Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

ΑΠΕΡΓΙΑΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΟΡΓΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Συνεχίζουμε τον αγώνα!

Περίτρανη απάντηση αντίστασης και αγώνα έδωσαν λαός και εργαζόμενοι στις 15 Δεκέμβρη. Ξεχείλισε η λαϊκή οργή σε όλη την Ελλάδα, με συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις εφάμιλλες με αυτές της 5ης του Μάη, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις ήταν ακόμη πιο μαζικές.
Διαδήλωσαν μαζικά οι εργαζόμενοι την αντίθεσή τους με την πολιτική της κυβέρνησης, των συνοδοιπόρων της και των αφεντικών τους. Έκφρασαν αποφασιστικά τη διάθεσή τους να αντισταθούν στη λεηλασία της ζωής τους και την ισοπέδωση των δικαιωμάτων τους. Απέδειξαν ότι όλο και πιο πλατιά στις λαϊκές συνειδήσεις καταδικάζεται η πολιτική της φτώχειας, της ανεργίας και της εξαθλίωσης. Με όποιο ιδεολογικό μανδύα κι αν εμφανίζεται αυτή. Γιατί δεν μπορεί -και σωστά- να χωρέσει ο νους του εργαζόμενου ότι μετά από δεκαετίες θυσιών, μετά από δεκαετίες λιτότητας, μετά από τόσες απανωτές εξαγγελίες της υποτιθέμενης ανάκαμψης, σήμερα καλείται να θυσιάσει ξανά τη ζωή του και τη ζωή των παιδιών του στο βωμό της καπιταλιστικής κρίσης. Και μάλιστα, όταν είναι πλέον ξεκάθαρο ότι στο βάθος του «τούνελ» που μας έχουν στριμώξει δεν υπάρχει παρά βαθύ σκοτάδι.
Η απεργία στις 15 Δεκέμβρη ήταν ένα σημάδι ελπίδας. Έδωσε κουράγιο σε όλους. Γιατί ανέδειξε ότι οι εργαζόμενοι αρχίζουν να διακρίνουν την πραγματική τους ευθύνη: την οργάνωση των αγώνων τους, τη συλλογική υπεράσπιση των κατακτήσεων τους από τα αρπακτικά του κεφάλαιου και του ιμπεριαλισμού. Ήταν μια απεργία που δεν κάμφθηκε από την ψήφιση του αντιδραστικού πολυνομοσχεδίου μία μόλις μέρα πριν. Ήταν μια απεργία που δεν νομιμοποίησε τα αστικά ψευτοδιλήμματα και τους εκβιασμούς περί χρεοκοπίας. Ήταν μια απεργία, φυσική συνέχεια της λαϊκής κατακραυγής που εκφράστηκε στις δημοτικές εκλογές. Μια απεργία που δεν κάμφθηκε από το όργιο βίας και καταστολής. Μία απεργία που εμπνεύστηκε από τους αγώνες της αγγλικής και ιταλικής νεολαίας, των γάλλων εργαζομένων, των απεργών στην Πορτογαλία.
Ήταν μια απεργία που πήγε κόντρα στις διαθέσεις της ξεπουλημένης συνδικαλιστικής ηγεσίας που δεν δίστασε να νομιμοποιήσει τη σφαγή των μισθών και των συλλογικών συμβάσεων. Συνδικαλιστική ηγεσία που μέχρι τελευταία στιγμή καλλιεργούσε αυταπάτες για τις προθέσεις της κυβέρνησης και του Υπουργείου Εργασίας. Που σιγοντάρησε το ξαναπαιγμένο παραμύθι της «μάχης» που έδιναν τα κυβερνητικά επιτελεία ενάντια στις «παράλογες απαιτήσεις» της τρόικας. «Μάχης» αντίστοιχης με αυτή που δήθεν έδινε ενάντια στους «κερδοσκοπικούς κύκλους» όταν ήταν σε εξέλιξη η πρώτη φάση αυτής της αντιλαϊκής επιδρομής.
Έχει αρχίσει να νιώθει άβολα με τις διαθέσεις των εργαζομένων αυτή η συνδικαλιστική ηγεσία. Και τα σημάδια είναι όλο και πιο συχνά. Δεν τόλμησε να εμφανιστεί μπροστά στους εργαζόμενους ο Παναγόπουλος, ούτε την Τρίτη στην τρίωρη στάση εργασίας ούτε την Τετάρτη στην απεργία. Πίσω από τα ΜΑΤ αναζήτησε καταφύγιο ο Σόμπολος, όταν -αγανακτισμένοι- οι εργαζόμενοι στα ΜΜΕ τον γιουχάισαν και τον «στόλισαν» για τα απανωτά ξεπουλήματα της ΕΣΗΕΑ. Με το ζόρι συγκράτησαν τους εργαζόμενους οι εργατοπατέρες στα σωματεία των συγκοινωνιών την Τετάρτη 8 Δεκέμβρη, στην 24ωρη απεργία τους, όταν οι εργαζόμενοι απαιτούσαν να μπουν στο Υπουργείο Οικονομικών εξοργισμένοι από την απουσία των παραγόντων του Υπουργείου. Βράζουν οι εργαζόμενοι στον ΟΣΕ από την απροθυμία της συνδικαλιστικής τους ηγεσίας να τραβήξει τον αγώνα ενάντια στον πρόσφατο αντεργατικό νόμο που ιδιωτικοποιεί το σιδηρόδρομο.
Αυτά τα σημάδια θα πληθαίνουν όλο και περισσότερο. Γιατί αυτές οι συνδικαλιστικές ηγεσίες είναι κομμένες και ραμμένες στα πρότυπα των συμφερόντων της αστικής τάξης. Δεν έχουν καμία σχέση με τις αγωνίες των εργαζομένων. Δεν μπορούν και δεν θέλουν να έρθουν σε ρήξη με τα συμφέροντα του κεφάλαιου και της αστικής τάξης. Γι’ αυτό και το ζήτημα του ξεπεράσματός τους μπαίνει όλο και πιο επιτακτικά. Δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Δεν λύνεται από τη μια μέρα στην άλλη και κυρίως δεν λύνεται με όρους «συμβολισμού». Δεν αρκεί, για παράδειγμα, η κατάληψη του κτιρίου της ΓΣΕΕ για να ανατραπεί η πολιτική, οργανωτική αλλά και ιδεολογική κυριαρχία των αστικών και ρεφορμιστικών αντιλήψεων στο εργατικό κίνημα. Χρειάζεται σκληρή, καθημερινή ιδεολογική και πολιτική δουλειά στους εργαζόμενους. Ενάντια στη συναίνεση και τη υποταγή, αλλά και ενάντια στις αυταπάτες του «αριστερού κυβερνητισμού» περί συνδιαχείρισης, εργατικού ελέγχου και άλλων φαεινών που για χρόνια ταλανίζουν το εργατικό κίνημα και αποδεδειγμένα οδηγούν στη σύγχυση, την υποχώρηση και την ήττα.
Και κυρίως χρειάζεται εμπιστοσύνη στη δύναμη των μαζών και της συλλογικής, οργανωμένης πάλης. Χρειάζεται να ενισχυθεί κάθε μορφή συλλογικής συζήτησης και δράσης στους χώρους δουλειάς. Χρειάζονται μορφές οργάνωσης που θα ευνοούν την εμπλοκή κάθε εργαζόμενου. Που θα ανταποκρίνονται στις δυσκολίες που δημιουργεί η αποσυγκρότηση των σωματείων, αλλά και η αποσυγκρότηση της εργασίας και η επέκταση της ελαστικής εργασίας και της εργασιακής περιπλάνησης. Για να έχει ουσία και νόημα η επίκληση του «από τα κάτω».
Στην περίοδο που ξανοίγεται θα δοκιμαστούν και θα κριθούν οι πάντες και τα πάντα. Απεργίες όπως αυτή της 15ης Δεκέμβρη ξαναβάζουν κάθε πολιτική και συνδικαλιστική δύναμη μπροστά στις ευθύνες της. Στην κατεύθυνση της συγκρότησης πραγματικών όρων σύγκρουσης με αυτήν την πολιτική και ανατροπής της. Και πρώτο απ’ όλους θα δοκιμαστεί το ΠΑΜΕ που, για χρόνια, πίσω από τη δήθεν επαναστατική ρητορεία έκρυβε το βόλεμά του στην αστική νομιμότητα και στα περιθώρια του συστήματος για κάποιες μικροπαροχές. Και ήδη έχει αρχίσει να δοκιμάζεται. Για παράδειγμα, είναι φανερή η αμηχανία και η αδυναμία του να αναλάβει πρωτοβουλίες ενάντια στη διάλυση των συλλογικών συμβάσεων, ενώ ελέγχει πολύ σημαντικές ομοσπονδίες του ιδιωτικού τομέα. Είναι κυριολεκτικά στον αέρα, σήμερα περισσότερο από ποτέ, η απροθυμία του να συμβάλει στη συγκρότηση πλατιού μετώπου αντίστασης των εργαζομένων, να συζητήσει με άλλες πολιτικοσυνδικαλιστικές δυνάμεις, ενώ την ίδια στιγμή, ο πολιτικός του φορέας, το ΚΚΕ, δεν έχει το παραμικρό πρόβλημα να συνδιαλέγεται με τον πρωθυπουργό και να συνυπογράφει στη Βουλή πάσης φύσεως κοινά πορίσματα με το ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία.
Σε κάθε περίπτωση, οι εργαζόμενοι έβαλαν για όλους τον πήχη πιο ψηλά και δήλωσαν τη διάθεσή τους να συνεχίσουν. Με πείσμα και αποφασιστικότητα. Και αυτό είναι πραγματικά σπουδαίο!