ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ

ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΕΣ & ΤΟΠΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΕΣ

Περί «χρήσιμης» και «χαμένης» ψήφου

Χρόνια τώρα σε κάθε εκλογές ανθεί η σχετική φιλολογία. Το ΠΑΣΟΚ απευθύνεται στον κόσμο της Αριστεράς διακηρύσσοντας πως κάθε ψήφος που δεν δίνεται σε αυτό (για «να φύγει η Δεξιά») είναι μια χαμένη ψήφος.
Στη δική τους κλίμακα, ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ θεωρούν «χαμένη» κάθε ψήφο που δεν δίνεται σε αυτούς αλλά «χαραμίζεται» στα μικρότερα κόμματα και οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.
Σε σχέση με αυτά θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε πως μια «χρήσιμη» διαδρομή (της ψήφου) είναι αυτή που οδηγεί έναν κόσμο από τις οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς στα «μεγάλα» αριστερά κόμματα και από εκεί στη «μεγάλη Αριστερά» του… ΠΑΣΟΚ. Άλλωστε αυτή τη διαδρομή την έχουν κάνει κατά καιρούς όχι μόνο οι ψήφοι, αλλά και πολλά άτομα και μάλιστα «σημαίνοντα». Όρα, λ.χ., Ανδρουλάκης, που από άλμα σε άλμα βρήκε τελικά την πλήρη «χρησιμότητά» του. (Και έπονται και άλλοι σε αυτή τη διαδικασία ανακύκλωσης.)
Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο θέμα της ψήφου.
• Το ζήτημα έχει την ιστορία του. Μια πολύ σημαντική περίπτωση είναι αυτή που αφορά την πριμοδότηση της τότε Ένωσης Κέντρου του Γ. Παπανδρέου, τη δεκαετία του 1960, από την ενιαία τότε Αριστερά (ΕΔΑ).
Η δεύτερη, τη συμπόρευση με το «ρεύμα της Αλλαγής» του ΠΑΣΟΚ και του Α. Παπανδρέου μετά το 1974, τόσο του ΚΚΕ όσο και του τότε ΚΚΕ εσωτερικού. Θα μπορούσε να πει κανείς πολλά για όλα αυτά και για τις συνέπειες που είχαν για το λαϊκό κίνημα, αλλά ας περάσουμε στο πώς τίθεται το πρόβλημα σήμερα.
Το ερώτημα είχε –και έχει– καταρχάς μια βασική διάσταση. Αυτή που αφορά το πώς αντιμετωπίζει κανείς τη σχέση ανάμεσα σε αυτά που παίζονται στο κοινοβουλευτικό πεδίο από τη μια και στην αναγκαιότητα ανάπτυξης, συγκρότησης του λαϊκού κινήματος από την άλλη.
Ας δούμε ωστόσο το πώς εμφανίζεται το πρόβλημα σε σχέση με το ζήτημα της χρήσιμης ή μη ψήφου και με ποια κριτήρια μπορεί να θεωρηθεί σαν τέτοια ή αλλιώτικη. Ο τρόπος που αντιμετωπίζεται το θέμα δεν είναι ίδιος για όλους. Με άλλη λογική αντιμετωπίζουν το ζήτημα οι αστικές δυνάμεις, με διαφοροποιημένη οι ρεφορμιστές και εντελώς αντίθετη οι λαϊκές επαναστατικές κομμουνιστικές δυνάμεις.
- Όσον αφορά τις αστικές δυνάμεις, η ψήφος έχει μια πολύ συγκεκριμένη και άμεση χρησιμότητα. Και, για να είμαστε ακόμη πιο συγκεκριμένοι, αυτό που κρίνεται σε αυτές τις εκλογές είναι το αν θα σχηματίσει κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ ή η ΝΔ. Από τη μεριά του συνεπώς το ΠΑΣΟΚ λ.χ. έχει κάθε λόγο να υποστηρίζει πως η μόνη χρήσιμη ψήφος είναι αυτή που δίνεται σε αυτό και θεωρεί άχρηστη όποια ψήφο δίνεται στα κόμματα της Αριστεράς. Προϋπόθεση ωστόσο για να αποδεχτεί κανείς μια τέτοια λογική είναι να πιστεύει ότι μια κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ –και σε αντίθεση με μία της ΝΔ– θα υπηρετήσει τον λαό. Όταν ωστόσο θεωρεί –όπως εμείς, ας πούμε- ότι και το ΠΑΣΟΚ, όπως και η ΝΔ, αυτό που έχουν να κάνουν είναι να προωθήσουν την επίθεση του συστήματος ενάντια στον λαό, δεν έχει κανένα λόγο να ενδώσει σε μια τέτοια λογική.
- Υπάρχει και ένα δεύτερο επίπεδο μιας τέτοιας «χρησιμότητας», συναφές προς το προηγούμενο: η πιθανότητα, η προοπτική κυβερνήσεων συνεργασίας και, για να είμαστε και πάλι συγκεκριμένοι, η σύμπραξη κομμάτων της Αριστεράς με το ΠΑΣΟΚ. Αυτή η λογική χαρακτήριζε (ανοιχτά) την πολιτική αυτών των κομμάτων για πολλά χρόνια. Θεωρούμε μάλιστα πως συνεχίζει να τη χαρακτηρίζει, έστω και αν υπό το βάρος των εξελίξεων καμώνονται πως την αποκηρύσσουν. Το σύνθημα-γραμμή, λ.χ., της ανατροπής του δικομματισμού σε αυτό ακριβώς παραπέμπει. Στη διαμόρφωση όρων και συνθηκών που θα κάνουν εφικτή και αναγκαία μια τέτοια συνεργασία. Ως προς το πολιτικό περιεχόμενο μιας τέτοιας συνεργασίας, αυτό που λέγεται ή υπονοείται είναι πως μια κυβέρνηση στην οποία θα συμμετέχει και η Αριστερά (τελευταία μας προέκυψαν και οι Οικολόγοι) θα εφαρμόσει φιλολαϊκές πολιτικές, θα στρέψει την κίνηση των πραγμάτων προς τα αριστερά. Ιδού λοιπόν η συγκεκριμένη «χρησιμότητα» της ψήφου που θα δοθεί σε αυτά τα κόμματα. Το αν και πόση βάση έχει μια τέτοια πολιτική κατεύθυνση φαίνεται και από το γεγονός ότι τα ίδια τα ρεφορμιστικά κόμματα αναγκάζονται –στα λόγια τουλάχιστον– να την αποκηρύξουν. Ποια χρησιμότητα, ποιας ψήφου λοιπόν;
• Περνάμε έτσι στην άλλη διάσταση του ζητήματος που είναι –εν τέλει– και η πιο ουσιαστική. Αν η ψήφος των λαϊκών-αριστερών ανθρώπων δεν έχει και δεν μπορεί να έχει συγκεκριμένη χρησιμότητα στο κυβερνητικό πεδίο με βάση τις σημερινές συνθήκες και τους συσχετισμούς, τότε ποια μπορεί να είναι η χρησιμότητά της; Κατά την άποψή μας, η μόνη χρησιμότητα και σημασία που μπορεί να έχει είναι η ενίσχυση –και με την ψήφο– αυτής ή εκείνης της πολιτικής γραμμής και κατεύθυνσης. Αυτό είναι το μόνο ερώτημα το οποίο έχει να απαντήσει ένας αγωνιστής, ένας αριστερός άνθρωπος.
- Ως προς αυτό, τα ρεφορμιστικά κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ) έχοντας αναγκαστεί από τις εξελίξεις να αποποιηθούν (τουλάχιστον σε αυτά που λένε) την κυβερνητική προοπτική «οχυρώνονται» στην ανάδειξη του κοινοβουλευτικού πεδίου σαν κύριου πεδίου «πάλης» και των εκλογών ως «μάχης των μαχών». Ενισχύστε λοιπόν εκλογικά τον ΣΥΡΙΖΑ για να υπάρχει, λέει, ισχυρή αριστερή αντιπολίτευση στη βουλή, η οποία μάλιστα θα αντιπαραθέτει και συγκεκριμένες προτάσεις (προφανώς στην κυβέρνηση) για την αντιμετώπιση των προβλημάτων.
Πιο «ριζοσπαστικό» το ΚΚΕ, ζητάει να ψηφιστεί γιατί ένα ισχυρό (κοινοβουλευτικά) ΚΚΕ αποτελεί τη μόνη και αποτελεσματική δύναμη αντίστασης ή ακόμη και «αντεπίθεσης». Τέτοια «χρησιμότης»!
Τα πράγματα ωστόσο είναι συγκεκριμένα. Τα δύο αυτά κόμματα «παλεύουν» κοινοβουλευτικά εδώ και χρόνια. Τα αποτελέσματα, και καθώς όλοι το γνωρίζουν, είναι μηδενικά. Ταυτόχρονα είναι σαφές πως τίποτα διαφορετικό δεν πρόκειται να γίνει αν υποθέσουμε ότι βγάζουν πέντε-δέκα βουλευτές παραπάνω. Όμως το χειρότερο είναι ότι στο όνομα αυτής της «πάλης» αδιαφόρησαν ή ακόμη και υπέσκαψαν την ανάπτυξη των αγώνων του λαού και της νεολαίας στα διάφορα μέτωπα πάλης που υπήρξαν. Δηλαδή το μόνο πεδίο όπου ο λαός μπορεί να αναζητήσει απαντήσεις στα προβλήματά του, να αναπτύξει τη δύναμή του, να διαμορφώσει ευνοϊκούς συσχετισμούς, να κερδίσει νίκες.
Με άλλα λόγια λοιπόν η ψήφος σε αυτά τα κόμματα «χρησιμεύει» στην ενίσχυση των κοινοβουλευτικών αυταπατών και ταυτόχρονα στις πολιτικές υπονόμευσης της ανάπτυξης του λαϊκού κινήματος.
Τέλος, και για να αναφερθούμε και σε αυτή την πτυχή του πράγματος, αν η στάση αυτών των δυνάμεων υπογραμμίζει και σηματοδοτεί το «δράμα» του κινήματος και της Αριστεράς στη χώρα μας, ο κοινοβουλευτικός κρετινισμός που επιδεικνύουν οργανώσεις υποτίθεται «ακόμα πιο ριζοσπαστικές» αγγίζει τα όρια της φάρσας.
Όπως και να ’χει, η ουσία του πράγματος σε σχέση με το πρόβλημα που τίθεται εδώ είναι μια: η μόνη πραγματικά χρήσιμη πολιτική στάση –που μπορεί να εκφραστεί και με την ψήφο– είναι αυτή που ενισχύει την πολιτική κατεύθυνση της συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων μέσα στο πεδίο της καθημερινής αντίστασης και πάλης.