ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ

ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΕΣ & ΤΟΠΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΕΣ

Ομιλία Ομπάμα στο Κάιρο - Ο... μουσουλμανικός κόσμος έχει κάθε λόγο να ανησυχεί!

Η βαρυσήμαντη ή ιστορική ομιλία Ομπάμα στο Κάιρο, όπως προβλήθηκε από το διεθνή και εγχώριο Τύπο, από άποψη ουσίας τίποτε το καινούργιο δεν πρόσθεσε σε σχέση με την πρώτη τοποθέτησή του ως νέου προέδρου των ΗΠΑ και τις υπόλοιπες που ακολούθησαν για την πολιτική που σκοπεύει να ακολουθήσει η νέα πολιτική διοίκηση Ομπάμα απέναντι στο μουσουλμανικό κόσμο. Αλλωστε, ο ίδιος ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου την παραμονή της αναχώρησης του Ομπάμα προειδοποιούσε ότι «δεν θα υπάρξουν εντυπωσιακά αποτελέσματα και ούτε δικαιολογούνται μεγάλες προσδοκίες».
Με την ομιλία του από το πανεπιστήμιο Αλ Αζάρ του Καΐρου τήρησε τη μετεκλογική υπόσχεσή του ότι θα απευθυνθεί στον πολυπληθή μουσουλμανικό κόσμο από μια πρωτεύουσα της περιοχής και περισσότερο –πέρα από την επαναδιατύπωση εκφρασμένων θέσεών του– επανέλαβε, ενδυνάμωσε και επέκτεινε το επικοινωνιακό ύφος και τη ρητορική των πρώτων δηλώσεών του. Κυρίως, επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί και να αποδομήσει σε επίπεδο ρητορικό την πολιτική του προκατόχου του παρά να δεσμευτεί στα βασικά σημεία της πολιτικής που θα ακολουθήσουν οι ΗΠΑ υπό την προεδρία του, καταθέτοντας συγκεκριμένες προτάσεις.
Αυτή η βασική στόχευσή του και αναμενόμενη ήταν και καθόλου απρόσμενη αν αναλογιστεί κανείς τα ποικίλα αδιέξοδα που συσσώρευσε στις ΗΠΑ η πολιτική της ομάδας Τσέινι –Μπους και γενικότερα αλλά και στη συγκεκριμένη περιοχή. Αδιέξοδα που επέβαλαν την αναπροσαρμογή της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής, που εκφράστηκε και με την εκλογή Ομπάμα, χωρίς ωστόσο να έχει διατυπωθεί ως τώρα ποια ακριβώς πολιτική θα τη διαδεχθεί, σημείο στο οποίο ούτε η πρόσφατη ομιλία Ομπάμα υπήρξε διαφωτιστική πέρα από γενικολογίες και διακήρυξη αμφιλεγόμενων «αρχών».
Οι εγκωμιαστικές του αναφορές στο ισλάμ και στην προσφορά του, που τονίστηκαν με τη χρήση στίχων από το Κοράνι, αναμφισβήτητα απέχουν πολύ από την αντίστοιχη ρητορική Μπους, τη θεωρία της «σύγκρουσης των πολιτισμών», την προσβλητική –πέρα των άλλων– μεταχείριση μουσουλμάνων κρατουμένων στο Γκουαντάναμο. Ωστόσο, η επίδειξη σεβασμού προς το ισλάμ και το μουσουλμανικό κόσμο, όσο και αν στολιστεί επικοινωνιακά, δεν είναι εύκολο να μετριάσει τον αντιαμερικανισμό των εκατοντάδων εκατομμυρίων μουσουλμάνων από τη στιγμή που η επεκτατική πολιτική των ΗΠΑ στην περιοχή –και σ’αυτό δεν χωρά αμφιβολία– θα συνεχίσει να εκδηλώνεται μ’αυτόν ή τον άλλον τρόπο και τακτική.
Ακόμη, η αναφορά στην αναγκαιότητα «αμοιβαίου σεβασμού, αλληλοκατανόησης και γκρεμίσματος της εκατέρωθεν καχυποψίας», όπως και στην «ανάγκη συνεργασίας των ΗΠΑ με τα κράτη της περιοχής», μπορεί να απέχουν από τη μονομερή και «καουμπόικη» πολιτική Μπους και να σηματοδοτούν μια νέα τακτική από πλευράς ΗΠΑ, που δεν θα στηρίζεται αποκλειστικά στην άσκηση πίεσης προς τα κράτη της περιοχής για να συμμορφωθούν, ωστόσο ποιο θα είναι το πραγματικό τους αντίκρισμα θα φανεί στο επόμενο διάστημα και στο πεδίο της εφαρμογής της αμερικανικής πολιτικής.
Η επίκληση «της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ατομικών δικαιωμάτων» ως κοινών πανανθρώπινων αξιών που πρέπει να εφαρμοστούν και στον ισλαμικό κόσμο μπορεί να σχολιαστεί από δύο πλευρές. Η ουσιαστική: Η μεγαλύτερη δύναμη τρομοκράτησης των λαών παγκόσμια, που καταδυναστεύει στο εσωτερικό τον ίδιο της το λαό, το κράτος που επεμβαίνει όπου γης, καταστρέφει οικονομικά αλλά και κομματιάζει στρατιωτικά λαούς και χώρες, το κράτος που ευθύνεται για δεκάδες επεμβάσεις και για μαζικούς φόνους χιλιάδων αθώων, που στηρίζει τα πιο καταπιεστικά και αντιδραστικά καθεστώτα και στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, αυτό το ιμπεριαλιστικό κράτος και ο πρόεδρός του δεν δικαιούνται να ομιλούν για δημοκρατία και ελευθερία. Από την άλλη, η ανάγκη εφαρμογής αυτών των αρχών χρησιμοποιείται από τις ΗΠΑ για να ασκούν πίεση προς κυβερνήσεις και καθεστώτα κάθε φορά που τα συμφέροντά τους το υπαγορεύουν.
Σ’ ό,τι αφορά τα πιο συγκεκριμένα ζητήματα, η ομιλία Ομπάμα επικεντρώθηκε στο Ιράν και τα πυρηνικά του, στο Παλαιστινιακό και στο Ιράκ, επαναδιατυπώνοντας, όπως αρχικά είπαμε, ήδη εκφρασμένες θέσεις. Τι ακριβώς σημαίνει, με ποια πολιτική θα προωθηθεί και ποια θα είναι η αποτελεσματικότητα του «ανοίγματος» προς το Ιράν είναι προς το παρόν ζητούμενο και την ίδια βέβαια στιγμή στις συνομιλίες του με τον Μουμπάρακ ο Ομπάμα ευθέως μίλησε για την ανάγκη αποτροπής της ιρανικής πυρηνικής απειλής. Ποια θα είναι η αντίδραση της Ρωσίας, που ήδη έχει συνάψει ποικίλες σχέσεις με το Ιράν; Θα «πεισθεί» και με ποιον τρόπο το Ιράν να υπαναχωρήσει απ’ τις περιφερειακές φιλοδοξίες του και, αν το κάνει, που είναι αρκετά αμφίβολο, με τι ανταλλάγματα; Και αν κάνουμε την υπόθεση ότι οι ΗΠΑ πετυχαίνουν στην πολιτική τους με το Ιράν, τι θα σημαίνει αυτό για το ισοζύγιο των σχέσεών τους με το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία, θανάσιμους εχθρούς του Ιράν;
Και μόνο τα παραπάνω ενδεικτικά ερωτήματα μπορούν να σκιαγραφήσουν το πολύπλοκο, σύνθετο και γεμάτο αντιφάσεις και πολυποίκιλες αντιθέσεις «περιβάλλον» στο οποίο πρέπει να εφαρμόσουν πολιτική οι ΗΠΑ προφανώς για την προώθηση των θέσεων και των συμφερόντων τους. Ή, πιο απλά, δεν μπορούν να έχουν «και το σκύλο χορτάτο και την πίτα ολόκληρη».
Στο Παλαιστινιακό, η τοποθέτηση Ομπάμα για την ανάγκη ύπαρξης παλαιστινιακού «κράτους» και για το σταμάτημα των εποικισμών στην πράξη ελάχιστους μπορεί να πείσει, αν σκεφτεί κανείς ότι για τα ζητήματα αυτά πολλοί προκάτοχοί του συνεχώς «δεσμεύονταν» και η παλαιστινιακή υπόθεση πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Η σταθερή στήριξη του σιωνιστικού κράτους από τις ΗΠΑ, ως το «μαντρόσκυλό» τους στην περιοχή, αποτελεί το όριο που ούτε θέλουν ούτε μπορούν να υπερβούν οι ΗΠΑ, όριο που από την ανάποδη αποτελεί προϋπόθεση για την πραγματική επίλυση του παλαιστινιακού ζητήματος. Αλλωστε, για ποιο παλαιστινιακό «κράτος» μπορεί να γίνει λόγος όταν ο Νετανιάχου δεν κάνει βήμα πίσω ούτε καν για τους εποικισμούς και όταν ο ίδιος ο «δημοκράτης» Ομπάμα δεν αναγνωρίζει τη Χαμάς που, ανεξάρτητα από τη γνώμη που έχει κανείς γι’ αυτήν, αποτελεί υπαρκτή δύναμη κι έχει τον έλεγχο της Γάζας; Η επιμονή Ομπάμα στη λύση των δύο κρατών, όσο και αν επενδύεται επικοινωνιακά, δεν μπορεί να διαλύσει τη βεβαιότητα ότι πρόκειται για τακτική διαχείρισης του ζητήματος και χειρισμού των «ενδιαφερόμενων»πλευρών, παρά για πολιτική που θα εφαρμοστεί. Σε τελική ανάλυση, στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, είναι ουτοπικό να πιστεύει κανείς ότι το ζήτημα της εθνικής απελευθέρωσης ενός λαού μπορεί να προωθηθεί και να επιλυθεί με τη συνδρομή των ιμπεριαλιστών, δηλαδή αυτών που με την πολιτική τους δημιουργούν το πρόβλημα - και μάλιστα της πιο ισχυρής και αδίστακτης ιμπεριαλιστικής δύναμης.
Ακόμη και στο θεωρούμενο από πολλούς προαποφασισμένο θέμα της αμερικανικής αποχώρησης από το Ιράκ, πέρα από το ζήτημα τού αν και πότε θα γίνει, αποκρύπτεται έντεχνα ότι στην όποια περίπτωση οι ΗΠΑ θα διατηρούν δυο μεγάλης κλίμακας και δυνατοτήτων βάσεις στο έδαφος του Ιράκ, στην επιδίωξή τους να σταθεροποιήσουν την «παρουσία» τους στην περιοχή.
Με όλα τα παραπάνω, δεν είναι καθόλου παράδοξο το γεγονός της χλιαρής, επιφυλακτικής ή και ανοιχτά αρνητικής υποδοχής που επιφύλαξαν στην ομιλία Ομπάμα, ανάλογα με τα συμφέροντά της η καθεμία, όχι μόνο δυνάμεις ανοιχτά εχθρικές προς τις ΗΠΑ αλλά και φιλικές. Και μάλιστα χωρίς να συνυπολογίσουμε και τις αντιδράσεις και τις αντιθέσεις που προκαλεί και θα προκαλέσει η εκδήλωση-εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής στο μέτωπο Αφγανιστάν–Πακιστάν αλλά και την ανάμειξη και άλλων ισχυρών ιμπεριαλιστών (Ρωσία, Γαλλία...) αλλά και τοπικών δυνάμεων που η προώθηση των συμφερόντων τους θα «συναντήσει» τα αντίστοιχα αμερικανικά.
Ο Ομπάμα επιμένει σε μια νέα ρητορική και ύφος, τα αμερικανικά επιτελεία σχεδιάζουν την εκπόνηση της πολιτικής που θα διαδεχθεί την προηγούμενη και σ’ αυτό το πλαίσιο καμία αυταπάτη δεν πρέπει να υπάρχει ότι και αυτή η «νέα» πολιτική δεν μπορεί παρά να προωθεί τα αμερικανικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα σε βάρος των λαών της περιοχής, της ειρήνης και της ασφάλειάς τους.

φ.621, 13/6/09