ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ

ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΕΣ & ΤΟΠΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΕΣ

Αναρχοαυτονομία και κίνημα: Υπόκλιση σε αδιέξοδες πολιτικές αντιλήψεις και πρακτικές ή αντιπαράθεση με αυτές;

Τις μέρες του φετινού Δεκέμβρη ζήσαμε ένα πρωτοφανές κύμα αστυνομοκρατίας και καταστολής, με αθρόες «προληπτικές» προσαγωγές σχεδόν χιλίων νεολαίων σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας, με την καταπάτηση και παραβίαση του ασύλου, τις προσπάθειες για διάλυση των διαδηλώσεων (Θεσσαλονίκη). Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και ο υπουργός της, Χρυσοχοϊδης, είχαν έτσι κι αλλιώς κάνει σαφές από την αρχή πως συνεχίζουν στο δόγμα Πολύδωρα, της μηδενικής ανοχής. Ακόμα πιο σαφές είναι, για όποιον θέλει να μη βλέπει το... δάκτυλο, πως αυτή η εκτεταμένη επιχείρηση τρομοκράτησης έχει να κάνει με το επόμενο κύμα άγριας αντιλαϊκής επίθεσης που επιτάσσει το ξένο και ντόπιο κεφάλαιο και εξαπολύεται ήδη από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με τη συμφωνία τόσο της ΝΔ όσο και του ΛΑΟΣ.

Το πώς στέκονται λοιπόν οι αγωνιζόμενοι νέοι και νέες, οι λαϊκοί αγωνιστές, οι οργανώσεις, οι διάφορες συλλογικότητες απέναντι στην πολιτική της καταστολής των αγώνων και της τρομοκράτησης της αγωνιζόμενης νεολαίας αποτελεί ένα σημαντικό κριτήριο για τη συμβολή τους στην ανάπτυξη κινήματος.

Από αυτή την άποψη είναι εξόχως προβληματική για το κίνημα η στάση των διαφόρων συσπειρώσεων του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού/ελευθεριακού χώρου.

Αφορμή για τις παρακάτω γραμμές στάθηκε η πολιτική στάση, οι επιλογές και οι πρακτικές μερίδων του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού/ελευθεριακού χώρου (από δω και πέρα α/α/ε χώρος) στη διαδήλωση της Κυριακής 6 Δεκέμβρη στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στα γεγονότα γύρω από το άσυλο. Για μας αυτά δεν είναι παρά ακόμη μία έκφραση της γενικότερης στάσης που χαρακτηρίζει αυτόν τον πολυμορφικό χώρο απέναντι στο κίνημα και στους όρους ανάπτυξής του.

Έτσι την Κυριακή 6 Δεκέμβρη γίναμε μάρτυρες από την αρχή ακόμη της διαδήλωσης και πριν καλά καλά αυτή ξεκινήσει από την Καμάρα, του γνωστού κλεφτοπόλεμου μεταξύ μερικών δεκάδων «μπάχαλων» και των δυνάμεων καταστολής. Αυτή η συμπεριφορά μεταφέρθηκε στη συνέχεια μέσα στο μπλοκ των φοιτητικών συλλόγων και είτε στηρίχθηκε έμπραχτα είτε δόθηκε η αναγκαία ανοχή από τα υπόλοιπα τμήματα του χώρου αυτού στον κλεφτοπόλεμο που γινόταν πάνω στις «πλάτες» των φοιτητικών συλλόγων. Με τις δυνάμεις καταστολής να έχουν συγκεκριμένο σχέδιο και εντολές, αυτή η στάση έδωσε το πρόσχημα για μια άγρια επίθεση με χημικά στο μπλοκ των φοιτητικών συλλόγων που είχε σαν αποτέλεσμα τον κατακερματισμό και τη διάλυσή του. Κατακερματισμός που τον ακολούθησε μια επίσης άγρια επιχείρηση τρομοκράτησης των φοιτητών-διαδηλωτών, αποκοπή τμήματος που κατάφερε να φτάσει κοντά στο υπουργείο και εγκλωβισμός του από τις δυνάμεις καταστολής οι οποίες άρχισαν να κάνουν προσαγωγές απο τον «σωρό». Αντίστοιχος κλεφτοπόλεμος διεξήχθη και στους πανεπιστημιακούς χώρους, με αποτέλεσμα να έχουμε συλλήψεις εντός του ασύλου και πολλαπλή παραβίασή του από τις δυνάμεις καταστολής. Επειδή τα γεγονότα περιγράφονται αναλυτικά σε άλλες στήλες τις εφημερίδας, ας μείνουμε στα παραπάνω για να θέσουμε τα ζητήματα που κατά τη γνώμη μας πρέπει να τεθούν και να αποτελέσουν ένα από τα πεδία συζήτησης αλλά και αντιπαράθεσης μεταξύ των αγωνιστών του κινήματος.

Κοινωνικά αδιέξοδα, πολιτικές αποδοχής του συστήματος

Κατ’ αρχήν ούτε που μας περνάει από το νου πως πρέπει να αναιρέσουμε τα κοινωνικά αίτια αυτής της συμπεριφοράς και στάσης. Γατί γνωρίζουμε καλά πως ακόμα και οι δυνάμεις του α/α/ε χώρου να έλειπαν, η γενικότερη κατάσταση της επίθεσης του συστήματος, η αποκοπή οποιασδήποτε διεξόδου και προοπτικής σε πλατιά τμήματα νεολαίας σε συνδυασμό με την ανυποληψία της υποταγμένης Αριστεράς και την έλλειψη μιας μαζικής επαναστατικής Αριστεράς, δημιουργεί συνθήκες ασφυξίας στη νεολαία, παράγει απόγνωση και απελπισία, και αυτά θα διοχετεύονται περισσότερο ή λιγότερο σε τέτοιου είδους στάσεις και συμπεριφορές. Οπότε η διέξοδος, και για τους νεολαίους αυτούς, βρίσκεται στο δυνάμωμα της αριστερής, κομμουνιστικής επαναστατικής κατεύθυνσης στο κίνημα και σε σχέση διαρκούς αλληλοτροφοδότησής με αυτό. Τέτοιας (αλληλοτροφοδότησης) που θα είναι ικανή να χαράζει μέσα στη λαϊκή και νεολαιίστικη πάλη τους δρόμους και να διαμορφώνει τους όρους της συνολικής ανατροπής του συστήματος της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης και της πάλης για μια σοσιαλιστική κοινωνία.

Αλλά ας περάσουμε στα προκείμενα. Είναι φανερό πως αυτές οι συμπεριφορές και αυτη η ψυχολογία βασίζονται (αρχικά) στην ανάδειξη των ένστολων υπαλλήλων (μπάτσων) των δυνάμεων καταστολής του αστικού κράτους σε πρωταρχικό και καθοριστικό (αν όχι μοναδικό) πεδίο αντιπαράθεσης. Έτσι οι κατασταλτικοί μηχανισμοί, από εκεί που είναι υπηρέτες ενός εκμεταλλευτικού και καταπιεστικού συστήματος, μετατρέπονται σε διαμορφωτές της πολιτικής κατάστασης, σε αυτοδύναμοι μηχανισμοί που λειτουργούν στη βάση των δικών τους αναγκών. Αυτό διαμορφώνει στη πορεία τον παραλογισμό πως γίνεται καταστολή για την καταστολή και, με την αναγόρευση των μπάτσων στον κύριο αντίπαλο, έχει τελικά σαν αποτέλεσμα οι δυνάμεις καταστολής να αναγορεύονται σε παράγοντα που του (παρα)δίνεται η δυνατότητα να έχει βαρύνοντα ρόλο στο εάν θα γίνει μια διαδήλωση ή όχι. Τους δίνεται (στις δυνάμεις καταστολής) το πρόσχημα για να επιβάλλουν το κλίμα όχι μόνο σε μια διαδήλωση, αλλά συνολικά μέσα στον λαό και στη νεολαία, υπηρετώντας έτσι τις κάθε φορά ανάγκες και επιταγές της κυβερνητικής πολιτικής και των στοχεύσεών της.

Συνακόλουθο αυτών των αντιλήψεων είναι να θεωρούν «κλιμάκωση» της πάλης το μέγεθος (ή και τη διάρκεια) του κλεφτοπόλεμου που κάνουν με τις δυνάμεις καταστολής. Και αν αυτό επιφέρει σταδιακά ή και απότομα τη συρρίκνωση των αγωνιστών που διαδηλώνουν (όπως έγινε τη Δευτέρα 7 Δεκέμβρη στη Θεσσαλονίκη), ίσως τόσο το καλύτερο γι' αυτές τις δυνάμεις, μια και θα έχει «ξεσκαρτάρει» το πράγμα από τις «κότες», τους «κρυφοβολεμένους», τις «ανίδεες» μάζες και θα έχουν απομείνει μόνο οι «μυημένοι» στον «ταξικό πόλεμο». Βέβαια θα θέλαμε να κάνουμε δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη είναι πως σε μια τέτοια περίπτωση οι πρώτοι που λείπουν την «επόμενη μέρα» είναι συνήθως οι ίδιοι, αλλά ας το ξεπεράσουμε. Η δεύτερη αφορά το γεγονός πως τα προηγούμενα δεν αποτελούν παρά μια παραλλαγή της αντίστοιχης αντίληψης υποτίμησης του λαού και «παραδειγματισμού» του, που διέπει πολλές από τις πρακτικές της ΚΝΕ και του ΚΚΕ (τρανταχτό παράδειγμα οι συγκεντρώσεις 50-100 μελών στο λιμάνι στης Θεσσαλονίκης το 1999 ενάντια στη ΝΑΤΟϊκή επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία, χωρίς να το γνωρίζει κανείς και φυσικά χωρίς καμιά προσπάθεια κινητοποίησης σωματείων, συλλόγων). Αυτές λοιπόν οι αντιλήψεις που τις συναντούμε διάσπαρτες στον α/α/ε χώρο αποτελούν έκφραση παραδοχής πως το σύστημα είναι ανίκητο και παντοδύναμο. Πως ο λαός και η νεολαία είναι ανάξιοι να αντισταθούν και να ανατρέψουν πλευρές των πολιτικών του συστήματος έως να φτάσουν στο επίπεδο να ανατρέψουν το ίδιο το σύστημα. Αυτοπεριορίζονται έτσι σε λογικές παραδειγματισμού της «βολεμένης κοινωνίας», εκτονώνουν την οργή και τον θυμό τους απέναντι σε ένα σύστημα που δεν νικιέται. Ασκούν πολλές φορές μια μικροαστική κριτική στις εργαζόμενες μάζες με συνθήματα («Όταν οι μπάτσοι σκοτώσουν τα παιδιά σας, τότε θα βγείτε και σεις απ’ τα κλουβιά σας») ή και με πράξεις (το κάψιμο ενός ΑΤΜ που χτυπάει τον καταναλωτισμό των «βολεμένων» εργαζόμενων -και όλα αυτά σε συνθήκες σκληρής λιτότητας). Όσοι προσπαθούν να μιλήσουν και να πράξουν πιο πολιτικά και να πάνε πέρα από την έκφραση του θυμού και της οργής, οδηγούνται στον στόχο του «περιορισμού της κυριαρχίας» του συστήματος μέσω της δημιουργίας «ελευθεριακών» νησίδων όπου υποτίθεται οι συμμετέχοντες θα βιώνουν έστω και λαθραία και μέσα στον καπιταλιστικό ωκεανό μια άλλη κοινωνική κατάσταση. Τίποτε πιο μικροαστικό από αυτό, τίποτε πιο ρεφορμιστικό από αυτό, τίποτε πιο αδιέξοδο από αυτό!

Αυτές οι αντιλήψεις και πρακτικές αδυνατούν να συνδεθούν με τους όρους της ταξικής πάλης όπως αυτή διεξάγεται στην πραγματική ζωή και όχι στο κεφάλι του καθενός. Αδυνατούν επομένως να σκεφτούν πως πραγματική κλιμάκωση μιας αγωνιστικής κινητοποίησης είναι η είσοδος ολοένα και περισσότερων από αυτούς «που δεν έχουν φωνή», των εργαζόμενων μαζών, στο προσκήνιο της ταξικής πάλης, στην επόμενη διαδήλωση. Πως κλιμάκωση ενός αγώνα είναι η ολοένα και πιο συνειδητή δράση ολοένα και περισσότερων μαζών για να υπερασπίσουν ή και να κατακτήσουν δικαιώματα. Πω, συνεπώς, όποιος με τη στάση του και την πρακτική του υπονομεύει αυτήν την προοπτική λειτουργεί αντικειμενικά ενάντια στο κίνημα και στην ανάγκη να αναπτυχθεί.

Και η Αριστερά;

Από το προηγούμενο πηγάζει το δικαίωμα αλλά και το καθήκον των δυνάμεων που παλεύουν για την μαζικοποίηση-πολιτικοποίηση του κινήματος να έχουν διαρκές πολιτικό μέτωπο κόντρα σε αυτές τις αντιλήψεις-πρακτικές. Και είναι σε αυτό το επίπεδο που υπάρχουν σημαντικά προβλήματα. Όσον αφορά το ΚΚΕ, η αναχώρησή του από την πραγματική πάλη αλλά και οι αντίστοιχες λογικές που το διέπουν (ασχέτως της διαφορετικής μορφής) προσδιορίζουν όχι μόνο το βάρος και την αποτελεσματικότητα των κριτικών που κατά καιρούς κάνει, αλλά κυρίως το γεγονός πως ξεκινούν από λάθος αφετηρία και καταλήγουν σε λάθος συμπεράσματα. Όσο για τον ΣΥΡΙΖΑ και τις συνιστώσες του, αυτό που καθόριζε την ανοχή του στις αδιέξοδες πρακτικές του α/α/ε χώρου σε μια προηγούμενη φάση, ήταν το στοιχείο του οπορτουνισμού και του ψαρέματος στα θολά νερά για εκλογική κεφαλαιοποίηση. Από κει και πέρα και σαν αποτέλεσμα της ιδεολογικής και πολιτικής όσμωσης των απόψεων του α/α/ε με τις απόψεις μερίδων (κύρια νεολαιίστικων-βλέπε ΕΑΑΚ κ.λπ., αλλά όχι μόνο) δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς έχουμε μια εκκωφαντική ανοχή σε αντίστοιχες πρακτικές.

Τα επιχειρήματα είναι πολλά με υποτίθεται το «βαρύτερο» να είναι πως «δεν θα γίνουμε μπάτσοι του κινήματος». Αν και δεν θα θέλαμε να μιλήσουμε με τέτοιους όρους στο πλαίσιο του κινήματος, είναι μπάτσος αυτός που υπερασπίζει το δικαίωμα του φοιτητικού συλλόγου ή ενός σωματείου να διαδηλώσει αντικυβερνητικά και δεν είναι μπάτσος αυτός που με το έτσι θέλω σαν οργανωμένος χώρος επιβάλλει στον σύλλογο ή το σωματείο μια «σύγκρουση» με τους κρανοφόρους που δεν έχει αποφασίσει. Και που φανερά προσφέρουν έτοιμο στο πιάτο στην κυβέρνηση και στο κράτος το πρόσχημα να διαλύουν μαζικές διαδηλώσεις και να τρομοκρατούν τη νεολαία και τον λαό. Ποιος από τους δύο λειτουργεί τελικά και συμπεριφέρεται με ιδιοκτησιακές λογικές απέναντι στο κίνημα και αντιδημοκρατικά απέναντι στους αγωνιστές;

Γι' αυτό το φαινόμενο υπάρχουν εξηγήσεις. Για εμάς, η κύρια πλευρά βρίσκεται στο πεδίο της όσμωσης των ιδεολογικών και πολιτικών απόψεων των δύο χώρων. Στο φόντο ενυπάρχει η απαξίωση και ο μηδενισμός της ιστορικής πορείας του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος του προηγούμενου αιώνα. Η εναντίωση και η απαξίωση σε κάθε τι που έχει παράξει σαν θετική εμπειρία αυτό το κίνημα, εμπειρία που αφορά και τα ζητήματα οργάνωσης, συγκρότησης και ανάπτυξης λαϊκού και νεολαιίστικου κινήματος. Νομίζουν έτσι οι θιασώτες των αντιλήψεων αυτών πως είναι απαλλαγμένοι από τα βαρίδια της ήττας ενώ στην πραγματικότητα κινούνται σε κατευθύνσεις (ιδεολογικές, πολιτικές, οργανωτικές) που την αναπαράγουν.

Στο πολιτικό πεδίο οι αντιλήψεις και πρακτικές του α/α/ε χώρου συναντιούνται με τις αντιλήψεις του «κομμουνισμού εδώ και τώρα», της άμεσης ανατροπής των... πάντων, τις απογειώσεις από καιρό σε καιρό με την αναγωγή κάθε κινηματικής έξαρσης σε προεπαναστατική περίοδο, της «στρατιωτικοποίησης» της αντιπαράθεσης με το σύστημα, τις εκτός τόπου και χρόνου εκφράσεις αυτών των αντιλήψεων. Διότι τελικά πόσο απέχουν οι απόψεις δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς που ονομάτιζαν τις πορείες «κηδείες» εάν δεν έκαναν το δίλεπτο «τζατζάρισμα» με τα ΜΑΤ (και ύστερα ο σώζων εαυτόν σωθήτω) ή εάν δεν τράνταζαν τις πόρτες ενός υπουργείου (κάποτε έφτασαν και στην «κατάληψή» ενός και από καταληψίες βρέθηκαν καταλαμβανόμενοι) από τις πρακτικές αλλά και τη λογική (της απελπισίας και του αδιεξόδου) που διακατέχει τον α/α/ε χώρο; Τι εκφράζει το γεγονός ότι κεντρικά (πλήρως απολίτικα ή λανθασμένα πολιτικά) συνθήματα του α/α/ε χώρου υιοθετούνται όχι από τον πιτσιρικά που εκφράζει την οργή του, αλλά από ολόκληρους πολιτικούς χώρους;

Η συζήτηση, ο προβληματισμός και η αντιπαράθεση έχει ήδη ανοίξει στο μαζικό κίνημα. Και πρέπει να συνεχιστεί. Όχι για την αυτοεπιβεβαίωση της μιας ή της άλλης δύναμης, αλλά για την οικοδόμηση αντιλήψεων και πρακτικών που να συμβάλλουν στην οργάνωση και την ανάπτυξη αγωνιστικού λαϊκού και νεολαιίστικου κινήματος ενάντια στο καθεστώς της εξάρτησης, της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και της τρομοκρατίας.