Σχεδόν μελαγχολήσαμε, όταν διαπιστώσαμε τη μεγάλη ευκολία -σχεδόν ανακούφιση- με την οποία έδειξαν να αποδέχονται όλοι σχεδόν το κλείσιμο των αγώνων ενάντια στα βάρβαρα μέτρα κυβέρνησης-τρόικας, την παραπομπή στο Σεπτέμβρη και τη ΔΕΘ, αλλά και την άτυπη (για κάποιους, επίσημη) έναρξη της... προεκλογικής περιόδου ενόψει Καλλικράτη. Και αυθόρμητα μας προέκυψε μία αναδρομή του πολύμηνου απεργιακού αγώνα για την ανατροπή των μέτρων, που ξεκίνησε το Δεκέμβρη. Και μάλλον δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι κάποιοι από τότε αναζητούσαν -λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά- τη βαλβίδα εκτόνωσης, τη διέξοδο από τις ασφυκτικές πιέσεις της ταξικής πάλης.
Δεν αρκούσε η ψήφιση του αντιασφαλιστικού τερατουργήματος στις 8 Ιουλίου και η εθιμοτυπική απεργία που κήρυξαν για την ημέρα αυτή ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ για να κλείσουν τον πρώτο κύκλο αγωνιστικών κινητοποιήσεων ενάντια στα βάρβαρα αντιλαϊκά-αντεργατικά μέτρα της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και το καθεστώς υποδούλωσης του λαού και της χώρας στα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών της ΕΕ και του ΔΝΤ.
Έπρεπε να υπάρξει και η υπογραφή της κατάπτυστης συλλογικής σύμβασης προκειμένου το σύστημα να δείξει ακόμη πιο προκλητικά «ποιος κάνει κουμάντο». Και για να αναδειχτεί ακόμη εντονότερα η μεγάλη αντίφαση που χαρακτήρισε αυτόν τον πολύμηνο, μεγαλειώδη αγώνα: η αγωνιστική διάθεση των εργαζομένων και των λαϊκών μαζών, από τη μία, και η απροθυμία-υπονομευτική στάση της συνδικαλιστικής ηγεσίας, τόσο της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ όσο και του ΠΑΜΕ, από την άλλη. Αντίφαση-αντίθεση η οποία αναζητά επίμονα την απάντηση, τη λύση της. Και θα την αναζητά ακόμη πιο επίμονα όσο εντείνεται η αντεργατική-αντιλαϊκή επίθεση. Ήδη η κυβέρνηση επέλεξε να «ξαναρίξει το γάντι» προς το εργατικό κίνημα.Από την πρώτη κιόλας στιγμή, φάνηκε ξεκάθαρα η απροθυμία της ηγεσίας της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ να κινητοποιήσουν τις εργαζόμενες μάζες ενάντια στην επίθεση που επέβαλλαν τα επιτελεία της ΕΕ και πρόθυμα ξεδίπλωνε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Σε μια εξοργιστική προσπάθεια δημιουργίας αυταπατών για την νεοεκλεγείσα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και απόκρυψης της πραγματικής ουσίας της επίθεσης, το πασοκικό δίδυμο Παναγόπουλου-Παπασπύρου έκανε ό,τι μπορούσε προκειμένου να κερδίσει χρόνο και να αποφύγει την υποχρέωση της οργάνωσης των εργατικών αγώνων.
Έπρεπε να φτάσει 10 Φλεβάρη για να «θυμηθεί» η ηγεσία της ΑΔΕΔΥ να κάνει την πρώτη της απεργία, προφανώς πιεσμένη από την αγανάκτηση των δημοσίων υπαλλήλων που είδαν να θυσιάζεται το εισόδημά τους στο βωμό του Προγράμματος Βαρβαρότητας. Μέχρι τότε, αυτή η συνδικαλιστική ηγεσία θεωρούσε «ανέντιμο» να καλέσει απεργία ενάντια σε μια κυβέρνηση η οποία είχε αναλάβει μόλις πριν από μερικούς μήνες. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση αυτή είχε καταθέσει και ψηφίσει τον πιο αντιλαϊκό προϋπολογισμό και «έβαζε πλώρη» για το συνολικότερο μακέλεμα των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, δεν ήταν αρκετό για τους συνδικαλιστές της ΠΑΣΚΕ στην ΑΔΕΔΥ. Ακόμη και το κάλεσμα της ΑΔΕΔΥ στην απεργία έκανε μία γενική αναφορά στις «αγορές» και καμία σε ΠΑΣΟΚ, κυβέρνηση ή ΕΕ, σε πλήρη σύμπνοια με την κυβερνητική αναφορά στους «κερδοσκοπικούς κύκλους» και διάφορα άλλα... σκοτεινά συμφέροντα.
Για τη ΓΣΕΕ τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα! Καλυμμένη πίσω από την πίστωση χρόνου που της έδινε το γεγονός ότι η πρώτη φάση της επίθεσης στρεφόταν ενάντια στους εργαζόμενους του Δημοσίου και με ακόμη πιο φιλοκυβερνητικές (κυβερνητικές θα έλεγε κανείς) τοποθετήσεις, ανακοίνωσε την πρώτη απεργία για τις 24 του Φλεβάρη, δίνοντας πολύτιμο χρόνο στην ιδεολογική τρομοκρατία του συστήματος να κάνει τη δουλειά της, προκειμένου να αποσπαστεί η ζητούμενη κοινωνική συναίνεση. Λειτουργώντας ως πιστό κομματικό στέλεχος, ο Παναγόπουλος της ΓΣΕΕ αναζητούσε εκείνη την κατάλληλη τακτική διαφυγής από το πρόβλημα. Γιατί, παράλληλα, ήξερε ότι πέρα από τα μέτρα της κυβέρνησης για εργασιακά-ασφαλιστικό, έπρεπε να διαπραγματευτεί και τη συλλογική σύμβαση.
Παραήταν, λοιπόν, μεγάλο το βάρος για τη συνδικαλιστική ηγεσία της σε ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ (και ιδιαίτερα την ΠΑΣΚΕ) η οποία βρέθηκε υποχρεωμένη να πάρει θέση σε μία ταξική αντιπαράθεση με τεράστια πολιτική σημασία και βαρύτητα. Οι προσπάθειες απεμπλοκής της από το πρόβλημα ήταν συνεχείς και εξόφθαλμες:
- Η στάση της στην απεργία της 11 Μάρτη που είχε και ως άλλοθι την επίθεση στον Παναγόπουλο.
- Η «φιέστα» της Πρωτομαγιάς στην Πλ. Κλαυθμώνος.
- Οι εξοντωτικές αποστάσεις ανάμεσα στις απεργίες που έσπερναν απογοήτευση στους εργαζόμενους.
- Και φυσικά η υπογραφή της ελεεινής συλλογικής σύμβασης για τα επόμενα τρία χρόνια.
Βιάζονται κάποιοι να απαλύνουν τις ευθύνες της ΑΔΕΔΥ σε σχέση με αυτές της ΓΣΕΕ. Ανεξάρτητα από το ποιος έκανε τις πιο πολλές απεργίες ή τις πιο πολλές συγκεντρώσεις, η ουσία βρίσκεται στο γεγονός ότι καμιά από τις δύο αυτές ηγεσίες δεν είχε τη διάθεση της συνολικής ρήξης με την κυβερνητική πολιτική. Όπως ο Παναγόπουλος, έτσι και ο Παπασπύρος είναι δέσμιος της πολιτικής αντίληψης που κουβαλά, αλλά και των σχέσεων -πολιτικών και οικονομικών- που έχει με την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και την αστική τάξη. Και οι δυο τους αποτελούν το μακρύ χέρι της κυβέρνησης στο συνδικαλιστικό κίνημα. Ακόμη και οι απεργίες που έκαναν ήταν αποτέλεσμα της πίεσης που δέχονταν από τους εργαζόμενους και της ανάγκης να παραμείνουν στη θέση τους προκειμένου να ελέγχουν το εργατικό κίνημα για λογαριασμό του συστήματος.
Και είναι βέβαιο ότι δεν θα γίνει η παραμικρή προσπάθεια αποτίμησης αυτού του αγώνα από τις ηγεσίες αυτές. Τι έφταιξε και όλα -μα όλα- τα μέτρα της κυβέρνησης πέρασαν; Γιατί δεν αξιοποιήθηκε η εκφρασμένη αγωνιστική διάθεση των εργαζομένων; Είναι αλήθεια ότι η ηγεσία της ΓΣΕΕ προσπαθεί και πάλι να τα «στρίψει». Γι’ αυτό και παρουσιάζει την υπογραφή της συλλογικής σύμβασης ως νίκη!!! Δηλαδή, μια πλήρης διαστροφή της πραγματικότητας και μάλιστα με ένα σχέδιο που -απ’ ό,τι φαίνεται- απεργαζόταν εδώ και μήνες.
Με όλα αυτά, είναι αλήθεια ότι η θέση των εργατοπατέρων κλονίστηκε αρκετά και ότι στις συνειδήσεις των εργαζομένων είναι υπόλογοι περισσότερο από ποτέ. Ωστόσο, αυτό που τους σώζει είναι ότι ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ εξακολουθούν να αποτελούν δύο συνδικαλιστικούς φορείς των οποίων το κάλεσμα εξακολουθεί να έχει πανελλαδικό, πανεργατικό χαρακτήρα, και βέβαια το ότι δεν έχουν ακόμη διαμορφωθεί οι όροι στο εργατικό κίνημα για μια άλλη, αγωνιστική ρότα. Και ας μην βιαστεί κανείς να αναφερθεί στο ΠΑΜΕ, γιατί και αυτό έκανε τα αδύνατα δυνατά προκειμένου τα πράγματα να συνεχίσουν να κυλούν με τον απαρασάλευτο τρόπο που κυλούσαν μέχρι τώρα.
Ξεκινώντας από τη συνεχή και μεθοδική υποτίμηση της επίθεσης και της φάσης. «Τα μέτρα είναι προαποφασισμένα» φρόντιζαν να διατυμπανίζουν από την πρώτη στιγμή το συνδικαλιστικό μόρφωμα του ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ. Για να προσθέσουν μερικούς μήνες μετά, που η επίθεση επεκτάθηκε και σε άλλες χώρες (Ισπανία, Πορτογαλία), ότι «τα μέτρα προωθούνται σε όλη τη Ευρώπη». Σύμφωνα, λοιπόν, με το ΚΚΕ η σημερινή κατάσταση δεν περιέχει τίποτε το καινούριο και τίποτε το ιδιαίτερο για τη χώρα. Καμία έκτακτη κατάσταση και, επομένως, καμία ανάγκη για αλλαγή τακτικής από την πλευρά του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ. Χώρια που πρόκειται για μια συνολική επιλογή του κεφάλαιου στην Ευρώπη, ένα κεντρικό σχέδιο τεραστίων διαστάσεων. Μία γραμμή παραλυτική, αδιέξοδη και -τελικά- ολέθρια για το εργατικό κίνημα. Γιατί -πέρα απ’ όλα τ’ άλλα- αποτελεί και ανάχωμα για τους εργαζόμενους που αντιλαμβάνονται τη στάση της ΓΣΕΕ και αναζητούν μία πραγματική αγωνιστική διέξοδο. Είναι ένα πραγματικό πρόβλημα για το εργατικό κίνημα το γεγονός ότι το ΠΑΜΕ, οι απόψεις, η λειτουργία και η τακτική του, φαντάζει για αρκετούς εργαζόμενους ως αγωνιστική διέξοδος σε σχέση με τις ηγεσίες σε ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ.
Από την πρώτη λοιπόν, στιγμή το ΠΑΜΕ έκανε ξεκάθαρο ότι τίποτε δεν άλλαξε, ότι τίποτε δεν είναι πρωτόγνωρο, ότι για τα πάντα το ΠΑΜΕ είχε «έγκαιρα» προειδοποιήσει. Ακόμη κι έτσι να ήταν (που δεν είναι), μπαίνει αμείλικτο το ερώτημα: Ε, και; Πώς αντιμετώπισε αυτήν την επίθεση το «έγκαιρα» προετοιμασμένο ΠΑΜΕ; Τι κινήσεις προετοιμασίας των εργαζομένων και οργάνωσης των αγώνων προώθησε, προκειμένου να ανατρέψει τα κυβερνητικά μέτρα; Γιατί δεν κατάφερε να βάλει στην άκρη την ξεπουλημένη ΓΣΕΕ την οποία -σύμφωνα με τους ίδιους- καταφέρνει να υπερφαλαγγίζει σε μαζικότητα;
Μην θεωρήσετε ότι το ΠΑΜΕ ή το ΚΚΕ θα δώσει πραγματικές απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά. Γιατί αν πραγματικά το ήθελε και νοιαζόταν θα μπορούσε πράγματι να κινηθεί στην κατεύθυνση δημιουργίας συνθηκών «συναγερμού» στην εργατική τάξη (όπως το ίδιο έθετε σε αφίσα του). Γιατί θα μπορούσε να κάνει κινήσεις πραγματικής αγωνιστικής συσπείρωσης σωματείων, ομοσπονδιών και εργαζομένων σε ουσιαστική βάση και όχι στη βάση του κομματικού προγραμματισμού. Γιατί θα μπορούσε να πάψει να σπέρνει σύγχυση και ψευτοδιλήμματα στους εργαζόμενους την ώρα που απαιτείται μαζικός, αποφασιστικός και ανυποχώρητος αγώνας.
Ωστόσο, αυτό θα απαιτούσε μία εντελώς διαφορετική αντίληψη. Άλλος είναι ο χαρακτήρας και οι επιλογές της ηγεσίας του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ. Και αυτό φάνηκε πεντακάθαρα μέσα από συγκεκριμένες επιλογές του όλο αυτό το διάστημα:
- Με τη νομιμοποίηση της στοχοποίησης του μπλοκ της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς από το σύστημα. Η επιλογή του να διαδηλώσει προς το Θησείο στις 20 Μάη, και μάλιστα μετά από συνάντηση της Παπαρήγα με τον Χρυσοχοΐδη, είχε αυτό το νόημα και αποτελούσε σαφή απόδειξη υποταγής στην αστική νομιμότητα. Ήταν η ίδια στάση που είχε κρατήσει στην απεργία της 10ης Δεκέμβρη του 2008 μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου. Ήταν η ίδια που επανέλαβε ξανά στις 29 Ιούνη.
- Με την απόρριψη κάθε καλέσματος κοινής δράσης και συμπόρευσης για την ανατροπή των μέτρων. Ήταν χαρακτηριστική η εικόνα στο Σύνταγμα στις 8 Απρίλη, όπου το ΠΑΜΕ έκανε «κορδόνια» στη διαδήλωση του Συντονισμού Πρωτοβάθμιων Σωματείων που γινόταν για τον ίδιο λόγο, την εναντίωση στο φορολογικό νομοσχέδιο! Την ίδια περίοδο που αποδέχτηκε την πρόσκληση του Σαμαρά της ΝΔ, αλλά και της σύσκεψης των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
- Με την αναπαραγωγή θέσεων που πρωτοεμφάνισε στο φοιτητικό ξεσηκωμό ενάντια στο άρθρο 16, σχετικά με την «ανεπάρκεια των αγώνων», με την υποτίμηση-μηδενισμό της αξίας επιμέρους κατακτήσεων κ.λπ. προκειμένου και την παρουσίαση ξανά της άποψης περί μίας ακαθόριστης αλλαγής συσχετισμών (η οποία ωστόσο παραπέμπει ευθέως στις εκλογές) η οποία δεν θα το βγάζει εκτός του αστικού κοινοβουλευτικού παιχνιδιού στο οποίο τόσο βολικά έχει μάθει να κινείται.
- Με τη βιασύνη του να κλείσει όλο τον αγώνα και να κηρύξει την έναρξη προεκλογικής περιόδου για τις δημοτικές εκλογές. Γιατί ήταν φανερό πως όλη η πρεμούρα του να αναδειχτεί ως ο μοναδικός φορέας αντιπαράθεσης στη ΓΣΕΕ και την κυβέρνηση, σε συνδυασμό με τις θέσεις και την περιχαρακωμένη, κομματικοκεντρική του κίνηση, έκρυβαν από την αρχή κιόλας του αγώνα τον κύριο στόχο του: τις δημοτικές εκλογές.
Ωστόσο, μπορεί το ΚΚΕ να αισθάνεται ανακούφιση που θα μπορεί πλέον να παίξει στα γνώριμα, ρηχά νερά των εκλογών (πόσο μάλλον που τα ποσοστά των δημοσκοπήσεων το δείχνουν και ανεβασμένο!) αλλά τα προβλήματα στο εσωτερικό του και πολλά είναι και με έντονο τρόπο εκφράστηκαν (αποχωρήσεις, διαγραφές κ.λπ.). Διότι δεν είναι δυνατόν να παρουσιάζεσαι ως αγωνιστική, ταξική δύναμη βεληνεκούς και να προσπερνάς με τέτοια ευκολία εξελίξεις που κλονίζουν συθέμελα τη ζωή και τις συνειδήσεις της εργατικής τάξης, του λαού και των εργαζομένων. Ως πότε ο κόσμος της επιρροής του ΚΚΕ θα καταπίνει αδιαμαρτύρητα τη συλλήβδην απόρριψη των δεκάδων χιλιάδων εργαζομένων που επιλέγουν να μην διαδηλώσουν με το ΠΑΜΕ και οι οποίοι βιώνουν τα ίδια ακριβώς προβλήματα, δίνοντας και αυτοί τις δικές τους μάχες στους χώρους δουλειάς; Ως πότε οι βαρύγδουπες διαβεβαιώσεις ταξικής καθαρότητας θα μπορούν να συμπλέουν με τις απανωτές ήττες που δέχεται η εργατική τάξη; Και ως πότε το ζήτημα της θολής προοπτικής της «λαϊκής εξουσίας» θα μπορεί να καλύπτει την απροθυμία σύγκρουσης για το άμεσο, για το επείγον, γι’ αυτό το οποίο τελικά θα κρίνει τη δυνατότητα ανοίγματος του δρόμου της προοπτικής.
Προσπάθησε το ΚΚΕ να ανοίξει ζήτημα αντιπαράθεσης στο λιμάνι του Πειραιά και να αμφισβητήσει τη δικαστική απόφαση που κήρυσσε παράνομη και καταχρηστική την απεργία των ναυτεργατών. Ήταν και αυτό μέρος της προσπάθειάς του να απαντήσει στις εσωτερικές του πιέσεις και να επιδείξει αγωνιστικό πρόσωπο. Και βρέθηκε μπροστά στην ανοιχτή επίθεση του συστήματος και την απαίτηση να δηλώσει υποταγή προς την αστική νομιμότητα. Βρέθηκε αντιμέτωπο με τους Πάγκαλους και τους Καρατζαφέρηδες οι οποίοι φρόντισαν να του θυμίσουν με ποιους όρους παίζεται το «παιχνίδι» στο οποίο πρόθυμα παίζει όλα αυτά τα χρόνια. Και το βέβαιο είναι ότι όσο η ταξική πάλη οξύνεται, τόσο το ΚΚΕ θα δυσκολεύεται στις επιλογές του. Ολοένα και περισσότερο το αστικό κοστουμάκι θα γίνεται στενότερο.
Και είναι βέβαιο ότι το τρίμηνο μέχρι τις δημοτικές εκλογές θα φέρει νέες προκλήσεις του συστήματος, νέες αναπροσαρμογές στη... βαρβαρότητα.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου