Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

7η Συνδιάσκεψη ΚΚΕ(μ-λ). Στους αγώνες για το κίνημα που απαιτεί η εποχή μας!

Σημαντική από πολλές απόψεις μπορεί να χαρακτηριστεί η 7η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ(μ-λ) που ολοκληρώθηκε στην Αθήνα στις 26-28 Μαρτίου. Η εκδήλωση της 26 Μάρτη στο Γκίνη, που άνοιξε τις εργασίες της Συνδιάσκεψης, επιβεβαίωσε αυτό που είναι αναμενόμενο, αλλά ιδιαίτερης αξίας και οπωσδήποτε όχι αυτονόητο: Μια οργάνωση μαχόμενη μέσα στο λαό και στους αγώνες του, που αντιλαμβάνεται τη σημερινή κατάσταση, τις πραγματικές δυσκολίες και απαιτήσεις. Αυτό ήταν το κλίμα που αναδυόταν από την τρίωρη εκδήλωση όπου συναντήθηκαν εκατοντάδες μελών και στελεχών της οργάνωσης από όλη τη χώρα, μαζί με πολλούς αγωνιστές και βέβαια τις αντιπροσωπείες των οργανώσεων (ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΝΑΡ, ΜΛ-ΚΚΕ, Κ.Ο. Ανασύνταξη, Κομ. Ανανέωση, ΟΚΔΕ) που ήρθαν για να χαιρετίσουν τη Συνδιάσκεψη.
Αυτή η «συνάντηση» έχει βέβαια σε κάθε ανάλογη διαδικασία αντικειμενικά το χαραχτήρα της «αναμέτρησης» με τον εαυτό μας. Γιατί από τη μια (επαν)εκτιμούμε το «έχει μας», τον κορμό της δύναμης πάλης που έχουμε συγκροτήσει όλα τα προηγούμενα χρόνια και όσο αυτός μπορεί να «φωτογραφηθεί» μέσα σε ένα αμφιθέατρο. Συναντιούνται νέοι (και πολύ νέοι) αγωνιστές με τις παλιές «φουρνιές» από τα εργοστάσια, τα χωράφια, τα κινήματα και τους αγώνες που φτάνουν ως και την προδικτατορική περίοδο. Συναντιούνται οι σύντροφοι που στο διάστημα της περιόδου που μεσολάβησε από την προηγούμενη Συνδιάσκεψη έδρασαν και πάλεψαν στη μάχη του Ασφαλιστικού, στο Δεκέμβρη, στις απεργίες της φετινής χρονιάς, σε μια σειρά χώρους και περιοχές της Ελλάδας. Ολα αυτά λοιπόν συνθέτουν την υπόσταση της Συνδιάσκεψης, είναι η πραγματική της «ύλη», είναι η εικόνα αυτού που έχει κατακτηθεί και οικοδομηθεί. Και ο καθένας εκεί αισθάνεται και αντιλαμβάνεται την αξία του, τον κόπο που χρειάστηκε, το πόσο πολύτιμη είναι αυτή η υπαρκτή βάση αναφοράς. Από την άλλη, αυτή η ικανοποίηση και ακριβώς στη βάση της λογικής που υπάρχει, στη βάση των στόχων και των απαιτήσεων που τίθενται, γεννά ταυτόχρονα την ανάγκη της πάλης του αύριο, μεγαλώνει την αίσθηση της ευθύνης, κάνει πιο βαθύ τον ορίζοντα των επιδιώξεών μας.
Αυτή η δεύτερη πλευρά έχουμε τη γνώμη πως ήταν η πολιτικά κυρίαρχη στην 7η Συνδιάσκεψη όχι μόνο στην εναρκτήρια εκδήλωσή της αλλά και στη διαδικασία της πολιτικής συζήτησης το Σάββατο 27 Μάρτη και βέβαια στις σημαντικές αποφάσεις του Σώματος την επόμενη μέρα. Δεν έλειψε η αισιοδοξία και η μαχητικότητα από τις τοποθετήσεις των συνέδρων. Αυτό που δεν υπήρξε ήταν ο «εύκολος ενθουσιασμός», γιατί κυριάρχησε η απαίτηση γι' αυτό που πρέπει να γίνει, για το δρόμο που πρέπει να διανυθεί από το κίνημα και σε διαλεκτική σχέση με αυτό, από το ΚΚΕ(μ-λ). Υπάρχουν βέβαια γενικοί και ειδικοί λόγοι εξαιτίας των οποίων επικράτησε αυτό το κλίμα και αυτή η (πολιτική ουσιαστικά) αίσθηση στη Συνδιάσκεψη μας. Ο… γενικότερος από αυτούς είναι η ίδια η εποχή μας και ο ιδιαίτερα αρνητικός συσχετισμός που αντιμετωπίζει κάθε προσπάθεια που αναφέρεται στην Αριστερά από τη σκοπιά της επανάστασης και του σοσιαλισμού. Εξάλλου, ακριβώς στη βάση αυτής της κατάστασης και της επίγνωσής της, το ΚΚΕ(μ-λ) δεν χαρακτηρίστηκε ποτέ από «απογειώσεις» και εύκολες διακηρύξεις. Αντίθετα, επιδίωξε πάντα –ακόμα και με «αντιδημοφιλή» τρόπο- να αναδεικνύει τα πραγματικά ζητούμενα και να αρνείται να υιοθετήσει ή να κατασκευάσει εύκολες και γρήγορες «λύσεις».
Ωστόσο στην 7η Συνδιάσκεψη υπήρξαν δύο, ας πούμε, «ειδικότερα» στοιχεία που ευνόησαν τον προβληματισμό σε αυτή την κατεύθυνση και πιστεύουμε με γόνιμο τρόπο. Το ένα είναι «αντικειμενικό», η ίδια η επίθεση, η κλιμάκωσή της στα πιο άγρια επίπεδα που έχουμε ζήσει ως τώρα. Μια επίθεση που παρουσιάζει χωρίς φτιασίδια τον ιμπεριαλισμό-καπιταλισμό, τους μεγάλους κινδύνους και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργάτες, ο λαός, η χώρα μας, η περιοχή και ο κόσμος όλος. Μια επίθεση που δικαιώνει –με τον πιο επώδυνο τρόπο- τις κατά κανόνα «αιρετικές» εκτιμήσεις μας πολλών χρόνων για την τροχιά των εξελίξεων. Αλλά κυρίως μια επίθεση που παρουσιάζει ανάγλυφα τα μεγάλα προβλήματα του κινήματος, την πραγματική κατάσταση που υπάρχει όσον αφορά τους πολιτικούς, ιδεολογικούς, οργανωτικούς όρους αντίστασης και πάλης των μαζών. Μια επίθεση λοιπόν που σε καμιά περίπτωση δεν μας αιφνιδιάζει πολιτικά, μια επίθεση που όσο μας αφορά θα μπορούσαμε και να τη χαρακτηρίσουμε «αναμενόμενη», αλλά που ταυτόχρονα θέτει και εμάς με τον πιο άμεσο και πρακτικό τρόπο απέναντι στις ευθύνες μας και την «απεραντοσύνη των σκοπών μας». Μια επίθεση, τέλος, που, αν και καθόλου δεν αμφισβητεί την εκτίμηση που διατυπώσαμε ήδη από το 1998 στην 5η Συνδιάσκεψή μας σχετικά με το «κάτι αλλάζει» στη στάση των μαζών απέναντι στο σύστημα στην Ελλάδα και παντού στον κόσμο, ταυτόχρονα φέρνει στην ημερήσια διάταξη με τον πιο επιτακτικό τρόπο το δεύτερο σκέλος που συμπλήρωνε την εκτίμηση αυτή: Την ανάγκη ανάδειξης και οικοδόμησης των όρων εκείνων που απαιτούνται ώστε οι αντιστάσεις και οι αγώνες που γεννιούνται από την καπιταλιστική-ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα να αποτελέσουν τη βάση έναρξης ενός νέου ιστορικού κύκλου της εφόδου των μαζών στον ουρανό.
Το δεύτερο «ειδικό» στοιχείο που καθόρισε το πολιτικό κλίμα της 7ης Συνδιάσκεψης ήταν βέβαια το ίδιο το θέμα της Συνδιάσκεψης! Το ζήτημα της Αριστεράς ή, όπως το προσδιόρισε στην εισήγησή του ο Βασίλης Σαμαράς στην εκδήλωση της 26/3, «Το ζήτημα των λαών. Των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν. Του προσδιορισμού των αιτιών αυτών των προβλημάτων. Των λύσεων που απαιτούνται. Των δυνάμεων που θα προωθήσουν αυτές τις λύσεις, με ποιους όρους και μέσα από ποιους δρόμους». Το ζήτημα αυτό βέβαια ήταν επίκαιρο όταν περίπου τρία χρόνια πριν με βάση αυτό αποφασίσαμε την πραγματοποίηση της 7ης Συνδιάσκεψης. Θα λέγαμε πως είναι επίκαιρο εδώ και κάποιες δεκαετίες, μιας και πάνε 60 χρόνια τώρα που έχει «προκύψει» και σε όλη αυτή τη διαδρομή «ζητά» απάντηση. Ωστόσο είναι φανερό ότι η συγκυρία «βοήθησε» για να πειστεί ο καθένας ότι δεν πρόκειται για ένα ακαδημαϊκό ζήτημα. Δεν εννοούμε βέβαια πως η πραγματικότητα ό,τι είχε να «πει» το «είπε» σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Είναι βέβαιο ότι πολλά έχει ακόμα να αναδείξει σε σχέση με τις κραυγαλέες αναγκαιότητες που τίθενται. Αλλά, οπωσδήποτε, η συγκυρία της κρίσης και της επίθεσης –τουλάχιστον στη χώρα, όπου κάποια πράγματα είναι προφανή και η δυναμική θα αναδείξει σύντομα πλευρές που αποσιωπούνται ή αποκρύβονται- έφερε το θέμα πολύ πιο μπροστά από εκεί που η επίσημη και η κυρίαρχη φιλολογία θέλει να το θέτει.
Το θέμα λοιπόν της συνδιάσκεψης ήταν το θέμα της εποχής μας αλλά και των ημερών μας, για να αντιστρέψουμε τη διατύπωση που χρησιμοποιήσαμε στην πρόσκληση. Ηταν δηλαδή το θέμα που με άμεσο τρόπο αντιμετωπίζει καθημερινά ο λαός μας και βέβαια τα μέλη και τα στελέχη της οργάνωσης στην καθημερινή τους δράση. Θα λέγαμε μάλιστα πως το πλαίσιο με το οποίο τέθηκε το ζήτημα και στις εισηγήσεις πριν από το τριήμερο της συνδιάσκεψης και στην τελική εισήγηση του Β. Σαμαρά ισοδυναμεί με έναν πολιτικό επαναπροσδιορισμό του ΚΚΕ(μ-λ). Οχι κυρίως γιατί εισάγει νέα στοιχεία στην αντίληψή μας για τις αντιθέσεις, την ταξική πάλη, το σοσιαλισμό, το ρόλο και το χαρακτήρα των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων. Αλλά γιατί συγκεφαλαιώνει και πάνω από όλα επανατοποθετεί την προίκα μας στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται σήμερα και σε αυτό που ανοίγεται μπροστά μας. Η σύνδεση της κατεύθυνσής μας για Κοινή Δράση και το Μέτωπο Πάλης για την ανατροπή της επίθεσης με όλες τις αναγκαιότητες που έχει κληροδοτήσει στο κίνημα η παλινόρθωση και η ήττα αλλά και με την προοπτική της επανάστασης και του σοσιαλισμού δεν αποτελεί μια αυτονόητη θέση. Είναι μια βασική επαναθεμελίωση των όρων και των στόχων ύπαρξης και πάλης της οργάνωσης σε συνθήκες που «όλα αλλάζουν» και η επίθεση σπρώχνει προς την υποταγή ή έστω προς τις πιο οξύμωρες στρεβλώσεις και διαφυγές από την πραγματικότητα.
Η σχέση λοιπόν της πολιτικής κατεύθυνσής μας σήμερα με το «χθες» και από την άλλη με την επαναστατική προοπτική της εργατικής τάξης, που ανέδειξε η συνδιάσκεψη, αποτελεί μια συνολική απάντηση στο ερώτημα που αναφέραμε προηγούμενα σχετικά με τους όρους που απαιτούνται ώστε το «κάτι αλλάζει» να αποτελέσει αφετηρία μιας νέας επαναστατικής εφόδου των μαζών. Μια απάντηση τολμηρή γιατί δεν διστάζει –και οπωσδήποτε επιχειρεί- να θέσει όλα τα ταξικά, κοινωνικά, πολιτικά, θεωρητικά δεδομένα και ζητούμενα του προβλήματος. Επιχειρεί δηλαδή να μην κλείσει και στενέψει το ζήτημα στα μικρά όρια των πολιτικών «σχεδίων» είτε της καθεστωτικής Αριστεράς είτε σε αυτά που συναντώνται στον εξωκοινοβουλευτικό χώρο. Ολα αυτά –και παρά τις σημαντικές διαφορές στις αφετηρίες τους- απηχούν τελικά λογικές προσαρμογής στο σημερινό συσχετισμό και κρατούν έξω από το σχεδιασμό τους την εργατική τάξη και τις λαϊκές-νεολαιίστικες μάζες.
Ωστόσο είναι σαφές πως σε αυτή τη σχέση, σε αυτή τη συνολική απάντηση, υπάρχει η κρίσιμη πλευρά που θα καθορίσει τη συνέχεια, την ίδια την προσπάθειά μας και την ύπαρξή μας. Αυτή δεν είναι άλλη από την πολιτική κατεύθυνση που θέτουμε. Οι όροι στήριξης, προώθησης και υλοποίησης της πολιτικής μας κατεύθυνσης, ο συσχετισμός που θα διαμορφώνουμε κάθε στιγμή γύρω από αυτήν, οι μορφές που θα επιλέγουμε για την ανάδειξή της αποτελούν το κρίσιμο ζήτημά μας. Αυτό θα κρίνει ουσιαστικά το αν θα γίνεται υπόθεση των μαζών και η συνολική προσέγγισή μας, το αν δηλαδή η πάλη για την υπόθεση της Αριστεράς γίνεται η πάλη για την οικοδόμηση του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος της εποχής μας. Αυτό καθόλου δεν σημαίνει πως η κατεύθυνση του Μετώπου Πάλης δεν αντλεί «στοιχεία» και επιχειρήματα από το «χθες» και από την επαναστατική προοπτική του «αύριο». Αλλά αυτά τα στοιχεία πρέπει να «υπάγονται» στο σήμερα, στις ανάγκες και τις απαιτήσεις που διαμορφώνει κάθε στιγμή η ταξική πάλη. Από αυτή την άποψη, δεν είναι καθόλου τυχαίο ή άστοχο πως την πλειοψηφία των συνέδρων την απασχόλησαν οι ανάγκες τού σήμερα, οι όροι προώθησης των καθηκόντων μας στο κίνημα και στην πάλη. Αυτή είναι τελικά και η μόνη πραγματική απάντηση που θα είχαμε να δώσουμε σε όποιον –καλοπροαίρετα ή όχι- θα ρωτούσε πόσο βέβαιοι είμαστε για το τι θα προσφέρει το ΚΚΕ(μ-λ) στην υπόθεση της επαναστατικής προοπτικής της εργατικής τάξης και του κινήματος: Θα κριθούμε! Στον αγώνα, στην πάλη, στις απαιτήσεις που η κάθε μέρα φέρνει.