ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ

ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΕΣ & ΤΟΠΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΕΣ

Στο δρόμο, να φύγει η εργολαβία, με όπλο την κατάληψη και την απεργία


Η δολοφονική επίθεση κατά της Κ. Κούνεβα ήταν η αφορμή να ξετυλιχτεί το κουβάρι των συνθηκών εργασίας, του σύγχρονου δουλεμπορίου και της εργοδοτικής τρομοκρατίας. Το εργοδοτικό βιτριόλι φέρνει στην επιφάνεια με τον πιο ωμό τρόπο την καθημερινότητα χιλιάδων εργαζομένων, σε ολόκληρη την Ελλάδα, σε κάθε πόστο, που εργάζονται υπό το καθεστώς της ανασφάλειας, της επισφάλειας και των ελαστικών σχέσεων. Κυρίως όμως αυτές οι συνθήκες αποτελούν εικόνες από το μέλλον που η αστική τάξη και το κεφάλαιο επιβάλλουν με βάση τα νέα δεδομένα των απολύσεων, της φτώχειας και της ανεργίας.

Σε ολόκληρη τη χώρα οι δεκάδες πρωτοβουλίες που πάρθηκαν ως ένδειξη αλληλεγγύης και συμπαράστασης στην Κ. Κούνεβα βγάζουν μια ηχηρή κραυγή πως ο εργασιακός μεσαίωνας που επιβάλλεται δεν θα περάσει και η εργοδοτική τρομοκρατία δεν μας φοβίζει.

Στην ίδια λογική, εδώ και 2 μήνες, στη Θεσσαλονίκη, η πρωτοβουλία ενάντια στις εργολαβίες στο ΑΠΘ, με αποκορύφωση την κατάληψη της πρυτανείας, θέτει τρία βασικά ζητήματα τα οποία θέλει να φτάσει μέχρι τέλους: α) αλληλεγγύη στην Κ. Κούνεβα, β) κατάργηση της εργολαβίας στο ΑΠΘ, γ) μονιμοποίηση όλων των εργαζομένων που δουλεύουν σε αυτήν.

Τις τελευταίες 2 βδομάδες και όσο οι μέρες περνούν, η συζήτηση για την κατάληψη της πρυτανείας και τις εργολαβίες του ΑΠΘ έρχεται όλο και περισσότερο στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, τόσο μέσα από τους κύκλους και τη δυναμική της κατάληψης όσο και μέσω του ίδιου του συστήματος. Κάπου εδώ υπάρχει ανάγκη να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά και να ορίσουμε το συνολικό πλαίσιο μέσα από το οποίο οι Αγωνιστικές Κινήσεις στήριξαν έμπρακτα, με την καθημερινή τους παρουσία, το όλο εγχείρημα.

Το πρώτο βήμα για να θέσει κανείς ένα στόχο αλλά και να ορίσει τα μέσα με τα οποία θα επιτευχθεί αυτός είναι να αναγνωρίσει ποιον έχει απέναντί του και με ποιον πάει να τα βάλει. Είναι αναγκαίο, όχι από τη σκοπιά του αδύνατου, του ουτοπικού, αλλά από αυτήν που μετράει τα βήματα, αναγνωρίζει τους συσχετισμούς και δεν θέλει σε καμία περίπτωση να απογοητεύσει κόσμο.

Στη δική μας περίπτωση, της εργολαβίας του ΑΠΘ, ο αντίπαλος δεν είναι απλά ένας δεξιός πρύτανης που έχει «φαγωθεί» να άρει το άσυλο, αλλά ένα ολόκληρο σύστημα το οποίο προωθεί σε όλο το φάσμα της εργασίας τις ελαστικές σχέσεις, την ανασφάλεια και κατ’ επέκταση το δουλεμπόριο των εργολαβιών. Μια πολιτική η οποία στη βάση της κρίσης, των απολύσεων και της ανεργίας προτείνει ως λύση τα 4ωρα, την ανασφάλεια, το τσάκισμα των μισθών, την τρομοκρατία. Επίσης έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα σύστημα το οποίο μετά τα γεγονότα του Δεκέμβρη θωρακίζεται με κάθε μέσο και προετοιμάζεται για τις αντιδράσεις που ξέρει ότι έπονται. Συστρατεύεται για να ποινικοποιήσει τους αγώνες του λαού και της νεολαίας και εξαπολύει μια συντονισμένη επίθεση απέναντι στα μέσα πάλης του κινήματος (βλ. προτάσεις Σανιδά - καταλήψεις) και στο άσυλο.

Είμαστε σε μια περίοδο όπου στους φοιτητικούς χώρους κυριαρχεί η αναζήτηση, χωρίς να υπάρχει ένας ξεκάθαρος στόχος που θα συσπειρώσει τον κόσμο, ενώ από πλευράς των δυνάμεων που αναφέρονται στο κίνημα η βασική κουβέντα είναι οι κάθε λογής εκλογές (βλ. φοιτητικές, ευρωεκλογές, βουλευτικές). Τέλος, όσον αφορά το εργατικό κίνημα, ήταν μια καλή ευκαιρία να καταλάβουμε και από κοντά την οπισθοχώρηση στην οποία έχει βρεθεί. Συσχετισμοί ιδιαίτερα αρνητικοί, σωματεία είτε ανύπαρκτα είτε σε πολύ πρωτόλειο επίπεδο, ενώ οι εργαζόμενοι εγκλωβισμένοι τόσο από την εργοδοτική τρομοκρατία που καθημερινά ασκείται όσο και από την αδυναμία των επαναστατικών δυνάμεων να εκφράσουν τη συσσωρευμένη αγανάκτηση. Αντίστοιχη η κατάσταση στο σωματείο των εργαζομένων στις εργολαβίες του ΑΠΘ.

Η παραπάνω αναγνώριση της πραγματικότητας μας βάζει προ των ευθυνών μας σε σχέση με τις πολιτικές μάχες που πρέπει να δώσουμε για την ανατροπή αυτής της κατάστασης. Ολο το διάστημα των 2 τελευταίων μηνών, με κορύφωση τις 16 μέρες κατάληψης της πρυτανείας, ως Αγωνιστικές Κινήσεις προσπαθήσαμε να εκφράσουμε εκείνες τις κατευθύνσεις που θα έβαζαν το δύσκολο αυτόν αγώνα σε μια νικηφόρα τροχιά, αυτήν της κατάργησης των εργολαβιών στο ΑΠΘ και της μονιμοποίησης όλων των εργαζομένων αυτών. Κάναμε εξαρχής κατανοητό ότι ο στόχος που βάζουμε πρέπει να είναι ξεκάθαρος και να λειτουργεί σαν αιχμή της συνολικότερης πολιτικής των ελαστικών σχέσεων και της ανασφάλειας. Ετσι ώστε να συσπειρώνει κόσμο, να μαζικοποιεί τον αγώνα, να βάζει ουσιαστικό πρόβλημα στις προθέσεις του συστήματος και όχι να διαχέεται σε γενικές πολιτικές τοποθετήσεις του τύπου «πάμε να καταργήσουμε τις εργολαβίες παντού, όπου και αν αυτές βρίσκονται». Θέσαμε ότι ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί ο στόχος της κατάργησης των εργολαβιών είναι η αναμέτρηση με τους συσχετισμούς και όχι η παράκαμψή τους. Κατά συνέπεια, πρωταρχικό είναι η εξωστρεφής λειτουργία της κατάληψης σε τρία επίπεδα: Α) προς το φοιτητόκοσμο και τους φοιτητικούς συλλόγους. Οχι με τη λογική των συναισθηματισμών, αλλά αυτήν της αλληλεγγύης στην Κ. Κούνεβα και στους εργαζόμενους του ΑΠΘ και κυρίως με την προσπάθεια ανάδειξης του μέλλοντος που περιμένει καθέναν από εμάς που βγαίνει στην αγορά εργασίας. Β) προς τα σωματεία εργαζομένων και την έξω από τα πανεπιστήμια κοινωνία που βιώνει καθημερινά τις άθλιες συνθήκες εργασίας, τη φτώχεια, την ανασφάλεια, τις απολύσεις, την τρομοκρατία. Γ) προς τους εργαζόμενους στις εργολαβίες του ΑΠΘ και το σωματείο τους, το υποκείμενο αυτής της μάχης. Κρίνεται ίσως το σημαντικότερο και το επιτακτικότερο, ο αγώνας κατά των εργολαβιών να περάσει στα χέρια των εργαζομένων, όπου με την πλήρη στήριξη του δυναμικού της κατάληψης η κατάσταση να γίνει ακόμη πιο οξυμένη. Ας αναλογιστεί κανείς πόσο πιο έντονη θα ήταν η πολιτική πίεση αν υπήρχε μια απόφαση του σωματείου για απεργία, όταν θα γέμιζε σκουπίδια όλο το ΑΠΘ. Αναδείξαμε το ρόλο που θα πρέπει να έχει η πρωτοβουλία στην αρχή και η κατάληψη στη συνέχεια. Ρόλο καταγγελτικό και διαμαρτυρίας για τις συνθήκες εργασίας των εργαζομένων, πολιτικής πίεσης στην πρυτανεία, την εργοδοσία και προς το σύστημα συνολικότερα, ενώ, τέλος και βασικότερο, ρόλο προωθητικό του αγώνα στους φοιτητικούς συλλόγους και στο σωματείο των εργαζομένων. Ημασταν ξεκάθαροι ότι στη μάχη που δίνουμε δεν χωρούν συνδιαχειριστικές λογικές και ότι δεν πέφτουμε στη λούμπα της πρυτανείας για κοινές επιτροπές που θα λύσουν το πρόβλημα. Τέλος, δεν διαπραγματευόμαστε το άσυλο με κανέναν πρύτανη, Σανιδά, κυβερνητικό και μη. Το άσυλο είναι αδιαπραγμάτευτο και ανήκει σε όλο το λαό.

Κομβικό σημείο από πολιτικής άποψης, το οποίο για πολλούς θα έπρεπε να ήταν αναμενόμενο, είναι οι πιέσεις που αρχίζουν να ασκούνται προς την κατάληψη της πρυτανείας αλλά και τους εργαζόμενους, από κάθε πλευρά και με κάθε μέσο. Οσον αφορά τους εργαζόμενους, χρησιμοποιείται το κλασικό όπλο της εργοδοτικής τρομοκρατίας. Κόβονται οι μισθοί και αρχίζουν οι χαφιεδισμοί, με ό,τι σημαίνει αυτό. Η τρομοκρατία ήταν, είναι και θα είναι ίσως το βασικότερο όπλο της εργοδοσίας απέναντι στους αγώνες των εργαζομένων. Πασχίζει με κάθε τρόπο να τσακίσει κάθε φωνή που πάει να ορθωθεί. Από πλευράς κατάληψης, επιστρατεύεται η «κουκουλοφοβία» και πιο συγκεκριμένα οι απειλές για άρση ασύλου. Πιστεύουμε ότι το άνοιγμα του ζητήματος του ασύλου δεν έγινε για να μεταφέρει την κουβέντα από τις εργολαβίες σε ένα άλλο επίπεδο. Εντάσσεται στη συνολικότερη συντεταγμένη προσπάθεια του συστήματος να θωρακιστεί απέναντι στους αγώνες, να τους ποινικοποιήσει και να νομιμοποιήσει την άρση του ασύλου, η οποία ανοίγει νέους δρόμους για το προχώρημα της επίθεσης συνολικά. Επίσης είναι ένα άρμα απονομιμοποίησης του αγώνα ενάντια στις εργολαβίες, ο οποίος, όσο συνεχίζεται, γίνεται παράδειγμα προς μίμηση και συλλογική κατάκτηση προς όλο το φάσμα των εργαζομένων στις ελαστικές σχέσεις και την ανασφάλεια, με ό,τι κινδύνους για το σύστημα κρύβει αυτό.

Οι απειλές για εισβολή της αστυνομίας διαδέχονται η μια την άλλη διά στόματος πρύτανη αλλά και μιας σειράς «καλοβολεμένων», «νομιμοφρόνων» καθηγητάδων μέσα από το σύνολο των ΜΜΕ. Το παιχνίδι στήθηκε και το ραντεβού δόθηκε. Την Τρίτη 31/3, στις 12, έξω από την πρυτανεία, συγκέντρωση καλεσμένη από τη σύγκλητο για να επαναφέρουν τη νομιμότητα (και όποιος κατάλαβε κατάλαβε!). Κάποιοι έριξαν όλες τους τις ελπίδες για την κατάργηση του ασύλου σε αυτή τη συγκέντρωση. Κάποιοι άλλοι όμως μετρούν καταστάσεις και αποφασίζουν. Η άρση του ασύλου την ώρα που έξω από την πρυτανεία βρίσκονταν 500 φοιτητές να το υπερασπίζονται θα σήμαινε το άνοιγμα ενός επικίνδυνου, εκρηκτικού μετώπου που κανείς δεν ξέρει πού θα κατέληγε και ποιες θα ήταν οι συνέπειες. Ετσι επιλέχτηκε ο ελιγμός της ανοιχτής συγκλήτου, η οποία αποτελεί μια στημένη διαδικασία αποπροσανατολισμού. Η απόφασή της ήταν μια γενικόλογη καταγγελία της εργολαβίας και ουδείς λόγος για το άσυλο. Οσον αφορά το άσυλο, πρέπει να έχουμε καθαρό ότι η προσπάθεια κατάργησής του από πλευράς συστήματος θα συνεχίσει με κάθε τρόπο και το επόμενό τους βήμα θα το δούμε πολύ άμεσα. Για την απόφαση της ανοιχτής συγκλήτου ξέρουμε ότι ο μόνος εγγυητής της κατάργησης των εργολαβιών είναι οι αγώνες των εργαζομένων, των φοιτητών, της κοινωνίας ολάκερης, η ΑΠΕΡΓΙΑ και η ΚΑΤΑΛΗΨΗ. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το μόνο συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε είναι ότι ο αγώνας για την κατάργηση της εργολαβίας στο ΑΠΘ, τη μονιμοποίηση των εργαζομένων και την υπεράσπιση του ασύλου πρέπει να συνεχιστεί.

Σε αυτό το σημείο, την ώρα που διαβάζετε αυτό το κείμενο, είτε η κατάληψη της πρυτανείας συνεχίζει είτε όχι, μπορούμε να πούμε ότι αυτή η δίμηνη διαδικασία μόνο νίκες μπορεί να προσθέσει, παρ’ όλες τις αδυναμίες και τις αγκυλώσεις που υπήρξαν. Ισως λίγοι θα περίμεναν ότι αυτή η τόσο ετερόκλητη σύνθεση στο εσωτερικό της κατάληψης θα μπορούσε να φτάσει μέχρι εδώ. Κατάφερε να δημιουργήσει ένα κεντρικό γεγονός και ανάγκασε όλη την κοινωνία να μιλάει για τις εργολαβίες στο ΑΠΘ. Ταρακούνησε τα λιμνάζοντα νερά του μεγαλύτερου πανεπιστημίου της χώρας και συσπείρωσε ένα αρκετά καλό δυναμικό ανθρώπων γύρω από αυτήν. Τέλος, κυρίως κατάφερε να δώσει ελπίδα στους εργαζόμενους και έκανε ξεκάθαρο ότι ο μόνος τρόπος να κερδίσεις είναι η συλλογική διεκδίκηση και ο αγώνας. Εβαλε λιθαράκια στη συγκρότηση ανθρώπων που παλεύουν και, αργά ή γρήγορα, είτε κάποιοι το θέλουν είτε όχι, το φάντασμα της απεργίας των καθαριστριών θα έρθει ξανά στην επιφάνεια.