Η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι, η νεολαία και ο λαός βρίσκονται μπροστά σε μια ολομέτωπη επίθεση από τη μεριά των δυνάμεων του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου, της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και των υπόλοιπων αστικών κομμάτων (ΝΔ, ΛΑΟΣ), της Ευρωπαϊκής Ενωσης και όλων των ιμπεριαλιστικών (ληστρικών) οργανισμών (ΔΝΤ, ΟΟΣΑ κ.λπ.). Η επίθεση αυτή αφορά τη λυσσαλέα προσπάθεια όλων των δυνάμεων του συστήματος να επιβάλουν στο λαό πλήθος αντεργατικών–αντιλαϊκών μέτρων που θα τον οδηγήσουν στην απόλυτη εξαθλίωση και το ξεθεμελίωμα κάθε δικαιώματος και κατάκτησης προηγούμενων περιόδων. Μάλιστα η θρασύτητα και η ωμότητα των αντιδραστικών δυνάμεων φθάνει στο σημείο να ζητάνε όλα τα αντεργατικά μέτρα να παρθούν με τη «σύμφωνη γνώμη» του εργαζόμενου λαού, και για να… πείσουν χρησιμοποιούν όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις (ΜΜΕ, εργατοπατέρες, ΜΑΤ και καταστολή). Είναι δυσμενείς οι συσχετισμοί για τους εργαζόμενους μέσα σε αυτή τη λαίλαπα της επίθεσης που απειλεί να μην αφήσει «πέτρα πάνω στην πέτρα» στο όνομα της «σωτηρίας της χώρας» και της «αποκατάστασης της εθνικής κυριαρχίας» που κινδυνεύει από τα ελλείμματα και το δημόσιο χρέος. Η ανατροπή τους ξεκινάει από την οργάνωση των εργατικών αντιστάσεων, από την οικοδόμηση των όρων για ένα μαχητικό, μαζικό εργατικό κίνημα πάλης.
Το διάγγελμα του Γ. Παπανδρέου και τα μέτρα μείωσης των μισθών
Μετά την κατάθεση του προϋπολογισμού για το 2010 και την «περιφορά» του στην Κομισιόν, το ECOFIN και όλους τους «αρμόδιους» φορείς για την έγκρισή του, μετά την ανοικτή παρέμβαση του πρέσβη των ΗΠΑ που απαίτησε την κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και την άμεση λήψη μέτρων, μετά την κερδοσκοπική επίθεση απέναντι στα κρατικά ομόλογα και την αύξηση του επιτοκίου δανεισμού του ελληνικού κράτους, μετά τη σύνοδο κορυφής της ΕΕ, όπου οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές απαίτησαν την επιβολή σκληρών μέτρων, ο πρωθυπουργός στις 15 Δεκέμβρη σε μια συμβολική συνεδρίαση της ΟΚΕ (Οικονομική & Κοινωνική Επιτροπή) στην οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι «όλων των παραγωγικών τάξεων» και στην οποία πρόεδρος είναι ο Χρ. Πολυζωγόπουλος, στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, πρώην πρόεδρος ΓΣΕΕ, έδωσε τις κατευθύνσεις του πακέτου της επίθεσης σε όλα τα μέτωπα με στόχο να ικανοποιήσει τις «αγορές» και τους ιμπεριαλιστές πάτρωνες.
Τα περισσότερα από τα μέτρα που ανακοίνωσε ο Παπανδρέου ήταν ήδη γνωστά για τον αντεργατικό-αντιλαϊκό τους χαρακτήρα, είτε από τον προϋπολογισμό, είτε από την έναρξη του «κοινωνικού διαλόγου» για το ασφαλιστικό, είτε από τις επιμέρους ανακοινώσεις για την «αναμόρφωση» του φορολογικού, είτε από τις αυξήσεις στους έμμεσους φόρους. Αυτό όμως που για πρώτη φορά και ανοιχτά ανακοίνωσε ο Γ. Παπανδρέου είναι η μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων. Μέσα από τη μείωση κατά 10% των επιδομάτων που συγκροτούν το μισθό του δημόσιου υπαλλήλου, με ομολογία του υπουργού Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου σε «ξένους θεσμικούς επενδυτές» στο Λονδίνο, θα υπάρξει μείωση των μισθών κατά 4%. Και αυτό είναι «φυσικό» όταν τα επιδόματα των δημοσίων υπαλλήλων αποτελούν το 30-100% του βασικού τους μισθού. Η «οριστικοποίηση» των μηδενικών αυξήσεων για μισθούς πάνω από δύο χιλιάδες (μικτών αποδοχών) και «αυξήσεις» για τους υπόλοιπους στα όρια κάλυψης του πληθωρισμού ολοκληρώνουν την εικόνα των αντιλαϊκών μέτρων στην εισοδηματική πολιτική. Αποκαλύπτεται έτσι ότι οι «διαβεβαιώσεις» του Γ. Παπανδρέου ότι δεν θα γίνουν μειώσεις μισθών, όπως στην Ιρλανδία, ήταν μια προσπάθεια κάλυψης των αντεργατικών σχεδίων και μέτρων, μια προσπάθεια αποπροσανατολισμού του λαού. Ταυτόχρονα γίνεται προσπάθεια να καλυφθεί το μέτρο μέσα από μια γενικότερη «μείωση» των επιδομάτων, των μπόνους και των μισθών βουλευτών, στελεχών τραπεζών, δικαστικών και άλλων στελεχών του συστήματος με στόχο την κοινωνική αποδοχή ότι «όλοι πληρώνουν για να βγούμε από την κρίση». Αλλά όλοι γνωρίζουν ότι αυτό που «χάνουν» τα στελέχη του συστήματος μπορούν να το αναπληρώσουν με χίλιους τρόπους, αλλά αυτό που χάνει ο εργαζόμενος όχι μόνο δεν αναπληρώνεται αλλά βυθίζει τη ζωή του στην εξαθλίωση.
Η πολιτική της επίθεσης στο εισόδημα των δημοσίων υπαλλήλων ανάβει το πράσινο φως στο κεφάλαιο για να περικόψει ακόμα περισσότερο τους μισθούς και τα μεροκάματα στον ιδιωτικό τομέα μέσα σε συνθήκες οικονομικής και εργασιακής ασφυξίας για την εργατική οικογένεια. Η μείωση των μισθών και των μεροκάματων που επέβαλαν όλο το προηγούμενο διάστημα οι εργοδότες «λόγω κρίσης» νομιμοποιείται από την εισοδηματική πολιτική της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και θα πάρει νέες διαστάσεις με την απαίτηση για κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και του βασικού μισθού-μεροκάματου.
Η αστική «τεκμηρίωση» της αντιλαϊκής πολιτικής
Τόσο στο τελευταίο του διάγγελμα όσο και σε όλες τις δηλώσεις του ο Γ. Παπανδρέου, υπερασπιζόμενος τις αντεργατικές του κατευθύνσεις, προσπαθεί να δικαιολογήσει τα μέτρα σαν «εθνική υπόθεση» και
«αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας». Είναι προκλητικοί οι ηγέτες των αστικών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) να μιλούν για εθνική κυριαρχία τη στιγμή που έχουν ξεπουλήσει στους ιμπεριαλιστές τη γη, τη θάλασσα και τον αέρα της χώρας, που έχουν αλυσοδέσει οικονομικά, στρατιωτικά και πολιτικά το λαό με τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα για να μεγαλώνουν τα κέρδη της ντόπιας αστικής τάξης και να «αναβαθμίζεται» ο ρόλος της στους διεθνείς συσχετισμούς. Η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική εξάρτηση από τους ιμπεριαλιστές είναι αυτή που οδηγεί το λαό στη χρεοκοπία μέσα από την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, από την αποβιομηχάνιση, από τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς, από τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων με τα τεράστια χρέη που μας φόρτωσαν, από την καταστροφή της μικρομεσαίας αγροτιάς και της αγροτικής παραγωγής, από τη φορολογική ασυλία στο ξένο και ντόπιο κεφάλαιο, από την ανοικτή και καλυμμένη επιδότησή του. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πρόσφατη συνάντηση του Γ. Παπακωνσταντίνου με το γερμανό υπουργό Οικονομικών για το διακανονισμό των χρεών σε γερμανικές εταιρείες συζητήθηκε και η προμήθεια αεροπλάνων Γιουροφάιτερ, κάνοντας φανερό ότι το «πάγωμα» των εξοπλισμών είναι μόνο για εσωτερική κατανάλωση.
Οι κραυγές αγωνίας του Γ. Παπανδρέου για «εθνική κυριαρχία» δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι κραυγές αγωνίας της ντόπιας αστικής τάξης για το «στρίμωγμά» της από τους ιμπεριαλιστές και την «υποβάθμισή» της στα πλαίσια του φορτώματος των βαρών της κρίσης στις πλάτες των εξαρτημένων χωρών. Η ασική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι η οικονομική «υποβάθμισή» της θα έχει σαν συνέπεια την πολιτική της υποβάθμιση σε όλα τα ανοικτά ζητήματα της περιοχής (Βαλκάνια, Κύπρος, ελληνοτουρκικά) και αυτό θα σημαίνει μείωση της κυριαρχίας της.
Τα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού, το εξωτερικό χρέος και ο δανεισμός δεν ήταν αποτέλεσμα της «πλούσιας» και «σπάταλης» ζωής του εργαζόμενου λαού, όπως γίνεται προσπάθεια να μας πείσουν κυβέρνηση, αντιπολίτευση και διάφοροι παράγοντες του συστήματος. Είναι αποτέλεσμα του καπιταλιστικού χαρακτήρα της οικονομίας που στερεί από τους εργαζόμενους τα πάντα και τα προσφέρει στο κεφάλαιο και ο λαός καλείται να πληρώνει μόνο τα χρέη που η ίδια η αστική τάξη δημιουργεί για να αυξάνει τα δικά της κέρδη. Η πρόκληση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ να καλεί τους εργαζόμενους σε «συμφωνία» για να αποδεχθούν τα αντιλαϊκά της μέτρα βρίσκει στήριγμα στους εργατοπατέρες των ηγεσιών της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ. Είναι αποκαλυπτική η δήλωση του Γ. Παπακωνσταντίνου ότι «το ΠΑΣΟΚ είναι πιο κοντά στα συνδικάτα, είναι πιο εύκολο να κερδίσει τη συγκατάθεσή τους». Η πλήρης υποταγή των εργατοπατέρων στις αντεργατικές πολιτικές της κυβέρνησης αποτελεί ένα ακόμη «όπλο» που έχει να επιδείξει συνολικά το αστικό πολιτικό σύστημα προς τους ιμπεριαλιστές για να τους «καθησυχάσει» ότι τα μέτρα θα έχουν την αποδοχή του λαού. Αυτό που φοβίζει τα κέντρα του συστήματος μέσα και έξω από τη χώρα είναι οι αντιδράσεις του κόσμου της δουλειάς και της νεολαίας στη νέα αντιλαϊκή καταιγίδα. Και γι’ αυτό οι κατασταλτικοί μηχανισμοί έδειξαν όλη τους την αγριότητα πάνω στη νεολαία στις κινητοποιήσεις τής 6ης και 7ης Δεκέμβρη σαν ακόμα μία «εγγύηση» για το πέρασμα των αντεργατικών μέτρων όταν ο λαός δεν πείθεται να τα αποδεχθεί.
Η συνάντηση των πολιτικών αρχηγών επισφραγίζει την αντιλαϊκή κατεύθυνση
Ο σχεδιασμός του ΠΑΣΟΚ είναι σε άρρηκτη σχέση με την «εθνική συναίνεση», τον «κοινωνικό διάλογο» και σε αυτό βρίσκει πρόθυμε τόσο τις ηγεσίες των υπόλοιπων αστικών κομμάτων όσο και τις ηγεσίες των ρεφορμιστικών κομμάτων της Αριστεράς που μία μέρα μετά την ανακοίνωση των αντιλαϊκών-αντεργατικών μέτρων από τον Γ. Παπανδρέου πήγαν να συζητήσουν κάτω από τη «θεσμική» ομπρέλα του Κ. Παπούλια για τη «διαφθορά του δημόσιου βίου και τα μέτρα διαφάνειας». Η προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ να πείσει τους εργαζόμενους ότι η κρίση, τα ελλείμματα και τα χρέη δεν είναι αποτέλεσμα της ίδιας της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος αλλά της «διαφθοράς στο Δημόσιο» περνάει μέσα από συνεννοήσεις στο υψηλότερο επίπεδο, που δίνουν το μήνυμα της «εθνικής ομοψυχίας», μακριά από αγώνες, αντιστάσεις και κοινωνικές εκρήξεις. Οι ηγέτες των αστικών κομμάτων έχουν κάθε συμφέρον να δείξουν την «ομοψυχία» τους στην «πάταξη» της διαφθοράς (που οι ίδιοι δημιουργούν), οι θλιβερές ηγεσίες των ρεφορμιστών το μόνο που αποδεικνύουν, μία ακόμα φορά, είναι η υποταγή τους στην αστική νομιμότητα, που ιδιαίτερα αυτήν την περίοδο κρίνεται πολύ αυστηρά μέσα και έξω από τη χώρα, και καμία «διευκρίνιση» δεν μπορεί να βγάλει από πάνω τους το βάρος που αναλαμβάνουν να παίξουν στο παιχνίδι της αστικής τάξης και των κομμάτων της. Εξάλλου έχουν «προτάσεις» τόσο για την οικονομία όσο και για τη διαφθορά και… κάπου πρέπει να τις κάνουν. Μία απορία μάς μένει μόνο: πώς θα αισθάνονται άραγε τα μέλη του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ που «εμπόδισαν» τον κοινωνικό διάλογο στο ασφαλιστικό ή απέκλεισαν, συμβολικά πάντα, το υπουργείο Οικονομικών, μετά τις δηλώσεις του Γ. Παπανδρέου, βλέποντας την Αλέκα Παπαρήγα να προσέρχεται στην «ανώτερη μορφή» διαλόγου; Οσον αφορά την ηγεσία του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, ο «διάλογος» είναι μέσα στην «κουλτούρα» της από πέρσι το Δεκέμβρη, όταν ο Αλαβάνος συναντούσε τον Καραμανλή, μέχρι τον φετινό Δεκέμβρη οπότε ο Τσίπρας είχε μόνιμη τηλεφωνική σύνδεση με τον Χρυσοχοϊδη.
Τα αδιέξοδα της αντεργατικής πολιτικής και το εργατικό κίνημα
Η πολιτική της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ κινείται σε αδιέξοδη κατεύθυνση, κάτι που και αστοί οικονομολόγοι ομολογούν, αφού το σύνολο των αντιλαϊκών μέτρων που παίρνει θα έχουν μοναδικό αποτέλεσμα το ξεζούμισμα του εργαζόμενου λαού, χωρίς από την άλλη αυτό να μειώσει σημαντικά τα ελλείμματα και το δημόσιο χρέος. Γιατί πολύ απλά αυτοί που σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος των φορολογικών εσόδων του κράτους, οι εργαζόμενοι δηλαδή, θα έχουν μεγάλη μείωση εισοδήματος. Αυτό το γνωρίζει πολύ καλά το κυβερνητικό επιτελείο, γι’ αυτό προβάλλει σαν διέξοδο τη λεγόμενη «πράσινη ανάπτυξη» και καλεί το λαό να αποδεχθεί το αντιλαϊκό πακέτο σήμερα με σκοπό την «ανάπτυξη» αύριο! Αλλά ακόμα και αυτή η «πράσινη ανάπτυξη» θα γίνει με δανεικά και επιδοτήσεις στο μονοπωλιακό κεφάλαιο για τις επενδύσεις του (αλλάζει και ο αναπτυξιακός νόμος), πράγμα που θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο όλα τα αρνητικά μεγέθη της οικονομίας. Ετσι η πολιτική της φτώχειας, της ανεργίας και της καταστολής θα αποτελεί την κυρίαρχη πολιτική της αστικής τάξης και των κυβερνήσεών της όχι μόνο για τέσσερα χρόνια που λέει το ΠΑΣΟΚ αλλά σε μεγάλο βάθος χρόνου.
Από την άποψη αυτή, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο συναίνεσης και αναμονής από τη μεριά των εργαζόμενων και της νεολαίας. Κάθε καθυστέρηση στην οργάνωση αντιστάσεων στην αντεργατική λαίλαπα θα σημαίνει ακόμη μεγαλύτερη μετατόπιση των συσχετισμών προς το δυσμενέστερο. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο εκβιασμός του ΠΑΣΟΚ και της αστικής τάξης περί «βουλιάγματος» της χώρας αν δεν παρθούν τα αντιλαϊκά μέτρα αποτελεί την κάλυψη όλων των οικονομικών και πολιτικών δυνάμεων του συστήματος, των δικών τους ευθυνών για τη σημερινή κατάσταση. Η προσπάθεια να συρθούν οι εργαζόμενοι σε «συμφωνία» γίνεται με όλους τους τρόπους που έχει στη διάθεσή της η αστική πολιτική. Από τα επιδόματα ελεημοσύνης που θα δώσει σε δύο δόσεις σε φτωχούς και άνεργους, από τη λεγόμενη «έκτακτη εισφορά» σε μονοπώλια και τράπεζες, με τη σύμφωνη γνώμη του ΣΕΒ, από την υπονομευτική δράση των εργατοπατέρων της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ μέχρι τις ορδές των ΜΑΤ που χτύπησαν τις διαδηλώσεις της νεολαίας και του λαού. Ανοικτή όλη η αντιλαϊκή «βεντάλια» της συναίνεσης και της υποταγής απέναντι στο λαό, για το φόρτωμα όλων των βαρών στις πλάτες του.
Ο δρόμος της μαζικής αντίστασης μοναδική διέξοδος
Απέναντι στην ολομέτωπη επίθεση που δέχονται σήμερα οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να αποτελέσουν απάντηση ούτε η υποταγμένη ηγεσία των εργατοπατέρων, που με τη συμμετοχή τους στον «κοινωνικό διάλογο» για το γκρέμισμα της κοινωνικής ασφάλισης και την πλήρη αδράνειά τους απέναντι στον αντιλαϊκό προϋπολογισμό διευκολύνουν την κυβέρνηση και το κεφάλαιο, υποτάσσοντας τα συμφέροντα των εργαζόμενων στο δικό τους ρόλο. Δεν μπορούν να αποτελούν απάντηση οι συμβολικές καταλήψεις του ΠΑΜΕ σε υπουργεία, που ουσιαστικά αφήνουν τους εργαζόμενους στη γωνία, θεατές των «θεαματικών» ενεργειών τους, ούτε βέβαια «τουφεκιές στον αέρα» -όπως η απεργία της 17ης Δεκέμβρη- που αντικαθιστούν τις εθιμοτυπικές απεργίες της ΓΣΕΕ κάθε Δεκέμβρη. Πολύ περισσότερο όταν το ΚΚΕ απείχε από όλες τις διαδηλώσεις της 6 και 7 Δεκέμβρη και οργάνωσε τη δική του απάντηση στις 10 Δεκέμβρη. Δεν μπορούν να αποτελέσουν απάντηση ούτε οι «προτάσεις» του ΣΥΡΙΖΑ, όπου εκπρόσωπός του (Λαφαζάνης) έφτασε στο σημείο να καλεί την κυβέρνηση να εκδώσει «λαϊκά ομόλογα» για εσωτερικό δανεισμό, έτσι ώστε να μειωθεί ο εξωτερικός και οι πιέσεις που ασκούνται στη χώρα, ενώ πρότεινε «απεργία» στις 21 Δεκέμβρη (!!!) απέναντι στη «διασπαστική» πολιτική του ΠΑΜΕ, δημιουργώντας ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση και απογοήτευση στους εργαζόμενους.
Η υπόθεση της ανάπτυξης εργατικών αντιστάσεων είναι υπόθεση ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος μέσα από το ζωντάνεμα των διαδικασιών του (συνελεύσεις, συσκέψεις, συγκεντρώσεις), μέσα από την υιοθέτηση ενός ταξικού προσανατολισμού ανυποχώρητου, μαζικού και μαχητικού, πραγματικά επικίνδυνου για το σύστημα. Αυτό σημαίνει μαζική συμμετοχή των εργαζόμενων, όχι αποκλεισμό τους και διάσπασή τους. Η υπόθεση των αντιστάσεων και της ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος είναι υπόθεση του κόσμου της δουλειάς, που πρέπει να πάρει την τύχη στα χέρια του.