Την ευθεία στόχευσή της στα δικαιώματα των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ ανήγγειλε τις προηγούμενες ημέρες η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Μέσα από έναν ορυμαγδό δημοσιευμάτων σχετικά με την «κακοδιαχείριση» στις ΔΕΚΟ, με τους «υπεράριθμους» και «υψηλόμισθους» εργαζόμενους σε αυτές, προσπάθησε να δημιουργήσει ευνοϊκό κλίμα προκειμένου να περάσουν τα αντεργατικά της σχέδια. Σχέδια που, σύμφωνα με τα ίδια τα κυβερνητικά επιτελεία, θα κινούνται στα πρότυπα του αντεργατικού νομοσχεδίου που έχει κατατεθεί στη Βουλή για τον ΟΣΕ.Τι σημαίνει αυτό; Χτύπημα των συλλογικών συμβάσεων, ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις σε μισθούς και επιδόματα, ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις με δυνατότητα μέχρι και απολύσεων. Στην προοπτική της γενικότερης ισοπέδωσης δικαιωμάτων και κατακτήσεων, αλλά και της διάλυσης κάθε δυνατότητας οργανωμένης, συλλογικής διεκδίκησης των εργαζομένων, το σύστημα επιτίθεται στους εργαζόμενους των ΔΕΚΟ ακριβώς γιατί σηματοδοτούν εργαζόμενους με εργασιακή εξασφάλιση και αυξημένα δικαιώματα, αλλά και κλάδους με μαζικά σωματεία που -όπως και στο παρελθόν- μπορούν να αποτελέσουν πρόβλημα στο ξετύλιγμα της αντεργατικής-αντιλαϊκής πολιτικής.
Επιπλέον, το χτύπημα στις ΔΕΚΟ έχει να κάνει και με τη γενικότερη πρόθεση του συστήματος να συρρικνώσει -μέχρι αφανισμού, αν είναι δυνατόν- τις λεγόμενες κοινωνικές δαπάνες, δηλαδή την υποχρέωση να επιστρέφει ένα τμήμα της κλεμμένης εργατικής υπεραξίας με τη μορφή παροχής δωρεάν ή με σχετικά χαμηλό κόστος υπηρεσιών. Η αύξηση της τιμής των εισιτηρίων στον ΟΣΕ και τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς (ΜΜΜ), η αύξηση στα τιμολόγια της ΔΕΗ και άλλα αντίστοιχα παραδείγματα εντάσσονται σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο.
Μείωση του κόστους, αύξηση της ληστείας του εργατικού εισοδήματος, ανατροπή των εργασιακών σχέσεων: αυτό είναι το τοπίο που ονειρεύεται το σύστημα για τις ΔΕΚΟ και σε αυτό το τοπίο καλείται να επενδύσει το ιδιωτικό κεφάλαιο που αναζητά τη μεγαλύτερη δυνατή επέκταση της δράσης του. Για παράδειγμα, το αλισβερίσι με το ζήτημα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ιδιώτες, απαιτεί πριν απ’ όλα τη συρρίκνωση της ΔΕΗ και των δραστηριοτήτων της, που με τη σειρά τους απαιτούν και τη δραστική μείωση προσωπικού.
Προς το παρόν, βέβαια, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δηλώνει ότι κόπτεται για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας. «Σκοπός σε όλες τις ΔΕΚΟ είναι να μη χάσει κανείς τη δουλειά του» δήλωσε. Ωστόσο, η μείωση κατά 2.351 του αριθμού των εργαζομένων του ΟΣΕ μαρτυρά το αντίθετο. Τα σχέδια για «συγχωνεύσεις» και «συνενώσεις» στα ΜΜΜ προϊδεάζουν για το αντίθετο. Και πέρα από αυτά, γιατί θα πρέπει άραγε να αισθάνονται ήσυχοι οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ μπροστά στην προοπτική της μισθολογικής τους καταβαράθρωσης που μπορεί να φτάσει ακόμη και το 50 % ή και περισσότερο, αφού με βάση τον κυβερνητικό εκπρόσωπο «οι μισθοί σε αυτές τις ΔΕΚΟ είναι πολλές φορές διπλάσιοι και πολλαπλάσιοι των ανάλογων μισθών στον ιδιωτικό τομέα»;
Είναι απίστευτο το αντεργατικό τους παραλήρημα με αφορμή τις ΔΕΚΟ: «Οι εργαζόμενοι δεν πρόκειται να χάσουν τα σωστά εργασιακά δικαιώματα με τις λογικές αμοιβές και όχι με αμοιβές οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα, ειδικά σήμερα». Ποια είναι, άραγε, τα «σωστά» εργασιακά δικαιώματα; Τα δικαιώματα που προκύπτουν από τις ανάγκες των εργαζομένων να εξασφαλίσουν μία ανθρώπινη ζωή γι’ αυτούς και τις οικογένειές τους ή αυτά που προκύπτουν από την ανάγκη του κεφάλαιου να διασφαλίσει την κερδοφορία του και την οριστική υπερίσχυσή του σε βάρος της εργατικής τάξης (δηλαδή τα ανύπαρκτα δικαιώματα);
Ποιες αμοιβές δικαιολογεί η ελληνική πραγματικότητα; Ή, για να το θέσουμε αλλιώς: ποια πλευρά της ελληνικής πραγματικότητας βολεύει να δει κανείς για να καθορίσει τις αμοιβές των εργαζομένων; Την πλευρά των υπέρογκων, ληστρικών αυξήσεων στο κόστος ζωής ή την πλευρά των μισθών πείνας που προβλέπει η γενική συλλογική σύμβαση εργασίας; Προφανώς, αυτό που βολεύει την κυβέρνηση είναι το δεύτερο. Και με βάση αυτό κινείται.
Οι πρώτες αντιδράσεις αρχίζουν να διαφαίνονται
Σε 11 από τις συνολικά 52 ΔΕΚΟ σκοπεύει να εφαρμόσει καταρχήν τα σχέδιά της η κυβέρνηση. Συγκοινωνίες, αμυντικές βιομηχανίες, ιππόδρομος, αυτοκινητόδρομοι και τουριστικά ακίνητα είναι οι τομείς που αφορούν με ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο ιδιωτικοποίησης κάποιων από αυτές (εάν προστρέξει το ιδιωτικό κεφάλαιο). Και οι 21.600 εργαζόμενοι σε αυτές τις 11 ΔΕΚΟ αποτελούν έναν πονοκέφαλο για την κυβέρνηση, καθώς η άμεση προώθηση των μέτρων αυτών περιέχει τον κίνδυνο του συντονισμού των αντιδράσεων των εργαζομένων.
Ήδη τα πρώτα δείγματα αντιδράσεων φάνηκαν στην πρόσφατη γενική συνέλευση των οδηγών της ΕΘΕΛ στις 18 Οκτώβρη. Αυτά που εκτυλίχτηκαν στο κατάμεστο Σπόρτινγκ ήταν άκρως αποκαλυπτικά. Οι εργαζόμενοι γεμάτοι οργή για τις μειώσεις μισθών που υπέστησαν το προηγούμενο διάστημα, αλλά και γι’ αυτά που ήδη είχε δηλώσει η κυβέρνηση για τις ΔΕΚΟ και τον τρόπο που κινείται το Σωματείο τους, γιουχάισαν όλους σχεδόν τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους τους στο ΔΣ, με πρώτους και κύριους τους εκπροσώπους της ΔΑΚΕ και της ΠΑΣΚΕ. Κι αυτό γιατί από την πρώτη στιγμή έγινε φανερό πως κανένας από αυτούς δεν είχε τη διάθεση να συζητήσει τα πραγματικά ζητήματα της περιόδου. Τη νέα συλλογική σύμβαση του κλάδου που είναι ακόμη σε εκκρεμότητα και την απάντηση στα σχέδια της κυβέρνησης. Αντί γι’ αυτό, βρέθηκαν μπροστά σε μια αντιπαράθεση για το προεδρείο του ΔΣ, που στο βάθος της είχε την προσπάθεια της ΠΑΣΚΕ να ξαναπάρει το προεδρείο του σωματείου σε μια συγκυρία κρίσιμη για το ΠΑΣΟΚ και την προώθηση της πολιτικής του.
Το αποτέλεσμα ήταν να καταψηφιστούν «πανηγυρικά» τόσο η πρόταση της ΠΑΣΚΕ όσο και η κοινή «αγωνιστική» πρόταση... ΔΑΣ - ΔΑΚΕ - Συνδέσμου Οδηγών (και για όσους δεν κατάλαβαν, οι συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ κατέβασαν κοινή πρόταση με τη ΔΑΚΕ και τους φασίστες!!!) και να υπερψηφιστεί η πρόταση ενός διαφωνούντα του ΠΑΣΟΚ που ζητούσε αναλογικό προεδρείο και επιτροπές αγώνα σε κάθε αμαξοστάσιο (χωρίς να ξεκαθαρίζει για ποιο πράγμα θα αγωνιστούν!!!)
Και παρ’ ότι μέσα σ’ όλο αυτό το σκηνικό ήταν φανερό το μέγεθος της αποπολιτικοποίησης που έχουν φροντίσει να καλλιεργήσουν οι κυρίαρχες παρατάξεις (οι φασίστες της Χρυσής Αυγής έχουν βγάλει και εκπροσώπους στο ΔΣ!!!), αυτό που επίσης ήταν φανερό είναι ότι η οργή αναζητά διέξοδο. Και αυτό σίγουρα τρομάζει τους κυβερνώντες.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου