ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ

ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΕΣ & ΤΟΠΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΕΣ

Τίνος τα προβλήματα θέλει να απαντήσει ο Ομπάμα

Α' ΜΕΡΟΣ

Για την εκλογή του νέου προέδρου των ΗΠΑ έχουν γραφεί πολλά. Ταυτόχρονα έχει αναπτυχθεί πλήθος προσδοκιών τέτοιων και αλλιώτικων. Οσο μας αφορά, γνωρίζουμε καλά ότι: Οι πρόεδροι των ΗΠΑ προωθούνται και αναδεικνύονται από την αμερικανική ελίτ στη βάση συγκεκριμένων κάθε φορά λόγων, στόχων και επιδιώξεων. Ως πρόεδροι κινούνται πάνω στην τροχιά που προσδιορίζεται από τα βασικά δεδομένα που συνιστούν τη θέση και το ρόλο των ΗΠΑ στον κόσμο.

Πολιτεύονται στη βάση των πραγματικών ζητημάτων που τίθενται κάθε φορά, των όρων και των δεδομένων και πάντα στη βάση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης των ΗΠΑ. Δηλαδή της ισχυρότερης καπιταλιστικής, ιμπεριαλιστικής δύναμης στον κόσμο, το αγκωνάρι αλλά και ατμομηχανή του συστήματος, τη δύναμη που βαρύνεται με χιλιάδες εγκλήματα, αυτή που ήταν και παραμένει ο μεγαλύτερος εχθρός των λαών, ο μεγαλύτερος τρομοκράτης και η μεγαλύτερη απειλή για την ειρήνη. Αυτής της χώρας αναδείχτηκε πρόεδρος ο Ομπάμα -για όσους θέλουν να το «ξεχνάνε»- και αυτής τούς στόχους και τα συμφέρονται θα υπηρετήσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.


Η αναγκαιότητα «αλλαγών»


Ας δούμε όμως κατ’ αρχάς τι είπε στην ομιλία που εκφώνησε τη μέρα της ορκωμοσίας του ο νέος πρόεδρος. Επεσήμανε πρώτα πρώτα την κρισιμότητα της κατάστασης και των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο… κόσμος, δηλαδή οι ΗΠΑ, μια και τον τρόπο με τον οποίο ενδιαφέρονται οι ΗΠΑ για τον κόσμο τον γνωρίζουμε ήδη καλά. «Είναι πλέον σαφώς κατανοητό ότι βρισκόμαστε εν μέσω κρίσης». «Σήμερα σας λέω ότι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε είναι πραγματικές. Είναι σοβαρές και είναι πολλές. Δεν θα αντιμετωπισθούν εύκολα ή σε μικρό χρονικό διάστημα». Και ένα βασικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι ότι «επειδή ο κόσμος έχει αλλάξει, πρέπει να αλλάξουμε κι εμείς μαζί του».

Πράγματι η εκλογή Ομπάμα σηματοδοτεί ένα είδος αλλαγής. Δεν είναι καθόλου χωρίς σημασία το ότι ένας έγχρωμος εκλέγεται πρόεδρος των ΗΠΑ. Αυτό που κυρίως σηματοδοτεί, κατά την άποψή μας, είναι οι δυσκολίες και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ. Πάνω απ’ όλα τα αδιέξοδα της στρατηγικής τους ανάγκασαν τους ιθύνοντες κύκλους των ΗΠΑ να αναζητήσουν λύσεις. Την αναγκαιότητα αυτή την υπογραμμίζει στην ομιλία του ο νέος πρόεδρος: «να κηρύξουμε τέλος στα φθαρμένα δόγματα που στραγγάλιζαν την πολιτική μας ζωή για πάρα πολύ καιρό». «Αυτό που δεν μπορούν να κατανοήσουν οι κυνικοί είναι ότι το έδαφος έχει μετακινηθεί κάτω από τα πόδια τους, ότι τα αδιέξοδα πολιτικά επιχειρήματα που μας στοίχειωναν για τόσο πολύν καιρό δεν ισχύουν πλέον». Απαιτούνται αλλαγές λοιπόν. Ναι αλλά ποιες, σε ποια κλίμακα και σε ποια κατεύθυνση;


Αυτά που... δεν αλλάζουν


Ας ξεκινήσουμε από αυτά που δεν αλλάζουν. Από την αρχή κιόλας της ομιλίας τους ο νέος πρόεδρος θέλει να δώσει ένα βασικό στίγμα. «Το έθνος μας είναι σε πόλεμο εναντίον ενός ευρέος δικτύου βίας και μίσους». Είναι κάποιοι «κακοί» που για εντελώς ανεξήγητους λόγους στρέφονται ενάντια και ασκούν βία ενάντια στις αθώες και αδύναμες ΗΠΑ. Αλλά μην ανησυχείτε. Ο Ομπάμα γνωρίζει και το διασαλπίζει ότι «παραμένουμε το πιο ισχυρό και πλούσιο έθνος στη γη». Ακριβώς λοιπόν γι’ αυτό «η Αμερική πρέπει να παίξει το ρόλο της για την απαρχή μιας νέας εποχής ειρήνης».

Ποιος είναι αυτός ο ρόλος; Ο Ομπάμα το έχει καθαρό. «Είμαστε έτοιμοι να τεθούμε επικεφαλής για άλλη μια φορά». Με ποιον τρόπο; Εδώ ο Ομπάμα γίνεται «ποιητικός», μόνο που ο οίστρος του δεν μπορεί να συγκαλύψει τον κυνισμό της άποψης. «Με ταπεινή ευγνωμοσύνη θυμόμαστε τους γενναίους Αμερικανούς οι οποίοι αυτή την ώρα περιπολούν σε μακρινές ερήμους και απομακρυσμένα βουνά». Αλήθεια, ποιοι είναι αυτοί, ποιες αυτές οι έρημοι και ποια αυτά τα βουνά; Μήπως οι έρημοι του έρμου του Ιράκ και τα βουνά του μαρτυρικού Αφγανιστάν; Και μήπως αυτοί οι «ήρωες» δεν περιπολούν απλά, αλλά δολοφονούν αδίστακτα χιλιάδες αθώους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά; Εχοντας λοιπόν αυτά υπόψη, αντιλαμβανόμαστε πολύ καλά πώς εννοεί ο Ομπάμα την «ειρήνη» σ’ αυτή τη «νέα εποχή» και ποιο ρόλο επιφυλάσσει για τη χώρα του και επί προεδρίας του.

Εξάλλου αυτοί οι «ήρωες» δεν «περιπολούν» για πρώτη φορά. Ο Ομπάμα «θυμάται» και κυρίως θυμίζει ότι, εκτός των άλλων, «πολέμησαν και πέθαναν» και στο «Κε Σαν». Πολλοί ίσως να μη γνωρίζουν κι άλλοι να μη θυμούνται ότι το Κε Σαν βρίσκεται στο Βιετνάμ. Εκεί όπου οι ΗΠΑ δολοφόνησαν εκατομμύρια ανθρώπους, ρήμαξαν τη χώρα και δηλητηρίασαν το έδαφός της. Οσο για τη «συγνώμη» που ζήτησε ο Κλίντον από τους Βιετναμέζους (πολύ λιγώθηκαν τότε διάφοροι πρόθυμοι), ο Ομπάμα την ανακαλεί πανηγυρικά, επιβεβαιώνοντας εκείνους που ποτέ δεν την πήρανε στα σοβαρά. Αλλωστε αυτό που κάναν ήταν να πολεμήσουν τον κομμουνισμό τον οποίο ο Ομπάμα δεν παραλείπει να ταυτίσει με το φασισμό, ομνύοντας σε μια ακόμη σταθερά του συστήματος που υπηρετεί.

Και το σύστημα που υπηρετεί είναι βέβαια ο καπιταλισμός, την πίστη του στον οποίο την περιλαμβάνει επίσης στον όρκο του (τον «πιο μεγάλο όρκο», όπως διευκρινίζει και ο ίδιος σε άλλο σημείο της ομιλίας του). «Δεν τίθεται το ερώτημα αν η αγορά είναι δύναμη του καλού ή του κακού. Η δύναμή της να παράγει πλούτο και να διευρύνει τις ελευθερίες είναι απαράμιλλη, όμως αυτή η κρίση μάς υπενθυμίζει ότι χωρίς επιτήρηση η αγορά μπορεί να στροβιλιστεί εκτός ελέγχου». Η αγορά, λοιπόν, μόνο που χρειάζεται κάποιος έλεγχος (που θα 'λεγαν και οι «ανανεωτικοί» μας), αλλά γι' αυτό θα αναφερθούμε παρακάτω.


Ο αμερικανικός «τρόπος ζωής»


Και όχι μόνο η αγορά, δηλαδή ο καπιταλισμός, αλλά και μια πιο συγκεκριμένη έκφραση αυτού του καπιταλισμού. «Δεν θα απολογηθούμε για τον τρόπο ζωής μας» λέει ο Ομπάμα και «ούτε θα καμφθεί η προσπάθειά μας να τον υπερασπίσουμε». Μοιάζει «αθώο» και, άντε, πατριωτικό, μόνο που δεν είναι. Να διευκρινιστεί κατ’ αρχάς πως, όταν ο Ομπάμα (και οποιοσδήποτε άλλος της τάξης του) αναφέρεται σ’ αυτό, δεν εννοεί καθόλου την αθλιότητα των γκέτο, την κόλαση που βιώνουν οι «παράνομοι» μετανάστες, την αγωνία των ανέργων ή την απελπισία αυτών που «δεν δικαιούνται» περίθαλψη. Αυτόν τον «αμερικανικό τρόπο ζωής» (γιατί κι αυτός αμερικανικός είναι) προτιμούν να τον «ξεχνάνε». Αυτό στο οποίο αναφέρονται είναι ο «τρόπος ζωής» των προνομιούχων τάξεων και στρωμάτων. Στην αμερικανική πολιτική φιλολογία αυτή η έκφραση αποτελεί μια μορφή «κωδικής» διατύπωσης της θέσης υπεράσπισης των προνομίων και συμφερόντων αυτών των τάξεων.

Προνόμια που διασφαλίζονται από την εκμετάλλευση των εργαζομένων στις ΗΠΑ αλλά και την καταλήστευση του πλούτου που παράγεται σ’ όλο τον κόσμο. Αυτά που κατοχυρώνονται και θωρακίζονται με τις εκατοντάδες βάσεις σε όλο τον πλανήτη, με τις «περιπολίες» των στόλων τους σ’ όλες τις θάλασσες, των αεροπλάνων τους στους αιθέρες, των δορυφόρων τους στο διάστημα και των πεζοπόρων τμημάτων «στα βουνά και τις ερήμους» του κόσμου. Και καταλήγει απευθυνόμενος στους «εχθρούς». «Δεν θα αντέξετε περισσότερο από εμάς, θα σας νικήσουμε». Θα μπορούσαμε πλέον να πούμε «εδώ ήρθαμε», αλλά όχι. Ο Ομπάμα δεν εκλέχτηκε απλά για να υπερασπίσει κι αυτός τις «αξίες» που υπεράσπισε ο Μπους και άλλοι πριν απ’ αυτόν, αλλά για να αντιμετωπίσει τα αδιέξοδα της στρατηγικής των ΗΠΑ. Δηλαδή να υπερασπίσει τα ίδια στην ουσία συμφέροντα και επιδιώξεις, αλλά με αποτελεσματικότερο τρόπο. Αυτή είναι η «αλλαγή» που επιδιώκεται απέναντι «σ’ έναν κόσμο που αλλάζει» και δεν αποδέχεται με την ίδια προθυμία τις εντολές της Μητρόπολης.


Τα αδιέξοδα στρατηγικής και η κρίση


Δύο είναι τα βασικά ζητήματα που έχει να αντιμετωπίσει ο Ομπάμα. Το πρώτο αφορά το ζήτημα στρατηγικής και το δεύτερο την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης. Ας δούμε κατ’ αρχάς τι λέει σε σχέση με το πρώτο ζήτημα. «Θυμηθείτε ότι οι προηγούμενες γενιές αντιμετώπισαν το φασισμό και τον κομμουνισμό όχι μόνο με πυραύλους και τανκ, αλλά με γερές συμμαχίες και φρονήματα με διάρκεια. Είχαν καταλάβει ότι μόνο η ισχύς δεν είναι ικανή να μας προστατεύσει, γνώριζαν ότι η ισχύς μας μεγαλώνει μέσω της συνετής χρήσης της…». Και παρακάτω «με παλιούς φίλους και πρώην εχθρούς θα εργαστούμε ακάματα για να περιορίσουμε την πυρηνική απειλή». Και ακόμη «θα ξεκινήσουμε να αφήνουμε με υπευθυνότητα το Ιράκ στο λαό του και θα θεμελιώσουμε μια ειρήνη που με κόπο αποκτήθηκε στο Αφγανιστάν». Και παρακάτω «στο μουσουλμανικό κόσμο λέμε ότι αναζητούμε μια νέα πορεία προς τα εμπρός, που θα βασιστεί στο αμοιβαίο συμφέρον και τον αμοιβαίο σεβασμό». «Οσοι αναδεικνύεστε στην εξουσία μέσω της διαφθοράς, της απάτης και κλείνοντας το στόμα των διαφωνούντων, να ξέρετε ότι βρίσκεστε στη λάθος πλευρά της Ιστορίας, αλλά ότι θα σας απλώσουμε το χέρι αν είστε πρόθυμοι να ξεσφίξετε τη γροθιά σας». Αυτό κι αν είναι μεγαλοψυχία, αλλά το θέμα είναι τι ακριβώς εννοεί.

Τα ζητήματα που θίγονται με αυτές τις αναφορές, τα μέτωπα που επισημαίνονται είναι λίγο πολύ γνωστά. Θέτει εν πρώτοις το μέγα ζήτημα των συμμαχιών και βασικά με τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, οι σχέσεις με τους οποίους έχουν κλονιστεί σοβαρά και ιδιαίτερα μετά την επίθεση και κατάληψη του Ιράκ. Οι «πρώην εχθροί» είναι κατά πρώτο λόγο η Ρωσία, που ήταν, παραμένει και αντιμετωπίζεται σαν ο κύριος εχθρός των ΗΠΑ στο στρατηγικό πεδίο, και -σε δεύτερο πλάνο- η Κίνα. Η «συνετή χρήση της ισχύος» εννοεί λίγο-πολύ αυτό που λέει. Οτι οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν την πολιτική του μαστίγιου και του καρότου, αλλά σε μια άλλη δοσολογία από αυτήν που εφάρμοσε ο Μπους. Ποια, θα δούμε. Οπως θα δούμε τι σημαίνει η «αποχώρηση» από το Ιράκ, η μεταφορά του κέντρου βάρους στο Αφγανιστάν και το άνοιγμα στο μουσουλμανικό κόσμο, που φτάνει μέχρι και το Ιράν, «αν ξεσφίξει τη γροθιά του».


Τίνος τα προβλήματα έρχεται να απαντήσει ο Ομπάμα

Το ζήτημα των συμμαχιών


Το κρίσιμο ζήτημα των συμμαχιών συνδέεται άμεσα με τη βασική κατεύθυνση της στρατηγικής των ΗΠΑ για παγκόσμια κυριαρχία. Οι εξελίξεις κατέδειξαν αυτό που εξαρχής χαρακτηρίζαμε σαν αναντιστοιχία στόχου-μέσων ή, πιο απλά, πως οι ΗΠΑ δεν θα μπορούσαν να κυριαρχήσουν μόνες τους στον κόσμο, χωρίς ή και ενάντια στους συμμάχους τους. Η πολιτική Τσένι-Μπους τις οδήγησε σε αδιέξοδο, σε απώλειες θέσεων και κυρίως δημιούργησε κινδύνους γι’ αυτό που πάνω απ’ όλα θα 'θελαν να αποτρέψουν οι ΗΠΑ. Τις τάσεις αντισυσπείρωσης, τη δημιουργία άλλων συμμαχιών, μη ελεγχόμενων ή και αντιπάλων των ΗΠΑ. Αυτή η εξέλιξη επανέφερε στη συζήτηση στους κυρίαρχους κύκλους των ΗΠΑ το γνωστό δίλημμα κυριαρχία ή ηγεμονία, όπως άλλωστε το είχε θέσει στη δεκαετία του ’90 ο τότε πρόεδρος Κλίντον.

Η πιο απτή, η πιο συγκεκριμένη έκφραση του διλήμματος αφορά το ζήτημα των συμμαχιών. Πιο συγκεκριμένα, τη στρατηγική συμμαχία με τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, αυτήν που οδήγησε το δυτικό μπλοκ στη νίκη και την πιο ισχυρή σήμερα στον κόσμο. Τα ερωτήματα ως προς τη δυνατότητα αποκατάστασης της συνοχής και μάλιστα σε μακροπρόθεσμη βάση αυτής της συμμαχίας δεν είναι ωστόσο και από τα πιο εύκολα να απαντηθούν. Συνδέονται κατ’ αρχάς με το τι περιθώρια ουσιαστικών αλλαγών υπάρχουν στην πολιτική των ΗΠΑ, τι είναι διατεθειμένες και τι μπορούν να «δώσουν» στους συμμάχους τους. Συνδέονται με το τι είναι διατεθειμένες να «πάρουν» αυτές οι σύμμαχες δυνάμεις ώστε να συναινέσουν στην εκ νέου διαμόρφωση μιας ενιαίας συνολικής στρατηγικής κατεύθυνσης. Συνδέονται ακόμα με τον παράγοντα της οικονομικής κρίσης που περιπλέκει ακόμα περισσότερο ένα ήδη σύνθετο πρόβλημα.

Οσον αφορά κατ’ αρχάς τις ίδιες τις ΗΠΑ. Θα πρέπει να είναι κατανοητό ότι οι ΗΠΑ δεν είναι απλά και μόνο μια χώρα, με το συγκεκριμένο έδαφός της, τον πληθυσμό της, την οικονομία της. Είναι μια χώρα που έχει διαμορφώσει ένα παγκόσμιο πλέγμα σχέσεων οικονομικών, πολιτικών, στρατιωτικών, του οποίου αποτελεί το κέντρο, τον πυρήνα, την ηγεμονική δύναμη. Αυτό που πράττει «έξω» βρίσκεται σε πλήρη συνάρτηση και σχέση αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης με αυτό που συμβαίνει «μέσα» και αντίστροφα και συνδέεται ταυτόχρονα με αντίστοιχες διαδικασίες διάταξης και αναδιάταξης δυνάμεων. Η επιλογή της στρατηγικής της παγκόσμιας κυριαρχίας δεν ήταν απλά μια «ιδέα» της ομάδας Τσένι. Απηχούσε διαθέσεις ενός συνόλου δυνάμεων στο εσωτερικό των ΗΠΑ και ενισχυόταν από μια ανατροπή συσχετισμών σε παγκόσμια κλίμακα, που ερμηνευόταν σαν «ιστορική ευκαιρία» για την προώθηση αυτού του στόχου. Τα πραγματικά δεδομένα, ωστόσο («έξω» και «μέσα»), αποδείχτηκε ότι είναι διαφορετικά, και αυτό ήταν που οδήγησε σε αδιέξοδο και κρίση στρατηγικής.

Το ζήτημα είναι ότι η αναπροσαρμογή αυτής της στρατηγικής στα ουσιαστικά της μέρη και όχι απλά στη μορφή της δεν είναι ούτε αυτή μια απλή υπόθεση, ακόμα και αν υποθέταμε ότι υπάρχουν τέτοιες διαθέσεις. Απαιτούνται αναδιαρθρώσεις στο σύνολο αυτών των σχέσεων και αντίστοιχη αναδιάταξη δυνάμεων, στόχων, ιεραρχήσεων και συμφερόντων στο εσωτερικό των ΗΠΑ και όχι μόνο. Το μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτό σε σύνδεση με το ζήτημα των συμμαχιών είναι ένα πρόβλημα που δεν εξαρτάται μόνο από τις διαθέσεις του Ομπάμα, όποιες κι αν υποθέταμε ότι είναι αυτές. Για παράδειγμα, η «αποχώρηση» από το Ιράκ (όποτε και όταν γίνει) μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπεριέχει και το στοιχείο του ανοίγματος στους συμμάχους. Από την άλλη μεριά, ωστόσο, η απαίτηση για ενεργό συμβολή στην επιδρομή στο Αφγανιστάν δεν αφορά μόνο την ενίσχυση της στρατιωτικής συμβολής των ΝΑΤΟϊκών συμμάχων. Συνδέεται με μια στρατηγική κατεύθυνση στην οποία θέλει να σύρει τους «συμμάχους» του ο Ομπάμα, πράγμα για το οποίο αυτοί δεν είναι και τόσο πρόθυμοι.

Ας έρθουμε ωστόσο σε αυτή την πλευρά. Αυτό που διεκδικούσαν οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές ήταν μια αναπροσαρμογή ρόλων, μεριδίων και αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο της συμμαχίας. Εδώ, και πέρα από το τι είναι διατεθειμένες να παραχωρήσουν οι ΗΠΑ, το θέμα είναι ότι έχει κυλήσει αρκετό νερό από τότε που οξύνθηκαν οι σχέσεις τους. Οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές γνωρίζουν πλέον καλύτερα τις διαθέσεις των ΗΠΑ, δυσπιστούν απέναντι σε αυτές και βεβαίως δεν είναι καθόλου διατεθειμένοι να επιστρέψουν στο ρόλο αυτών που κινούνται με γνώμονα τις επιλογές των ΗΠΑ. Το κυριότερο, έχουν ήδη αναπτύξει πρωτοβουλίες, διαμορφώνουν δεδομένα και κατευθύνσεις στη βάση των δικών τους, ιδιαίτερων συμφερόντων και επιδιώξεων. Για παράδειγμα, η ανάπτυξη σχέσεων με Ρωσία (ο βόρειος αγωγός Ρωσίας-Γερμανίας είναι επιλογή στρατηγικού χαρακτήρα), με την Κίνα και σειρά άλλες, που δεν είναι καθόλου εύκολο να αναιρεθούν επειδή τους χαμογέλασε ο Ομπάμα. Βεβαίως, συνεχίζουν να υπάρχουν και πεδία κοινών στόχων και επιδιώξεων και κυρίως κανείς τους (ούτε οι ΗΠΑ ούτε οι Ευρωπαίοι) δεν μπορεί να παρακάμψει τη σημασία, το βάρος και το ρόλο που έχει η ύπαρξη της ευρωπαϊκής συμμαχίας.

Το αν, πώς, σε ποια επίπεδα και σε ποια κλίμακα μπορούν να διευθετηθούν οι διαφορές και να εναρμονιστούν οι επιδιώξεις είναι ένα ερώτημα στο οποίο για την ώρα δεν μπορεί να απαντήσει κανείς. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι «επιστροφή» στην προηγούμενη κατάσταση, μορφή και περιεχόμενο των σχέσεών τους, δεν υπάρχει. Αυτό που μπορεί να υπάρξει (και όχι μόνο σε αυτό το ζήτημα) συνδέεται με τις απαντήσεις που θα δοθούν (ξεχωριστά από τον καθένα και όλους μαζί) στα προβλήματα που έχουν αναδειχτεί, τα τωρινά και τα μελλούμενα, τα ζητήματα στρατηγικής (π.χ. επέκταση του ΝΑΤΟ) ή το ζήτημα της οικονομικής κρίσης.

Ας περάσουμε λοιπόν σε αυτό. Εδώ θα θέλαμε να σημειώσουμε κατ’ αρχάς τα εξής. Η κρίση δεν είναι απλά και μόνο οικονομική, αλλά αφορά το σύνολο των σχέσεων που διέπουν το σύστημα. Συναρτάται άμεσα με το οικονομικό (αλλά όχι μόνο) παρόν και μέλλον συνολικά του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος. Ταυτόχρονα και της κάθε δύναμης ξεχωριστά. Ακριβώς αυτά εκφράζονται στην αντιφατικότητα των στάσεων και των πολιτικών που προωθούνται από κάθε χώρα. Στις αγωνιώδεις εκκλήσεις και προσπάθειες συντονισμού από τη μια πλευρά και σε έναν υπερπροστατευτισμό που συνεχώς κερδίζει έδαφος από την άλλη. Δεν είναι μόνο η ενίσχυση της τάσης ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Είναι και το ότι η κάθε δύναμη γνωρίζει πως το αν και σε ποια επίπεδα θα αντιμετωπίσει την κρίση θα διαμορφώσει τους όρους για τη θέση της, για τη διάταξη δυνάμεων που διαμορφώνεται στον κόσμο.


Οι «πρώην εχθροί»


Η αναφορά σε «πρώην εχθρούς» με τους οποίους ο Ομπάμα «θα εργαστεί ακάματα για τον περιορισμό της πυρηνικής απειλής» παραπέμπει κατά κύριο λόγο σε Ρωσία. Είχαμε και έχουμε την άποψη ότι οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν σαν κύριο αντίπαλό τους στο στρατηγικό πεδίο τη Ρωσία. Να ξεκαθαρίσουμε κατ’ αρχάς ότι η άποψη με την οποία βομβαρδίζεται ο κόσμος επί χρόνια περί τρομοκρατίας ως κύριου εχθρού είναι απλώς αστεία. Αλλωστε το ξεκαθάρισε αυτό και ο Μπρεζίνσκι, όταν είπε ότι η «τρομοκρατική απειλή» που εκτράφηκε (με τη βοήθεια και των ΗΠΑ) στο Αφγανιστάν είναι ασήμαντη σε σχέση με τη διάλυση της ΣΕ. Η τέτοια αντιμετώπιση της Ρωσίας βασιζόταν στην ύπαρξη του (ισοϋψούς με ΗΠΑ) ρώσικου πυρηνικού οπλοστασίου αλλά και στο «βάθος» που συνέχιζε να διατηρεί η Ρωσία σε όλα τα πεδία και τη δυνατότητά της να ανασυνταχθεί. Για να περιοριστούμε στο κεντρικό, η Ρωσία ήταν η μόνη χώρα στην οποία οι ΗΠΑ δεν μπορούσαν να ασκήσουν στρατιωτικό, πυρηνικό εκβιασμό, και μεθερμηνευόμενο αυτό σημαίνει ότι η εξουδετέρωσή της αποτελούσε το κλειδί για την παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ. Αυτή η αντιμετώπιση εκφράστηκε με την ολόπλευρη στήριξη της ομάδας διάλυσης της Ρωσίας (Γέλτσιν). Την απώθησή της από Ευρώπη-Βαλκάνια, τη διείσδυση στον Καύκασο, τη δημιουργία μιας αλυσίδας περικύκλωσης που ξεκινούσε από τις Βαλτικές χώρες, περνούσε από Α. Ευρώπη και Βαλκάνια και έφτανε μέχρι την Κεντρική Ασία. Την απαγόρευση εισόδου της στον ΠΟΕ (παρά τη «φιλία» με τον Γέλτσιν). Την επέκταση του ΝΑΤΟ, την εγκατάσταση αμερικάνικων πυραύλων («Ασπίδα») στα ρώσικα σύνορα.

Ποια η στάση της νέας αμερικάνικης διοίκησης απέναντι στο ζήτημα; Εχουμε την άποψη ότι δεν αλλάζει και ούτε μπορεί να αλλάζει στην ουσία της. Ισα ίσα, οι ανησυχίες (των ΗΠΑ) εντείνονται. Από την ανασύνταξη της Ρωσίας, τον ενισχυμένο ρόλο της στις διεθνείς εξελίξεις, ιδιαίτερα στο ενεργειακό, τα ανοίγματα που επιχειρεί και τις συμμαχίες που διαμορφώνει, την επίδειξη ισχύος στον Καύκασο (Γεωργία). Ακόμα, την πιθανότητα να κερδίσει την Ουκρανία, μια εξέλιξη που θα άλλαζε καθοριστικά τους συσχετισμούς.

Ωστόσο, τι μπορεί να σημαίνει η αλλαγή ύφους με τον Ομπάμα, οι σχετικά συγκρατημένες αναφορές σε ζητήματα που «καίνε» για τη Ρωσία, όπως αυτό της «Ασπίδας» ή της επέκτασης του ΝΑΤΟ; Εχουμε την άποψη ότι η πιθανή –και προσωρινή πάντα- «εξομάλυνση» των σχέσεων με τη Ρωσία, οι διαφοροποιήσεις ύφους και τακτικής λιγότερη σχέση έχουν με τη Ρωσία καθ’ αυτή και πολύ περισσότερη με τον αντίκτυπο που έχουν αυτά σε συμμάχους, τον κατευνασμό των ανησυχιών τους.

Οι ιθύνοντες των ΗΠΑ αντιλαμβάνονται ότι η διάσταση με τους Ευρωπαίους διευκόλυνε την ανασύνταξη και το πλασάρισμα της Ρωσίας. Το γενικότερο πλαίσιο που διαμορφώθηκε έτσι διευκόλυνε με τη σειρά του την έκφραση διαθέσεων και φιλοδοξιών και άλλων δυνάμεων. Κατανοούν ότι ο μετωπικός χαρακτήρας της αντιπαράθεσης δεν φέρνει πάντα τα καλύτερα αποτελέσματα και ότι χρειάζεται να συνδυαστεί με πιο ευλύγιστες τακτικές. Ωστόσο, η ρώσικη κατεύθυνση παραμένει. Αν υποθέσουμε ότι ενδεχομένως διαπραγματευτούν την υπόθεση της «Ασπίδας», θα επιμείνουν στην αναγκαιότητα της επέκτασης του ΝΑΤΟ. Αν οι Ευρωπαίοι σε αυτό έχουν κάποιες επιφυλάξεις, συμφωνούν απόλυτα με τις ΗΠΑ στην αναγκαιότητα αποτροπής με κάθε τρόπο της υπαγωγής της Ουκρανίας στη ρώσικη επιρροή.

Οσο για τις συνεχιζόμενες πιέσεις για ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία, οι Ευρωπαίοι «θυμούνται» την εξάρτησή τους από τα πετρέλαια της Μ. Ανατολής, δηλαδή τις ΗΠΑ. Ωστόσο, χωρίς να αναιρείται η σημασία και το ειδικό βάρος των προηγούμενων, ένα νέο «Μεγάλο παιχνίδι» φαίνεται να εγκαινιάζεται στην Κ. Ασία. Ηδη προεκλογικά ο Ομπάμα είχε προαναγγείλει τη μετατόπιση του κέντρου βάρους από το Ιράκ στο Αφγανιστάν. Βεβαίως, αυτό που τον προσέλκυσε δεν είναι ούτε τα βουνά του Αφγανιστάν ούτε η μυρωδιά του όπιου, αλλά αυτό που προκάλεσε και την αμερικάνικη εκστρατεία (επί Μπους) στην πολύπαθη αυτή χώρα. Η γεωστρατηγική της θέση. Δεν είναι μόνο τα πετρέλαια της Κασπίας που κείτονται δίπλα και στα οποία επικεντρώνεται η σχετική φιλολογία. Είναι πάνω απ’ όλα οι κρίσιμες –γεωστρατηγικού χαρακτήρα- εξελίξεις που κυοφορούνται και αναπτύσσονται στην περιοχή.

Εδώ και καιρό υπάρχει μια προσέγγιση χωρών (συμφωνία Σαγκάης), η οποία ενισχύεται ολοένα και περισσότερο και στην οποία συμμετέχουν με τον ένα ή τον άλλον τρόπο και άλλες χώρες, όπως η Ινδία και το Ιράν. Διαγράφεται η πιθανότητα μιας «ασιατικής» συμμαχίας με ενορχηστρωτή τη Ρωσία, με βασικό στήριγμα την Κίνα αλλά και με ενδεχόμενη συμμετοχή και άλλων σημαντικών χωρών. Μια κίνηση που αφήνει «απ’ έξω» τις ΗΠΑ και, όπως δείχνει το σπάσιμο των κρίκων της αλυσίδας που είχαν χτίσει (διώξιμο αμερικάνικων βάσεων), τις εκτοπίζει από την περιοχή. Η σημασία που αποδίδουν στο ζήτημα οι ΗΠΑ υπογραμμίζεται από το άνοιγμα στο Ιράν, το οποίο όχι μόνο θέλουν να το αποσπάσουν από την επιρροή της Ρωσίας αλλά και να το χρησιμοποιήσουν για την προώθηση των στόχων τους.

Εδώ, και για όσους ίσως εκπλήσσονται, χρειάζεται να θυμίσουμε κάποια πράγματα. Στη δεκαετία του 1980, δηλαδή την περίοδο της μεγαλύτερης εχθρότητας ανάμεσα σε Ιράν και ΗΠΑ (κατάληψη αμερικάνικης πρεσβείας στην Τεχεράνη κ.λπ.), στο έδαφος του Αφγανιστάν αναπτύχθηκε μια ιδιότυπη συμπαράταξη δυνάμεων που κατά τα άλλα είχαν όχι μόνο διαφορές αλλά και ανταγωνίζονταν άγρια μεταξύ τους. ΗΠΑ, Κίνα, Πακιστάν, Ιράν και Σ. Αραβία συμπαρατάχθηκαν πρακτικά, στρατιωτικά τότε με τους μουτζαχεντίν του Αφγανιστάν, ενάντια στη ΣΕ. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν ο Ομπάμα κατορθώσει να «ουδετεροποιήσει» την Κίνα, να εδραιώσει τον έλεγχο του Πακιστάν, να κερδίσει την Ινδία. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε αν θα μπορέσει να γεφυρώσει τις αντιθέσεις Ιράν-ΗΠΑ ή Ιράν-Σ. Αραβίας. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι στόχος του είναι να τα πετύχει αυτά, πάνω απ’ όλα να εμποδίσει τη Ρωσία στην υλοποίηση των σχεδίων της, να ενισχύσει και να εδραιώσει τη θέση των ΗΠΑ στην περιοχή.