ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ

ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΕΣ & ΤΟΠΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΕΣ

Δολοφονία Μπιν Λάντεν
Οι Αμερικανοί σκότωσαν έναν πολιτικά νεκρό «εχθρό» τους

Του Δημήτρη Παυλίδη
Κρατώντας αρκετές επιφυλάξεις τόσο για το σύνολο όσο και για κάθε ένα από αυτά που ανακοίνωσαν οι Αμερικανοί αναφορικά με την επιχείρηση δολοφονίας του Οσάμα Μπιν Λάντεν στο Αμποταμπάντ του Πακιστάν, σίγουρο είναι πως η Ουάσιγκτον αποφάσισε να αποσύρει από το προσκήνιο το πιο γνωστό πρόσωπο ή αλλιώς το σκιάχτρο-πρόσχημα τού επί μια δεκαετία, λεγόμενου, αντιτρομοκρατικού αγώνα. Αυτό το δεδομένο πρέπει να αξιολογηθεί υπό το φως των σύγχρονων εξελίξεων στον αραβικό-μουσουλμανικό κόσμο, αλλά και σε συνάρτηση με τους νέους σχεδιασμούς, τα προβλήματα και τις προκλήσεις της αμερικάνικης ιμπεριαλιστικής πολιτικής σ’ έναν κόσμο που οι συσχετισμοί αλλάζουν, τα μέτωπα αντιπαράθεσης πολλαπλασιάζονται και τα δεδομένα ρευστοποιούνται. Επίσης από τις αντιπαραθέσεις, πιέσεις και μεταβαλλόμενες ισορροπίες στην Ουάσιγκτον, ειδικά μετά την εκλογική αποδυνάμωση του Ομπάμα στις ενδιάμεσες εκλογές.


Ο Οσάμα Μπιν Λάντεν, γνήσιο τέκνο των αμερικάνικων μυστικών υπηρεσιών και της πακιστανικής ISI από την εποχή της σοβιετικής εισβολής αλλά και λίγο πριν από αυτήν, όπως αποκαλύφτηκε πρόσφατα, εκπροσώπησε στη φάση της αυτονόμησής του ορισμένα τμήματα των αντιδραστικών φεουδαρχικών αραβικών ελίτ, που θεώρησαν πως μπορούν να επαναδιαπραγματευτούν τις σχέσεις εξάρτησης-υποταγής με τη Δύση και κυρίως τους Αμερικάνους.

Με όπλο τον ακραίο ισλαμισμό, που ενισχύθηκε από τη Δύση σχεδόν σε όλον τον μουσουλμανικό κόσμο σαν αντίβαρο στον αραβικό εθνικισμό, στην ιρανική επανάσταση και σε όσες δυνάμεις της Αριστεράς επιβίωσαν στα πέτρινα χρόνια της καταστολής, η Αλ Κάιντα αναπτύχθηκε υπό την σκέπη των Πακιστανών στα θρησκευτικά σχολεία και στα τζαμιά του βόρειου Πακιστάν και του Αφγανιστάν και δικτυώθηκε –όσο πραγματικά δικτυώθηκε και όχι όπως παρουσιαζόταν δυσανάλογα από τα δυτικά ΜΜΕ– με ριζοσπαστικές ομάδες που αποσχίστηκαν από τον κύριο κορμό του μουσουλμανικού κινήματος σε διάφορες χώρες της Βόρειας Αφρικής, του Κόλπου, της Μέσης Ανατολής και της Νότιας Ασίας. Στη δικτύωση αυτή σημαντικό ρόλο έπαιξε το κίνημα των υποκινούμενων εθελοντών μουτζαχεντίν που στρατολογήθηκαν για να αντισταθούν στη σοβιετική κατοχή στο Αφγανιστάν αλλά και σε άλλες συγκρούσεις στη μουσουλμανική περιφέρεια της Ρωσίας στα μετασοβιετικά χρόνια. Ποτέ όμως –εκτός από μικρές εξαιρέσεις– το ρεύμα αυτό δεν μπόρεσε να παρασύρει ευρύτερες μάζες, να διακριθεί σε λαϊκές κινητοποιήσεις ή να ηγηθεί ουσιαστικά σε κινήματα αντίστασης, όπως λόγου χάρη στο Ιράκ ή ακόμη και στο Αφγανιστάν. Στο Ιράκ η περίπτωση Ζαρκάουι που προσπάθησε να ηγηθεί της σουνιτικής αντίστασης εξαπολύοντας μια τυφλή σφαγή των σιιτών αποκεφαλίστηκε σχετικά γρήγορα, ενώ στο Αφγανιστάν το αντικατοχικό κίνημα των Ταλιμπάν συνεχίζει να ενισχύεται αξιοποιώντας τους εσωτερικούς όρους στη χώρα χωρίς να χρειάζεται απαραίτητα εξωτερική βοήθεια ή μια εισαγόμενη ηγεσία.

Η ολοφάνερη αποτυχία του εγχειρήματος της Αλ Κάιντα δεν ήταν αποτέλεσμα κυρίως της καταστολής και του άγριου κυνηγητού ενάντιά της, τόσο από τις δυτικές δυνάμεις αλλά και από τα αραβικά καθεστώτα σε όλες σχεδόν τις χώρες. Κυριότερο ρόλο έπαιξε ο χαρακτήρας αυτού του ρεύματος που, εκτός από ολοφάνερα αντιδραστικό και αναχρονιστικό, βασίστηκε σε μειοψηφικά δίκτυα μυημένων και στην ατομική τρομοκρατία και από τη γέννησή του υπήρξε εχθρικό στα μαζικά κινήματα αντίστασης που αναπτύσσονταν έστω και υπόγεια στις διάφορες αραβικές κοινωνίες. Αν αυτό ήταν μια εκτίμηση που αρκετές φορές παλιότερα έδειχνε να μη συμβαδίζει με τη συστηματική διόγκωση και υπερπροβολή από τη μεριά της Δύσης και των στρατευμένων ΜΜΕ για τον ρόλο της Αλ Κάιντα στις εξελίξεις, οι αραβικές εξεγέρσεις που εκτυλίσσονται τον τελευταίο καιρό ήταν η καταλυτική απάντηση. Πουθενά σχεδόν, από το Μαρόκο μέχρι τις όχθες του Περσικού Κόλπου, σε μια τεράστια περιοχή όπου η αραβική λαϊκή αφύπνιση συνεχίζεται, το ρεύμα αυτό δεν έπαιξε τον παραμικρό ρόλο. Στη μόνη περίπτωση που αναφέρθηκε ήταν στην εξέγερση-εμφύλιο της Λιβύης, αλλά εκεί η αναφορά από τον Καντάφι περισσότερο ήταν μια αποτυχημένη προσπάθεια για να βραχυκυκλώσει τη Δύση παρά μια σοβαρή υπαρκτή κατάσταση. Με αυτήν την έννοια είναι σωστή η διαπίστωση από αρκετούς αναλυτές ότι η δολοφονία του Μπιν Λάντεν ήταν ο δεύτερος θάνατός του και ότι ο πρώτος είχε οριστικοποιηθεί από την ημέρα που στην Τυνησία άναψε η φωτιά των αραβικών εξεγέρσεων. Κατά τη γνώμη μας, και πολύ πριν από αυτές ήταν ολοφάνερη η αποτυχία του εγχειρήματος και μόνο επειδή οι Αμερικανοί ήθελαν να το συντηρούν σαν κίνδυνο επανερχόταν κατά καιρούς στο προσκήνιο, με ρητορικές απειλές και αμφιλεγόμενα μηνύματα.

Ακόμα και στο ίδιο το Πακιστάν, όπου ο Μπιν Λάντεν φαίνεται να διατηρούσε μια επιρροή κυρίως με βάση τις παλιές διασυνδέσεις του με τις μυστικές υπηρεσίες και τον στρατό, οι συγκρούσεις και οι εξελίξεις συνεχίζουν να εκπορεύονται από τις υπαρκτές ιστορικές, κοινωνικές και φυλετικές αντιθέσεις και γι’ αυτό έχουν τη δική τους δυναμική και προοπτική. Η δολοφονική επιχείρηση των Αμερικανών που αψήφησαν –όπως συνηθίζουν– την κυριαρχία της χώρας, αφού πρώτα φρόντισαν να την κατηγορήσουν ανοικτά για να εκφοβίσουν και να αδρανοποιήσουν τους κρατικούς μηχανισμούς στη φάση της προπαρασκευής της, δεν νομίζουμε ότι μπορεί να κάνει χειρότερα απ’ όσο είναι τα πράγματα. Το Πακιστάν, ένα βρετανικό μετααποικιοκρατικό κατασκεύασμα με συγκολλητικό στοιχείο τη θρησκεία, συνεχίζει να βυθίζεται στο τέλμα των εσωτερικών συγκρούσεων και να αποσταθεροποιείται και σε αυτό σημαντικό ρόλο έχει παίξει η συνολική αμερικανική στρατηγική ύστερα από την εισβολή στο Αφγανιστάν. Η δολοφονία του Μπιν Λάντεν και η ενίσχυση των αμερικάνικων πιέσεων και παρεμβάσεων αναφορικά με την πολύχρονη μυστική παρουσία του στη χώρα, ήδη συγκλονίζει παραπέρα το καθεστώς, αλλά και χωρίς αυτές τα πράγματα δεν θα ήταν και πολύ διαφορετικά. Άλλωστε οι αμερικάνικες επιχειρήσεις στα βόρεια, στη μεθόριο με το Αφγανιστάν, με τυφλούς βομβαρδισμούς, συνεχίζονται ανελλιπώς προξενώντας θύματα στους αμάχους και οργή σε μεγάλα τμήματα της πακιστανικής κοινωνίας.

Η Ουάσιγκτον με την επιχείρηση εκτέλεσης του Μπιν Λάντεν σε πρώτη ανάγνωση ήθελε να στείλει ένα μήνυμα με πολλούς αποδέκτες και όχι μόνο στον αραβικό-μουσουλμανικό κόσμο. Ότι όχι μόνο δεν ξεχνά, αλλά και είναι αποφασισμένη, αψηφώντας το διεθνές δίκαιο, να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της παντού στον κόσμο. Ταυτόχρονα, ότι έχει τις δυνατότητες να το κάνει, ή, τουλάχιστον, να το επιχειρεί. Σε δεύτερο επίπεδο η απόσυρση του φερόμενου ως ιστορικού αρχηγού της Αλ Κάιντα ανοίγει δρόμους για αναπροσαρμογές της πολιτικής της στην περιοχή, σε μια στιγμή σημαντικών εξελίξεων και πιθανών ανατροπών. Είτε στο Αφγανιστάν είτε σε άλλες περιπτώσεις, πάντα φυσικά με στόχο τη διατήρηση της κυριαρχίας και του στρατηγικού ελέγχου των εξελίξεων. Όσο γι’ αυτή καθεαυτή την επιχείρηση και το τελετουργικό που ακολούθησε –σύμφωνα με αυτά που ανακοίνωσαν επίσημα–, υπογραμμίζουν μια εκτίμηση που από καιρό φαίνεται να είναι βάσιμη. Πως σταδιακά στο εσωτερικό της αμερικάνικης ηγεσίας επανέρχονται φιλόδοξα εκείνες οι τάσεις και πολιτικές που μόνο προσωρινά φάνηκαν να υποχωρούν με την εκλογή Ομπάμα. Δηλαδή αυτοί που επιδιώκουν την κλιμάκωση της διεθνούς επεμβατικής πολιτικής και της πολιτικής της έντασης με στόχο τη μόνιμη επιβεβαίωση της αμερικάνικης κυριαρχίας. Και όσο αυτή η κυριαρχία θα μπαίνει από τα πράγματα σε αμφισβήτηση τόσο πιο επικίνδυνες και παράτολμες θα γίνονται οι ενέργειες και οι επιλογές. Με τον Ομπάμα επικεφαλής, που πήρε πίσω αρκετούς πόντους από τη χαμένη δημοφιλία του, ή και χωρίς αυτόν.

---------

Το αντι-ιστορικό «άλλο» ρεύμα

Πολύ πριν από το ξέσπασμα των αραβικών εξεγέρσεων, που αποκάλυψαν ότι οι αραβικές λαϊκές μάζες δεν είχαν υποταχτεί αιώνια στη μοίρα τους και ότι οι φεουδαρχικές-σκοταδιστικές δυνάμεις δεν έχουν το πάνω χέρι, όπως διατείνονταν πολλοί αναλυτές που βάσιζαν τις εκτιμήσεις τους στην δυτική αντιτρομοκρατική και αντιισλαμική υστερία, υπήρχαν προφητικές φωνές για όσα συμβαίνουν σήμερα. Αναλύοντας την καταγωγή και τα χαρακτηριστικά αυτού που ονόμασε «άλλο ρεύμα» ο Βασίλης Σαμαράς σε μια εποχή που η Δύση υποκριτικά αναγόρευε την Αλ Κάιντα κύριο εχθρό, περιέγραφε γιατί αυτή η εκδοχή δεν μπορεί να αντιστρέψει την αδήριτη ιστορική τάση προς την αστική-καπιταλιστική κατεύθυνση ή ακόμα σε πιο ριζοσπαστική τροπή, αν οι λαϊκές επαναστατικές δυνάμεις στο μέλλον καταφέρουν να ηγεμονεύσουν σε αυτήν την πορεία μετασχηματισμού. «Το ρεύμα –έγραφε στο βιβλίο «Η Αριστερά απέναντι στον εαυτό της» (Εκδόσεις Προλ. Σημαία, Αθήνα 2006)– που επιδιώκει τη συνολική αντιστροφή της ιστορικής τάσης, που φαίνεται να εκπροσωπεί η Αλ Κάιντα και το ‘‘νέο χαλιφάτο’’ που οραματίζεται ο Μπιν Λάντεν, έχουμε σοβαρές αμφιβολίες στο κατά πόσο και ο ίδιος το πιστεύει».

Δεν υπάρχουν σχόλια: