Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Η ουσία της νέας συνθήκης για τα πυρηνικά μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Επαναπροσδιορισμοί και επανασχεδιασμοί στον ίδιο καμβά

Μόλις ένα χρόνο πριν, στην Πράγα, αρχές του Απρίλη του 2009, ο Ομπάμα εκφωνούσε ένα «βαρυσήμαντο» λόγο, προβάλλοντας το «όραμά» του! Στο οποίο όραμα περιέγραφε, με γλαφυρό τρόπο, την ύπαρξη ενός κόσμου χωρίς πυρηνικά! Ως γνωστόν, ήταν το μόνο πράγμα που μπόρεσε να επικαλεστεί η νορβηγική επιτροπή του βραβείου Νομπέλ για να του απονείμει το Νομπέλ Ειρήνης! Ασχετα αν εκείνη τη στιγμή διεξήγαγε ταυτόχρονα δύο πολέμους! Ενα χρόνο μετά, στις 8 του Απρίλη, ο Ομπάμα ξαναβρίσκεται στην Πράγα προσκομίζοντας κάτι περισσότερο: Τη νέα συνθήκη START (με αύξοντα αριθμό 3), την οποία και συνυπογράφει με το ρώσο ομόλογό του Μεντβιέντεφ, για τη μείωση των στρατηγικών πυρηνικών όπλων των δύο χωρών κατά 40% περίπου.
Αυτά συμβαίνουν λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση του νέου «πυρηνικού δόγματος» των ΗΠΑ με το οποίο ο Ομπάμα «δεσμεύεται» να μην επιτεθεί με πυρηνικά σε χώρες που σέβονται τη «Διεθνή Συνθήκη μη Εξάπλωσης των Πυρηνικών». Πράγμα όμως που δεν θα ισχύσει γι' αυτές που δεν τη σέβονται! Ποιες είναι αυτές; Μα φυσικά το Ιράν και η Β. Κορέα. Σε αυτές προστέθηκε και η «Αλ Κάιντα», που μπορεί να μην είναι χώρα αλλά βολεύει στη σημερινή συγκυρία και η δράση της εξάλλου απλώνεται, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, σε πολλές χώρες.
Ετσι, αμέσως μετά την Πράγα και σαν συνέχεια έχουμε στην Ουάσιγκτον τη συνάντηση κορυφής 47 χωρών με αντικείμενο (επίσημα) να συζητήσουν τις «βελτιώσεις στο σύστημα προστασίας πυρηνικών υλικών» και ανεπίσημα να στοχοποιήσουν με μεγαλύτερη σαφήνεια τους παραπάνω εχθρούς. Πάντως, όπως και να το δει κανείς, επιχειρείται ένας επαναπροσδιορισμός της λίστας των παραπάνω «εχθρικών χωρών». Παρουσιάζονται πλέον ως «παραστρατημένες» (άρα μπορούν να επανέλθουν στο σωστό δρόμο) και όχι ως «απείθαρχες», που ίσχυε κατά την προεδρική θητεία Μπους.
Σε όλα αυτά υπάρχει η τυπική διάσταση από τη μια μεριά και η ουσία από την άλλη. Και δεν είναι καθόλου αντιφατικά, εκτός και αν, αφελώς, δεχτούμε ότι τα διάφορα παχιά λόγια για «αφοπλισμούς» και «ειρήνη» που εκστομίζουν οι ιμπεριαλιστές μπορεί έχουν μια κάποια βάση. Φυσικά και αυτή η νέα συνθήκη, που μόλις υπογράφηκε από ΗΠΑ και Ρωσία, συνοδεύεται και από την ανάλογη αγωνία και την περιβάλλει μια μεγάλη αβεβαιότητα! Θα επικυρωθεί από το αμερικανικό Κογκρέσο; (λείπουν επτά ψήφοι του Ομπάμα). Θα την τηρήσουν οι Ρώσοι, που διατηρούν (με βάση το προσφάτως διατυπωθέν δικό τους «πυρηνικό δόγμα») τη δυνατότητα αποδέσμευσης από τη συμφωνία αν η «αντιπυραυλική ασπίδα» των ΗΠΑ προχωρήσει στην υλοποίησή της; «Η Ρωσία θα έχει το δικαίωμα να εγκαταλείψει τη συνθήκη START, αν και μία ποσοτική και ποιοτική συσσώρευση της αντιπυραυλικής στρατηγικής των ΗΠΑ εκτιμάται ότι θα επηρεάσει σημαντικά την αποτελεσματικότητα των στρατηγικών πυρηνικών δυνάμεων της Ρωσίας», δήλωσε ο Λαβρόφ σε συνέντευξη Τύπου δύο ημέρες πριν από την υπογραφή της Πράγας. Για την ιστορία και για να θυμηθούμε τις παλαιότερες συμφωνίες του είδους μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας (ή Σ. Ενωσης), θα δούμε ότι όλες είχαν εξέλιξη εντελώς διαφορετική από αυτήν που εισηγούνταν τα υπογεγραμμένα κείμενα!
Πριν από πέντε (τουλάχιστον) δεκαετίες απορριπτόταν ως ουτοπική (που είναι τέτοια για τις συνθήκες μέσα στις οποίες εξελίσσονται τα πράγματα) η θεωρία του ολοκληρωτικού πυρηνικού αφοπλισμού, της λεγόμενης «μηδενικής λύσης», και υιοθετούνταν –έτσι προβαλλόταν– η θεωρία του ελέγχου των εξοπλισμών. Σήμερα ο Ομπάμα επαναφέρει από την πίσω πόρτα το ίδιο «όραμα» (τοποθετώντας το βέβαια στο πολύ μακρινό μέλλον), αλλά δείχνει να προτιμά τα ρεαλιστικά βήματα του ελέγχου των πυρηνικών εξοπλισμών. Τίποτα από τα δύο δεν υφίσταται. Εκείνο που υφίσταται, ομολογημένα, ανομολόγητα, είναι το πραγματικό δόγμα της «πυρηνικής αποτροπής» μετά το «πρώτο χτύπημα». Και εκεί ήμασταν και εξακολουθούμε να είμαστε!
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλές συνθήκες υπογράφηκαν, παρόμοιου ή αναλόγου περιεχομένου. Ανάμεσα στις σημαντικότερες είναι: Η Συνθήκη της Ανταρκτικής του 1959, η Συνθήκη Μερικής Απαγόρευσης Πυρηνικών Δοκιμών του 1963, η Συνθήκη για το Απώτερο Διάστημα του 1967, η «Συνθήκη Τλατέλολκο» για την Αποπυρηνικοποίηση της Λατινικής Αμερικής επίσης το 1967, η Συνθήκη για τη μη Διασπορά των Πυρηνικών Οπλων του 1968 κ.λπ. Ολες αυτές, εκτός από τις πολλές γενικότητες και ασάφειες που περιείχαν (ακριβώς γιατί ο στόχος τους δεν ήταν να παρέχουν κανενός είδους ασφάλεια), δεν ασκούσαν ούτε έναν κάποιον, έστω υποτυπώδη, έλεγχο στους εξοπλισμούς (του αντιπάλου εννοείται). Παρ' ότι θεωρητικά έθεταν κάποιους ποιοτικούς και ποσοτικούς περιορισμούς, δεν εμπόδισαν την αύξηση των πυρηνικών κεφαλών ούτε έβαλαν φρένο στην επινόηση νέων όπλων.
Για παράδειγμα, οι συνθήκες SALT 1 και SALT 2 για τον περιορισμό των στρατηγικών όπλων, που υπογράφηκαν μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ενωσης το Μάιο του 1972 και τον Ιούνιο του 1979 αντιστοίχως, όχι μόνο δεν σταμάτησαν τον ανταγωνισμό των εξοπλισμών, αλλά τον ενέτειναν. Το αποτέλεσμα ήταν μια ακολουθία επιθετικών πολιτικών (κύρια από την πλευρά των αμερικάνων ιμπεριαλιστών) που από τη μια προσπαθούσαν να βάλουν κάποιους φραγμούς στους εξοπλισμούς του αντιπάλου και από την άλλη μετέθεταν τον ανταγωνισμό των εξοπλισμών σε άλλα επίπεδα (πόλεμος των άστρων, ανάπτυξη δορυφορικών συστημάτων κ.λπ.). Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου το 1988, μια σειρά νέων συμφωνιών -ανάμεσά τους και οι START 1 και START 2 που υπογράφηκαν το 1990 και 1991 αντιστοίχως– «επιβάλλουν», για μία ακόμη φορά, τη μείωση των πυρηνικών, χημικών και συμβατικών οπλοστασίων. Με εξαίρεση (χλομή ωστόσο) τη Σύμβαση για τα Χημικά Οπλα, οι ισχύουσες συμφωνίες για τον αφοπλισμό, ενώ φαίνεται να θέτουν έμμεσα ένα ανώτατο όριο στον αριθμό των όπλων που μια χώρα μπορεί να διατηρεί σε κατάσταση πολεμικής ετοιμότητας, δεν περιορίζουν την παραγωγή νέων και τεχνολογικά εξελιγμένων πυρηνικών όπλων. Το πλεόνασμα των όπλων που φέρεται να καταστρέφεται –όπως προβλέπουν οι συμφωνίες– είναι ένα μικρό σύνολο και αφορά στην πραγματικότητα την ανανέωσή τους.
Το αυτό ακριβώς συμβαίνει και σήμερα. Το πώς αντιλαμβάνεται η νέα αμερικανική ηγεσία τα περί «πυρηνικής αποτροπής» δεν βρίσκεται στις διακηρύξεις της και στο περιτύλιγμα των διεθνών συμβάσεων και συμφωνιών. Βρίσκεται στους πραγματικούς όρους με τους οποίους κινούνται σήμερα τα πράγματα και στις αντίστοιχες προϋποθέσεις που επιδιώκουν να διαμορφώσουν οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές, ώστε τα νέα γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά δεδομένα που θα προκύψουν να απαντούν σε σημαντικό βαθμό και με ουσιαστικό τρόπο στα ζητήματα κυριαρχίας που έχουν δρομολογήσει. Και σε αυτό το σημείο δεν υφίσταται καμιά αντίφαση, όπως παρατηρούν διάφοροι αναλυτές της παγκόσμιας κατάστασης. Δηλαδή η «φιλειρηνική» ρητορεία και το όψιμο «αντιπυρηνικό» λεξιλόγιο του Ομπάμα και άλλων αμερικανών αξιωματούχων και η ταυτόχρονη ενίσχυση της πολεμικής τους μηχανής. Η προώθηση και η υλοποίηση τόσο μεσοπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα μιας πυρηνικής στρατηγικής με ποσοτικές αλλά και ποιοτικές βελτιώσεις των εξοπλισμών δεν υποδηλώνει τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από το γεγονός πως μεταπολεμικά η πυρηνική ισχύς είναι και παραμένει ο καθοριστικότερος παράγοντας της δόμησης των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνιστικών σχέσεων και σε όλα τα επίπεδα.
Κατά συνέπεια, η νέα κατάσταση που είναι υπό διαμόρφωση (κάποιοι ήδη μιλούν για νέο «ψυχρό πόλεμο», χωρίς ωστόσο να προδιαγράφουν τα στρατόπεδα πέραν των βασικών αντιπάλων ΗΠΑ και Ρωσίας) φαίνεται ότι προκύπτει όχι σαν υποχώρηση από το δόγμα του «πρώτου χτυπήματος» και της αποτροπής αντιποίνων, αλλά ως προϋπόθεση των παραπάνω, του εκσυγχρονισμού ενός μέρους του σημερινού και όχι και τόσο αποδοτικού και αποτελεσματικού, «γερασμένου» πυρηνικού οπλοστασίου και των ΗΠΑ και της Ρωσίας.
Σε αυτήν την κούρσα οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές εκτιμούν ότι έχουν κάποια συγκριτικά πλεονεκτήματα. Σε αυτήν την πρόκληση οι ρώσοι ιμπεριαλιστές θέλουν να ακολουθήσουν ίσως και υπερβάλλοντας εαυτούς. Η πρόσφατη συμφωνία START που υπογράφηκε από τους προέδρους των δύο χωρών προβλέπει, όπως είπαμε παραπάνω, μείωση των στρατηγικών πυρηνικών πάνω από 40%! Το σημαντικότερο όμως αφορά το πλαίσιο στο οποίο κινείται και το οποίο σε γενικές γραμμές υπαγόρευσαν οι ΗΠΑ. Οι οποίες προχωρούν άμεσα (όπως προβάλλεται μέσα από το συνολικότερο «δόγμα Ομπάμα») σε γενναία αύξηση των εξοπλιστικών δαπανών, ενώ ταυτόχρονα αφήνουν ανοιχτή κάθε δυνατότητα χρήσης πυρηνικών αν οι συνθήκες εκτιμηθούν «εξαιρετικά ακραίες»!!! Η Ρωσία απλά περιορίζεται στη φάση αυτή σε μερικές (αλλά και σημαντικές) υποσημειώσεις σε ό,τι αφορά το έτσι κι αλλιώς προβληματικό μέλλον και αυτής της συνθήκης.
Σε τελική ανάλυση, το πρόβλημα με τις πυρηνικές υπερδυνάμεις, ΗΠΑ και Ρωσία, δεν είναι να διατηρήσουν και να βελτιώσουν τα όπλα τους καθεμιά για τον εαυτό της, αλλά να διαπραγματευτούν με όρους πραγματικής αναμέτρησης την τελική ιεράρχηση αυτής της ισχύος σε παγκόσμιο επίπεδο. Φυσικά, και επειδή τα πράγματα κινούνται μέσα σε ένα έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον που ορίζουν και καθορίζουν τα αντιθετικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, περικλείουν μεγάλες και ουσιαστικές αντιφάσεις. Και οι οποίες με τη σειρά τους και σε μεγάλο βαθμό διαμορφώνουν και αποκρυσταλλώνουν το κάθε φορά αποτέλεσμα.
Ανεξάρτητα λοιπόν από τους σχεδιασμούς και τους επανασχεδιασμούς των ιμπεριαλιστών και βασικά των ΗΠΑ, οι αντιφάσεις που περικλείει το σημερινό «στάτους» αλλά και τα αδιέξοδα που παράγει η πορεία και η εξέλιξη της πραγματικής κατάστασης ενδεχόμενα να παίξουν τελικά καθοριστικό όσο και απρόβλεπτο ρόλο. Δεν είναι ίσως άνευ ειδικής σημασίας (για το μέγεθός της πρέπει να υπάρχουν μάλλον επιφυλάξεις) η αντίδραση στην υπογραφή αυτής της συμφωνίας δύο μεγάλων συμμάχων του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου και οι οποίοι μέχρι σήμερα υφίστανται τις συνέπειες (πολιτικές και όχι μόνο) που τους κληροδοτεί η ήττα τους σε αυτόν τον πόλεμο και που πασχίζουν να χειραφετηθούν από αυτές. Της Γερμανίας και της Ιαπωνίας. Χαιρετίζοντας φυσικά το νέο «δόγμα Ομπάμα» και υπερθεματίζοντας, η μεν Μέρκελ ζητά να απομακρυνθούν τα αμερικανικά πυρηνικά από τη Γερμανία, ο δε ιάπωνας πρωθυπουργός Χατογιάμα παραδέχεται ότι υπάρχουν μυστικές συμφωνίες για φιλοξενία αμερικανικών πυρηνικών, προκαλώντας και προξενώντας ένα μικρό σοκ στη χώρα της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι.