Σάββατο, 11 Σεπτεμβρίου 2010

Η κυβέρνηση (ανα)διατάχθηκε στη γραμμή της επίθεσης
Να βγει στο δρόμο του αγώνα η λαϊκή οργή

Οι κυβερνητικοί υποψήφιοι για τις εκλογές ανακηρύχτηκαν, ο ανασχηματισμός της κυβέρνησης έγινε, ζήτω η συνέχιση-κλιμάκωση της επίθεσης ενάντια στο λαό! Αυτή είναι η ουσία των θορυβωδών εξελίξεων του τελευταίου διαστήματος, αυτό και το πραγματικό περιεχόμενο των πρωθυπουργικών εξαγγελιών στη ΔΕΘ. Δεν απαιτείται καμιά ιδιαίτερη διεισδυτικότητα για να οδηγηθεί κανείς σε αυτή την προφανή διαπίστωση. Ακόμα και τις ημέρες που ανακοινώθηκαν οι υποψήφιοι και ο ανασχηματισμός, τα ΜΜΕ κυριαρχήθηκαν, αλλά δεν μονοπωλήθηκαν από τα θέματα αυτά. Σταθερά (και «υπεύθυνα») συνέχιζαν να υπενθυμίζουν στο λαό αυτό που εξελίσσεται ενάντιά του και τα νέα κύματά του. Το τεχνικό κλιμάκιο της τρόικας διαπίστωσε, λέει, απόκλιση εσόδων κατά 3,5 δισ. ευρώ! Το Ecofin (υπουργοί Οικονομικών της ΕΕ) διαπίστωσε «πρόοδο στην εφαρμογή των απαιτούμενων μέτρων» αλλά και «επιπλέον αναγκαίες προσαρμογές». «Το οικονομικό επιτελείο διαπραγματεύεται σε αυτή τη φάση την εξειδίκευση των οικονομικών μέτρων του 2010 και του 2011», δήλωσε σε βελγική εφημερίδα ο –μη ανασχηματησθείς- Γ. Παπακωνσταντίνου. Και για να μην υπάρχει κανείς που δεν καταλαβαίνει πού οδηγούν αυτές οι διαπιστώσεις και δηλώσεις, έσπευσαν να μας παραθέσουν συγκεκριμένα αυτό που έρχεται. Νέα, απίστευτης αγριότητας, φοροεπιδρομή τόσο με το πετρέλαιο θέρμανσης όσο και με την αύξηση του ΦΠΑ. Καταργήσεις-συγχωνεύσεις οργανισμών και φορέων με τις ΔΕΚΟ στο μάτι του κυκλώνα. Νέα μείωση μισθών και συντάξεων. Μεγάλη επιχείρηση αντιδραστικών ανατροπών σε υγεία-παιδεία…
Ολα αυτά βέβαια θα προστεθούν σε ένα κοινωνικό τοπίο που ήδη μαστίζεται από τη φτώχεια και την έκρηξη της ανεργίας (στο 30% βρίσκεται κιόλας στη Β.Ελλάδα!), θα φορτωθούν στις πλάτες του λαού και της νεολαίας που αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα στα πιο στοιχειώδη ζητήματα της ζωής τους. Ταυτόχρονα γίνεται ολοένα ευρύτερα αντιληπτό πως όλα αυτά τα μέτρα θα οδηγήσουν ακόμα παρακάτω το λεγόμενο σπιράλ της ύφεσης, θα οδηγήσουν σύντομα σε νέες «διαπιστώσεις» σαν τις σημερινές για «μείωση των κρατικών εσόδων» και γι' αυτό θα απαιτηθούν ξανά και άλλα τέτοια μέτρα για να «απαντηθεί» το πρόβλημα! Γίνεται δηλαδή κατανοητό πως η πολιτική του Μνημονίου γύρω από την οποία έχει «δεθεί» η κυβέρνηση αλλά και συνολικά η αστική τάξη της χώρας, ανεξάρτητα από το αν θα «σώσει» την ίδια από την κρίση και τον μανιασμένο ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, οδηγεί με βεβαιότητα στην ερημοποίηση της χώρας και στην εξαθλίωση τους εργαζόμενους και τη νεολαία. Γι' αυτό η επιτυχία του συστήματος στην πρώτη φάση των προηγούμενων μηνών -που υμνείται και από τους ιμπεριαλιστές- με το πέρασμα όλων των γνωστών αντιδραστικών μέτρων κάθε άλλο παρά αρκετή είναι για να εξασφαλίσει και την ανάλογη συνέχεια. Αντίθετα, μεγαλώνει η λαϊκή οργή και αγανάχτηση και τροφοδοτούνται καθημερινά οι διεργασίες που αναζητούν μαζική απάντηση στο σφαγείο της επίθεσης, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται κατακόρυφα η απαξίωση του πολιτικού συστήματος και του προσωπικού του στη λαϊκή συνείδηση.
Αυτή η έστω υπόγεια αλλά εξαιρετικά ογκώδης και εκρηκτική λαϊκή αντίθεση στο σύστημα και στην κυβέρνησή του αποτελεί και τη βασική αιτία για τις δυσκαμψίες και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα κόμματα του συστήματος στην προσπάθειά τους να στήσουν το εκλογικό σκηνικό του Νοέμβρη που γι' αυτά –πέρα από τις ιδιαίτερες επιδιώξεις του καθενός χωριστά- αποτελεί μια πρώτη δοκιμασία αναπαραγωγής του ίδιου του αστικού πολιτικού σκηνικού στην «μετά Μνημόνιο» εποχή. Θα λέγαμε μάλιστα πως οι δυσκολίες αυτές υπάρχουν παρ' όλο που το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά έχουν σπεύσει ήδη πριν από το καλοκαίρι να «συνδράμουν» (βέβαια από «αγωνιστική», «αριστερή». «αντικαπιταλιστική» κ.ο.κ. σκοπιά) τη λογική της «κρισιμότητας» των εκλογών, δηλαδή τη λογική της απόσπασης του λαού από το πεδίο του κινήματος και της μαζικής πάλης. Παρ' όλα αυτά, λοιπόν, ο Γ. Παπανδρέου δεν μπόρεσε (ή και δεν τόλμησε) να βρει και να πείσει κανένα βασικό πολιτικό στέλεχός του να μπει υποψήφιος και κατέφυγε σε ένα μίγμα δεύτερων, «ανεξάρτητων» και… δεξιών τύπου Τατούλη για να υλοποιήσει τη «μεγάλη μεταρρύθμιση» του «Καλλικράτη». Του «Καλλικράτη» που αποτελεί το ειδικό αλλά ιδιαίτερα σημαντικό αντιδραστικό στοιχείο αυτών των εκλογών, μιας και είναι κρίσιμο εργαλείο της συνολικής επίθεσης και οπωσδήποτε ένας βασικός όρος συγκρότησης του καπιταλιστικού κράτους στη χώρα, κατά πως απαιτεί η εποχή και οι ανάγκες του.
Ανάλογα πολιτικά προβλήματα σε σχέση με τις εκλογές και όσα αυτές σημαίνουν για το σύστημα αλλά και για την ίδια αντιμετωπίζει και η ΝΔ του Σαμαρά. Σε αυτήν τα προβλήματα εκφράζονται όχι κυρίως με τα πρόσωπα των υποψηφίων της και τον «πόλεμο» που αντιμετωπίζει από την Ντόρα και το ΛΑΟΣ, αλλά περισσότερο με την πολιτική γραμμή που θα αντιμετωπίσει τις εκλογές. Οι «αντι-μνημονιακές» κορόνες στοχεύουν βέβαια σε μια ενσωμάτωση εντός του αστικού πλαισίου της λαϊκής οργής, ίσως και στη δημιουργία παρακαταθηκών για τη διαχείριση του συστήματος αν υπάρξει μια άλλη φάση και κατάσταση. Αλλά στις σημερινές συνθήκες τέτοιες κορόνες έχουν πολύ στενά επιτρεπτά όρια για ένα κόμμα-στυλοβάτη του συστήματος όπως η ΝΔ. Γι' αυτό είναι καθημερινές οι παλινωδίες της σχετικά με τη σωστή δοσολογία του «αυτοδιοικητικού» και «αντιμνημονιακού» χαρακτήρα της παρέμβασής της. Σε αυτό το πλαίσιο το ΛΑΟΣ επιδίδεται στις πιο θεαματικές –ως τώρα- προεκλογικές πολιτικές τούμπες, επιδιώκοντας να συνδυάσει τη χρησιμότητά του στο σύστημα με την ενίσχυση του δικού του ρόλου, ενώ η Μπακογιάννη μετρά και ξαναμετρά τους άνωθεν και… έξωθεν διαμορφούμενους όρους για να αποφασίσει τη δικιά της παρέμβαση για την «ανανέωση» (!!!) του πολιτικού σκηνικού.

Η κυβερνητική προετοιμασία για τη νέα φάση της επίθεσης
Ο ανασχηματισμός με τον τρόπο που έγινε αλλά και κυρίως με το «περιεχόμενό» του αναδεικνύει, κατά τη γνώμη μας, τα ίδια βασικά ζητήματα, δηλαδή την ένταση της επίθεσης που ακολουθεί και την προσπάθεια της κυβέρνησης να προετοιμαστεί για τις αυξημένες δυσκολίες και κινδύνους που το σύστημα καλείται να αντιμετωπίσει από τη λαϊκή αγανάκτηση. Μια προετοιμασία που αντικειμενικά έχει στον άμεσο ορίζοντά της και τις εκλογές για τις οποίες ελπίζει να δημιουργήσει κάποιες ψευδαισθήσεις με τον καταιγισμό της προπαγάνδας για μια «πιο αποτελεσματική» κυβέρνηση, που ωστόσο σβήνει μόλις διατυπωθεί γιατί αναπηδά αμέσως το ερώτημα αποτελεσματική για ποια πολιτική, για ποια συμφέροντα;
Σε αυτό απαντά πια ανενδοίαστα –εκτός από την πραγματικότητα- η ίδια η κυβέρνηση και οι υπερασπιστές της, επαναλαμβάνοντας «την ανάγκη να συνεχιστούν οι θυσίες που επιτάσσει το Μνημόνιο», και το «νέο» είναι ότι προσθέτουν σε μεγαλύτερη δοσολογία από ό,τι μέχρι τώρα μια «αναπτυξιακή» φιλολογία, που στην καλύτερη περίπτωση ακούγεται σαν μαύρος σαρκασμός για την κοινωνική και οικονομική κατάσταση που διαμορφώνεται στη χώρα. Και βέβαια δεν μπορεί να αποτελέσει «ελπίδα» η ανακατανομή των βασικών κυβερνητικών στελεχών της επίθεσης στα κρίσιμα υπουργεία, που γίνεται για την αναζήτηση ισορροπιών τόσο μέσα στην κυβέρνηση όσο και μεταξύ των ιμπεριαλιστικών, πολιτικών, οικονομικών κέντρων που παρεμβαίνουν για τη διαμόρφωσή της. Ταυτόχρονα αξίζει να επισημανθεί πως μαζί με την ένταξη του Χρυσοχοϊδη στο οικονομικό κυβερνητικό επιτελείο και όσα αυτή μπορεί να υποδηλώνει επιστρατεύτηκαν στο κυβερνητικό σχήμα και οι τελευταίες «διαφωνούσες» εφεδρείες του ΠΑΣΟΚ. Είτε πρωτοκλασάτα στελέχη (Σκανδαλίδης, Παπουτσής) είτε δεύτερης γραμμής (Κουσουλάς, Κουτσούκος), είναι αυτοί που τους προηγούμενους μήνες εξέφραζαν «επιφυλάξεις» και διατύπωναν «αστερίσκους» στην εφαρμοζόμενη κυβερνητική βαρβαρότητα. Είναι και αυτή λοιπόν η επιστράτευση μια ακόμα χαρακτηριστική έκφραση της απόφασης του Γ. Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ συνολικά να τα δώσει όλα για την προώθηση της επίθεσης!
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση είναι φανερό για μας πως το κρίσιμο καθήκον για κάθε δύναμη που θέλει να αναφέρεται στο λαό και την υπόθεσή του είναι η διαμόρφωση των πολιτικών και οργανωτικών προϋποθέσεων για να βγει στην επιφάνεια η λαϊκή οργή με όρους μαζικού αγώνα και κινήματος! Δηλαδή είναι η ανάδειξη του πολιτικού στόχου της αντίστασης και της ανατροπής των μέτρων και της επίθεσης συνολικά μέσα από την κοινή δράση, τη συγκρότηση Πρωτοβουλιών, την ανάδειξη της λαϊκής αυτοοργάνωσης σε αυτή τη βάση. Αυτή η κατεύθυνση με όλες τις ειδικότερες πολιτικές προϋποθέσεις της (ανάδειξη αιχμών και μετώπων πάλης κατά χώρο) είναι κόντρα, βέβαια, στο συσχετισμό και τις κυρίαρχες δυνάμεις στο πολιτικό και συνδικαλιστικό πεδίο. Είναι επίσης κόντρα στην ειδικότερη συγκυρία που επιχειρείται να διαμορφωθεί από το σύστημα και όχι μόνο, που θέλει να επιβάλει στο λαό πως το πολιτικό του καθήκον είναι να στοιχηθεί στις κάλπες του Νοέμβρη. Οχι μόνο τα γκάλοπ, αλλά και η καθημερινή ζωή δείχνουν πως αυτή η στοίχιση δεν επιτυγχάνεται! Το λαϊκό ένστικτο, η εμπειρία και τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι και η νεολαία μεγαλώνουν τις τάσεις αποστροφής, ενισχύουν στο λαό την τάση να γυρίσει τις πλάτες –με κάθε μορφή- σε αυτό που το σύστημα τον καλεί. Αυτή η τάση πρέπει να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο, να πολιτικοποιηθεί στη βάση των ταξικών αντιθέσεων. Γιατί έχει στη βάση της την άρνηση του συστήματος και των κομμάτων του, την αναζήτηση του δρόμου για το μαζικό κίνημα ενάντια στον καπιταλισμό-ιμπεριαλισμό που αποτελεί την πραγματική αναγκαιότητα για την εργατική τάξη και το λαό.