Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

ΝΑΤΟ: Τα δόγματα περισσεύουν...
αλλά και τα αδιέξοδα της αμερικάνικης στρατηγικής

Στην 61η Σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στη Λισαβόνα, το διήμερο 27 και 28 Νοέμβρη, στην πραγματικότητα έγιναν τρεις διασκέψεις κορυφής: η μία, και κύρια, αφορούσε τις αποφάσεις των «28» για το νέο στρατηγικό δόγμα, η δεύτερη μεταξύ ΗΠΑ και Ε.Ε. και η τρίτη μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.
Τα τελευταία χρόνια οι ετήσιες διασκέψεις του ΝΑΤΟ και οι κοινές «αποφάσεις» που παίρνονται σε αυτές χαρακτηρίζονται από μια διττή όσο και αντιφατική ρητορική. Είναι κάτι που αντανακλά το βασικό πρόβλημα των ΗΠΑ που είναι και οι επικεφαλής του μηχανισμού αυτού. Και είναι το πρόβλημα της στρατηγικής των ΗΠΑ στην μεταψυχροπολεμική εποχή. Η ρητορεία για το «νέο ΝΑΤΟ», για τα «νέα αμυντικά δόγματα», για μετεξέλιξη του ΝΑΤΟ σε ένα «παγκοσμιοποιημένο» περιβάλλον κ.λπ. έρχεται (κάθε φορά) να τονίσει ένα απλό αλλά βασικό πράγμα: την ανάγκη ύπαρξης και διατήρησης αυτού του μηχανισμού για τις ΗΠΑ, άσχετα αν οι βασικές του προδιαγραφές εξακολουθούν να φέρουν το βάρος και τα βαρίδια μιας άλλης εποχής. Αυτό ωστόσο αποτυπώνεται μέσα σε μια ρητορική η οποία απωθεί συνεχώς στο μέλλον μια ουσιαστική αντίφαση της μεταψυχροπολεμικής εποχής. Από τη μια του ορισμού και της κατάδειξης αντιπάλου που να δικαιολογεί την ύπαρξη ενός τέτοιου μηχανισμού και από την άλλη της αδυναμίας των πανίσχυρων σήμερα ΗΠΑ να καταδείξουν και να ορίσουν με ουσιαστικό τρόπο τον κύριο και βασικό αντίπαλο, που ήταν και παραμένει ο ίδιος: η Ρωσία.

Σε ό,τι αφορά λοιπόν την πλευρά της ύπαρξης αυτού του επιθετικού στρατιωτικού μηχανισμού, αλλά και της δικαιολόγησής του, οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές, και παρά τα σημαντικά ζητήματα που έχουν τεθεί μέσα και γύρω από τη Συμμαχία, τα καταφέρνουν καλά. Φυσικά με τις αναγκαίες προσαρμογές οι οποίες στην προοπτική τους θα μπορούσε να πει κανείς ότι διαμορφώνουν όρους που ενδεχόμενα απαντούν στο βασικό τους πρόβλημα. Πάντως, στη δεκαετία που διανύθηκε φάνηκε ότι αυτή η προσαρμογή έπαιρνε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ηταν στην περίοδο Μπους που η απόλυτη επιθετικότητα των Αμερικάνων έτεινε στο να αναγκάσει σε μια βίαιη προσαρμογή των άλλων συμμάχων ιμπεριαλιστών στις γενικότερες επιλογές και στόχους τους. Η νέα επιθετική συμμαχία που θα διαμορφωνόταν σε μια πορεία και κάτω από περισσότερο ευνοϊκούς όρους θα απαντούσε και στα αδιέξοδα της αμερικάνικης στρατηγικής που καταγράφονται σήμερα και εντός του ΝΑΤΟ. Τα πράγματα ωστόσο δεν εξελίχθηκαν σύμφωνα με τα τότε σχέδια και σενάρια της ομάδας Μπους, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει πως οι στόχοι έχουν αλλάξει ή ότι η επιθετικότητά τους έχει αμβλυνθεί.
Από την άλλη, είναι γεγονός πως το σημερινό ΝΑΤΟ έχει σημαντικά διαφοροποιηθεί σε σχέση με το απώτερο παρελθόν του. Η διεύρυνση προς τις χώρες του πάλαι ποτέ Συμφώνου Βαρσοβίας πολιτικά και στρατηγικά είναι μια πολύ σοβαρή εξέλιξη, άσχετα αν οι εξελίξεις σε Ουκρανία και Καύκασο τα τελευταία δύο χρόνια κατέδειξαν τα πραγματικά όρια στη φάση αυτή. Το ΝΑΤΟ, εργαλείο -τόσο χθες όσο και σήμερα- της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας και επεκτατικότητας, δεν είναι πλέον αυτό που ήταν γνωστό ως ευρωατλαντικό σύμφωνο. Θεωρητικά το πεδίο δράσης του είναι παγκόσμιο και ο λεγόμενος χώρος ευθύνης του ξεπερνά τα όρια της Ευρώπης, χωρίς αυτό να σημαίνει πως και το κέντρο βάρους έχει μετατοπιστεί. Πώς να συμβεί άλλωστε κάτι τέτοιο αφού ο πραγματικός αντίπαλος βρίσκεται, φύσει και θέσει, στο χώρο αυτόν;
Η νέα λοιπόν στρατηγική, το «νέο δόγμα» όπως λέγεται, που συμφωνήθηκε στη Λισαβόνα έχει να κάνει με ένα ΝΑΤΟ που θα εκτείνεται πλέον και πέραν της Ευρώπης και θα επιχειρεί στρατιωτικά σε ένα «παγκοσμιοποιημένο» περιβάλλον. Πάντως, τίποτα από όλα αυτά που λέγονται για το νέο ΝΑΤΟ δεν είναι καινούργια. Αλλωστε και στην προηγούμενη και προ-προηγούμενη σύνοδο διατυπώθηκαν και αποφασίστηκαν τα ίδια περίπου.
Ολος ο τραγέλαφος όμως αρχίζει να αναδεικνύεται με την υποτιθέμενη επεξεργασία του νέου στρατηγικού δόγματος το οποίο θα προσανατολιστεί προς την αντιμετώπιση νέων απειλών (βαφτίσθηκαν πάλι νέες) όπως: η τρομοκρατία, η διασπορά των βαλλιστικών πυραύλων και των πυρηνικών όπλων (Ιράν, Κορέα) και προστέθηκαν επιπλέον ο κυβερνοπόλεμος και η πειρατεία. Τα δύο ζητήματα λοιπόν στα οποία φαίνεται να κατέληξαν είναι, το μεν πρώτο, το μέλλον της εμπλοκής του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν και το δεύτερο η απειλή πυρηνικής-πυραυλικής επίθεσης από «τρίτες χώρες» (οι προσπάθειες της Τουρκίας να μην αναφέρουν στο τελικό ανακοινωθέν της Συνόδου ονομαστικά το Ιράν ότι είναι η βασική απειλή για τις χώρες του ΝΑΤΟ θεωρήθηκε διπλωματική επιτυχία της). Τώρα, αν για κάποιους υπάρχει αυτή ή μια άλλη απειλή ανατολικά, δεν έχει σημασία.
Πάντως σε όλα αυτά έχει θέση και η Ρωσία! Και αυτό ειπώθηκε με επισημότητα!
Κάποιοι αναλυτές μάλιστα βιάζονται και αναφέρονται πλέον στα 29 κράτη της ΝΑΤΟϊκής Συμμαχίας (28+1 η Ρωσία).
Πού εμπλέκεται η Ρωσία με βάση τα όσα διαδραματίστηκαν στη Λισαβόνα; Στο Αφγανιστάν. Από το οποίο αποχωρεί το ΝΑΤΟ (παραμένοντας) μέσα από το ρωσικό έδαφος. Ενισχύθηκε η γνωστή συμφωνία ως προ την αμφίδρομη χρήση του ρωσικού εδάφους. Για τη Ρωσία είναι μια επανεμφάνιση σε έναν χώρο που τον έχει πληρώσει πολύ ακριβά στο παρελθόν.
Το πιο παράξενο, από μια πρώτη άποψη, αφορά την επανεμφάνιση της «αντιπυραυλικής ασπίδας» στην Ευρώπη. Η συγκατάθεση μέσω της συμμετοχής και της Ρωσίας σε αυτήν, αλλά με ασαφή χαρακτήρα και σε ένα μακρύ χρονοδιάγραμμα, γεννά διάφορες εκδοχές και εκτιμήσεις. Ο Μεντβιέντεφ (που πρότεινε μάλιστα μέρος ή όλη η Ευρώπη να καλυφθεί από ρωσικά αντιπυραυλικά συστήματα!) έδωσε την αρχική συγκατάθεση, αλλά το «ποιος και υπό ποιους όρους θα κρατά τα κουμπιά» αναμένεται να διευκρινιστούν αργότερα. Η συγχώνευση λοιπόν των μεγαλύτερων αντιβαλλιστικών συστημάτων στον κόσμο θα γίνει για την αποτροπή απειλής προς το παρόν ανύπαρκτου πυρηνικού βαλλιστικού συστήματος του Ιράν και ίσως της Κορέας!
Για τη Ρωσία, η ανταπόκριση στα ΝΑΤΟϊκά καλέσματα, πέρα από τις εντυπώσεις, επιδέχεται διάφορες ερμηνείες και κυρίως σε ό,τι αφορά την πολιτική διάσταση του πράγματος. Περισσότερο φαίνεται να επικρατεί η άποψη πως στις κινήσεις αυτές -σε μια περίοδο που είναι έτσι κι αλλιώς περίπλοκη και αντιφατική- επικρατεί ο τακτικισμός από ανάγκη και αδυναμία. Λέγεται επίσης πως οι εξελίξεις στον ασιατικό χώρο και οι αυξανόμενες αβεβαιότητες οδηγούν τη Ρωσία σε βήματα εξισορροπητικά προς τα δυτικά και ειδικότερα προς Ευρώπη. Ο αυξανόμενος ρόλος της Κίνας στην κεντρική Ασία και η μόνιμη πρόκληση διατήρησης και ενίσχυσης του γεωπολιτικού στάτους της Ρωσίας στην περιοχή αυτή είναι στοιχεία που μπορεί να δικαιολογήσουν ως ένα βαθμό τέτοιες κινήσεις.
Ωστόσο, οι προτάσεις που ακούστηκαν περί συμμετοχής της Ρωσίας στις ΝΑΤΟϊκές δομές ούτε σαν υπόθεση εργασίας δεν μπορούν να σταθούν γιατί είναι άνευ πραγματικού αντικρίσματος. Το ότι οι ΗΠΑ δημιουργούν κλίμα προσέγγισης με τη Ρωσία για να το ανατρέψουν σύντομα ρίχνοντας το φταίξιμο στην άλλη πλευρά είναι μια τακτική δοκιμασμένη, όχι όμως πάντα με επιτυχία.
Γενικότερα για τις ΗΠΑ ισχύει ότι θα ήθελαν να μπορούσαν να αξιοποιήσουν κάθε πτυχή πληροφορίας πάνω σε δυνατότητες και αδυναμίες της ρώσικης στρατηγικής ισχύος. Αν τώρα ευελπιστούν να πετύχουν κάτι τέτοιο και μέσω «συνεργασιών» και δεσμεύσεων σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, όπως προβάλλουν ότι είναι το νέο ΝΑΤΟ, είναι κάτι που δεν δικαιολογεί πολλά περιθώρια επιτυχίας. Είναι γεγονός πως η Ρωσία όχι μόνο διατηρεί μια εντελώς κλειστή και κάθετη δομή ελέγχου στις ένοπλες δυνάμεις της και ιδιαίτερα στα στρατηγικά της όπλα (όχι βέβαια πως και για τους Αμερικάνους δεν ισχύει κάτι αντίστοιχο), αλλά και επιδιώκει να διαμορφώσει μηχανισμούς –έστω και σε χαμηλό επίπεδο σήμερα- ανταγωνιστικά στο ΝΑΤΟ.
Η Ρωσία σήμερα «συμμετέχει σε μια συλλογική αμυντική συμμαχία, η οποία και λειτουργεί μια χαρά», δήλωσε λίγες ώρες μετά τη σύνοδο της Λισαβόνας ο Nikolai Bordyuzha, γενικός γραμματέας του CSTO. Πρόκειται για τον Οργανισμό Συλλογικής Ασφάλειας που η Ρωσία δημιούργησε το 2002 με σκοπό την εξισορρόπηση της επέκτασης του ΝΑΤΟ. Αρχικά συμμετείχαν οι Αρμενία, Λευκορωσία, Καζακστάν, Κιργιζιστάν, Ρωσία και το Τατζικιστάν. Στις 23 Ιουνίου 2006 προσχωρεί και το Ουζμπεκιστάν. Αυτές οι χώρες δεν μπορούν να μετέχουν σε άλλες στρατιωτικές συμμαχίες ή άλλες ομάδες κρατών. Μπορεί να πει κανείς πως το CSTO δεν είναι δα και το αντίπαλο δέος σήμερα για το ΝΑΤΟ, ωστόσο δύο φορές θορύβησε τους ΝΑΤΟϊκούς. Οταν το Μάιο του 2007 προτείνεται το Ιράν (εκτός χωρών της πρώην Σ.Ε.) να ενταχθεί στην CSTO και όταν 2 χρόνια αργότερα συζητιέται η περίπτωση της Ουκρανίας για τον ίδιο λόγο. Και οι δύο κινήσεις πολιτικά βρίσκονται στο επίπεδο των εντυπώσεων, ωστόσο περιέχουν και το στοιχείο της απειλής κάτω από κάποιες προϋποθέσεις.
Πάντως στο εσωτερικό των δύο χωρών, ΗΠΑ και Ρωσίας, και μέσα από την υποβάθμιση και τις εκατέρωθεν επιφυλάξεις (αρθρογραφία, δηλώσεις αξιωματούχων), διαφαίνεται ότι το τεχνητό θετικό κλίμα που δημιούργησαν οι Ομπάμα και Μεντβιέντεφ στη Σύνοδο της Λισαβόνας πολύ γρήγορα θα διαλυθεί από την ωμή πραγματικότητα. Το νέο Κογκρέσο μάλιστα προεξοφλεί τη μη επικύρωση της πρόσφατης σχετικά (περασμένη άνοιξη) συμφωνίας Ομπάμα–Μεντβιέντεφ για τα πυρηνικά. Κάτι που, σύμφωνα με τη ρωσική πλευρά, αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της όλης στάσης της.
Τελικά αυτή η εικονική σύμπτωση Αμερικανών και Ρώσων στην αξιολόγηση των σημερινών και αυριανών κινδύνων και με την καθολικότητα που διατυπώθηκαν πρόσφατα στη Λισαβόνα θα καταγραφεί ίσως όχι μόνο σαν ιστορικό παράδοξο, αλλά και σαν προοίμιο δραστικών (και ολέθριων για τους λαούς) ανακατατάξεων των παγκόσμιων συσχετισμών.