ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ

ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΕΣ & ΤΟΠΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΕΣ

ΕΛ ΣΑΛΒΑΔΟΡ: Ποιος ακριβώς κέρδισε τις εκλογές;

«Το Σαλβαδόρ είναι πιο κοντά στο Τέξας από τη Μασαχουσέτη» Ρόναλντ Ρίγκαν, πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ

Το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών της 15ης Μάρτη καταγράφηκε απ’ όλους ως ιστορικό: FMLN 51%, ARENA 49%. Ακριβώς, το FMLN είναι το Μέτωπο Φαραμπούντο Μαρτί για την Εθνική Απελευθέρωση, ένα από τα μεγαλύτερα (πρώην) επαναστατικά κινήματα της Κεντρικής Αμερικής τη δεκαετία του ’80, και η ARENA, η Εθνικιστική Συμμαχία, είναι το κόμμα των παραστρατιωτικών συμμοριών που κυβερνούσε εδώ και είκοσι χρόνια τη χώρα, δηλαδή οι λακέδες των Αμερικάνων. Οι πρώτοι εξελίχτηκαν σε πολιτικό κόμμα αμέσως μετά τις ειρηνευτικές συμφωνίες του 1992, που σφράγισαν την ήττα των επαναστατών στον αιματηρό δεκαετή πόλεμο. Οι δεύτεροι, αντιθέτως, συγκροτήθηκαν εκλογικά αρκετά πιο πριν, παίρνοντας μάλιστα την κυβέρνηση το 1989, όταν η πρεσβεία απέσυρε τους μέχρι τότε εκλεκτούς της κεντροδεξιούς απ’ την εξουσία. Ηταν η περίοδος που η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης συμπαρέσυρε στη συνθηκολόγηση όλα τα κεντροαμερικανικά κινήματα (Νικαράγουα, Γουατεμάλα κ.λπ.) που είχαν μεγαλύτερη ή μικρότερη αναφορά σε αυτήν. Ηταν όμως και η εφαρμογή της σχετικά καινούργιας τακτικής της Ουάσινγκτον να αποφεύγει τις δικτατορίες, αλλά και να ανανεώνει το καμένο πια πολιτικό προσωπικό στις λεγόμενες μπανανίες, όπου ήταν βέβαια δυνατό. Η εικοσαετία που ακολούθησε τη συνθηκολόγηση ήταν η τυπική για μια χώρα της περιοχής. Χαρακτηρίστηκε από εξαθλίωση, λιτότητα, ανεργία, μετανάστευση και τρομοκρατία. Ο λαός πλήρωνε -και πληρώνει- δυσβάσταχτο φόρο αίματος, ιδρώτα και πίκρας, τόσο για την υποστήριξη που έδωσε στους αντάρτες όσο και λόγω των σκληρών οικονομικών πολιτικών που ακολούθησαν οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές στις χώρες της «πίσω αυλής» τους. Σήμερα, κοντά ενάμισι εκατομμύριο Σαλβαδοριανών ζουν μετανάστες στις ΗΠΑ και άλλα εφτά σε μια χώρα με ρημαγμένη ύπαιθρο, κάτω από το όριο της φτώχειας, μέσα σε ένα περιβάλλον διαφθοράς και εγκληματικότητας. Και, τελευταία, μέσα σε οικονομική κρίση η οποία έπληξε έντονα το Σαλβαδόρ εξαιτίας της υιοθέτησης του δολαρίου ως επίσημου νομίσματος της χώρας. Δεν είναι δύσκολο λοιπόν να φανταστεί κανείς τον ενθουσιασμό του οπαδού του FMLN μπροστά στη διαφαινόμενη εκλογική νίκη, λίγο πριν από τις κάλπες. Ούτε βέβαια και το γιατί κάποιες προεκλογικές συγκεντρώσεις κατέληξαν σε συγκρούσεις μεταξύ των οπαδών των δυο αντίπαλων κομμάτων. Μπορεί η ARENA να μην άλλαξε το πολιτικό της προφίλ, δεν συνέβη όμως το ίδιο με το Φαραμπούντο Μαρτί. Σχεδόν όλες οι ανταποκρίσεις για το τι είναι σήμερα το FMLN έδειχναν μια μετάλλαξη σε σχέση με αυτό στο οποίο στάθηκε παλιότερα αλληλέγγυο το προοδευτικό κίνημα. Καταρχάς, λόγω του προσώπου του υποψηφίου του, με τη συμβολική σημασία που έχει μια τέτοια επιλογή. Ο πενηντάχρονος Μαουρίσιο Φούνες είναι ο πρώτος υποψήφιος του FMLN που δεν είχε σχέση με το αντάρτικο. Αντίθετα, παρά τη δολοφονία του αδερφού του από την αστυνομία (αρχηγός της οποίας έκανε για κάποιο διάστημα ο υποψήφιος της ARENA Ροντρίγο Αβίλα), οι πολιτικές του απόψεις έγιναν αρχικά γνωστές στα σαλόνια, μια και ήταν ένας καυστικός τηλεπαρουσιαστής που αντιπολιτεύτηκε το καθεστώς. Γιατί επιλέχτηκε αυτός αντί για τα τόσα δοκιμασμένα στελέχη του αγώνα; Προφανώς για να καθησυχαστεί η άρχουσα τάξη της χώρας, για εγγύηση των «καλών» προθέσεων της ενδεχόμενης διακυβέρνησης. Δεύτερο, τόσο οι δηλώσεις του Φούνες πριν όσο και ο πανηγυρικός του λόγος μετά δεν θα χαρακτηριζόταν ως αριστερός, ακόμα και για κάποιον καλοπροαίρετο. Δήλωσε αμέσως μετά τη νίκη: «Η πρόθεσή μας είναι να μετατρέψουμε το Σαλβαδόρ στην πιο δυναμική κεντροαμερικανική οικονομία. Σ’ αυτήν την προσπάθεια προσκαλώ όλους τους μικρούς, μεσαίους και μεγάλους επιχειρηματίες να φτιάξουμε μια οικονομία δυναμική, αποτελεσματική και ανταγωνιστική και να δημιουργήσουμε μια ευρεία επιχειρηματική βάση». Διαβεβαίωσε τους αντιπάλους ότι «το οικονομικό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε με το σύνταγμα είναι η ατομική ιδιοκτησία. Αυτή και η δικαστική ανεξαρτησία (σ.σ.: την ελέγχουν οι δεξιοί) θα έχουν το μέγιστο σεβασμό και ειδική προσοχή». Τέλος, απευθύνθηκε και σ’ αυτούς που «ενδιαφέρονται» περισσότερο, λέγοντας ότι «η κεντροαμερικανική ολοκλήρωση και η ενίσχυση των σχέσεων με τις ΗΠΑ θα είναι οι προτεραιότητες της ατζέντας μας στην εξωτερική πολιτική». Παράλληλα καθησύχαζε, τονίζοντας ότι δεν διακατέχεται από ρεβανσισμό για τους δολοφόνους, πράκτορες και εκμεταλλευτές που κυβερνούσαν. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Είναι φανερό ότι στη μικρή αυτή χώρα επιχειρείται ένας πολιτικός συμβιβασμός. Οχι μόνο μεταξύ των από κάτω και των από πάνω, αλλά και στους κόλπους της εξουσίας. Με την οικονομική κρίση να έχει γονατίσει την οικονομία και το λαό (στατιστικές του ΟΗΕ αναφέρουν ότι ο απλός πολίτης παίρνει το 60% των θερμίδων που ελάμβανε πριν από δυο χρόνια), αναζητείται ένα νέο πολιτικό προσωπικό που αφενός να μη διαπραγματεύεται την εξωτερική πολιτική (συνθήκη CAFTA, σχέσεις με ΗΠΑ κ.λπ.) και αφετέρου να δείχνει μια κοινωνική ευαισθησία πριν ξεσπάσει καμιά εξέγερση. Ο ίδιος ο Φούνες δεν αρνήθηκε ότι τα 2,3 εκατομμύρια δολάρια που δαπανήθηκαν στην προεκλογική εκστρατεία μαζεύτηκαν και από χορηγίες επιχειρηματιών. Η μετάλλαξη έγινε σιωπηρά. Ενας τέτοιος πολιτικός συμβιβασμός δεν θα μπορούσε σήμερα να επιτευχθεί με το παγωμένο στο χρόνο Φαραμπούντο Μαρτί, αλλά με ένα νέο, δεξιότερο. Χαρακτηριστική όμως είναι και η στάση του Ομπάμα στις εκλογές. Ενώ το 2004 το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απείλησε με μπλοκάρισμα της μετανάστευσης και δέσμευση των εμβασμάτων που στέλνουν οι Σαλβαδοριανοί των ΗΠΑ στους συγγενείς τους (το 2007 τα ποσά αυτά έφτασαν το 20% του ΑΕΠ!) αν επικρατούσε το FMLN, φέτος ο εκβιασμός ακούστηκε από μεμονωμένους γερουσιαστές που εκφράζουν ό,τι εκφράζουν, όχι όμως το επίσημο κράτος. Αντιθέτως, δύο μέρες πριν ανοίξουν οι κάλπες, ο Ομπάμα δήλωσε ότι θα συνεργαστεί με όποιον κερδίσει, δηλαδή το FMLN που τα γκάλοπ έδειχναν πρώτο με διαφορά. Μια τέτοια δήλωση ουδετερότητας δείχνει μια νέα προσπάθεια προσέγγισης της Λατινικής Αμερικής, που φυσικά γίνεται για να εξυπηρετηθούν τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των ΗΠΑ, προτάσσοντας (προσωρινά) το καρότο αντί για το μαστίγιο που χτυπούσε η κυβέρνηση Μπους με τα αμφιλεγόμενα αποτελέσματα. Αυτή η σκοπιμότητα δεν είναι ορατή στο σύνολο της Αριστεράς, που έσπευσε να χαιρετίσει το «πνεύμα αλλαγής» του Μπαράκ Ομπάμα. Ο λαός του Σαλβαδόρ εμπιστεύθηκε ακόμα μια φορά αυτούς που τον εμπιστεύτηκαν παλιότερα. Το πόσο τον εμπιστεύονται σήμερα είναι το ζητούμενο και δυστυχώς τα μηνύματα δεν είναι και τόσο ενθαρρυντικά. Το να συναντηθεί αύριο- μεθαύριο ο Φούνες με τον Τσάβες ή να πάει να «προσκυνήσει» στην Κούβα δεν λένε τίποτα στον περήφανο αυτό λαό.