια ανησυχία για την κυβερνητική αποφασιστικότητα; Τι αντανακλούν τα σενάρια περί μιας τριχοτομημένης κυβέρνησης μεταξύ «αποφασισμένων», «μεσαίων» και αυτών που αναζητούν «κεντροαριστερό πλαίσιο»; Γιατί αιφνιδίως η ΑΔΕΔΥ αποχωρεί από το «διάλογο» για το ασφαλιστικό; Σε σχέση με αυτά και αρκετά άλλα ανάλογα ερωτήματα, πολλά είναι αυτά που μπορούν να ειπωθούν. Οσο μας αφορά, δύο ζητήματα είναι που θέλουμε να ξεκαθαρίσουμε γύρω από όλη αυτή τη συζήτηση.

Το πρώτο είναι ότι δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία γι' αυτό που βρίσκεται μπροστά μας. Το τριετές «πρόγραμμα σταθερότητας» και όπως αλλιώς ονομαστεί το πλαίσιο της επίθεσης που θα ξετυλίξει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ενάντια στο λαό και στη νεολαία θα είναι πρωτόγνωρο –παρ' όλο που υπάρχει πλούσια «εμπειρία» του λαού όλα τα τελευταία χρόνια- και ως προς την έκταση των μετώπων της και ως προς την οξύτητά της. Εργασιακές σχέσεις, ασφαλιστικό, φορολογία, δημόσιος τομέας, ιδιωτικοποιήσεις, περίθαλψη, εκπαίδευση, ελευθερίες-τρομοκρατία είναι τα θέματα τα οποία ήδη έχει ανοίξει η κυβέρνηση και με τις πιο αντιδραστικές στοχεύσεις για καθένα από αυτά. Επίμονα και μεθοδικά με ένα σύνολο δηλώσεων, «στοιχείων» και «αναλύσεων», με μια καταιγίδα εκβιασμών και απειλών, ο πρέσβης των ΗΠΑ, οι αξιωματούχοι της ΕΕ, ο πρωθυπουργός και τα κυβερνητικά στελέχη μαζί με όλο το δημοσιογραφικό προσωπικό τους διαμορφώνουν κάθε μέρα το πολιτικό κλίμα του… αναπότρεπτου. Το κλίμα της «απόλυτης ανάγκης» να μας συμβούν όλα αυτά, το κλίμα που στοχεύει στην παράλυση ακόμα και των σκέψεων για αντίσταση. Αυτή η κατεύθυνση δεν βρίσκει όχι «αντίπαλο» αλλά ούτε καν ενστάσεις εντός του πλαισίου του συστήματος και βέβαια και εντός του κυβερνητικού επιτελείου.

Το δεύτερο είναι ότι υπάρχει, παρ' όλα αυτά, πρόβλημα για το σύστημα! Το πρόβλημα αυτό είναι ο λαός και η νεολαία! Γιατί βέβαια ο ιδιαίτερα δυσμενής πολιτικός συσχετισμός που υπάρχει και αναφέραμε προηγούμενα δεν καταργεί τις ταξικές αντιθέσεις και την οργή του λαού. Αντίθετα, όλη η επίθεση των τελευταίων χρόνων και τα οικονομικά-κοινωνικά αποτελέσματά της, η εντεινόμενη αίσθηση ασφυξίας στη νεολαία και τους εργαζόμενους έχει μεγαλώσει το ταξικό χάσμα, έχει επεκτείνει σε μεγάλα τμήματα των μαζών την πρωτόλεια έστω αίσθηση της ταξικής αντιπαλότητας με το σύστημα και τα κόμματά του.

Αυτή ακριβώς η κοινωνική πραγματικότητα εκφράστηκε με μεγάλους αγώνες τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα από τη νεολαία, που δείχνει να είναι η πρώτη -αλλά κρίσιμη- «απώλεια» του συστήματος, τουλάχιστον συγκριτικά με το βαθμό πολιτικού ελέγχου που υπήρχε επ' αυτής την προηγούμενη δεκαετία. Το σύστημα λοιπόν και φυσικά η κυβέρνηση γνωρίζουν πως στο σχέδιο προώθησης της επίθεσης που ήδη έχουν βάλει σε λειτουργία υπάρχει ένας «αστάθμητος παράγοντας» που δεν μπορεί να ελεγχθεί και που η εμφάνισή του θα προκαλέσει ιδιαίτερα σοβαρές περιπλοκές και εν δυνάμει βαθιές παρενέργειες στις βασικές ισορροπίες. Αυτός των νεολαιίστικων-εργατικών-λαϊκών εκρήξεων. Προληπτικά μέτρα ενάντια στον κίνδυνο αυτόν παίρνονται πολλά. Από τον ιδεολογικό βομβαρδισμό για την «οριστική» ήττα των λαών ως τη χρησιμοποίηση ή την αξιοποίηση «δυναμικών ενεργειών» που ολοένα και πληθαίνουν. Και από την έκφραση «κατανόησης» των λαϊκών αγωνιών ακόμα και από μερίδα του υπουργικού συμβουλίου ή από τον Α. Σαμαρά ως την διά τηλεοράσεως αναγγελία των νέων εξοπλισμών που απέκτησε η ΕΛΑΣ! Ωστόσο, τίποτε από όλα αυτά δεν μπορεί τελικά να σβήσει το ταξικό χάσμα, να αλλάξει τους υλικούς κοινωνικούς όρους που συγκροτούν το πρόβλημα. Το ζήτημα παραμένει. Και οξύνεται από την κλιμάκωση της επίθεσης.

Οι όροι και οι ανάγκες του (επόμενου) Δεκέμβρη

Η λαϊκή οργή, λοιπόν, και η νεολαιίστικη αμφισβήτηση κόντρα στο συσχετισμό όπως αυτός αποτυπώνεται στο πολιτικό και συνδικαλιστικό επίπεδο διαμορφώνει μαζικά, κινηματικά ακόμα και εξεγερτικά γεγονότα. Ετσι, λ.χ. προέκυψε η απεργία των δασκάλων το 2006 ή η μάχη ενάντια στο νόμο Πετραλιά, που σε διάρκεια και μαχητικότητα ξεπέρασαν κατά πολύ τα «προβλεπόμενα» των «υποκινητών» τους, που ήθελαν μια μικρή αντιπολιτευτική φασαρία. Ακόμη περισσότερο έτσι γεννήθηκε και τράβηξε ο νεολαιίστικος ξεσηκωμός του 2006-07. Υπήρξε παρά τη θέληση όλων των κυρίαρχων-επίσημων δυνάμεων, κόντρα στη ρεφορμιστική Αριστερά. Αλλά και τροποποίησε με τη δύναμή του στάσεις και επιλογές όλων αυτών.

Ετσι ήρθε και ο Δεκέμβρης. Ο Δεκέμβρης που δεν «φαινόταν» πουθενά, ούτε μια μέρα πριν ξεσπάσει. Είχε βέβαια ισχυρή «αφορμή», που ήταν μαζί και αιτία, τη δολοφονία του Αλέξη. Ομως πάνω από όλα ο Δεκέμβρης είναι γνήσιο γέννημα αυτής της βαθιάς αντίφασης που είναι κάθε στιγμή και πιο έντονη. Από τη μια η φτώχεια, η ανεργία, τα αδιέξοδα, η τρομοκρατία, η πολιτική που πάει τη νεολαία στο σύγχρονο μεσαίωνα. Από την άλλη ο καταθλιπτικός πολιτικός-συνδικαλιστικός συσχετισμός που όχι μόνο δεν θέλει όλα αυτά να τα εκφράσει με αγώνες, στόχους, πάλη, αλλά αντίθετα θέλει να καταπνίξει κάθε αντίσταση, κάθε διαμαρτυρία, θέλει να υπερασπιστεί το καθεστώς (του). Αυτή η αντίφαση γέννησε το Δεκέμβρη και τον σημάδεψε σε όλα του. Στις μεγάλες κραυγές του, στις πολιτικές αδυναμίες του, στη δύναμή του, που ήταν το δίκιο των αρνήσεών του, των εναντιώσεών του, ακόμα και όταν αυτές δεν μπορούσαν ρητά να διατυπωθούν. Η μεγάλη και πρωταρχική του αξία ήταν λοιπόν ότι έδειξε πως δεν είναι «αληθινή» η σημερινή κυριαρχία. Ή, πιο σωστά, πως τα πράγματα δεν θα μείνουν έτσι. Θα αλλάξουν. Ταυτόχρονα ο Δεκέμβρης ρωτούσε. Οι μαθητές, οι φοιτητές, οι νέοι άνεργοι, οι μετανάστες ρωτούσαν τον εαυτό τους. Τι στόχους να βάλουν. Ποιον έχουν απέναντι. Πώς να οργανωθούν. Ποια νίκη διεκδικούν. Τα ερωτήματα όμως ακούγονταν από όλους και ήταν και είναι ερωτήματα των εργατών, των εργαζομένων, του λαού. Είναι τα ερωτήματα μιας μεγάλης συζήτησης που έστω υπόγεια, ακόμα και σπασμωδικά, διεξάγεται εδώ και μερικά χρόνια όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε πολλά σημεία του πλανήτη. Γι' αυτό εξάλλου ο Δεκέμβρης μίλησε και έξω από τη χώρα, στη νεολαία και τους λαούς της Ευρώπης αλλά και άλλων ηπείρων.

Για όλους αυτούς τους λόγους εμείς το Δεκέμβρη δεν τον «αντιμετωπίσαμε» ως μια «αστοχία υλικού», σαν μια στρέβλωση της κοινωνικής ζωής και της ταξικής πάλης, που έπρεπε να κατασταλεί, να περιθωριοποιηθεί, να σβήσει για να μην ταράξει τις ισορροπίες του συστήματος ή να μη μολύνει και ταράξει την υποταγή της καθεστωτικής Αριστεράς. Τον βιώσαμε και αγωνιστήκαμε μέσα σε αυτόν σαν αυτό που ήταν: μια σπουδαία έκρηξη που μπορούσε να δώσει σήμερα η ταξική πάλη.

Για μας λοιπόν η συζήτηση αυτή, που πλουτίστηκε από το Δεκέμβρη, έχει ορίζοντα το επαναστατικό, κομμουνιστικό, εργατικό κίνημα. Αμεσο και πρωταρχικό πεδίο της τη μαζική πάλη, το κίνημα. Αναντικατάστατη «μέθοδο» ανάπτυξής της, τη λογική και την πρακτική της κοινής δράσης. Διαρκές ζητούμενο, την πολιτικοποίηση, τη συσσώρευση ιδεολογικών, πολιτικών, οργανωτικών όρων συγκρότησης της πάλης και σε κάθε επίπεδο.

Εχουμε τη γνώμη πως ο Δεκέμβρης περιστρεφόταν γύρω από όλα αυτά. Τα αναζητούσε. Αυτό δεν το λέμε βέβαια με τη λογική της «έτοιμης απάντησης», αλλά με τη λογική μιας κατεύθυνσης που δεν θέλει όχι μόνο να μη σβήσει ο Δεκέμβρης αλλά ούτε και να ανακυκλωθεί στους όρους της ήττας και της ενσωμάτωσης που διαρκώς παράγουν και αναπαράγουν οι αστικές και οι (νεο)ρεφορμιστικές απόψεις. Οχι λοιπόν. Ο Δεκέμβρης δεν σβήνει, πάει μακριά, γιατί ήταν μήνυμα από το μέλλον. Γι' αυτό μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Ναι, βέβαια, «δεν φαίνεται» ο επόμενος, όπως δεν φαινόταν και ο προηγούμενος. Ομως ετοιμάζεται. Μέσα στην εργατική οργή. Στα σπίτια της λαϊκής ανέχειας. Στους κάμπους που ξαναζούν εδώ και χρόνια «τα σταφύλια της οργής». Και στη νεολαία. Που δεν μπορούν να τη γυρίσουν πίσω, να την πείσουν με τα «οράματα» ενός γιάπικου μέλλοντος, όπως έκαναν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90.

Νέοι Δεκέμβρηδες λοιπόν έρχονται. Και όχι μόνο της νεολαίας. Για τους κοινωνικούς-υλικούς όρους που τους γεννούν «δουλεύει» το σύστημα. Η φύση του, τα χαρακτηριστικά του, τα μπλοκαρίσματά του. Το ζητούμενο για το λαό μπαίνει διαφορετικά, ουσιαστικά είναι το ανάποδο από το πρόβλημα του συστήματος. Για το λαό είναι «απαντημένο» αντικειμενικά ότι έχει δίκιο. Το πρόβλημα για το λαό είναι το πολιτικό ζήτημα σε όλες του τις διαστάσεις και σε όλες του τις εκφράσεις. Ξεκινώντας από σήμερα να κάνει το δίκιο του δύναμη πάλης. Να το μορφοποιεί και να το αναπτύσσει. Να συγκεντρώνει δυνάμεις στα μέτωπα πάλης. Να απομονώσει τους κινδύνους των αντιδραστικών «λύσεων» που του προσφέρονται. Να προσπεράσει τη σύγχυση και την προσαρμογή της καθεστωτικής Αριστεράς. Για να μπορεί να αναμετρηθεί με τον αντίπαλο, με το σύστημα και τα κόμματά του.

Αυτά χρειάζονται και γι' αυτά χρειάζεται αγώνας, πηγαίνοντας προς τον επόμενο Δεκέμβρη. Για να τον φέρουμε πιο «κοντά». Αλλά κυρίως για να είναι πιο ισχυρός πολιτικά. Να μπορεί δηλαδή να διατυπώσει ρητά και με συνείδηση αυτά που ισχυροποιούν το κίνημα σε αυτή τη φάση, αυτά που αναδεικνύουν και δείχνουν προς την «απεραντοσύνη των σκοπών μας».

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ «ΙΣΛΑΝΔΟΥΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ»

«Ισλανδία του Αιγαίου» χαρακτήρισαν οι «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» τη χώρα σε πρόσφατο προκλητικό άρθρο όπου προδικάζουν τη χρεοκοπία της. Οι αναλογίες βέβαια με την Ισλανδία κάθε άλλο παρά φανερές είναι, αφού μάλιστα οι ελληνικές τράπεζες χαρακτηρίζονται ως οι λιγότερο εκτεθειμένες στα τοξικά χρεόγραφα, αν και δεν είναι σαφές πόσο εκτεθειμένες είναι στο βαλκανικό κερδοσκοπικό ντόμινο που σήμερα πια παίρνει αρνητική φορά.

Παρ' όλο που ο δείκτης των ξένων προς τα ίδια κεφάλαια είναι λιγότερος από το μισό του αντίστοιχου δείκτη των βρετανικών τραπεζών, κάτι τέτοιο καθόλου δεν δείχνει να ενδιαφέρει τους διεθνείς «εκτιμητές» και «αξιολογητές» χωρών και οικονομιών. Ποιοι είναι όμως αυτοί που «κρίνουν», «αξιολογούν» και «εκτιμούν»;

Το alter ego των κερδοσκόπων

Στις αρχές της δεκαετίας του '70 ψηφίστηκε στο Αμερικάνικο Κογκρέσο ο λεγόμενος νόμος Μπράντεϊ από το όνομα του τότε υφυπουργού Οικονομικών της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Σύμφωνα με αυτό το νόμο, η κυβέρνηση αποποιούνταν τη διαπραγμάτευση και την… αναδιαπραγμάτευση του τρόπου πληρωμής των χρεωμένων στις ΗΠΑ χωρών την οποία αναλάμβαναν ιδιωτικές επενδυτικές εταιρείες.

Από τότε χαράχτηκε ένας διεθνής δρόμος για όλους τους διεθνείς κερδοσκόπους από τις «καθωσπρέπει» τράπεζες μέχρι τους προγόνους των σημερινών επιθετικών funds. Μεγάλοι οίκοι του εξωτερικού, όπως η Goldman Sachs, η Deutsche Bank, η Citi και άλλες, συμμετέχουν είτε για λογαριασμό πελατών τους, π.χ. hedge funds, είτε απευθείας, σύμφωνα με στελέχη τραπεζών σε σύνθετη διαδικασία όπου οι κερδοσκόποι «δανείζονται» και «ρευστοποιούν» στις διεθνές αγορές χρήματος τα ομόλογα των υπό… μάσηση χωρών. Και στο όνομα της χρηματοδότησής τους παίζουν με τις διαφορές επιτοκίων και πολλαπλασιάζουν τα κέρδη τους, χρεώνοντας το λογαριασμό στις οικονομίες των χωρών των οποίων το εξωτερικό χρέος (όπως και η εξάρτηση από τις αγορές) μεγαλώνει. Παίρνοντας τεράστιες προμήθειες στελέχη που διαπλέκονται πολλές φορές άμεσα ή έμμεσα με το κερδοσκοπικό παιχνίδι αξιολογούν αυτούς που πρόκειται να αρμέξουν!

Πρόκειται για τους ίδιους οίκους που αξιολογούσαν ως ανθηρή την αγορά των επισφαλών στεγαστικών δανείων και που έπεσαν τελείως έξω στις προβλέψεις τους με το ξέσπασμα της κρίσης τον Οκτώβρη του 2008. Είναι δε χαρακτηριστικό πως η Goldman Sachs, όπως πλέον γίνεται σήμερα γνωστό, ήταν ο οίκος που διαπραγματεύτηκε και εγγυήθηκε τη νομισματική προσαρμογή της δραχμής στο ευρώ το 2000. Συνεπώς, όλοι αυτοί γνώριζαν πολύ καλά τις όποιες αποκλίσεις των οικονομιών αλλά και τις διάφορες δημιουργικές λογιστικές (αλχημείες) με τις οποίες οι προηγούμενες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ δημιούργησαν την εικόνα της «ισχυρής οικονομίας».

Το στρίμωγμα ενός λαού

Θα ήταν ίσως λιγότερο οδυνηρά τα πράγματα για τη χώρα και το λαό αν η πίεση προς τη χώρα έμενε απλά στο κερδοσκοπικό παιχνίδι (διόλου αμελητέο) και αν η Ελλάδα δεν πρωταγωνιστούσε σε ένα παγκόσμιο αλλά και ενδοευρωπαϊκό πιο βρόμικο, «αιματηρό» θέατρο. Σε ένα θέατρο όπου οι φρέσκοι κυβερνητικοί κομπάρσοι, φιλώντας εκεί που έφτυναν πριν, παρουσίασαν ένα εξωτερικό έλλειμμα λίγο ψηλότερο από αυτό της Νέας Δημοκρατίας, προσφέροντας την οικονομία ως Ιφιγένεια στους κυρίαρχους των Βρυξελλών για να δικαιολογηθεί και νομιμοποιηθεί η άγρια αντιλαϊκή επίθεση που ετοίμαζαν μετά την άνετη νίκη στις εκλογές του Οκτώβρη.

Είναι πολύ πιθανό στην οίησή τους αυτή να δώσουν τα αντιλαϊκά διαπιστευτήρια να μη λογάριασαν ότι το μαλακό υπογάστριο της ΕΕ, η χώρα που ανέλαβαν να κυβερνήσουν δηλαδή, χρησιμοποιείται σήμερα παραδειγματικά προς διάφορες κατευθύνσεις. Οι Γερμανοί, που έχουν διακηρύξει τη σαφή γραμμή τής μη υποστήριξης των κλυδωνιζόμενων ζωνών της ΕΕ από πέρυσι ακόμη και αδυνατώντας να αντιταχτούν στο εθνικό πρόγραμμα της κυβέρνησης Σαρκοζί (60 δισ. ευρώ) για την ανόρθωση της γαλλικής οικονομίας, αφού παρόμοιο έχουν ήδη ξεκινήσει και οι ίδιοι για τη γερμανική οικονομία, ξεσπαθώνουν ενάντια στην ελληνική οικονομία και κουνούν το απειλητικό τους δάχτυλο προς την κατεύθυνση της επιτήρησης από το ΔΝΤ.

Με δυο λόγια η χώρα, συνεργία τής «εθνικά υπερήφανης» κυβέρνησής της, είναι το πρώτο φανερό θύμα της «επανεθνικοποίησης» (sic) της οικονομικής πολιτικής της ΕΕ, όπως ονομάζεται στη γνωστή ξύλινη γλώσσα των αναλυτών η ουσιαστική αποσυγκρότηση της ενιαίας –αν υπήρξε ποτέ ως τέτοια- οικονομικής πολιτικής της ευρωζώνης. Τι νόημα όμως έχει η ενότητα της ευρωζώνης όταν στο πλαίσιό της «πάλλονται» οικονομίες όπως αυτή της Ουγγαρίας, της Λετονίας, της Πολωνίας;

Το μήνυμα προς τις χώρες της διεύρυνσης αλλά και τις χώρες της ενδιάμεσης γραμμής (Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία) είναι σαφές, με τη διαφορά ότι η θέση αυτών των χωρών (και πριν γίνουν μέλη της ΕΕ) ήταν διαφορετική από αυτή της χώρας μας. Αυτή η οργή των ευρωπαίων (και ειδικά γερμανικής κατεύθυνσης) επιτρόπων είναι μήπως άσχετη με τις επαναξιολογήσεις της βαλκανικής (και όχι μόνον) οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ; Κυβέρνηση για την οποία στάζουν μέλι οι δεξιές και αμερικανόδουλες κυβερνήσεις της Πολωνίας, της Τσεχίας και της Βουλγαρίας; Το είδαμε και από τηλεοράσεως...

Ομως η Ελλάδα χρησιμοποιείται και στην αντιπαράθεση ΗΠΑ και ΕΕ. Και πέρυσι είχαν δημοσιευθεί πέραν του Ατλαντικού άρθρα για τα τρωτά σημεία της ευρωζώνης. Οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» έσταξαν και πάλι φαρμάκι για τη χώρα μας (μια χώρα που προκαλεί, λέει, ρωγμές στη συνοχή της ευρωζώνης) και συνέστησαν μέτρα τύπου Λετονίας (μείωση μισθών κατά 15%) και κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων.

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο αμερικάνος πρέσβης σε εκδήλωση του Ελληνοαμερικανικού Επιμηλετήριου σύστησε ανάλογου χαρακτήρα μέτρα όπως η κατάργηση της μονιμότητας της εργασίας «για χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα στο εξωτερικό τους χρέος», όπως εξάλλου κάνουν και στις ΗΠΑ! Αν ήταν σε κάτι να πιστέψουμε τους νέους κυβερνήτες, είναι ότι πραγματικά ίσως να μην περίμεναν ότι το ιμπεριαλιστικό χέρι θα ήταν τόσο… βαρύ και οι πιέσεις για επιτάχυνση της αντεργατικής λαίλαπας τόσο ανοιχτές. Αλλά έτσι συμβαίνει με τα βατράχια στους βάλτους όπου βόσκουν οι ταύροι.

Η εξάρτηση και το «χρέος»

Είναι φανερό ότι το σύνολο των κέντρων εξουσίας (εγχώριων και ξένων) που ελέγχουν αυτή τη χώρα, με όχημα τη «νωπή» κυβερνητική εντολή και χωρίς να πολυνοιάζονται αν κάτι τέτοιο «κάψει» το πολιτικό προσωπικό που σήμερα διαχειρίζεται την κατάσταση, «σπρώχνουν» τα πράγματα σε συνολικές ανατροπές όσων εργασιακών και κοινωνικών κατακτήσεων έχουν απομείνει. Φαίνεται ότι ενδιαφέρονται, από αυτή την άποψη, να μη μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα.

Το κάψιμο όμως των πολιτικών διαχειριστών λειτουργεί ταυτόχρονα και ως επιταχυντής εξελίξεων στους τρόπους, στις μορφές και στην εκπροσώπηση της πολιτικής διακυβέρνησης του τόπου. Δεν μπορεί να μην το αντιλαμβάνονται όλοι αυτοί οι υψηλοί «επιτετραμμένοι». Ισως μάλιστα και να επιδιώκουν μια συνολική αναμόρφωση του σκηνικού, στην οποία αναμόρφωση η αντιλαϊκή λαίλαπα θα βάλει τη σφραγίδα της και θα προσδιορίσει τα νέα (έτσι και αλλιώς πιο στενά από πριν) οικονομικά και πολιτικά περιθώρια.

Κάτι τέτοιο δεν εκδηλώνεται μόνο στα «της οικονομίας» αλλά και στα εθνικά θέματα, τις δεσμεύσεις της χώρας, το θέριεμα του κατασταλτικού κράτους (περισσότερο κράτος για τον πολίτη) και φυσικά προσδιορίζονται και από τον έντονο αμερικανοευρωπαϊκό (και ενδοευρωπαϊκό) ανταγωνισμό. Υπάρχει ένα διπλό μήνυμα: ένα, σαφές, προς το λαό και ένα πιο σύνθετο αλλά καθόλου πιο ραφιναρισμένο προς την «ηγεσία» (ο θεός της να την κάνει ηγεσία), την αστική τάξη της χώρας. Για ακόμα μεγαλύτερη συμμόρφωση.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε και το ζήτημα του «χρέους». Πρόκειται για το ισχυρό επιχείρημα των ισχυρών:

Εντάξει, και άλλες χώρες (μηδέ των ΗΠΑ εξαιρουμένων) εντός και εκτός της ΕΕ έχουν μεγάλο ή και διψήφιο έλλειμμα. Και σε άλλες χώρες (π.χ. Ιταλία, Βρετανία) το χρέος καταλαμβάνει ποσοστιαία ένα μικρό ή μεγάλο μέρος του εξωτερικού χρέους, όμως στην περίπτωση της χώρας «σας» το εξωτερικό χρέος ξεπερνά το ΑΕΠ και μάλιστα το 2010 υπολογίζεται να φτάσει το… εξωφρενικό ποσό του 120% του ΑΕΠ. Κατάσταση δηλαδή τριτοκοσμική.

Βέβαια το χρέος πρέπει να το δούμε ως μια χοάνη που έχει μια εξωτερική απόληξη και μια εσωτερική. Γιατί, αν το 120% αποτελεί την εξωτερική απόληξη της χοάνης, το ποσοστό των ακάλυπτων, απλήρωτων, μεταχρονολογούμενων κ.λπ. επιταγών και κάθε είδους εντολών πληρωμής που δεν εκτελούνται υπολογίζεται ότι καταλαμβάνει περίπου τρεις φορές το ΑΕΠ της χώρας (!) και αποτελεί το τεράστιο «εσωτερικό» χρέος της οικονομίας της.

Και πώς δημιουργήθηκε αυτή η διπλή χοάνη; Ανεξάρτητα το εσωτερικό από το εξωτερικό της μέρος; Δεν αλληλοτροφοδοτήθηκαν μέσα από μια χρόνια διαδικασία όπου βασικοί πυλώνες της εξαρτημένης (έτσι και αλλιώς) οικονομίας οδηγήθηκαν στο μαρασμό και τον αφανισμό; Γιατί αν η Ελλάδα ήταν, π.χ. ΗΠΑ, αυτή η «εσωτερική» χοάνη θα απορροφούνταν από το περιζήτητα κρατικά ομόλογα που θα αγόραζε η Κίνα, όπως εξάλλου χρηματοδοτήθηκε το μεγάλο σκάνδαλο μιας ακόμα πιο απίστευτης χοάνης, αυτής των επισφαλών στεγαστικών δανείων που έσκασε τον Οκτώβρη του 2008. Και αν και αυτό δεν έφτανε, θα καλυπτόταν το κενό με μια γενναία «χαλάρωση ποσόστωσης», με έκδοση νέου χρήματος στα απλοελληνικά, όπως επιχείρησαν δυο φορές (στα φανερά) μέχρι τώρα οι ομοσπονδιακές αρχές. Δεν θα γίνονταν τα ίδια τα ομόλογα και τα… spread βρόγχος αβάσταχτος. Ούτε θα έπρεπε να πάρει την άδεια των αρχών της ΕΕ όχι για έκδοση χαρτονομίσματος (αυτό το δικαίωμα ήδη έχει εκχωρηθεί), απλώς για το τι θα κάνει με τα επιτόκια. Ή, πάλι, αν ήταν Γαλλία, θα προχωρούσε χωρίς να δίνει λογαριασμό σε ένα τεράστιο πρόγραμμα ανασυγκρότησης της οικονομίας σε επτά επίπεδα, όπως αυτό που επιχειρεί ο Σαρκοζί.

Αποφασίζει η πάλη

Ομως η χώρα μας δεν είναι ούτε Αμερική ούτε Γαλλία, που σε τελική ανάλυση ακόμα και σε αυτές τις χώρες, όπου δεν υπήρχαν διαχειριστικά προβλήματα, «ορφανά» ταμεία και αντιοικονομίες κάθε είδους, ίδιας κατεύθυνσης αντεργατικά μέτρα λαμβάνονται και θα ληφθούν. Το τελευταίο απαντά και στα τεχνοκρατικά επιχειρήματα για την αναγκαιότητα των «μέτρων». Το πρόβλημα δεν είναι διαχειριστικό. Είναι πολιτικό, αφορά την επαναθεμελίωση της ταξικής κυριαρχίας του κεφαλαίου σε καταστάσεις και κλίμακες συσσώρευσης πρωταρχικού επιπέδου.

Αξιοποιούνται βέβαια τα διαχειριστικά ζητήματα που δημιουργεί η κρίση με τις επιπτώσεις της. Για χώρες σαν τη δική μας τα πράγματα είναι ακόμα πιο «ζόρικα» ακριβώς εξαιτίας της θέσης της σε αυτόν τον ορυμαγδό που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Ομως τα αδιέξοδα της αστικής τάξης και των εκπροσώπων της, παλιών, νέων και επόμενων, δεν είναι του λαού, της νεολαίας και των εργαζομένων. Για έναν και απλό λόγο. Οτι ο απλός εργαζόμενος ή νεολαίος θέλει να ζήσει. Δεν… έχει άλλη επιλογή. Κι αυτό τον κάνει να προσπερνά τις στατιστικές και τις διαχειριστικές αλχημείες των «ειδικών» και των «σοφών». Κι αυτό αναγκαστικά οδηγεί στο δρόμο της πάλης, όπως φάνηκε και με τον περυσινό Δεκέμβρη.

Ενα μεγάλο κομμάτι του μίσους των «επιτετραμμένων» προς τη χώρα πιθανόν να έχει να κάνει και με το επικίνδυνο παράδειγμα που έστειλε η νεολαία της μέσα και έξω από την ΕΕ. Μήπως τελικά και το χρέος είναι και αυτό ένα ζήτημα πάλης; Ομως εδώ έχουμε να κάνουμε με το τεράστιο «χρέος» της Αριστεράς…

ΥΓ. Και ξαφνικά εγένετο φως! Με σφραγίδα του Εκοφίν η Ελλάδα δεν …κινδυνεύει με χρεοκοπία.

Είχαν προηγηθεί αμερικάνικα και βρετανικά δημοσιεύματα για το Dubai World made in Greece που «εκνεύρισαν» τους ευρωπαίους διαχειριστές της ΕΕ. Διόλου τυχαία, παράλληλα εκφράστηκαν βρετανικές κριτικές για τον ρόλο του Τρισέ την ίδια περίοδο. Είπαμε να πιεστεί η Ελλάδα, να παιχτούν τα κερδοσκοπικά παιχνίδια, να διασταυρωθούν οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις όχι όμως στο βαθμό εκείνο που θα αποσταθεροποιούσε την Ευρωζώνη.

Μέσα στο ρευστό οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον, όπου ο ανταγωνισμός ευρωπαίων και αμερικάνων παίζει βασικό ρόλο, η ελληνική κυβέρνηση έδωσε τα διαπιστευτήρια της εξάρτησης από την ΕΕ με ό,τι αυτό σημαίνει για περισσότερα ανταλλάγματα.

Η επιλογή να «υποστηριχτεί» το μαλακό υπογάστριο της ευρωζώνης πραγματοποιείται, λοιπόν, με πολύ σκληρούς όρους.

Ενα βασικό αντάλλαγμα είναι σίγουρα η -επίσημη πια- δέσμευση της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ για νέα αντιλαϊκά (διαρθρωτικά) μέτρα ακόμα και αν χρειαστεί να καταρτίσει (το πιο πιθανό) νέο προϋπολογισμό το 2010.

Επίσης δεσμεύεται να καταρτίσει τριετές σταθεροποιητικό πρόγραμμα με το τέλος του χειμώνα. Ξεκινά βαθύς χειμώνας για όσα εργασιακά ή κοινωνικά δικαιώματα στέκονται ακόμη όρθια.