Eισαγωγή
Σε καινούρια φάση μπήκε η ταξική αναμέτρηση μετά την ψήφιση και των νομοσχεδίων για το ασφαλιστικό. Η κλιμάκωση της πιο βάρβαρης επίθεσης που γνώρισε ο λαός μας, τις τελευταίες δεκαετίες, και που ως αποτέλεσμα είχε να επιδεινώσει ραγδαία τη θέση των εργαζόμενων και των λαϊκών στρωμάτων, πρέπει οπωσδήποτε να αποτιμηθεί. Χρειάζεται οπωσδήποτε, και άμεσα, στους κόλπους του κινήματος, στα πλαίσια των συλλογικοτήτων, των όποιων επιτροπών, των σωματείων, να γίνει ένας απολογισμός που να αφορά αφενός τα όποια κέρδη είχε το σύστημα, αφετέρου τα σημάδια που αυτή η επίθεση άφησε στο λαό και τη νεολαία.Με μια πρώτη ματιά φαίνεται ότι κι αυτός ο απολογισμός, όπως και ο προηγούμενος του 2008 που αφορούσε το ασφαλιστικό της Πετραλιά, θα είναι περίπου «μια από τα ίδια». Το σύστημα, δηλαδή, να έχει καταφέρει να περάσει μια ακόμη επίθεση, και οι λαϊκές μάζες, παρά τις προσπάθειές τους να αντισταθούν, να έχουν αναδειξει για μία ακόμη φορά την αδυναμία τους να ανακόψουν τα κύματα της επίθεσης, έστω και αν προκάλεσαν κάποιες ρωγμές στο αντιδραστικό μέτωπο.
«Φαίνεται», λοιπόν, μία από τα ίδια, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς έτσι. Αρκεί να ψάξουμε και να σκύψουμε πιο ουσιαστικά στα συνολικά ταξικά δεδομένα, έτσι όπως προέκυψαν. Ας εξηγηθούμε λοιπόν: Πριν μήνες, όταν όλα έδειχναν ότι επίκειται όλο αυτό το βάρβαρο ξεθεμελίωμα των δικαιωμάτων προς όφελος του κεφαλαίου, και υπό την τρομοκρατία των «μονοδρόμων» ΔΝΤ και ΕΕ, είχαμε διατυπώσει την εκτίμηση ότι ακόμα κι αν το σύστημα περάσει τα μέτρα του, η νίκη του θα αποδειχθεί πύρρειος. Νομίζουμε λοιπόν ότι σήμερα είναι καιρός να ψηλαφίσουμε περαιτέρω αυτή μας την εκτίμηση, επειδή προφανώς, δεν θέλουμε να θεωρηθεί ότι αυτή είναι απλώς μια απέλπιδα προσπάθεια να σώσουμε τα προσχήματα από τη σκοπιά του λαού, μία προσπάθεια να καλλιεργήσουμε μια αισιοδοξία που δεν πατάει πουθενά.
Μια ακόμη νίκη για το σύστημα
Χωρίς να θεωρηθούμε μοιρολάτρες και ηττοπαθείς, δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η επίθεση πέρασε. Οι ξένοι ιμπεριαλιστές ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού, το όλο πλέγμα εξάρτησης της χώρας από ΗΠΑ, ΕΕ, τα χαρακτηριστικά του ντόπιου πολιτικού κατεστημένου, η ανάγκες του ντόπιου κεφαλαίου, το διεθνές κλίμα και, φυσικά, το τσουνάμι από την συνεχιζόμενη κρίση αποτέλεσαν ένα ισχυρότατο μέτωπο που, παρά τις υπαρκτές και οξυμένες αντιθέσεις στο εσωτερικό του, ξέρει καλά να ενώνεται απέναντι στον εχθρό λαό.
Από την άλλη, ο λαός και τα ιδιαίτερα στρώματα που τον αποτελούν, συνολικά αλλά και επιμέρους, δεν είχαν ακόμη προετοιμαστεί για μια τέτοια, μεγάλης διάρκειας και βάθους, αναμέτρηση. Ούτε η Αριστερά που διαθέτει, ούτε το συνδικαλιστικό κίνημα που υπάρχει, ήταν και είναι σε θέση να οργανώσει, με όλη τη σημασία της λέξης, και να συντονίσει από τα κάτω και από τα «πάνω» την αντίσταση διαρκείας στην επίθεση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Όχι ότι δεν εμφανίστηκαν, ή δεν προσπάθησαν, άλλες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις να αναπληρώσουν τα κενά. Απέδειξαν όμως και αυτές τις μεγάλες ανεπάρκειές τους και ανέδειξαν για μια ακόμη φορά τη σκληρή πραγματικότητα που έχουν να αντιμετωπίσουν και τον μακρύ δρόμο που έχουν να διανύσουν προκειμένου να φτάσουν στα επίπεδα που απαιτούν τα ταξικά δεδομένα και η ταξική πάλη.
Σε συνδυασμό με αυτά, δεν πρέπει να μας ξεφεύγει το γεγονός ότι ο λαός συνολικά και ειδικά αιφνιδιάστηκε πολύ τόσο από την ένταση όσο και από την πρωτοφανή συχνότητα των κυμάτων επίθεσης που γίνονταν όλο και πιο σκληρά όσο το σύστημα διαπίστωνε ότι το κάθε επιμέρους κύμα επίθεσης, ιδιαίτερα μετά τους τρεις νεκρούς της Μαρφίν, πέρναγε, με αποτέλεσμα να του ανοίγει συνέχεια την όρεξη.
Το ζήτημα βέβαια του αιφνιδιασμού δεν είναι ένα απλό ζήτημα, αλλά καίρια πολιτικό που χρεώνεται εδώ και δεκαετίες στην Αριστερά και πιστώνεται στο σύστημα που επί δεκαετίες προετοιμάζει το ιδεολογικό και πολιτικό πεδίο για να αφαιρέσει ότι αφαιρεί και ότι πρόκειται να κάνει στο άμεσο μέλλον.
Στην πολιτική του διάσταση ο αιφνιδιασμός έχει να κάνει με τη σωρεία αυταπατών που έχουν καλλιεργηθεί, πότε με το καρότο, πότε με τον βούρδουλα, στα λαϊκά στρώματα, χωρίς αντίδραση από την Αριστερά. Αιφνιδιασμός, που στην ιδεολογική του διάσταση έχει να κάνει με την τρομοκρατία των μονοδρόμων και των εκβιαστικών διλημμάτων για «καταστροφή της χώρας» αν ο λαός δεν υποταχθεί στα «σχέδια» του συστήματος. Αιφνιδιασμός, που στην κοινωνική του διάσταση έχει να κάνει με την μελετημένη κίνηση του συστήματος να «ξεκινήσει» το νέο γύρο επίθεσης από κοινωνικά στρώματα και ομάδες που θεώρησε ότι δεν θα παρουσιάσουν μεγάλες αντιστάσεις (stages, συνταξιούχοι). Αιφνιδιασμός που πέτυχε γιατί, εκτός των άλλων, οι εργαζόμενοι στο λεγόμενο ιδιωτικό τομέα, με τις σοβαρότατες ευθύνες της ηγεσίας του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ, έμειναν τελικά μια οπισθοφυλακή που δεν κατόρθωσε να χρωματίσει τις εξελίξεις. Με αποτέλεσμα το κύριο βάρος της αντίστασης να πέσει στο δημόσιο τομέα (ευρύτερο και στενότερο) που όμως λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της πασοκικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, αλλά και λόγω των επιτυχημένων προσπαθειών άμβλυνσης των αντιθέσεων στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, δεν κατάφερε να πλησιάσει τον πήχη «Γιαννίτση».
Καθηγητές, δάσκαλοι, εργαζόμενοι στη ΔΕΗ, στις συγκοινωνίες, στους ΟΤΑ, με πολύ μεθοδευμένο και ύπουλο τρόπο δεν μπήκαν ουσιαστικά στη μάχη διαρκείας και απλώς η συνδικαλιστική γραφειοκρατία τους εκτόνωσε με τις 24ωρες απεργίες. Στα πλην του λαϊκού κινήματος ήταν και το αρνητικό γεγονός ότι η νεολαία δεν αποτέλεσε σε καμία φάση της αναμέτρησης σοβαρή εφεδρεία που θα χρωμάτιζε τις κινητοποιήσεις με ενθουσιασμό και ζωντάνια. Επίσης μια αξιοπρόσεκτη πλευρά, που δυσχέρανε κι άλλο τους συσχετισμούς, είναι ότι οι άνεργοι και πολύ περισσότερο οι μετανάστες βρέθηκαν ουσιαστικά τελείως απροστάτευτοι και απομονωμένοι απέναντι σε μια επίθεση που τους αφορούσε και τους έπληττε άμεσα.
Τέλος, ο αιφνιδιασμός στην οικονομική του διάσταση πάτησε (σε συνδυασμό με τις αυταπάτες ότι «η επίθεση θα είναι περαστική» και «για το καλό της πατρίδας») στο ότι τα μεσαία στρώματα, που επίσης θα πληγούν, έχουν ακόμη οικονομικά περιθώρια να θυσιάσουν «ολίγα ακόμη» πάντα υπό το καθεστώς των εκβιασμών εκ μερους του συστήματος.
Μια ακόμη δοκιμασία
Για τις αυταπάτες
Διαπιστώνουμε δηλαδή ότι όλα όσα συνέτειναν στο να περάσει και αυτός ο γύρος της επίθεσης, κάθε άλλο παρά συγκυριακά είναι. Αντίθετα, οικοδομήθηκαν και διαμορφώθηκαν σε βάθος χρόνου και θα χρειαστεί αντίστοιχα μεγάλη διαδρομή ώστε να ανατραπούν τα δεδομένα που τωρα είναι σε βάρος του λαού. Πολλοί αγωνιστές που πράγματι πάσχισαν να συμβάλλουν στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές τους, στους χώρους σπουδών για να οικοδομηθεί ένα κίνημα αντίστασης, ίσως και να απογοητεύτηκαν από την εξέλιξη των πραγμάτων. Ισως περίμεναν ότι με την αγριότητα της επίθεσης θα φτάναμε στο «σημείο μηδέν», στο σημείο που θα άρχιζε μια ορατή αντιστροφή των πραγμάτων προς όφελος του λαού. Ισως καθορίστηκαν από βεβιασμένες εκτιμήσεις ότι αρχίζει η ανατροπή των συσχετισμών.
Στην εμφάνιση τέτοιων αισιόδοξων εκτιμήσεων συνέβαλλαν και λαθεμένες προσεγγίσεις περί εμφάνισης ρήγματος στο ΠΑΣΟΚ (βλ. ανατροπή μέτρων Γιαννίτση). Όπως θα δούμε, τέτοιες εκτιμήσεις, σε επιμέρους πλευρές, έχουν βάση. Αυτό που δεν είχε τελικά βάση είναι ότι το σύστημα θα τα έβρισκε πολύ περισσότερο σκούρα σ’ αυτή τη φάση.
Για να μην αδικούμε βέβαια εκείνους που είχαν περισσότερες ελπίδες, θα θέλαμε να επισημάνουμε την σημαντική μέρα της 5ης Μάη που θα μπορούσε να δρομολογήσει διαφορετικά τα πράγματα αν δεν είχαν μεσολαβήσει τα τραγικά γεγονότα της Μαρφίν. Αλλά για να μην κατηγορούμε την κακή μας τύχη θα πρέπει και αυτή την εξέλιξη, δυστυχώς, να την εγγράψουμε στις δυνατότητες του συστήματος και στα πολλά αρνητικά του κινήματος.
Ρόλο στην αρχική αισιοδοξία έπαιξε και το ότι η μεγάλη αυτή επίθεση ξεκίνησε μόλις ένα χρόνο μετά τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008. Πολλοί αγωνιστές θεώρησαν ότι τα όσα έγιναν τον Δεκέμβρη του 2008 είναι μια παρακαταθήκη που μπορεί να πατήσει το κίνημα και να πάει παραπέρα. Μάλιστα, πολλοί αγωνιστές, βεβιασμένα πάλι, θεώρησαν το νέο γύρο της αντιπαράθεσης που ξεκίναγε σαν μια μεγάλη ευκαιρία της αναρχοαυτονομίας να καλύψει τα κενά που άφηναν οι γραφειοκράτες και οι «αριστεροί προδότες», και να χρωματίσει το κίνημα σε πολύ πιο αναβαθμισμένο βαθμό από ότι το Δεκέμβρη του 2008. Διαψεύστηκαν όμως και πολύ γρήγορα. Τα καύσιμα που αυτοί οι αγωνιστές περίμεναν να έχει ως απόθεμα ο Δεκέμβρης 2008 δεν έφτασαν όχι μόνο να συντηρήσουν το κίνημα αντίστασης, αλλά ούτε καν να δώσουν δυνάμεις στην αναρχοαυτονομία, η οποία τα βρήκε τόσο σκούρα, ωστε υπέστη μια μεγάλη ήττα, ακόμα μεγαλύτερη απ’ την ήττα του Νοέμβρη του 1995.
Η αναρχοαυτονομία αποδείχτηκε ανεπαρκέστατη ακόμη και στο να κάνει φασαρία, από τη στιγμή που οι «φασαρία» και η «αταξία» της στράφηκε ενάντια στο λαό, έδωσε άλλοθι στον ρεφορμισμό και φυσικά έβγαλε από τη δύσκολη θέση (έστω προσωρινά) τον ταξικό αντίπαλο και το κεφάλαιο, που παρουσιάστηκαν μέχρι και προστάτες της εργασίας. Οι κομμουνιστές, οι ριζοσπάστες, οι επαναστάτες πρέπει να αντιληφθούν ότι αν έχουν με κάτι να αναμετρηθούν είναι πρώτα και κύρια με τον εαυτό τους, και σαν μέτρο δεν έχουν κανένα ψηλό πήχη που υποτίθεται ότι βάζει η αναρχοαυτονομία και η «φρεσκάδα» της, για να τον υπερβούν. Μέτρο τους πρέπει να είναι η πορεία σύνδεσής τους με το λαό, η δυνατότητά τους να πρωτοστατούν στη λαϊκή αυτοοργάνωση, στην περιφρούρηση από τις προβοκάτσιες των διαδηλώσεων, στην άμυνα των διαδηλώσεων απέναντι στην κρατική καταστολή. Μέτρο τους δεν είναι το πόσες φορές φωνάζουν το «μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι» αλλά το πόσο μέσα στους χώρους δουλειάς είναι, συμβάλουν στο σπάσιμο της εργοδοτικής τρομοκρατίας και πρωτοστατούν στην επαναδιαμόρφωση και επανασυγκρότηση των μορφών συνδικαλιστικής οργάνωσης και δράσης.
Στις συνθήκες που περνάμε, για να υπάρξει διέξοδος και αναβάθμιση της λαϊκής πάλης, πρέπει οι εμπειρίες των αυθόρμητων ξεσπασμάτων όπως του Δεκέμβρη του 2008 να ωσμώνονται και να χωνεύονται από το ταξικό μαζικό εργατικό κίνημα. Και όχι να θεωρούμε ότι αυτά τα ξεσπάσματα από μόνα τους είναι λύση «προοπτικής», διότι απλούστατα δεν είναι. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η ανατροπή των μέτρων που έχουν παρθεί και η απόκρουση των νέων που θα ακολουθήσουν θα προκύψει μέσα από μια συνολική διαδρομή όπου δεν θα αξιοποιηθεί μόνο η παράδοση του Δεκέμβρη του 2008 αλλά όλη η παράδοση του κινήματος ανεξάρτητα του τι πέτυχε. Μία ώσμωση από τα εξεταστικά του 1998, από τις αγροτικές εξεγέρσεις, από τις μάχες των ναυτεργατών, από τις μάχες του άρθρου 16, από τη μάχη ενάντια στην επίσκεψη Κλίντον, από την πλούσια εμπειρία του κινήματος ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στο Ιράκ και τη Γιουγκοσλαβία.
Το πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι όμως ακόμα πιο σύνθετο. Ακόμα και όλη αυτή την εμπειρία να αξιοποιήσουμε δεν είναι από μόνη της αρκετή για να διασφαλίσει την οικοδόμηση ενός πραγματικού κινήματος. Τα περισσότερα θα τα «ανακαλύψουμε» στη διαδρομή που ξανοίγεται μπροστά μας. Αρκεί να μην φυγομαχούμε, είτε υποκλινόμενοι στους συσχετισμούς, είτε «προσπερνώντας» τους με άλματα στο κενό. Αρκεί να κάνουμε ότι μπορούμε για να συγκεντρώνουμε τις δυνάμεις του λαού και των εργαζόμενων στους στόχους πάλης και αντίστασης χωρίς υπεκφυγές.
Αρκεί να εγκαταλείψουμε οριστικά τα “κόλπο γκρόσο” που δήθεν θα μας φέρουν στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Αρκεί να αφήσουμε τις εκλογικές αυταπάτες για τη ρεφορμιστική Αριστερά και εμείς να στραφούμε στο πραγματικό πεδίο διαμόρφωσης των συσχετισμών, στην ταξική πάλη δηλαδή. Αρκεί να αφήσουμε στην άκρη τις ιδεοληψίες και να συγκεντρώσουμε τις δυνάμεις ώστε να οικοδομήσουμε ένα κίνημα αντιιμπεριαλιστικό, αντικαπιταλιστικό, εργατικό, ταξικό, μαζικό.
Μια «νίκη» που μπορεί να είναι πύρρειος
Γιατί ισχυριζόμαστε ότι η πρόσφατη νίκη του συστήματος αλλά και όποιες άλλες πιθανόν ακολουθήσουν στο άμεσο διάστημα μπορεί να αποδειχτεί πύρρειος;
Υπάρχουν νίκες και νίκες για το σύστημα. Μέχρι τώρα, εκτός κάποιων εξαιρέσεων όπου το σύστημα υποχρεώθηκε σε αναδίπλωση, σχεδόν σ’ όλη τη διαδρομή μετά την μεταπολίτευση, βοηθούντων και των διεθνών εξελίξεων, μαζί με την ήττα του κομμουνιστικού κινήματος το 1989, οι νίκες που πετύγχανε διεύρυναν την άμεση αλλά και μακροχρόνια κυριαρχία του ντόπιου εξαρτημένου συστήματος πάνω στο λαό και την εργατική τάξη πιο ειδικά, διευκόλυναν το σύστημα να διευρύνει τις συμμαχίες του προς όφελος της μεγαλοαστικής τάξης στο ευρύτερο αστικό μπλοκ. Διευκόλυναν το σύστημα να διαμορφώσει σταθερότητα στις ισορροπίες μεταξύ των διάφορων ντόπιων κέντρων εξουσίας και την «αναίμακτη» μετάβαση εξουσίας από το ένα κόμμα στο άλλο. Διευκόλυναν τη σταθερότητα, την εξισορρόπηση των εξαρτήσεων από ΗΠΑ, ΕΕ επιτρέποντας και ανοίγματα προς άλλες κατευθύνσεις γεγονός που έδινε επιπλέον δυνατότητες στο ντόπιο εξαρτημένο καθεστώς να δανείζεται και να μοιράζει ψίχουλα προς διάφορες κατευθύνσεις. Εδιναν αυξημένες δυνατότητες στο κράτος να αποτελεί όχι μόνο εγγυητή, αλλά και κύριο μοχλό «ανάπτυξης» που μετατρέπει σταδιακά τη χώρα σε παράδεισο για το ξένο κεφάλαιο, παράρτημα για τους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς και προτεκτοράτο των ξένων συμφερόντων.
Θα μπορούσαμε να επεκταθούμε. Δεν θα το κάνουμε. Απλά θα θυμίσουμε πόσο σταθεροποιητικά για το σύστημα και πόσο ολέθρια για το κίνημα ήταν τα αποτελέσματα της νίκης που είχε το σύστημα την περίοδο μέχρι το ’85 με ιδιαίτερους σταθμούς την εναλλαγή του ’81 αλλά και το χτύπημα του εργατικού κινήματος την περίοδο '76-'80. Φυσικά και μια τέτοια εξέλιξη δεν θα χαρακτηρίζονταν αντικειμενική, έπαιξε σαφέστατα ρόλο και η όλη στάση υποταγής της ρεφορμιστικής Αριστεράς στο σύστημα την αντίστοιχη περίοδο. Στην ίδια κατεύθυνση θα υπενθυμίσουμε πόσο ενισχυτικά λειτούργησε για το σύστημα η περίοδος που άνοιξε με τον εκσυγχρονισμό Σημίτη (βλέπε ΟΝΕ, ισχυρή Ελλάδα κ.λπ.).
Σε αντίθεση με όσα αναφέρουμε και σε συνδυασμό με όσα συντελούνται σε διεθνή κλίμακα, (ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, οικονομική κρίση) βασικά μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι νίκες που πέτυχε και ίσως πετύχει το σύστημα δεν θα έχουν τον χαρακτήρα των νικών που αναφέραμε στις προηγούμενες φάσεις. Οσο και αν ακούγεται παράξενο, μπορεί να είναι «νίκες» που μεσοπρόθεσμα ή και κοντοπρόθεσμα να λειτουργήσουν υπονομευτικά σε τομείς κλειδιά που μέσα στα χρόνια λειτούργησαν σταθεροποιητικά για το σύστημα. Δηλαδή μια «νίκη» που θα πριονίζει αργά αλλά φανερά σημαντικά βάθρα κυριαρχίας του συστήματος, έτσι όπως τα έχει οικοδομήσει τις τελευταίες δεκαετίες, χωρίς να είναι σίγουρο ότι είναι άμεσα σε θέση να τα αντικαταστήσει ή τουλάχιστον να προχωρήσει σε εργασίες “άμεσης αναστήλωσης.”
Εννοείται ότι μια τέτοια εκτίμηση διατυπώνεται με την προϋπόθεση ότι το σύστημα δεν θα μείνει «ανενόχλητο» από την πλευρά του λαϊκού κινήματος. Συνεπώς η συζήτηση για την εκτίμηση που κάνουμε δεν είναι μια ακαδημαϊκή μελέτη «εξ αποστάσεως» που παρακολουθεί την αντικειμενική εξέλιξη που θα προκύψει έτσι κι αλλιώς. Είναι μια συζήτηση με άμεσο κινηματικό ενδιαφέρον, που στόχο θα έχει να διαμορφώσει πεδία και στόχους παρέμβασης με βάση την ανίχνευση των κενών, των τριγμών και των ρηγμάτων που αναμφίβολα θα προκύψουν από το γεγονός ότι το σύστημα είναι υποχρεωμένο να προχωρήσει σε νέους γύρους επίθεσης άμεσα και επιτακτικά. Χωρίς να έχει την πολυτέλεια να περιμένει να αφομοιώνονται σχετικά ομαλά τα αποτελέσματα της προηγούμενης. Από το γεγονός ότι πολλά από τα μέτρα που θα παίρνει, στην πορεία θα παίζουν μπουνιές με μέτρα που μόλις πριν είχε περάσει με φωτιά και τσεκούρι.
Συνεπώς, για να είμαστε πλήρεις, το αν οι νίκες του συστήματος θα είναι πύρρειες μένει να επιβεβαιωθεί. Και για να επιβεβαιωθεί χρειάζεται το «συν Αθηνά και χείρα κίνει». Το σίγουρο είναι ότι οι υπόλοιποι παράγοντες (εκτός του κινήματος) θα συμβάλλουν στη διαμόρφωση σοβαρών κενών και ρηγμάτων που η αξιοποίησή τους, με την έννοια της διαμόρφωσης γραμμής πάλης, είναι το στοίχημα.
Σκέψεις για μια γραμμή πάλης και μαζικής αντίστασης
Δεν πρόκειται να υποκαταστήσουμε τη συζήτηση στο πλαίσιο αυτού του άρθρου. Ενδεικτικά και καταρχήν θα επισημάνουμε ορισμένα από τα κενά ή ρήγματα που θα διαμορφώσει ο νέος γύρος επίθεσης.
1) Το σύστημα θα υποχρεωθεί να αχρηστέψει εν μέρει ένα από τα βασικά όπλα που είχε και που δεν είναι άλλο από την καλλιέργεια αυταπατών. Και μόνο το γεγονός ότι θα αυτοδιαψευστεί, ότι δεν θα πάρει άμεσα άλλα σκληρά μέτρα, θα είναι οπωσδήποτε μια έμπρακτη επιβεβαίωση ότι η επίθεση συνεχίζεται και κυρίως διαρκεί.
2) Το σύστημα έχει ουσιαστικά δεμένα τα χέρια και δεν μπορεί να δημαγωγεί περί μέτρων ανακούφισης στη ΔΕΘ, αφού η ζωή θα το υποχρεώνει να ανατρέπει καθημερινά την προπαγάνδα ότι τα μέτρα είναι προσωρινά και αφορούν μόνο το «σπάταλο» και «γραφειοκρατικό» κράτος.
3) Ένα ακόμη όπλο του συστήματος που θα αρχίσει να παθαίνει πιο συχνά αφλογιστία, είναι η προσπάθεια τα μέτρα να παρουσιαστούν εκτός από προσωρινά και αναγκαία, ως ειλημμένα για το καλό της χώρας όταν η ανεργία και η φτώχεια θα διογκώνονται ραγδαία, όταν η ακρίβεια θα τσακίζει κόκκαλα και θα εξανεμίζει τις μειωμένες συντάξεις, τους παγωμένους μισθούς και τα ουσιαστικά ανύπαρκτα επιδόματα.
4) Το σύστημα θα δυσκολευτεί πολύ να καλλιεργεί μύθους ότι με την επίθεση ενάντια στα «κλειστά επαγγέλματα» ενδιαφέρεται για να βρει δουλειά στο λαό. Αντίθετα, θα φαίνεται ότι ενδιαφέρεται να διευκολύνει την καπιταλιστική συγκέντρωση και συσσώρευση.
5) Το σύστημα δεν θα μπορεί να συντηρεί τα παραμύθια ότι με τις ιδιωτικοποιήσεις ενδιαφέρεται για τον καταναλωτή, θέλοντας να μειώσει τις τιμές, όταν θα προκύψει το εντελώς αντίθετο, ότι με τις ιδιωτικοποιήσεις δήθεν ενδιαφέρεται να περιορίσει το υδροκέφαλο κράτος, να αναβαθμίσει την παιδεία και την υγεία, όταν τα αποτελέσματα, συνεπικουρούντος και του Καλλικράτη, θα είναι σύντομα πολύ διαφορετικά.
6) Επειδή λοιπόν το σύστημα θα βρίσκει αυξημένες δυσκολίες να προωθεί τους μύθους, με αποτέλεσμα να μένει εκτεθειμένο σε σχέση με πολύ φρέσκες αντίθετες δεσμεύσεις, θα έχει μειωμένες δυνατότητες να κρατάει τα λαϊκά στρώματα στο περιθώριο της πάλης. Θα έχει αυξημένες δυσκολίες να συντηρεί δευτερεύουσες αντιθέσεις περί δημοσίου-ιδιωτικού, περί ρετιρέ, όταν θα γίνεται όλο και πιο προφανές και πιο σαφές το ποιοί θα πλουτίζουν και θα θησαυρίζουν. Επομένως:
α) Θα αναγκαστεί να καταφεύγει όλο και πιο συστηματικά σε κατασταλτικές μεθόδους.
β) Θα δημιουργεί δεδομένα απρόβλεπτων εκλογικών συμπεριφορών.
γ) Θα δημιουργεί όλο και μεγαλύτερη αντίθεση στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος και θα εκθέτει όλο και περισσότερο την συνδικαλιστική γραφειοκρατία.
7) Με όλα τα παραπάνω, που συνοπτικά παρουσιάσαμε, δημιουργούνται αυξημένες δυνατότητες να μπουν στον αγώνα λαϊκά στρώματα που είχαν σε προηγούμενη φάση συντηρητική στάση, αφού αντικειμενικά εξασθενούν σημαντικά οι δυνατότητες της μεγαλοαστικής τάξης να συνεχίσει να στηρίζει τις συμμαχίες της με τα άλλα μεσαία και μικροαστικά στρώματα με επίκεντρο τις πόλεις και την αγροτιά.
8) Ένα άλλο σημαντικό ιδεολογικό όπλο που μπορεί να μπλοκάρει άμεσα στο μέλλον είναι η όλη προσπάθεια που επί δεκαετίες εξωραΐζει τον ξένο ευρωπαϊκό παράγοντα. Η απομυθοποίηση του παράγοντα αυτού που σταδιακά οικοδομείται θα λειτουργήσει απελευθερωτικά για μια σειρά στρώματα της επαρχίας και των πόλεων που πριν μερικούς μόλις μήνες δεν μπορούσαν να φανταστούν την Ελλάδα χωρίς ευρώ και την Ελλάδα έξω από την ΕΕ. Δημιουργούνται αντικειμενικά δυνατότητες να δυναμώσει η αντιιμπεριαλιστική παρέμβαση μέσα στις μάζες από τους αγωνιστές που δεν υποτιμούν πλέον τον παράγοντα εξάρτηση και που σταδιακά απεμπλέκονται από θεωρίες περί ιμπεριαλιστικής Ελλάδας και άλλα αποπροσανατολιστικά χωρίς φυσικά να αφήνουν ανοιχτό το πεδίο για παρερμηνείες ότι το ντόπιο καθεστώς είναι αμέτοχο και απλώς σύρεται.
9) Στα παραπάνω πλαίσια, το σύστημα δημιουργεί όρους να δυναμώσουν οι τάσεις μέσα στο κίνημα ξεπεράσματος μιας ψευτοαντιπολίτευσης, αφαιρώντας το άλλοθι ανοχής ή και συνενοχής που αναζητούν τόσο η αξιωματική, όσο και η υποτιθέμενα αριστερή αντιπολίτευση. Οι εξελίξεις που θα έρθουν θα εκθέτουν όλο και πιο συστηματικά τους ρεφορμιστές και θα δημιουργούν προϋποθέσεις άρνησής τους τόσο από δεξιά όσο και από αριστερά. Όχι ότι δεν θα δοκιμαστούν και οι «μικρές» αριστερές κομμουνιστικές δυνάμεις αλλά σε διαφορετική βάση.
10) Ο νέος γύρος επίθεσης που έρχεται, δυναμώνει αντικειμενικά τις σχέσεις ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα και ξαναβάζουν επί τάπητος το ζήτημα της λαϊκής αυτοοργάνωσης σε νέες βάσεις και απαιτήσεις.
Μέσα απ’ όλη αυτή την ανακύκλωση—επίθεση, νέα επίθεση, επιδείνωση, νέα επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων—δημιουργούνται αντικειμενικά μέσα στις μάζες οι συνθήκες αναζήτησης ελπίδας, προοπτικής διεξόδου. Το σύστημα όλο και «στεγνώνει» από ελπίδα. Μόνο σακάτεμα, βούρδουλα, νέα δεινά υπόσχεται. Δεν είμαστε λοιπόν εκτός θέματος αν εκτιμήσουμε ότι για το κίνημα στις πραγματικές του διαστάσεις μπαίνει το ζήτημα της καπιταλιστικής παλινόρθωσης ως άμεση πρόκληση που πρέπει να μελετηθεί, επειδή παραμένουμε σταθεροί στη σοσιαλιστική και κομμουνιστική προοπτική. Ούτε, πολύ περισσότερο, θα θεωρούνταν εκτός θέματος αν λέγαμε ότι η επίθεση που εξελίσσεται και η κρίση ενώ συντηρείται, προσθέτουν σοβαρά νέα δεδομένα όσον αφορά την όλη κοινωνική και πολιτική εικόνα της Ελλάδας που πρέπει σταδιακά να μελετιέται γιατί μια τέτοια παρακολούθηση θα είναι ουσιαστικά η βάση για τη χάραξη μιας υπό διαμόρφωση επαναστατικής στρατηγικής.
Επίλογος
Θέσαμε τα βασικά σημεία στα οποία καλούνται να αξιολογήσουν, να συζητήσουν και να δράσουν συντονισμένα οι δυνάμεις που πραγματικά θέλουν να συμβάλλουν στην οικοδόμηση κινήματος. Τα υπόλοιπα που αναφέραμε αναφόρικά με τον απολογισμό του κινήματος, παρότι στενάχωρα επειδή επαναφέρουν ξανά και ξανά στο προσκήνιο το τι είδους Αριστερά έχουμε και το τι είδους Αριστερά θέλουμε, δεν μπορούν ούτε πρέπει να προσπεραστούν. Γιατί δεν επαναλαμβάνουν απλώς, αλλά και προσθέτουν νέα στοιχεία και νέα δεδομένα που πρέπει να ξεπεραστούν ώστε να γίνει πραγματικότητα μέσα στη ζωή η αναγέννηση του μαζικού, ταξικού, εργατικού κινήματος.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου