ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ!

Αριστερό blog για τα κινήματα στις γειτονιές (και όχι μόνο!)

Για επικοινωνία: antigeitonies@gmail.com

ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ

ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΕΣ & ΤΟΠΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΕΣ

ΜΕΤΑ ΤΟ ΣΠΟΡΤΙΓΚ. Πολιτικό σχέδιο...ανακοινώσεων και χωριστών πρωτοβουλιών

Η Συντονιστική Επιτροπή της «Πρωτοβουλίας για την Ενότητα και την Κοινή Δράση της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς» («Πρωτοβουλία») έχει ήδη συντάξει μακρύ κατάλογο των «αντικαπιταλιστικών συνελεύσεων» που προγραμματίζει για το επόμενο διάστημα ανά την Ελλάδα. Ωστόσο αν αναζητήσει κανείς πρωτοβουλίες κοινής δράσης των δυνάμεων που τη συναποτελούν, θα βρεί μόνο… κοινές ανακοινώσεις για κάποια θέματα. Οσον αφορά την ίδια τη δράση, θα βρει διαγκωνισμούς ξεχωριστών επιλογών, όπως για παράδειγμα την προετοιμασία του ΣΕΚ για το επετειακό αντιπολεμικό του της 21/3 και την κινητοποίηση για το Στρασβούργο στις 4/4 με τους… παραδοσιακούς του συμμάχους, ενώ, π.χ. το ΝΑΡ, αναζητάει μια άλλη πρωτοβουλία για τα ίδια ζητήματα! Το «πολιτικό σχέδιο» λοιπόν, όπως διατυμπανίζεται από τους ιδρυτές της «Πρωτοβουλίας», εμφανίζει από τα πρώτα βήματά του σοβαρά προβλήματα, ή, από μια άλλη οπτική, εμφανίζει τα όριά του όσον αφορά το κίνημα –και τα πραγματικά του χαρακτηριστικά όσον αφορά τις πολιτικές επιδιώξεις των ηγεσιών που το συγκρότησαν.

Αυτά τα προβλήματα είχαν εμφανιστεί ήδη από την περίοδο του Δεκέμβρη και της ισραηλινής εισβολής στη Γάζα. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στα διαφορετικά «κέντρα αγώνα», στα διαφορετικά κέντρα μέσα στα «κέντρα αγώνα» και στα αμίμητα «παράλληλα ραντεβού» για τις διαδηλώσεις στην ισραηλινή πρεσβεία. Αλλά αναφερόμαστε –κυρίως– στο υποτιθέμενο ξεχωριστό πολιτικό στίγμα αυτών των δυνάμεων που εκφράστηκε με το «Κάτω η κυβέρνηση». Στίγμα που υποτίθεται ότι φιλοδοξούσε να εκφράσει τον «αντικαπιταλισμό» και την «επαναστατικότητα» των δυνάμεων αυτών στον βαθμό που έδινε διέξοδο και προοπτική στον ξεσηκωμό και αποτελούσε το «σημείο τομής» και εκκίνησης της νέας προσπάθειας για τον «πόλο». Αυτό ακριβώς λοιπόν το «ξεχωριστό σημείο» οι ίδιοι οι εμπνευστές του ουσιαστικά το εγκατέλειψαν και το επαναδιατύπωσαν στον Σπόρτινγκ «Κάτω η κυβέρνηση και η πολιτική της»! Αυτή η... μικρή διόρθωση έχουμε τη γνώμη ότι είναι όχι μόνο μια αυτοαναίρεση, αλλά κυρίως μια ομολογία πολιτικής σύγχυσης όσον αφορά τα πιο βασικά ερωτήματα στα οποία υποτίθεται ότι βροντωδώς –και από κοινού– έχουν απαντήσει το ΜΕΡΑ και το ΕΝΑΝΤΙΑ. Σε ποιον άραγε απευθύνεται η «διευκρίνιση» της «διόρθωσης» και τι ακριβώς «διευκρινίζει»; Και αν δεν ήταν τελικά «αυτονόητο» ότι το «Κάτω η κυβέρνηση» δεν σημαίνει –στις σημερινές συνθήκες και στους σημερινούς συσχετισμούς– και ανατροπή της πολιτικής της επίθεσης του συστήματος ενάντια στην εργατική τάξη και στο λαό, τότε προς τι η όλη φασαρία των πρώτων ημερών; Προς τι η απόλυτη εμμονή στο «Κάτω η κυβέρνηση» που ήταν ο απαράβατος όρος για να συνταχθεί μια όποια ανακοίνωση; Μήπως να περιμένουμε και αυτοκριτική αναγνώριση ότι ακριβώς η κατεύθυνση που αταλάντευτα πρόβαλλε το ΚΚΕ(μ-λ), για την ανατροπή της πολιτικής του συστήματος, ήταν –και είναι– το πραγματικό ζήτημα με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπο το κίνημα, το πεδίο πολιτικοποίησης των διαθέσεων των μαζών, το πεδίο στο οποίο πριν από όλα θα κριθεί και το ζήτημα της Αριστεράς; Δυστυχώς τα πραγματικά δεδομένα και οι πολιτικές αντιλήψεις που κυριαρχούν στις δυνάμεις αυτές δεν επιτρέπουν τέτοιες –αφελείς– αισιοδοξίες. Αντίθετα, δείχνουν πως η... προσθήκη «και η πολιτική της» αντιμετωπίζεται ως ένας ελιγμός διατύπωσης που μπορεί να προσθαφαιρείται ανάλογα με το κλίμα και τη συγκυρία.

Τα βασικά ερωτήματα

Πού βρίσκεται το κίνημα σήμερα από την άποψη της συγκρότησής του απέναντι στο σύστημα; Σε τι συνίσταται το ζήτημα της Αριστεράς (και άρα ποιοι οι όροι και οι δρόμοι απάντησής του); Σε αυτά τα δύο βασικά ερωτήματα οι δυνάμεις των ΜΕΡΑ-ΕΝΑΝΤΙΑ αδυνατούν ή αρνούνται να απαντήσουν –ίσως και να τα θέσουν– και γι’ αυτό απαντούν λαθεμένα και με λογικές της καθεστωτικής Αριστεράς και στο κύριο πολιτικό ερώτημα: Ποια είναι τα πολιτικά μέτωπα της περιόδου και με ποια αντίληψη/λογική πρέπει και μπορεί να αναδειχθούν και να παλευτούν από τις δυνάμεις που αναφέρονται στο κίνημα και στην επαναστατική Αριστερά; Σε αυτή τη βάση αδυνατούν να προσδιορίσουν πολιτικά τι είναι το μόρφωμα που επιχειρούν να συγκροτήσουν. Πρόκειται για μια «όμορφη περιπέτεια», για μια «μεγάλη ευκαιρία», για μια «ενότητα των αντικαπιταλιστών», για ένα «μεγάλο βήμα για τον πόλο», που είναι και «μέτωπο» (ο «πόλος»), αλλά από την άλλη πάλι δεν προσδιορίζεται τι είναι ο «πόλος/μέτωπο». Μια απάντηση αρκετά καθαρή είχε δώσει σε αυτά τα ερωτήματα ήδη από τον Φλεβάρη του 2007 η ΑΡΑΝ, εν μέσω της μεγάλης φοιτητικής-σπουδαστικής πάλης: «Αρκετά κάναμε στο κίνημα. Ας σταματήσουμε εδώ για να φτιάξουμε ένα πλατύ εκλογικό σχήμα για να πάμε να... θριαμβεύσουμε στις επερχόμενες εκλογές». Αυτή κατά τη γνώμη μας είναι η ουσία και της τωρινής προσπάθειας και από όλους μαζί πλέον, μια και διαψεύστηκαν οι χωριστές εκλογικές ελπίδες και το εκλογικό αποτέλεσμα του 2007 επέβαλε –σύμφωνα με τη δική τους λογική– την από κοινού επιχείρηση ανάδειξης μέσω των εκλογών του «κεντρικού πολιτικού ρόλου της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς».

Στη βάση αυτής της λογικής βρίσκεται η υποτίμηση-αγνόηση του πραγματικού ταξικού συσχετισμού και όλων των πολιτικών-θεωρητικών-ιδεολογικών ζητημάτων που αυτός συνεπάγεται για την υπόθεση της Αριστεράς και του κομμουνιστικού κινήματος. Βρίσκεται η λογική της «επιτάχυνσης» της κατασκευής «λύσης» εδώ και τώρα, έξω από τους πραγματικούς όρους του ζητήματος. Εξω από τους πραγματικούς όρους και μέσα στη λογική των ρεφορμιστικών «προγραμμάτων πάλης» που «δεν» είναι τέτοια επειδή μιλούν για την «αντικαπιταλιστική επανάσταση». Αυτή λοιπόν η «επιτάχυνση» μεταφράζεται σήμερα, που «ο καπιταλισμός δεν δουλεύει», στην άμεση δυνατότητα εκτίναξης στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό, που εξάλλου είναι και όρος πολιτικοποίησης των αγώνων, του κινήματος κ.λπ. κ.λπ.

Αυτή η βάση προσέγγισης του ζητήματος είναι κοινή για όλες τις δυνάμεις των ΜΕΡΑ-ΕΝΑΝΤΙΑ, παρά τις όποιες άλλες διαφορές τους. Ολες οι δυνάμεις αυτές –πέρα από τις ιδιαίτερες αντιθέσεις τους, τις διαφορές στις διατυπώσεις τους και τους ειδικότερους υπολογισμούς που έκαναν η κάθε μία για τις άλλες– έχουν εδώ και χρόνια αναδείξει αυτή την κατεύθυνση και τη λογική. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ποιος το έκανε λιγότερο φανερά ή λιγότερο άτσαλα. Δεν έχει νόημα να συγκριθεί, π.χ., η «κριτική στήριξη στο ΠΑΣΟΚ» με την αναζήτηση πόλου μέσω Τσοβόλα (το παλιό ΔΗΚΚΙ) ή με τον «Χώρο διαλόγου».

Αν κάτι αξίζει να επισημανθεί σήμερα είναι η αυξημένη επιρροή που φαίνεται να ασκεί σε όλους η γαλλική εκδοχή της ανάλογης απόπειρας (ΝΑΚ), παρά τις διαψεύσεις από ανάλογες ευρωπαϊκές περιπέτειες (π.χ. της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης) που στην αρχική τους φάση είχαν επίσης γοητεύσει τις ντόπιες δυνάμεις. Αυτή η αυξημένη επιρροή φαίνεται να είναι μια πιο αποφασιστική εφαρμογή στην πράξη της «αποκομμουνιστικοποίησης», με όλη τη σχετικότητα που μπορεί να έχει ο όρος τουλάχιστον για κάποιες από τις δυνάμεις αυτές που ποτέ δεν αναζήτησαν την κομμουνιστική κατεύθυνση σήμερα. Αυτή λοιπόν η κατεύθυνση είναι περισσότερο από ποτέ φανερή, ιδιαίτερα στο «κείμενο προβληματισμού» που έβγαλε ο Σπόρτινγκ. Ή, αλλιώς, είναι φανερή η εφαρμογή της λογικής της «υπέρβασης του λενινισμού, του τροτσκισμού, του μαοϊσμού», όπως πρότεινε από παλιά το ΝΑΡ ως διέξοδο στο πρόβλημα της Αριστεράς σήμερα. Βέβαια –ανεξάρτητα της συνολικότερης συζήτησης που μπορεί να γίνει γύρω από αυτή την ιδέα της «υπέρβασης»– αυτό που είναι φανερό είναι ότι μόνο ο τροτσκισμός (ούτε ως πολιτική αντίληψη για το σήμερα ούτε σαν άποψη για το κομμουνιστικό κίνημα του 20ού αιώνα) δεν ξεπερνιέται στην «Πρωτοβουλία».

Με βάση τα παραπάνω θεωρούμε ότι η πολιτική κατεύθυνση και η πρακτική στάση της «Πρωτοβουλίας» δυσκολεύει και καθυστερεί τόσο τα άμεσα βήματα κοινής δράσης που είναι αναγκαία στο κίνημα όσο και την οικοδόμηση προϋποθέσεων για τις συνολικότερες απαντήσεις που απαιτούνται για την επαναστατική προοπτική της εργατικής τάξης και του λαού. Προσθέτει δηλαδή –στο μέτρο που της αντιστοιχεί– εμπόδια στην υπόθεση που διακηρύττει ότι υπηρετεί, ξοδεύοντας από κάθε άποψη ένα δυναμικό αγωνιστών. Αυτή η διαπίστωση είναι ήδη φανερή στην πράξη και προφανώς ισχύει ανεξάρτητα από το αν και πόσο θα τραβήξει η «όμορφη περιπέτεια» των μεγάλων εκλογικών βημάτων.