Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

Ελληνοϊσραηλινές σχέσεις:
Αντιδραστική συμμαχία στην υπηρεσία των αμερικάνικων πολεμικών σχεδιασμών

Η επίσκεψη του Παπανδρέου στο Τελ Αβίβ, η ταχύτατη ανταπόδοση της από το Νετανιάχου που ήρθε στην Αθήνα στις 16 Αυγούστου(!), η άμεσα προγραμματιζόμενη επίσκεψη του Βενιζέλου στο Ισραήλ, αποτελούν βέβαια θεαματικά στοιχεία της λεγόμενης σύσφιξης και αναβάθμισης των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων, η οποία μάλιστα υμνείται από το σύνολο των εγχώριων—και όχι μόνο—παραγόντων του συστήματος. Ωστόσο θα ήταν άστοχο αυτές οι εξελίξεις να χαρακτηριστούν ως «στροφή» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ή ακόμα περισσότερο ως «κεραυνός σε αίθριο ουρανό» μιας άλλης πολιτικής που τάχα υπήρχε και ήταν έστω πιο «μετριοπαθής», όχι τόσο εξώφθαλμα αντιδραστική. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, εγκαταλείπονταν από τις ελληνικές κυβερνήσεις τα όποια στοιχεία μιας φιλοαραβικής πολιτικής για να προσαρμοστούν γρήγορα στα νέα δεδομένα που δημιουργούσε ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός και οι δραστικά μεταβαλλόμενοι συσχετισμοί στη Μ.Ανατολή και ευρύτερα. Και όπως σωστά «θύμισε» ο αναπληρωτής υπουργός εξωτερικών Δρούτσας, με αφορμή την επίσκεψη του σφαγέα Νετανιάχου στην Αθήνα, η τρέχουσα πολιτική βρίσκεται στην προέκταση της ρότας και της πολιτικής που εφάρμοσε ως ΥΠΕΞ ο Γ. Παπανδρέου την περίοδο 2000-2004, πολιτική την οποία συνέχισε τα επόμενα χρόνια η διάδοχος του Ντόρα Μπακογιάννη.
 
Εξάλλου το ότι δεν πρόκειται για μια αιφνίδια ανατροπή, το βεβαιώνει και η ομόθυμη στήριξη που εκφράστηκε με τον πιο επίσημο και κατηγορηματικό τρόπο τόσο από το κόμμα της Ν.Δ., όσο και από το ΛΑΟΣ, και το σύνολο του αστικού τύπου. Η Ν.Δ. μάλιστα, όχι μόνο έσπευσε να δηλώσει δια του Π. Παναγιωτόπουλου ότι «ορθώς ο κ. Παπανδρέου πήγε πριν λίγο καιρό στο Ισραήλ και ορθώς οργανώθηκε μέσα σε ταχύτατο χρόνο η ανταποδοτική επίσκεψη του κ. Νετανιάχου στην Αθήνα», αλλά επιπλέον φρόντισε να εξασφαλίσει επίσκεψη του Σαμαρά στο Ισραήλ, με πρόσκληση του κόμματος Λικούντ. Όλα αυτά βέβαια δεν σημαίνουν πως αυτές οι εξελίξεις δεν αποτελούν επισημοποίηση μιας αντιδραστικής πολιτικής, ενίσχυση και κλιμάκωση των κινδύνων που αυτή δημιουργεί για το λαό μας και για τους λαούς της περιοχής. Αυτή η εκτίμηση προκύπτει αβίαστα, όχι μόνο με βάση το ρόλο του κράτους-τρομοκράτη και χωροφύλακα των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων στην περιοχή που, από τη συγκρότηση του, έχει αναλάβει το Ισραήλ. Αλλά και από το περιεχόμενο της αναβάθμισης των σχέσεων Ελλάδας-Ισραήλ όπως το διακηρύσσουν οι δύο πρωθυπουργοί και οι αξιωματούχοι τους και βέβαια αναφορικά με όσα εξελίσσονται στη Μ.Ανατολή και στην ευρύτερη περιοχή ως τον Καύκασο, όπου οι ΗΠΑ αναζητούν όρους διείσδυσης και μιας νέας κυριαρχίας με κάθε τρόπο.
Θεωρούμε δηλαδή πως τα περί ενίσχυσης της «τουριστικής κίνησης» από το Ισραήλ στην Ελλάδα που τάχα προβλέπει η συμφωνία είναι—στην καλύτερη περίπτωση—μια ασήμαντη λεπτομέρεια της αναβάθμισης των σχέσεων των δύο χωρών. Εξάλλου αυτή την πλευρά όχι μόνο την ειρωνεύτηκε ο αστικός τύπος, αλλά την προσπέρασαν στις δηλώσεις τους οι δύο πρωθυπουργοί που τόνισαν την «γεωπολιτική διάσταση» της συνεργασίας. Παράλληλα, και σε υψηλούς τόνους, καί οι ίδιοι καί οι υπουργοί τους επισήμαναν την ενίσχυση της στρατιωτικής συνεργασίας και των κοινών στρατιωτικών ασκήσεων που θα αναβαθμιστούν και θα ενταθούν. Αυτές θα είναι εξάλλου και το αντικείμενο της επίσκεψης Βενιζέλου στο Ισραήλ το αμέσως επόμενο διάστημα. Το ερώτημα λοιπόν που προκύπτει είναι απλό αλλά σημαντικό: Απέναντι σε ποιον «εχθρό» προγραμματίζονται αυτές οι ασκήσεις; Γιατί «πρέπει» ο ελληνικός χώρος να αποτελέσει πεδίο άσκησης των Ισραηλινών μαχητικών αεροσκαφών και όποιων άλλων δολοφονικών μέσων χρησιμοποιηθούν στις ασκήσεις αυτές; Και ακόμα, γιατί και τα αντίστοιχα ελληνικά μέσα «πρέπει» να ασκηθούν μαζί τους σε αυτή την προετοιμασία πολεμικών επιχειρήσεων;
 Η «λιγότερη» απάντηση σε αυτά τα εύλογα ερωτήματα είναι προφανής: Ο «εχθρός» είναι ο αγωνιζόμενος για λευτεριά και ανεξαρτησία Παλαιστινιακός λαός και ακολουθούν ο λαός του Λίβανου και οι άλλοι λαοί της περιοχής που έχει οριστεί να τρομοκρατεί και να κατασφάζει για λογαριασμό των ΗΠΑ το κράτος των σιωνιστών δολοφόνων. Η «συνολικότερη» απάντηση συνδέεται με τους ευρύτερους πολεμικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ, από το Ιράν και τον Καύκασο ως τα Βαλκάνια για τους οποίους η Ελλάδα είναι αναγκαία ως στρατιωτικό προγεφύρωμα. Ρόλο που ήδη έχει αναλάβει τόσο στην Αμερικανονατοϊκή επιδρομή στην πρώην Γιουγκοσλαβία, όσο και στην εισβολή του 2003 στο Ιράκ—για να μείνουμε στα πιο πρόσφατα. Και στις δύο περιπτώσεις επισήμως «ομολογήθηκε» πως οι υπηρεσίες που πρόσφεραν το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, το Λιτόχωρο, και η βάση της Σούδας, ήταν πολύτιμες και αναντικατάστατες.
Σε τέτοια σχέδια εντάσσεται και η τωρινή αναβάθμιση των σχέσεων των δύο χωρών, και αποτελεί προϊόν των αμερικάνικων κελευσμάτων και συμφερόντων. Βέβαια η αστική τάξη και τα κόμματα της μαζί με όλο το ευρύτερο προσωπικό τους για να συγκαλύψουν την ξενοδουλεία τους παριστάνουν πως η ελληνοϊσραηλινή σύσφιξη είναι «αυτοτελής ελληνική στρατηγική» που μάλιστα εκμεταλλεύεται τις αντιθέσεις Ισραήλ-Τουρκίας και τις προστριβές στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας. Είναι τόσο ανιστόρητοι και αντιδραστικοί που ίσως ορισμένοι να φαντασιώνονται κιόλας πως θα «χρησιμοποιήσουν» την πολεμική μηχανή του Ισραήλ—με αμερικάνικη έγκριση—για να «λύσουν» τις αντιδραστικές αντιθέσεις τους με την Τουρκία. Σίγουρα ωστόσο όλοι μαζί έχουν εμπεδώσει το ρεαλισμό της υποτέλειας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θεωρούν πως αυτή η πολιτική, της προσφοράς της χώρας ως πλατφόρμα πολέμου για τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα αποτελεί, πράγματι, τη «σωστή επιλογή». Αυτές είναι οι προδιαγραφές της αστικής τάξης της χώρας και του πολιτικού της προσωπικού, με τέτοιους όρους κυβερνά και εξουσιάζει το λαό και τη χώρα. Γι' αυτό στις σημερινές συνθήκες με την εξάρτηση της βαθύτερη από κάθε άλλη μεταπολιτευτική συγκυρία, λόγω και της κρίσης, και με την ταυτόχρονη διαδικασία της αναδιάταξης των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε πλήρη εξέλιξη, γίνεται ακόμα πιο αντιδραστική και επικίνδυνη για το λαό μας και τους λαούς της περιοχής. Αυτό είναι και το πραγματικό ζήτημα το οποίο έχει απέναντι της η λαϊκή πάλη και όχι βέβαια κάποιο ειδικό πρόβλημα μιας «προδοτικής κυβέρνησης» που προέκυψε αιφνιδίως πως σε μια κατά τα άλλα… ιμπεριαλιστική χώρα. Αυτό το ζήτημα λοιπόν δεν έχει τη λύση του στην «αλλαγή της κυβέρνησης», ή την αναζήτηση μιας άλλης πολιτικής από κάποιο «φωτισμένο» κομμάτι του ΠΑΣΟΚ και άλλων «προοδευτικών δυνάμεων» όπως μεγάλο τμήμα των δυνάμεων της κοινοβουλευτικής, αλλά και της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, άμεσα ή έμμεσα, αναζητεί. Η λύση του βρίσκεται στην πάλη για ένα μαζικό αντιιμπεριαλιστικό λαϊκό κίνημα, αλληλέγγυο στον Παλαιστινιακό λαό, όλους τους αραβικούς λαούς και τους λαούς της περιοχής. Ένα κίνημα σύγκρουσης με αυτή την υποτελή αντιδραστική πολιτική, ένα κίνημα ανατροπής της πολιτικής αυτής και διαμόρφωσης όρων για την επαναστατική διέξοδο που είναι η μόνη ρεαλιστική και υπαρκτή απάντηση στις μεγάλες απειλές που συσσωρεύονται για το λαό και τη νεολαία.