ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ

ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΕΣ & ΤΟΠΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΕΣ

Το κίνημα αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα και τα ζητήματα που ανέδειξε - ΜΕΡΟΣ Α΄

Τεσσερισήμισι μήνες έχουν περάσει από τη φριχτή δολοφονική επίθεση στην Κωνσταντίνα Κούνεβα και το κίνημα αλληλεγγύης στην αγωνίστρια συνδικαλίστρια -σε πείσμα πολλών, εντός και εκτός κινήματος- δεν λέει να κοπάσει. Ένα πρωτόγνωρο κίνημα αλληλεγγύης που όχι μόνο έθεσε το ζήτημα της καταγγελίας της επίθεσης στην Κωνσταντίνα, αλλά ανέδειξε τον εργασιακό μεσαίωνα που ζουν χιλιάδες εργαζόμενοι και εργαζόμενες, έλληνες και μετανάστες, αντικείμενα στυγνής εκμετάλλευσης υπό το καθεστώς των εργολαβιών, της ενοικίασης και άλλων μορφών του σύγχρονου ελαστικοποιημένου εργασιακού μοντέλου.

Τεσσερισήμισι μήνες γεμάτοι πολύμορφες εκδηλώσεις συμπαράστασης σε όλη την Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό, που κινητοποίησαν χιλιάδες εργαζόμενους και νεολαίους και οι οποίοι αποτελούν μία σημαντική πηγή συμπερασμάτων για το λαϊκό κίνημα και τις πολιτικές δυνάμεις που αναφέρονται σε αυτό.

Τι ήταν, λοιπόν, αυτό που έσπρωξε όλο αυτό το δυναμικό να δράσει με τόσο πείσμα, τόση αποφασιστικότητα και για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα; Ποιες ήταν οι αιτίες που γέννησαν αυτό το κίνημα αλληλεγγύης; Ας κάνουμε μια προσπάθεια να τις καταγράψουμε.

Καταρχήν, θεωρούμε ότι η ίδια η επίθεση, ο φριχτός τρόπος με τον οποίο έδρασαν τα ανθρωποειδή που επιτέθηκαν στην Κωνσταντίνα, συγκλόνισε και εξόργισε χιλιάδες κόσμου. Επίθεση που έρχεται από τις πιο σκοτεινές πλευρές της σύγχρονης πολιτικής Ιστορίας, που παραπέμπει στις μεθόδους της Μαφίας ή των χουντικών καθεστώτων της Λατινικής Αμερικής. Μία επίθεση άνανδρη, απάνθρωπη, που σακάτεψε ανεπανόρθωτα την Κωνσταντίνα, της οποίας οι εμπνευστές και εκτελεστές κυκλοφορούν ακόμη ελεύθεροι.

Και αυτό που επέτεινε ακόμη περισσότερο τα αισθήματα οργής ήταν η ιστορία, η ζωή και η δράση της Κωνσταντίνας. Μία γυναίκα με αξιόλογη μόρφωση που αναγκάστηκε να παρατήσει την πατρίδα της και τα όνειρά της με ένα άρρωστο παιδί και να βρεθεί να αγωνίζεται για ένα κομμάτι ψωμί, καθαρίζοντας τις αποβάθρες του ΗΣΑΠ, όμηρη των σύγχρονων δουλεμπόρων που θησαυρίζουν από την εκμετάλλευση της ανάγκης χιλιάδων ανθρώπων για επιβίωση. Μια γυναίκα όπως χιλιάδες άλλες από το πρώην Ανατολικό Μπλοκ που όμως είχε μια σημαντική ιδιαιτερότητα: διεκδικούσε, αγωνιζόταν για τα δικαιώματά της, προωθούσε την οργανωμένη συνδικαλιστική δράση, στεκόταν στο πλάι των συναδελφισσών της και από τη θέση της γενικής γραμματέας του σωματείου της, της ΠΕΚΟΠ. Πράγμα που -χωρίς την παραμικρή αμφιβολία- ήταν και η αιτία της επίθεσης που δέχτηκε.

Ωστόσο, η ιστορία της Κωνσταντίνας είχε και μια ακόμη ιδιαιτερότητα: Συνέπεσε με το Δεκέμβρη της νεολαιίστικης εξέγερσης, με το οργισμένο αυτό ξέσπασμα ενάντια στην κρατική καταστολή, το σάπιο παρόν και το δυσοίωνο μέλλον που τάζει το σύστημα στη νεολαία. Δύο μόλις εβδομάδες μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, η επίθεση στην Κωνσταντίνα έδωσε μία ακόμη ώθηση στην έκφραση της λαϊκής και νεολαιίστικης οργής. Η σφαίρα που «εξοστρακίστηκε» στο κορμί του Αλέξη και το βιτριόλι που έκαψε τις σάρκες της Κωνσταντίνας, και στις δύο περιπτώσεις από πληρωμένους δολοφόνους, είχαν ένα κοινό «παράπλευρο» αποτέλεσμα: αποκάλυψαν με τον πιο απερίφραστο τρόπο το πραγματικό πρόσωπο του συστήματος, τις πραγματικές διαθέσεις του απέναντι σε αυτούς που αντιστέκονται και διεκδικούν. Μάλιστα, η επίθεση στην Κωνσταντίνα έδωσε την ευκαιρία να συνδεθεί ο νεολαιίστικος Δεκέμβρης με την υπόθεση της εργατικής τάξης. Με μία έννοια, έδωσε στην εξέγερση του Δεκέμβρη μια συνέχεια, κατάφερε να βάλει στην υπόθεση τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η εργατική τάξη. Εκεί δηλαδή που ο Δεκέμβρης «έπασχε», στη συμμετοχή δηλαδή των εργαζομένων, η υπόθεση της Κωνσταντίνας κατάφερε -κατά κάποιο τρόπο- να καλύψει το κενό.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο δεν αποτελεί -για παράδειγμα- έκπληξη το γεγονός ότι ο χώρος της αναρχίας έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην υπόθεση της Κωνσταντίνας. Στη «γραμμή» του «να κρατηθεί ζωντανό το πνεύμα του Δεκέμβρη» ο αναρχικός χώρος «προσπέρασε» (καλύτερα, συγκάλυψε) την απαξιωτική τοποθέτηση του σχετικά με την εργατική τάξη και τους εργατικούς αγώνες και ασχολήθηκε με ιδιαίτερο ζήλο με την υπόθεση της Κωνσταντίνας.

Ένα ακόμη στοιχείο που μαζικοποίησε το κίνημα αλληλεγγύης στην υπόθεση της Κωνσταντίνας ήταν ασφαλώς και το ζήτημα της εργασιακής επισφάλειας που αναδείχτηκε. Ο ίδιος ο αγώνας της Κωνσταντίνας ενάντια στους δουλέμπορους που λυμαίνονται τον τομέα της καθαριότητας, άγγιξε χιλιάδες εργαζόμενους οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με τις «σύγχρονες» μορφές εκμετάλλευσης που προωθεί το κεφάλαιο και οι παρατρεχάμενοί του. Οι ωρομίσθιοι, οι μερικώς απασχολούμενοι, οι ενοικιαζόμενοι, οι εργαζόμενοι με το κομμάτι, αναγνώρισαν στον αγώνα αυτό τους εαυτούς τους. Οι χιλιάδες εργαζόμενοι σε εργολαβίες στο Δημόσιο ή τις ΔΕΚΟ είδαν την περίπτωσή τους να γίνεται πρωτοσέλιδο, να αποτελεί αιχμή διεκδίκησης για ένα κομμάτι του εργατικού κινήματος.

Αυτό, λοιπόν, το κίνημα αλληλεγγύης που ξεπήδησε σε όλη την Ελλάδα ανέδειξε τις δυνατότητες αλλά και τις αδυναμίες του λαϊκού-εργατικού κινήματος στη χώρα μας, παρουσίασε θετικές και αρνητικές πτυχές του, πολύτιμα στοιχεία για όσους θέλουν να δώσουν ώθηση στην υπόθεση των λαϊκών-εργατικών αγώνων.

1. Υπενθύμισε σε όλους μας τη σημασία και την αξία της εργατική αλληλεγγύης. Τέτοιο πρωτόγνωρο κύμα αλληλεγγύης δεν έχει ξαναεμφανιστεί τα τελευταία είκοσι (και περισσότερα) χρόνια. Ακόμη και η περίπτωση του Γιάννη Σερίφη δύσκολα μπορεί να συγκριθεί με την περίπτωση της Κωνσταντίνας και την έκταση που αυτή πήρε. Αυτό το ελπιδοφόρο στοιχείο έχει άμεση σχέση με τις εργατικές-λαϊκές αντιστάσεις που εκφράζονται μαζικά και αποφασιστικά τα τελευταία χρόνια. Έχει άμεση σχέση με το μεγαλειώδες αντιπολεμικό κίνημα ενάντια στην εισβολή στο Ιράκ, με τους αγώνες για το ασφαλιστικό, τους αγώνες των λιμενεργατών, των ναυτεργατών, των δασκάλων, με τους αγώνες της νεολαίας ενάντια στη συνταγματική αναθεώρηση και το νόμο-πλαίσιο, με τους αγώνες των αγροτών, με τους αγώνες των μεταναστών, με τις μαθητικές καταλήψεις, με τους αγώνες για το περιβάλλον. Τροφοδοτήθηκε από αυτούς και με τη σειρά του δίνει τροφή στους επόμενους.

2. Δημιούργησε ένα σημαντικό ρήγμα στην κρούστα της σιωπής και της απογοήτευσης που θέλουν να επιβάλουν στην εργατική τάξη. Μέσα σε ένα σκηνικό από απανωτές ήττες, μικρότερες ή μεγαλύτερες, για τους εργαζόμενους, και μόνο το γεγονός ότι η περίπτωση μίας απλής εργαζόμενης κατάφερε να ταράξει τα νερά και να αποτελέσει ζήτημα για τόσους μήνες αποτελεί μια πολύ θετική παρακαταθήκη για το μέλλον. Παρά το γεγονός ότι τα αστικά ΜΜΕ εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να αποσιωπούν την υπόθεση, η πλατιά και πολύμορφη κινητοποίηση γύρω από το ζήτημα επέβαλε τη δημοσιοποίηση του ζητήματος ακόμη και σε αυτούς που επίμονα απέστρεφαν το βλέμμα τους. Βέβαια, πλάι στην ικανοποίηση για την ανάδειξη του ζητήματος δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς και την πικρία που σίγουρα αισθάνονται πολλοί εργαζόμενοι για το ότι μια εργαζόμενη χρειάστηκε να υποστεί αυτό το μαρτύριο προκειμένου να αναγνωριστεί η δράση της και ο αγώνας της.

3. Όπως αναφέραμε και παραπάνω, η περίπτωση της Κωνσταντίνας ανέδειξε το ζήτημα των εργολαβιών και του εργασιακού μεσαίωνα τον οποίο ζουν χιλιάδες εργαζόμενοι. Τα γραφεία ενοικίασης και οι πάσης φύσης εργολαβίες μπήκαν στο στόχαστρο, ενώ αναδείχτηκε περίτρανα ο ρόλος του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ στην προώθηση αυτών των μορφών εργασίας. Δεν είναι μόνο η διοίκηση του ΗΣΑΠ που ήρθε σε δύσκολη θέση ή ο Οικονομάκης της ΟΙΚΟΜΕΤ. Είναι όλο αυτό το πλέγμα αναθέσεων που απλώνεται από τα λιμάνια και τα νοσοκομεία, μέχρι τις τράπεζες, τον ΟΤΕ και τα πανεπιστήμια, το οποίο «στα καλά καθούμενα» βρέθηκε υπόλογο απέναντι στους εργαζόμενους. Και με τη σειρά του αυτό το θέμα ανέδειξε ξανά το ζήτημα της επισφάλειας και του εκβιασμού που συντελείται καθημερινά σε βάρος των εργαζομένων. Εκβιασμού που δεν διστάζει να μετατραπεί σε ανοιχτή τρομοκρατία.

4. Έδωσε κουράγιο σε πολλούς εργάτες και εργάτριες που εργάζονται κάτω από το ίδιο καθεστώς με την Κωνσταντίνα. Το γεγονός ότι χιλιάδες νεολαίοι και εργαζόμενοι διαδήλωσαν πανελλαδικά για το ζήτημα αυτών των συνθηκών εργασίας λειτούργησε ενθαρρυντικά και αυτό φάνηκε άμεσα. Όλο και μεγαλύτερη προθυμία να συζητήσουν για το πρόβλημά τους, όλο και μεγαλύτερη αναζήτηση γύρω από το τι μπορούν να κάνουν, σχετικά με τα σωματεία κ.λπ. Φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να πει κανείς ότι έχουν ανατραπεί οι προηγούμενοι δυσμενείς όροι. Ότι έχει εξαλειφθεί η δυσπιστία και ο φόβος ή ότι συρρέουν μαζικά στα σωματεία. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι έχει γίνει ένα πρώτο πολύ σημαντικό βήμα.

5. Ανέδειξε με τον καλύτερο τρόπο τι σημαίνει κοινός αγώνας ελλήνων και μεταναστών εργατών. Η περίπτωση της Κωνσταντίνας αποτελεί υπόδειγμα για το ποια είναι η πραγματική έκφραση της κοινής ταξικής πάλης που οφείλουν να δώσουν έλληνες και μετανάστες εργαζόμενοι, για το ποιος είναι ο τρόπος να διεκδικήσουν από κοινού τα δικαιώματά τους. Μακριά από αντιλήψεις «συμπόνιας» και ανθρωπιστικά κηρύγματα, ο αγώνας της Κωνσταντίνας μέσα από το σωματείο της -και πρωτοστατώντας σε αυτό- δείχνει ότι η πραγματική βάση ενότητας ελλήνων και μεταναστών είναι ο κοινός τους ταξικός αγώνας ενάντια στο σύστημα της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης.

6. Ανέδειξε περίτρανα τη γύμνια της επίσημης συνδικαλιστικής ηγεσίας και την εχθρική της στάση απέναντι σε οτιδήποτε κινείται και αντιστέκεται. Στις συνειδήσεις χιλιάδων εργαζομένων η ηγεσία της ΓΣΕΕ είναι βαθιά υπόλογη για την υπόθεση της Κωνσταντίνας. Όχι μόνο γνώριζε τις απειλές που δεχόταν και δεν έκανε το παραμικρό, αλλά στράφηκε ανοιχτά ενάντια στην ΠΕΚΟΠ και τα αλληλέγγυα πρωτοβάθμια σωματεία. Όχι μόνο άφησε στο απυρόβλητο τις εργολαβίες και το καθεστώς ομηρίας των εργαζόμενων σε αυτές, αλλά αποκαλύφθηκε και η συνεργασία της με τέτοιους εργολάβους.

7. Στρίμωξε την ηγεσία του ΠΑΜΕ και ανέδειξε την απροθυμία του να συμμετέχει σε αυτό το κίνημα, αλλά και την αμηχανία του όταν το κίνημα αυτό πήρε διαστάσεις. Είναι πραγματικά «αξιοθαύμαστο» το γεγονός ότι το ΠΑΜΕ δεν έκανε τίποτε για το ζήτημα αυτό πέρα από κάποιες συμβολικού χαρακτήρα κινήσεις τις πρώτες μέρες και κάποιες παραστάσεις διαμαρτυρίας στον Ευαγγελισμό. Απουσίαζε από κάθε κινητοποίηση αλλά ούτε και μόνο του οργάνωσε κάποια. Είναι σαφές ότι τόσο η αντιπαλότητά του με το κίνημα του Δεκέμβρη, αλλά και η συνολική του απέχθεια προς οτιδήποτε κινείται εκτός του πλαισίου του, το οδήγησε σε μία στάση που -στην καλύτερη περίπτωση- δημιούργησε αμηχανία στα μέλη και τα στελέχη του.

8. Αλλά και οι περιπτώσεις ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ εκτέθηκαν στα μάτια του κινήματος αυτού. Το ΠΑΣΟΚ διότι -πρώτα και κύρια- ήταν αυτό που έθεσε τις βάσεις για το απαράδεκτο καθεστώς των εργολαβιών σε Δημόσιο και ΔΕΚΟ. Μάλιστα, το ότι ο Οικονομάκης είναι στέλεχος του ΠΑΣΟΚ σχετίζεται με αυτό ακριβώς, με τον τρόπο δηλαδή που όλες αυτές οι εργολαβίες μοιράστηκαν σε «ημέτερους» αετονύχηδες. Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο το ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να ξεπλύνει τις ευθύνες του, η πρόταση για συμμετοχή της Κωνσταντίνας στο ευρωψηφοδέλτιό του, ανέδειξε την αδυναμία του να «διαχειριστεί» όλο αυτό το κίνημα. Αδυναμία η οποία έγινε ακόμη πιο έντονη με βάση και την απονομιμοποίηση της ΓΣΕΕ στο ζήτημα αυτό.

Σε ό,τι αφορά το ΣΥΡΙΖΑ, θα αρκούσε να υπενθυμίσει κανείς την πανομοιότυπη με του ΠΑΣΟΚ πρόταση για συμμετοχή της Κούνεβα στο ευρωψηφοδέλτιό του. Ωστόσο, δεν έμεινε μόνο εκεί. Φρόντισε από την πρώτη στιγμή να διαχωρίσει τη θέση του και να συγκροτήσει δική του πρωτοβουλία συνδικαλιστών, αλλά και μερικές ακόμη πρωτοβουλίες, θέλοντας να αποφύγει την πιθανή «εμπλοκή» του με δυνάμεις του εξωκοινοβουλίου ή και της αναρχίας. Σε επίπεδο διεκδίκησης άφησε στο απυρόβλητο το ζήτημα των εργολαβιών και περιορίστηκε στην αλληλεγγύη στην Κούνεβα, γεγονός που εξηγείται τόσο από τη σύμπραξη στο επίπεδο της ηγεσίας της ΓΣΕΕ όσο και από την απροθυμία του να ανοίξει ζητήματα που μοιραία θα ασχολούνταν και με τη στάση των συνδικαλιστών του στην περίπτωση του ΗΣΑΠ.

9. Το κίνημα αυτό ανέδειξε την αναντιστοιχία των απαιτήσεων των καιρών και των δυνατοτήτων του σημερινού εργατικού κινήματος. Διότι από τη μια μεριά υπάρχει ένα σύστημα το οποίο επιτίθεται στο σύνολο των εργασιακών δικαιωμάτων με όλα τα μέσα, και το οποίο δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει δολοφονικές μεθόδους απέναντι σε όσους αντιστέκονται, να ενεργοποιήσει κάθε μέθοδο και μηχανισμό τρομοκράτησης και καταστολής, και από την άλλη υπάρχει ένα εργατικό κίνημα δέσμιο των αστικών και ρεφορμιστικών αντιλήψεων, με μια συνδικαλιστική ηγεσία η οποία προωθεί εντονότερα από ποτέ την υποταγή και το συμβιβασμό.

Η ανάγκη για το ξεπέρασμα αυτής της ηγεσίας, η προώθηση μιας πολιτικής αντίληψης στην εργατική τάξη και στα συνδικάτα η οποία θα έρχεται σε ρήξη με τον αστισμό και το ρεφορμισμό, στην υπόθεση της Κωνσταντίνας φάνηκε πολύ ξεκάθαρα. Ωστόσο, γύρω από το ζήτημα αυτό αναδείχτηκαν διαφορετικές απόψεις και αντιλήψεις στις οποίες θα αναφερθούμε στο επόμενο φύλλο της Προλεταριακής Σημαίας.