Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

ΗΠΑ–Ρωσία: Αμυντικά δόγματα και γεωπολιτικές αν-ισορροπίες


Το δικαίωμα στη χρήση πυρηνικής ισχύος σε απάντηση επίθεσης με πυρηνικά όπλα ή επίθεσης ανάλογου μεγέθους περιλαμβάνει το νέο στρατιωτικό δόγμα της Ρωσίας που υπεγράφη αρχές Φλεβάρη από το ρώσο πρόεδρο Μεντβιέντεφ. Σαν συνέχειά του και προς το τέλος της άνοιξης προβλέπεται να δημοσιοποιηθεί και να επικυρωθεί ένα συνολικότερο κείμενο που θα αναφέρεται στις αρχές που πρέπει να διέπουν την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας. Ενα νέο πλαίσιο «αντιμετώπισης της σημερινής πραγματικότητας», το οποίο επεξεργάστηκε ομάδα ειδικών που συγκροτήθηκε το 2008 από τον τότε πρόεδρο, και νυν πρωθυπουργό, Βλαδίμιρ Πούτιν. Τελικά, στο κείμενο που πρόσφατα υπέγραψε ο ρώσος πρόεδρος δεν αναφέρεται ρητά ο όρος «προληπτικό πυρηνικό κτύπημα», όπως αφηνόταν να εννοηθεί από τις διάφορες υπαινικτικές δηλώσεις ρώσων αξιωματούχων στο προηγούμενο διάστημα. Ωστόσο, και ο ηπιότερος όρος «επίθεση ανάλογου μεγέθους» αφήνει όλα τα περιθώρια ανοιχτά για κάθε ερμηνεία!
Η Ρωσία λοιπόν επανέρχεται, 20 χρόνια μετά το τέλος του «ψυχρού πολέμου», και νιώθει έτοιμη να διαμορφώσει μια νέα στρατηγική για τα επόμενα 20 χρόνια, ενθαρρυμένη ίσως και από το ότι κατόρθωσε σχετικά επιτυχώς, μέχρι στιγμής, να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της μεταψυχροπολεμικής εποχής. Ειδικότερα αυτές των τελευταίων 2 χρόνων και οι οποίες αφορούν τη Γεωργία-Καύκασο, την Ουκρανία και τη ματαίωση της εγκατάστασης πυραυλικού συστήματος σε Πολωνία και Τσεχία από τον Ομπάμα.

Πέρα, ωστόσο, από την όποια ενθάρρυνση μπορεί να προσδώσουν στη σημερινή ηγεσία του Κρεμλίνου αυτές οι επιτυχίες, τίθεται ως αναγκαιότητα ο επαναπροσδιορισμός συνολικότερα της στρατηγικής της λόγω τον εμφανών πλέον μεταβολών σε όλα τα επίπεδα και βασικά η καθοριστική συμβολή σε αυτές τις αλλαγές νέων παραγόντων που έκαναν την εμφάνισή τους. Και σαν τέτοιοι παράγοντες αναφέρονται τόσο η δυναμική παρουσία στο διεθνές σκηνικό Κίνας και Ινδίας όσο και οι αντιθέσεις στο δυτικό μπλοκ και ιδιαίτερα οι κόντρες μεταξύ ΗΠΑ και «παλιάς» Ευρώπης. Επίσης ιδιαίτερα σημαντικά κρίνονται τα βήματα της Ρωσίας σε επίπεδο «στρατιωτικών» συμφωνιών με Ινδία και Κίνα. Αυτό κάνει κάποιους να εκτιμούν ότι επιχειρεί να αλλάξει εντελώς πεδίο δράσης, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον της ανατολικότερα. Ωστόσο η Ρωσία, από την άλλη μεριά, καθόλου δεν αγνοεί (και αυτό τουλάχιστον δείχνουν πολλά άλλα δεδομένα), ότι το κυρίως παιχνίδι με το βασικό αντίπαλο, τις ΗΠΑ, θα παιχτεί δυτικά.
Ολα δείχνουν, και είναι πλέον ένα αρκετά πιθανό ενδεχόμενο, ότι οι στόχοι και οι κινήσεις, ο χαρακτήρας και οι κατευθύνσεις των βασικών αντιπάλων, ΗΠΑ και Ρωσίας, θέτουν τα θεμέλια μιας νέας ψυχροπολεμικής εποχής. Μόνο που αυτή δεν μπορεί να είναι ίδια με την προηγούμενη. Και αυτό γιατί από τη μια οι αφετηριακοί όροι διαμόρφωσης της νέας κατάστασης είναι εντελώς διαφορετικοί από τους τότε και, από την άλλη, και κύρια, αυτό προϋποθέτει σημαντικές ανατροπές στο σημερινό στάτους, του οποίου άλλωστε τα βασικά στοιχεία, στο σύνολό τους, έχουν διαμορφωθεί σε όλη την προηγούμενη περίοδο, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της παρούσας. Και τα οποία στοιχεία έχουν σήμερα αναδείξει σχεδόν απόλυτα αδιέξοδα για τους ιμπεριαλιστές. Κύρια όμως για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό σε ό,τι αφορά την προώθηση της στρατηγικής του για την παγκόσμια κυριαρχία.
Κατά συνέπεια, η όποια προσέγγιση στις ενέργειες και τις δράσεις που δρομολογεί η Ρωσία σήμερα και η κατανόησή τους δεν μπορεί παρά να συσχετιστούν και να αντιστοιχηθούν με όλα όσα διαμόρφωσε και διαμορφώνει η επιθετικότητα των αμερικάνων ιμπεριαλιστών και σε απάντησή τους. Γιατί φυσικά είναι και παραμένει ο κύριος και βασικός στόχος αυτής της επιθετικότητας. Κάποια πράγματα σήμερα ωστόσο είναι άμεσα συναρτημένα με ό,τι διαμορφώθηκε σε όλη την προηγούμενη περίοδο ως πλαίσιο του κυρίαρχου ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Και αναφερόμαστε στον βασικό καμβά της ψυχροπολεμικής εποχής που μπορεί να περιγραφεί συνοπτικά ως η προσπάθεια να γίνει εφικτός (πολιτικά και τεχνικά) ένας πόλεμος με πυρηνική αναμέτρηση! Το δόγμα ή η αρχή αυτή παραμένει και σήμερα σε ισχύ, με κάποιες ωστόσο διαφοροποιήσεις.
Πραγματικά η ισορροπία του κόσμου, και του τρόμου, κατά τον Ψυχρό Πόλεμο στηρίχθηκε σε μια αρχή: αυτή της «εξασφαλισμένης αμοιβαίας καταστροφής» (Mutual Assured Destruction, M.A.D.). Τότε οι δύο υπερδυνάμεις κατείχαν τα μέσα να καταστρέψουν εαυτούς και αλλήλους δεκάδες φορές, ενώ δεν είχαν παρόμοιες δυνατότητες να αποτρέψουν τα αντίποινα του αντιπάλου. Η τεχνολογία των αντιπυραυλικών συστημάτων της εποχής δεν παρείχε τη βεβαιότητα ότι μια μαζική εκτόξευση πυραύλων με πυρηνικές κεφαλές ως αντίποινα από τον αντίπαλο δεν θα έβρισκε αρκετούς στόχους για να απαλείψουν από το χάρτη τη χώρα που θα επιχειρούσε το πρώτο χτύπημα. Αυτό άλλωστε ήταν και η βασική αιτία ώστε ο πειρασμός να παίξει κάποιος με τα «κόκκινα κουμπιά» έμεινε στο χώρο της επιστημονικής και κινηματογραφικής φαντασίας και ο πυρηνικός εφιάλτης δεν ήρθε.
Στην εξέλιξη των πραγμάτων οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές, έχοντας απορροφήσει σε σημαντικό βαθμό τις συνέπειες της ήττας στο Βιετνάμ, είναι εκείνοι που ανατρέπουν το σκηνικό αυτό μέσα από δύο αλληλοσυμπληρούμενες επιλογές. Η πρώτη ήταν η εγκατάσταση σε ευρωπαϊκά εδάφη των πυραύλων μέσου βεληνεκούς Persing ΙΙ (αόρατα από ραντάρ της εποχής) που μπορούσαν να φτάσουν στα σοβιετικά σιλό πριν η άμυνα προλάβει να αντιδράσει. Η δεύτερη αφορούσε τον περίφημο «πόλεμο των άστρων» ή, αλλιώς, τη «διαστημική αντιπυραυλική ασπίδα» και αφορούσε την ανάπτυξη μιας τεχνολογίας που θα καθιστούσε τις Η.Π.Α. απρόσβλητες από επιθέσεις αντιποίνων. Ο στρατιωτικός σχεδιασμός, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, στόχευε στη δραστική μείωση των πυρηνικών δυνατοτήτων των Σοβιετικών με ένα πρώτο χτύπημα (που ήταν η βάση κάθε στρατιωτικού σχεδιασμού στις ΗΠΑ) και στην καταστροφή των όπλων που θα έχουν διασωθεί και θα εξαπολυθούν για αντίποινα, πριν αυτά βρουν τους στόχους τους, τις αμερικάνικες πόλεις.
Το ζήτημα, αν το θέσουμε στη βάση της ολοκλήρωσης ενός τέτοιου προγράμματος και μάλιστα σε σύντομο χρόνο, μπορεί να χαρακτηριστεί ιστορική μπλόφα, αφού το επίπεδο της τεχνολογικής δυνατότητας για κάτι τέτοιο ήταν πάρα πολύ πίσω. Ωστόσο, αν τεθεί στη βάση μιας προοπτικής που προϋποθέτει εντατικοποίηση και επιτάχυνση ερευνών σε αυτή την κατεύθυνση, είχε και έχει ρεαλιστικές βάσεις. Εκεί κάπου όμως ήρθε η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης και του Ανατολικού Συνασπισμού και τα δεδομένα άλλαξαν άρδην. Οχι όμως και το βασικό πρόβλημα της βασικής ιδέας γύρω και πάνω στο πρώτο και αποφασιστικό πυρηνικό κτύπημα! Στην περίπτωση αυτή το τεχνολογικό πρόβλημα προηγείται του πολιτικού ή, για να το πούμε διαφορετικά, στο βαθμό που η τεχνολογία είχε δώσει ικανοποιητική απάντηση στο ζήτημα που έθετε το M.A.D. και η αρχή «εξασφαλισμένης αμοιβαίας καταστροφής», ο «εχθρός» θα μπορούσε να κάνει πολύ εύκολα την εμφάνισή του.
Το πρόβλημα είναι, με βάση τους όρους που προσδιορίστηκαν τότε, πως κανένα σύστημα αντιβαλλιστικών πυραύλων δεν μπορεί να «διαχειριστεί» και άρα να αναχαιτίσει έναν δεδομένο όγκο βαλλιστικών πυρηνικών πυραύλων, που υπήρχε η εκτίμηση και εν πολλοίς εξακολουθεί να υπάρχει για το οπλοστάσιο που διαθέτει η Ρωσία. Ιδιαίτερα επισημαινόταν ότι από τη στιγμή που ένας πύραυλος, και μάλιστα με πολλαπλές πυρηνικές κεφαλές, περάσει στη στρατόσφαιρα, τότε είναι σχεδόν αδύνατο να εμποδιστεί. Πολύ περισσότερο όταν μιλάμε για χιλιάδες τέτοιους πυραύλους. Στο διάστημα που αναφερόμαστε και που διαδέχεται το τέλος του «ψυχρού πολέμου», στο φόντο ενός εφησυχασμού που καλλιεργήθηκε από διάφορες μεριές για το τέλος της ψύχωσης της «επόμενης μέρας», οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές δεν σταμάτησαν ούτε στιγμή να εργάζονται για το εφικτό της «επόμενης μέρας»! Νέες γενιές πυρηνικών, που βαφτίστηκαν «τακτικά», ήρθαν για να μείνουν. (Αλλωστε η διάκριση συμβατικών όπλων και πυρηνικών θεωρείται ξεπερασμένη για τους στρατιωτικούς σχεδιασμούς. Οι τεχνολογίες είναι πλέον σχεδόν ίδιες). Από την άλλη, και με αφορμή την μπλόφα του «πολέμου των «άστρων», οι ΗΠΑ αφιέρωσαν μεγάλο μέρος των προσπαθειών τους στη στρατηγική αξιοποίηση του διαστήματος, θεωρώντας το κάτι σαν «εθνικό έδαφος», μια και έμπαινε η ανάγκη υπεράσπισης ενός εκτεταμένου δικτύου στρατιωτικών και πολιτικών δορυφόρων που αποτελούν πλέον συστατικό και σημαντικό μέρος των σημερινών οπλικών συστημάτων τους. Το πρόβλημα της αποτελεσματικότητας του «πρώτου κτυπήματος» και η πιθανή λύση του μετατοπίστηκε σε κτύπημα κατά το στάδιο της εκτόξευσης. Αυτό όμως, πέραν των τεχνολογικών δυνατοτήτων που ενδεχομένως προσφέρει η αξιοποίηση του διαστήματος σήμερα, έχει και την προϋπόθεση της εγγύτητας στους στόχους. Δηλαδή βάσεις όσον το δυνατόν κοντά στα πεδία εκτόξευσης των πυραύλων του «εχθρού».
Ετσι είχαμε αρχικά τις επιλογές της Πολωνίας και Τσεχίας. Η επιλογή του εδάφους αυτών των ευρωπαϊκών χωρών που εφάπτονται σχεδόν της Ρωσίας δείχνει τον πραγματικό στόχο του συστήματος της «αντιπυραυλικής ασπίδας»: Είναι η καταστροφή των ρωσικών πυραύλων που θα εκτοξευτούν σε αντίποινα για ένα κτύπημα στο έδαφός τους και πριν αυτοί βγουν στη στρατόσφαιρα. Εκτός και αν η Ρωσία επιχειρήσει αυτή το πρώτο κτύπημα… Από πολιτική άποψη, οι προθέσεις που ενυπήρχαν πίσω από την επιλογή αυτή είναι αρκετά σαφείς: Είναι ένα είδος επανάληψης του σεναρίου του «ψυχρού πολέμου», η παράταση της ομηρίας της Ευρώπης στους αμερικάνικους σχεδιασμούς και ταυτόχρονα ο εξαναγκασμός της Ρωσίας να στοχοποιήσει ξανά χώρες της Ε.Ε., ακυρώνοντας έτσι όλες τις πολιτικές προσέγγισης και οικονομικής συνεργασίας με ευρωπαϊκά κρατη. Το σχέδιο επίσημα φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί, ωστόσο οι γενικότεροι σχεδιασμοί πάνω σε αυτόν τον καμβά υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Οι συζητήσεις με την Τουρκία για πιθανή εγκατάσταση εκεί του συστήματος φαίνεται να επαναφέρουν το ζήτημα στο προσκήνιο ξανά.
Οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές έχουν κατασκευάσει για τον εαυτό τους μια εικόνα συντριπτικής υπεροχής πάνω στους ΝΑΤΟϊκούς συμμάχους τους η οποία έχει άμεση εφαρμογή στο επίπεδο άσκησης στρατιωτικής και πολιτικής κηδεμονίας. Βασικό τους εργαλείο αποτελεί η προβολής της στρατιωτικής ισχύος τους σε πλανητικό επίπεδο. Και αυτό σήμερα είναι το βασικό δεδομένο στο επίπεδο των σχέσεων στο δυτικό μπλοκ.
Από την άλλη η Ρωσία, ενθαρρυμένη, όπως είπαμε, από κάποια χειροπιαστά αποτελέσματα, διαμορφώνει τα δικά της «νέα δόγματα» για την «εξωτερική πολιτική και την ασφάλεια» της. Σε μια παράλληλη εξέλιξ,η η Κάτω Βουλή της Ρωσίας επικύρωσε πρόσφατα τροποποιήσεις σε νόμο που επεκτείνει τη χρήση των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων στο εξωτερικό. Τροποποιήσεις που είχε καταθέσει για συζήτηση ο ρώσος πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβιέντεφ τον περασμένο Αύγουστο. Με βάση αυτές τις τροποποιήσεις, τα ρωσικά στρατεύματα θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο εξωτερικό για να αποκρούσουν μια επίθεση ενάντια σε ρωσικές στρατιωτικές μονάδες ή άλλα στρατεύματα που αναπτύσσονται έξω από τη χώρα, να αποκρούσουν ή και να προλάβουν μια ένοπλη επίθεση ενάντια σε ένα άλλο κράτος που έχει ζητήσει από τη Ρωσία στρατιωτική βοήθεια, να υπερασπιστούν ρώσους πολίτες που ζουν στο εξωτερικό σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης!
Από την άλλη μεριά, και γενικότερα, η Ρωσία εξακολουθεί –και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά– να θεωρεί την επέκταση του ΝΑΤΟ και την «αντιπυραυλική ασπίδα» ως τη σημαντικότερη «εν δυνάμει» απειλή. Ταυτόχρονα ωστόσο (αφού έτσι κι αλλιώς στο άμεσο μέλλον κάπου θα τους εγκαταστήσουν οι Αμερικανοί) δείχνει και αυτή να θέλει να απαντήσει (και ίσως έχει αυτά τα φόντα) με «συστήματα νέας τεχνολογίας», αποτελεσματικά να αχρηστεύσουν τα αντίστοιχα του αντιπάλου.
Κατά συνέπεια οι όποιες ανατροπές έχουν σημειωθεί, αλλά και αυτές που θα ακολουθήσουν, τόσο οι ποσοτικές όσο και (κυρίως) οι ποιοτικές, στους συσχετισμούς στρατιωτικής ισχύος στον πλανήτη θα συμβάλουν όχι πλέον σε μια νέα κατάσταση ισορροπίας τρόμου, αλλά αν-ισορροπίας. Μέχρι στιγμής εκείνο που κρατά το δάκτυλο μακριά από το «κόκκινο κουμπί» είναι το ισοζύγιο των απωλειών -το οποίο ως φαίνεται υπερβαίνει το ανεκτό όριο- και όχι κάποια ηθική ή λογική αναστολή.
Ο Καρλ φον Κλαούζεβιτς, πρώσος στρατηγός των αρχών του προπερασμένου αιώνα, όταν η εμβέλεια των πυροβόλων όπλων ήταν περίπου σαράντα έξι μέτρα, διατύπωσε στο μοναδικό και ημιτελές βιβλίο του «περί πολέμου» την περίφημη αποστροφή: «Πόλεμος είναι απλώς η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα». Από τότε μέχρι σήμερα πολλά έχουν αλλάξει, ωστόσο η επισήμανση αυτή παραμένει επίκαιρη στο ακέραιο. Ετσι, και σε ό,τι αφορά έναν γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο στις σημερινές συνθήκες με τα πυρηνικά όπλα, στην αναζήτηση αυτής της συνέχειας έχει προστεθεί καθοριστικά και η παράμετρος της «ασφαλούς νίκης». Και ο εφιάλτης δεν περιγράφεται απλά με τον κίνδυνο να σκεφτεί κανείς το «αδιανόητο», αλλά να κάνει αυτό το αδιανόητο να μοιάζει σαν μια «λογική εξέλιξη».